Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

ΧΡΟΝΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΠΑΛΕΥΑ ΝΑ ΦΤΙΑΞΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ:

Ολονυχτίς το έγραφα πρωί-πρωί δαιμονισμένο
έτρωγε τις λέξεις… Ώσπου κάποιο απόγευμα χτύπησε το κουδούνι ένα ολόλευκο πουλί, αν δεν στοιχειώσεις άνθρωπο το ποίημα δεν στεριώνει και μη στοιχειώσεις κριτικό μήτ’ επαρκή αναγνώστη παρά της άγριας έμπνευσης την όμορφη την κόρη που ’ρχεται βάζει τη φωτιά κι ύστερα παίρνει δρόμο κι αφήνει αποκαΐδια ένα σωρό να τα διορθώσει ο πρωτομάστορας, είπε κι εξαφανίστηκε κι εγώ ενεός έμεινα ν’ αντικρίζω το χαρτί βαθιά καμάρα γιοφυριού που μέσα γυάλιζε προκλητικά το δαχτυλίδι
[Στάθης Κουτσούνης ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ από τη συλλογή Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004]

Στο ποίημα ποιητικής, όπως μαρτυρεί και ο τίτλος, «Του γιοφυριού της ποίησης», το κλίμα του δημοτικού τραγουδιού είναι εμφανές, καθώς και η αναφορά στη συγκεκριμένη παραλογή, του «Γιοφυριού της Άρτας». Η έμπνευση περιμένει προκλητική, χρυσό δαχτυλίδι σε βαθιά καμάρα γεφυριού: στο άσπρο χαρτί. Στην ποίηση του Κουτσούνη εισχωρούν τα σκοτεινά στοιχεία των παραλογών. Εκεί που ο πόθος, το πάθος και ο έρωτας συναντιούνται με τον θάνατο. Όπως συναντιέται και η ζωή με τον θάνατο, ο επάνω με τον κάτω κόσμο. Ας σημειωθεί ότι η σύνδεση με τον λόγο του δημοτικού τραγουδιού [Κούλα Αδαλόγλου, περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ]

Οι «Σπουδές για Φωνή και Ποίηση» (εκδόσεις Υάκινθος Αθήνα 1987) είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη…  Εκείνο που γίνεται αντιληπτό με την πρώτη κιόλας ανάγνωση είναι η μουσικότητα του στίχου και η ρευστότητα του λόγου. Οι υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητή ντυμένες με τον αστραφτερό μανδύα ενός ερωτικού και δυναμικά αισθησιακού αισθήματος συνυφαίνουν τον καμβά που πάνω του εμπλέκονται ο άνθρωπος και ο ποιητής. Πρωταγωνιστής του στίχου αναδεικνύεται ο θάνατος μέσα στην ιεροτελεστία των εκστάσεων που κυοφορούν το στίχο και το ποίημα, που φέρνουν τη γέννηση και τη Λευτεριά: 
Το ποίημα στις φλέβες
Παλεύει με το αίμα
Νάρκισσος ο Σπόρος στην κοιλιά μου
κι ο Χρόνος
Ερωτευμένος θάνατος
Γυρεύοντας ελευθερία. 
Ο ποιητής επίτοκος σπαράσσεται από τις ωδίνες του δικού του τοκετού: 
Η λέξη χτύπαγε σαν έμβρυο μέσα μου
Ξαπλώνω ανάσκελα στο χώμα
Απλώνω τα χέρια μου και καρτερώ
Καταιγίδα το φως πλημμύρισε το σώμα μου
Λευτεριά. [Στάθης Κουτσούνης, από τη συλλογή ΣΠΟΥΔΗ ΓΙΑ ΦΩΝΗ και ΠΟΙΗΣΗ, εκδόσεις Υάκινθος, 1987]


Ένα άλλο χαρακτηριστικό της συλλογής είναι ότι η ουσία της ποιητικής προσπάθειας κατακάθεται στους επιλογικούς συνήθως στίχους αφήνοντας μια ιδιαίτερη γεύση στον αναγνώστη… [Ανθούλα Δανιήλ, περιοδικό ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΕΧΝΕΣ, τεύχος 55]
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Ιδρώνει η σιωπή στο πέταλο της μνήμης
πικρογελάει καρφωμένη στο κορμί

πυρετός με κυκλώνει από παντού
ρίγος χορεύει στο αίμα μου
κάδρα συνωθούμενα κι ο καθρέφτης νεκρός
από ψυχή
                  φωνή
                             τοπία κρυστάλλινα

μονάχα ένα δάκρυ φυλαγμένο στο μαντίλι
και μια σταγόνα σπέρμα να σπαρταράει στο πάτωμα
[Στάθης Κουτσούνης, από τη συλλογή ΣΠΟΥΔΗ ΓΙΑ ΦΩΝΗ και ΠΟΙΗΣΗ, εκδόσεις Υάκινθος, 1987]

 Ερωτικό παραλήρημα θανάτου και η αρχή μιας πολυφωνίας. Όλα αυτά επιτρέπουν στον ποιητή  Στ. Κουτσούνη να αναπτύξει και να μας ταξιδέψει μ’ εκείνες τις τροχιές της ευαισθησίας του, σε εντυπωσιακά μελωδικά  και εκφραστικά μέσα. Στην διαδικασία της ποίησης, παράγει τις χρωματικές εκείνες προσαρμογές της ενστικτικής περιοχής της αύξησης, με δομικό υλικό κατεργασμένο και ταξινομημένο στο «ίσως» επιθυμητό σύγχρονο ύφος, ώστε να φτάνει σε ένα συνολικό αποτελεσματικά συγκρουόμενο άκουσμα ο αναγνώστης. (Ανδρέας Αρτέμης περιοδικό ΑΛΕΞΙΣΦΙΑΡΟ τεύχος 20)
«Απόμεινε μια σπαραχτική Σιωπή στις παρειές
Του χτυπημένου Έρωτα
Η βροχή ροκανίζει τα σκοτάδια της αυγής
Ο νεκρός σπαρταρά ανάμεσα στα δάκτυλα σου
Ραμφίζεις μ’ οδύνη το φως
Καρτερείς ασπαίρουσα τους κραδασμούς της νύχτας
Εγώ
Περίλυπος
Ως ενεός
Ρεμβάζω».  [Στάθης Κουτσούνης, από τη συλλογή ΣΠΟΥΔΗ ΓΙΑ ΦΩΝΗ και ΠΟΙΗΣΗ, εκδόσεις Υάκινθος, 1987]

Στο συμπέρασμα του θανάτου, από άλλες οδούς και με άλλους τρόπους, καταλήγει ο Στάθης Κουτσούνης (γεν. 1959) και στο τρίτο του βιβλίο, τη συλλογή «Παραλλαγές του μαύρου». Εδώ ο θάνατος είναι ο μέγας, ο μοναδικός σκηνοθέτης, ένα μελανός Πρωτέας που αλλάζει μορφές και γίνεται αφοπλιστικά οικείος, φιλοπαίγμων, ερωτικός ακόμη, για να επιβάλει το κράτος του. Σαν να διαβάζουμε (ή να παρακολουθούμε επί σκηνής) σκοτεινά μονόπρακτα, θα ’λεγα ακαριαία αν ο ποιητικός λόγος δεν ήταν εδώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, περισσότερο εκτενής του αναγκαίου [...]
   Η «αυτοκρατορία του Μαύρου» λοιπόν «έχει πολλά στόματα»· την υπηρετεί η Ντάμα που αρπάζει τον παίκτη, ο παίκτης που στοιχηματίζει την κεφαλή του Παπατζή, ο «Γαμπρός με το μαύρο παπιγιόν», ο Χασάπης, ο Μακελάρης, ο Εργοδηγός, κ.ά. -για να αναγνωριστεί έτσι (όπως και σε όσα ποιήματα αξιοποιούν το αίσθημα του διχασμένου εαυτού που βρίσκεται μέσα στον καθρέφτη και έξω από αυτόν) η σκιά του Μίλτου Σαχτούρη, στο έργο του οποίου «ο θάνατος γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή / γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη». Τα ποιήματα είναι πράγματι παραλλαγές στο ίδιο θέμα, την αιφνίδια έλευση του τέλους. Καλή η ιδέα, που κερδίζει ιδιαίτερα όταν ο ποιητής ενθέτει ήχους δημοτικών ποιημάτων στη στιχουργική του, δεν χρειαζόταν όμως τόσες εφαρμογές και «επαληθεύσεις». [Παντελής Μπουκάλς, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ]

ΕΝΟΡΑΜΑ
Χτυπά μεσάνυχτα η πόρτα του στάβλου της 
και μπαίνει αποφασισμένος

σε θέλω της είπε και της πρόσφερε 
ανθοδέσμη από τριφύλλι

η αγελάδα ξαφνιάστηκε
μισό λεπτό καθίστε ψέλλισε
κι έσπευσε στο λουτρό κολακευμένη
για να βάλει λίγο κραγιόν

αμέσως έπειτα τον άκουσε να λέει
λόγια τρυφερά και παθιασμένα
για την ξεχωριστή περπατησιά της
το συνεσταλμένο βλέμμα της
για το χνότο της που ονειρευόταν μήνες
να τον ζεσταίνει τις νύχτες του χειμώνα
της εξομολογήθηκε πως γούσταρε
ν’ αρμέγει με το στόμα τα μαστάρια της
πως λύσσαγε να γλείφει σαν λουκούμι
τα πλούσια πισινά και τα λαγόνια της
ή να ρουφάει από τα πόδια της το κότσι

προς τα χαράματα την είχε καταφέρει
έπεσαν και παλέψανε άγρια στον αχυρώνα
λιγωμένη εκείνη από τη γλύκα της γλώσσας

σε λίγο ένιωσε μέσα της το μόριο του
μαχαίρι ακονισμένο να τρυγάει τα σωθικά της
να την κόβει αλύπητα ως το κόκαλο

όταν ξημέρωσε κρεμόταν κομματιασμένη
στη βιτρίνα του κρεοπωλείου
και στο βάθος του αίματός της
άκουγε τον Χασάπη να την κολακεύει ακόμη
στους λιμασμένους του πελάτες 
[Στάθης Κουτσούνης, από τη συλλογή, ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ εκδόσεις ΔΕΛΦΙΝΙ, 1998]

ΑΓΓΕΛΟΜΑΧΗΜΑ
Μπήκε στο σπίτι από την πίσω πόρτα
οι μασχάλες της μύριζαν πετρέλαιο
και αδιάλυτα λύματα
έβηχε συνέχεια και χόρευαν
τα έπιπλα στην πλάτη της
                                            δεν πρόλαβα
με μάγκωσε σε μια γωνιά
και μ’ έσφιγγε στα σκέλια της
μέχρι που με ρουφάει βαθιά ο κόλπος

βλέπω από μέσα
καράβια και πόλεις στην άλμη γυαλίζοντας
και ζώα βαλσαμωμένα σε ζοφερά μουσεία
βλέπω μυρμηγκιά τους πνιγμένους
μαύρο αλάτι στ’ αλατουργεία τρίβοντας
και τον εργολάβο να ξύνει με λύσσα
τη ναρκωμένη μνήμη τους
βλέπω χυμένο αίμα να σπαράζει
και λιανισμένα μέλη να πλέουν σαν χέλια

και ξαφνικά
γδύθηκε γρήγορα τα νερά της
και μ’ άφησε ψάρι να σπαρταράω
στο βόρβορο του άδειου δωματίου

η Θάλασσα  
[Στάθης Κουτσούνης, από τη συλλογή, ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ εκδόσεις ΔΕΛΦΙΝΙ, 1998]
 Έξι χρόνια μετά τη συλλογή, Παραλλαγές του μαύρου - 1998, ο Στάθης Κουτσούνης επανέρχεται με τη συλλογή του: Η τρομοκρατία της ομορφιάς, εκδόσεις Μεταίχμιο 2004. Χαρακτηριστικό της συλλογής η έντονη αναζήτηση του δημιουργού για τη θραύση της συμβατικότητας και την εξέλιξη του μοντέρνου. Τα είκοσι επτά ποιήματά της συνθέτουν ένα παζλ διαλόγων με προγενέστερους αλλά και σύγχρονους ποιητές. Έντονα ερωτικός σε κάποια απ’ αυτά και με τάσεις προβληματισμού σε άλλα δεν διστάζει να ενσωματώσει δημώδη ποίηση σε μοντέρνα γραφή αλλά και ν' ακολουθήσει την καβαφική οδό. Δημοσιευμένα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά, τα περισσότερα έχουν κοινό τους χαρακτηριστικό την έντονη αναζήτηση του δημιουργού για τη θραύση της συμβατικότητας και την εξέλιξη του μοντέρνου.
     «Δεν είναι ο κίνδυνος που με χωνεύει μέσα σου αλλά της ομορφιάς σου ο τρόμος»·  γράφει στο ποίημά του “κρεσέντο”, απ' όπου και πήρε τον τίτλο της η συλλογή, και ο φαινομενικά απλός και προσωπικός λόγος μεταμορφώνεται με μιας σε συλλογικό… Έχοντας αποβάλει τα δεσμά της προκατάληψης και με ώριμο λόγο, που είναι από τα βασικά χαρακτηριστικά της συλλογής, καταθέτει ενώπιον του αναγνώστη τη δική του ποιητική πρόταση ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, τις δικές του ποιητικές προτάσεις. 
     Όπως πριν από κάθε γέννα στο διάστημα κυοφορίας, έτσι και στον χώρο της ποίησης, ζήσαμε στιγμές πόνου, μνήμης αλλά και προσμονής περιμένοντας να γνωρίσουμε τη χαρά μιας νέας άφιξης, λόγου εν προκειμένω [Γιάννης Μανιάτης, ηλεκτρονικό περιοδιό ΛΕΞΗΜΑ]

ΤΟΚΕΤΟΣ
Συνήθως ωριμάζω στο συρτάρι                                                   
όπως το έμβρυο στην κοιλιά

προτού διψάσω για οξυγόνο
ανασαίνω τα νερά                                                                 
του αμνιακού μου σάκου

τρέφομαι με τις σάρκες μου
καταβροχθίζω τις ασχήμιες              
τα περιττά κιλά
ώσπου η όρασή μου                                                                         
να ευφρανθεί στον καθρέφτη                                                      
της αυταρέσκειάς μου            
                                          
μεστώνω στο σκοτάδι                                                                     
έτοιμος να γεννηθώ
στο φως των ματιών σου  [Στάθης Κουτσούνης, από τη συλλογή, Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004]

 Στην ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ η λέξη που μας συνδέει με τους τίτλους των προηγουμένων συλλογών του ποιητή, είναι η τρομοκρατία. Ωστόσο, υπάρχει η λέξη ομορφιά. Όπου ομορφιά μπορεί να είναι οτιδήποτε τείνουμε, χωρίς να μπορούμε να το φτάσουμε και νιώθουμε ανήμποροι, ανάπηροι και ακρωτηριασμένοι από την ανημπόρια μας. Όπου ομορφιά μπορεί να είναι μια όμορφη γυναίκα αλλά και η ποίηση. Αυτή η ομορφιά είναι τρομερή, τρομακτική.
Οι τόνοι χαμηλώνουν. Οι εικόνες φρίκης γίνονται λιγότερο έντονες… Τώρα, χωρίς να αλλάζει ριζικά το σκηνικό, τα ποιητικά εργαλεία και τα σύμβολα, έχουμε ένα άλλο κλίμα, πιο ήπιο. Που βγάζει όμως σε νέους δρόμους.
Το ποιητικό υποκείμενο είναι ο άντρας που προσπαθεί να κερδίσει την αγαπημένη. Αυτή, άλλοτε του υποτάσσεται, άλλοτε καραδοκεί, μυστηριώδης και σκοτεινή, και τον υποτάσσει σε έρωτα βασανιστικό. Η απώτερη αγαπημένη, που διεκδικεί με πάθος: η ίδια η ποίηση.
Έχοντας την άνεση των φιλολογικών σπουδών του, ο Κουτσούνης ανταμώνει στην ποίησή του την αρχαιογνωσία με το δημοτικό τραγούδι. Έτσι έχουμε τις ποιητικές αναφορές του στην «Ελένη», στην «Αλήθεια για την Πηνελόπη», στην «Καλλιόπη». Η Ελένη, σε μια διαφορετική εκδοχή από όσες ξέρουμε: με αμείωτη την ερωτική της μανία μέσα στον χρόνο, θρηνεί για όσες Τροίες δεν κούρσεψε ο πόθος των αντρών γι’ αυτήν. Μαινάδα και η Πηνελόπη, με στερεμένο τον πόθο για τον άντρα που επέστρεψε αργά, γεύεται τα κορμιά των ήδη νεκρών μνηστήρων και φεύγει, για πάντα, προς άγνωστη κατεύθυνση. Στο ποίημα «Η Καλλιόπη» η μούσα μιλά με τον λόγο του δημοτικού τραγουδιού, του παραμυθιού, τον λόγο που ντύνονται οι κατάρες και τα μάγια. Η μούσα απαιτεί από τον άντρα που τη θέλει για ερωμένη του να περάσει τα μύρια βάσανα. Του βάζει δοκιμασίες φριχτές, για να δεχτεί να γίνει ερωμένη του. Ο άντρας είναι ο ποιητής. Έχουμε ένα πολύ καλό ποίημα ποιητικής. Την έμπνευση δεν την αξιώνεται ανώδυνα ο ποιητής. Και ποτέ δεν είναι δεδομένη. «Και τότε πάλι βλέπουμε», τελειώνει το ποίημα [Κούλα Αδαλόγλου, περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, τεύχος 69]

ΕΛΕΝΗ
καθόταν μόνη στον κοιτώνα                                           
η ακόλαστη σάρκα της συντηρούσε τη μνήμη
και στο μυαλό της έρχονταν
σκηνές από τον πόλεμο
παλικάρια που πέσανε για χάρη της στη μάχη
ήρωες που λιώνανε για ένα άγγιγμα
για μια ματιά της

της άρεσε κι ο Πάρις κι ο Μενέλαος
και τόσοι άλλοι Τρώες και Έλληνες

τώρα καθώς κοιτάζεται γυμνή στον καθρέφτη                                            
ξελιγωμένη απ’ τη λαγνεία                                                    
που βράζει αμείωτη στο κορμί της                                      
βλέπει τις ρυτίδες της σαν τύψεις                            
για τους εραστές που πόθησε                                                        
μα δεν την κλέψανε

και ξεσπάει σε λυγμούς                                                        
όταν φαντάζεται πόσες ακόμη Τροίες          
θα μπορούσε η αχαλίνωτη
μανία της να κουρσέψει [Στάθης Κουτσούνης, από τη συλλογή, Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004]

Η ΚΑΛΛΙΟΠΗ
Για να γίνω ερωμένη σου
πρέπει μερόνυχτα σαράντα
δίχως ανασασμό
την πέτρα να οργώνεις
και να σπέρνεις λέξεις
κι ύστερα να περιμένεις άλλο τόσο
να δεις αν έδεσε καμιά
όποιες καρπίσουνε με φως
του φεγγαριού θα τις τρυγάς
χωρίς ανθρώπου μάτι να κοιτάζει
κι έπειτα θα τις πηγαίνεις
σε βάθη άδυτα υδάτων
ογδόντα μέρες για να μαλακώσουν
μετά θα τις μαζεύεις
όσες δεν έχαψαν τα ψάρια
και θα τις λιάζεις σε κορυφές
που ούτε πετούμενα άγρια
δεν δύνανται να φτάσουν
ώστε να στραγγίξουν
τα περιττά υγρά
κι αν στο τέλος δεν αρκούν
θα ξαναρχίζεις από την αρχή
πηδάει ένα βράδυ στο γραφείο μου
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
και με φαρμακερή ματιά
γιατί μου λέει
γυρνάς εδώ κι εκεί και κοκορεύεσαι
πως είμαι τάχα ερωμένη σου
για να γίνω εγώ ερωμένη σου
πρέπει σαν δούλος να με υπηρετείς
δίχως φαΐ δίχως νερό
να γδέρνεις όλη νύχτα το πετσί σου
και κάθε αυγή να το κρεμάς στον ήλιο
να σφυροκοπάς τα σπλάχνα σου
ξίδι κι αλάτι να τους βάζεις
κι ωστόσο αυτό δεν φτάνει
πρέπει να ’χεις και δύναμη
να με κομματιάζεις
όταν ασχημίζω
και να με καις
αδιάκοπα χωνεύοντας
τις στάχτες που απόμειναν
εγκυμονώντας με ξανά
χωρίς κανένα βογκητό
χωρίς καμιάν ελπίδα
και τότε πάλι βλέπουμε
[Στάθης Κουτσούνης, από τη συλλογή, Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004]

ΕΠΙΔΟΞΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Τα ποιήματα που έγραψα
με κυνηγούν για τις αναπηρίες τους
τα ποιήματα που δεν έγραψα
με κυνηγούν για την αφασία τους
ένας επικηρυγμένος είμαι
που για να γλιτώσω
γράφω ακόμη
[Στάθης Κουτσούνης, από τη συλλογή, Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004]

Τα ποιήματα που ονομάζουμε ποιητικής είναι 13 σε σύνολο 27 ποιημάτων της συλλογής. Σημαντικό ποσοστό. Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι πολλά από τα ποιήματα ποιητικής είναι και ερωτικά. Στο «Απόσταγμα» μάλιστα, η τρομερή ομορφιά συνδέεται με την ποιητική έμπνευση. Μια μετάγγιση στίχων στα δύο πρόσωπα που μπλέκονται ερωτικά: 
και τ’ αγκίστρι σου χταπόδι  
σφίγγοντας στα πλοκάμια σου
το βλέμμα μου
καθώς άδειαζε από φως
για να πληρωθεί την τρομερή ομορφιά
των ποιημάτων σου.
Στα ερωτικά ποιήματα, γενικά, κυριαρχούν η ερωτική πρόκληση και το γυναικείο σώμα. Δηλωτικά τα σύμβολα: η πηγή, η τροφή, η γεύση, οι χυμοί, αλλά και το δόκανο, η λεπίδα, το αιχμηρό φονικό στήθος. Οι συνειρμοί του γκολ και της λευκής ισοπαλίας είναι πιο εύκολοι θα έλεγα, και πιο τρέχοντες. Ο έρωτας είναι πάλεμα. Και, όπως σημειώθηκε και πιο πάνω, το ποιητικό υποκείμενο-άντρας τρυγά την ηδονή, αλλά ο τρόμος παραμονεύει. Αυτή η πράξη δεν είναι ανώδυνη και αναίμακτη. Τα ρήγματα, τα τραύματα και οι πληγές είναι του άντρα. Ανθρωποφάγο το σμίξιμο. Υπάρχει ομορφιά, καταλυτική, τρομακτική. Ο τρόμος είναι της ομορφιάς:
–με βρήκε το πρωί κομματιασμένο / ανάμεσα στις τρομερές / σκλήθρες της ομορφιάς σου («επίλογος»).
–δεν είναι ο κίνδυνος που με χωνεύει μέσα σου αλλά της ομορφιάς σου ο τρόμος («κρεσέντο»)… [Κούλα Αδαλόγλου, περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, τεύχος 69]

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΟΥ ΜΕ ΧΩΝΕΥΕΙ ΜΕΣΑ ΣΟΥ ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ ΣΟΥ Ο ΤΡΟΜΟΣ:
Το κορμί σου στα χέρια μου ζυμάρι
φτιάχνω τρύπες κι αφανίζομαι μέσα σου. Σε κάθε τρύπα με παραμονεύουν μέλισσες. Της αφής μου μαγνήτης το δέρμα σου σπαρταράει διαρκώς στα δάχτυλά μου. Τα δάχτυλά μου αλκοολικά
σταγόνα- σταγόνα το σώμα σου πίνουν. Ζω μέσα στο σώμα σου άνθρωπος χέλι μες στη λάσπη…
«Αν υπάρχει κάτι που μιλάει αυτό είναι σίγουρα το σώμα… στην τελευταία συλλογή του Στάθη Κουτσούνη ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, εκδόσεις Μεταίχμιο 2014. Το χάσμα το εγγεγραμμένο στο ίδιο το καθεστώς της απόλαυσης ως διάστασης του σώματος, στο ομιλούν ον, να τι αναδύεται από τον Φρόιντ από εκείνο το τεστ… που είναι η ύπαρξη της ομιλίας. Εκεί όπου αυτό μιλάει, εκεί απολαμβάνει. Και δεν σημαίνει πως γνωρίζει τίποτε, διότι παρά ταύτα, μέχρι νεωτέρας, το ασυνείδητο δεν αποκάλυψε τίποτε για την φυσιολογία του νευρικού συστήματος, ούτε για τη λειτουργία της καύλας, ούτε για την πρόωρη εκσπερμάτιση…». Ζακ Λακάν, Encore.
…μ’ έπιασε μια μελαγχολία/ στον συνειρμό του τρύπιου σώματος/ με τα δάχτυλα φίδια… (Δαντέλα). Στο φως του ψυχαναλυτικού λόγου η σύγχρονη ποίηση και οι ποιητές, για να παραφράσουμε πάλι τον Λακάν, θα πρέπει να νιώθουν τη φρίκη, σαν τους χριστιανούς ή τους ψυχαναλυτές… τότε αντίκρισα την κραυγή/ απ’ της γυναίκας την κοιλιά/ να κόβει φέτες/ το φως και την ψυχή μου (Η τρύπα). Πεδίο και λόγος της απόλαυσης η σωματογραφία του Στάθη Κουτσούνη καταγράφει την αγωνία, τα πάθη, την έκπληξη, τη λύσσα, το αναπόφευκτο και το αναπόδραστο του υποκειμένου που γραπώνεται στη θηλιά της γραφής του, σ’ αυτό το μοναδικό και σπαρακτικό του τραγούδι. Η ωριμότητα και η τόλμη στα ποιήματα του Κουτσούνη είναι σημεία έκδηλα σε μια γραφή που μας συνοδεύει σ’ αυτό το ταξίδι της εμπειρίας. Κι ας είναι βέβαιο/ πως τίποτα στο τέλος δεν θα μάθω (Βολίδα). Η αλήθεια του ποιητικού λόγου ομοιάζει κάπως με την εμπειρία της αγάπης… ο άλλος είναι ένα πεδίο αναμονής, προσμονής, καρτερίας, ελπίδας και συμφοράς. Μια αίθουσα αναμονής, για να θυμηθούμε τον Χάκκα, των σημαινόντων του άλλου. Αλλά δεν έχω σώμα/ ένας ίσκιος είμαι/ κι ο ίσκιος στο χώμα// το σώμα μου (Ο συνοδός) [Γιώργος Γιαννόπουλος, περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 34]

ΣΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ:
ΤΥΧΗ
σε ποθούσα παράφορα
κι αντιστεκόσουν ορθώνοντας
εσώρουχα τείχη

ΚΑΤΟΠΤΡΟ
στην πηγή των μηρών σου
τσακάλι ξανθό καθρεφτίζεται
με στόμα ανοιχτό και διψασμένο 

ΑΝΑΦΛΕΞΗ
 το αιδοίο σου καπνίζει
καψούλι που έσκασε στο χέρι μου

ΛΕΙΑ
θέλω πάντα να με κοιτάζεις
σαν λύκαινα που επέζησε
μοναχή στον χιονιά για βδομάδες
και κατεβαίνει στην πόλη λιμασμένη 

ΤΟ ΣΦΑΓΕΙΟ
κρεμασμένος απ' τα μάτια στο τσιγκέλι
μες στο σφαγείο του μπούστου σου

ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ
σκίζω τον μαύρο σου στηθόδεσμο    
κι απ' άκρη σ' άκρη         
αφράτο άσπρο
γεμίζει το κρεβάτι

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΑ
οι ρώγες των μαστών σου μάτια
για να βλέπουν
των χεριών μου την τρεμούλα
των χειλιών την ακόρεστη πείνα

ΑΙΜΑ
τα χείλη σου χίλιοι σφαγμένοι

ΑΝΑΜΕΣΑ
στα σκέλια σου ανάμεσα ανάσαινε βαθιά
ένα σκοτάδι κίτρινο

ΕΚΡΗΞΗ
το αιδοίο σου καπνίζει
καψούλι που έσκασε στο χέρι μου

Στάθης Κουτσούνης γεννήθηκε στη Νέα Φιγαλία Ολυμπίας το 1959. Σπούδασε νομικά, φιλολογία και κλασική μουσική. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, 1987, Τρύγος αιμάτων, 1991, Παραλλαγές του μαύρου, 1998, Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004, Έντομα στην εντατική, 2008 Παράλληλα, δημοσιεύει κριτικά δοκίμια, μελέτες, άρθρα και βιβλιοκρισίες σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά του έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γερμανικά και τα Περσικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Η ποιητική γραφή του Στάθη Κουτσούνη ξεχωρίζει για την αδρότητα και τη δύναμή της, εστιαζόμενη με ανατομική προσήλωση στο ανθρώπινο σώμα καθώς και σε συναισθήματα που περιγράφονται αποκαθαρμένα και απογυμνωμένα. Ορισμένα από τα μόνιμα στοιχεία της ποιητικής του, όπως το αίμα και τα σπλάχνα, δείχνουν τη βαθύτερη σχέση των συμβόλων του με την αρχαία δραματουργική παράδοση [Αλέξης Ζήρας, Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πρόσωπα –Έργα – Ρεύματα – Όροι, Εκδόσεις Πατάκη 2007]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου