Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ: εύφλεκτος, ένθεος, ερωτικός, μια νησίδα ρομαντικού ιδεαλισμού.

Η ποιητική φωνή του Δημήτρη Παπαδίτσα είναι φτιαγμένη από χαλκό και μάρμαρο, υλικά που η ποίησή μας λησμόνησε στον «ελληνοχριστιανικό» λασπότοπο που ονομάσαμε «Μεταπολεμική Ελλάδα», σημειώνει εύστοχα ο Γιώργος Μπλάνας στο σημείωμα του με το οποίο προλογίζει την παρουσίαση του ποιητή στο βιβλίο ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ (δεύτερος κύκλος). Πράγματι, από τα πρώτα ποιητικά του βήματα ο Παπαδίτσας προσπάθησε να εκφράσει την αγωνία του για μια αναμόρφωση του κόσμου, με επιρροές από το ρεύμα του υπερρεαλισμού και την αρχαιοελληνική προσωκρατική φιλοσοφία αλλά και με τις, έως ένα σημείο, αντισυμβατικές γλωσσικές του επιλογές. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που από πολλούς κριτικούς θεωρείται ως ο κατεξοχήν ποιητής των λέξεων. Οι λέξεις στο Δ.Π. Παπαδίτσα λειτουργούν σαν μεγαλειώδεις ηχητικοί πομποί, με τελικό αποτέλεσμα τα ποιήματά του να οδηγούν στη μέθη. Ποίηση για την ποίηση λοιπόν; Σε μεγάλο βαθμό αλλά με έναν ιδιαίτερο δικό του ουσιαστικό τρόπο με τον οποίο βγαίνουν κερδισμένοι όλοι: Ποίηση, Ποιητές, κριτικοί, αναγνώστες, μελλοντικές γενιές… Ο Παπαδίτσας βιώνει το ποιητικό γίγνεσθαι, δεν το αποκρύπτει ούτε το επιδεικνύει: «Ποιος εδώ είδε, εδώ άγγιξε, εδώ ήπιε φως; Ποιος είμαι; Ελεύσιος, ελευσίνιος άγνωστος καρπός, ποιος εδώ είδωλο, ειδώλου είδωλο, χθες σφαγιασθείς καρπός, δυσδιάκριτος ο ουρανός πίσω από την όψη το βλέμμα που υψώνει αναλίσκον. Είμαι νους κρυμμένος σε ουρανούς, μισή λέξη, το υπόλοιπο ύδωρ, ύδωρ υπόλοιπο στο όλον κομμάτια σε πέτρες και φύλλα ο Απόλλων με άπειρα μάτια»     [παρουσίαση ποιητικής συλλογής με εσωτερική εστίαση Τάσου Κάρτα – ART by Lamboray Olivier]

Το ποίημα δεν θα πρέπει να τελειώνει στον τελευταίο του στίχο, αλλά στο τελευταίο απόθεμα δεκτικότητας του άλλου. Αυτό το «τέλος» μπορεί να μη συμβεί ποτέ και πολύ περισσότερο να μη συμπέσει στον τελευταίο του στίχο, αν για όλα υπάρχει μια ποιητική εξήγηση και έκφραση. Δεν θα πρέπει το ποίημα να ’ναι μια παρένθεση, αλλά ένα άνοιγμα σε μια ποιητική αναγωγή των φαινομένων [Δ.Π. Παπαδίτσας, Το Ποίημα Άνοιγμα]

α] «Ένας ποιητής, ό,τι έχει να πει το λέει με την ποίησή του. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν το λέει αλλά το δείχνει» (Δημήτρης Παπαδίτσας)

«Ξεκινώντας να διαβάζει κανείς τα ποιήματα του Δημήτρη Παπαδίτσα, ανακαλύπτει ένα ολόκληρο σύμπαν, έναν κόσμο όπου η σιωπή μπορεί να καταγραφεί, όπου η ζωή είναι ένα μυστήριο που ξεκλειδώνεται με ευγένεια και πνευματική ευπρέπεια, όπου η κάθε αποκάλυψη είναι ένα βύθισμα αργό, σχεδόν σαν προσευχή, στον εαυτό μας…».  Δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει κανείς μ’ αυτή την εισαγωγική παρατήρηση της Άννας Γρίβα στο δοκίμιο της για τον Παπαδίτσα με τίτλο: Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΙΑΣ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ. Και δεν υπάρχει αυθεντικότερη γλώσσα από την ποίηση για τη σταδιακή αποκάλυψη του μυστηρίου της ζωής. Τη γλώσσα αυτή, της Ποίησης, ο Δημήτρης Παπαδίτσας την παραλληλίζει με τη γλώσσα των νηπίων, όπου το πράγμα, η έκφρασή του, η ονομασία του, η περιγραφή του, ο ήχος του και η ανάκλησή του, δηλαδή ολόκληρη εκείνη η διαδικασία να ξαναμπούμε στον εαυτό μας που γνωρίζει τα πράγματα! Κάθε αληθινός ποιητής μιλάει σαν νήπιο, γράφει στους στοχασμούς του ο Δημήτρης Παπαδίτσας, γι’ αυτό μπορεί να είναι ακατανόητα τα ποιήματά του για κείνους που έχουν ξεχάσει την πρώτη τους, την πιο αυθεντική γλώσσα.
Διαβάζοντας το λόγο του Παπαδίτσα, είτε ποιητικό είτε δοκιμιακό, πρέπει να επιτρέψουμε στο σώμα μας να λειτουργήσει ως αντηχείο. Κι αυτό γιατί «η ποίησή του», σύμφωνα με την Ελένη Λαδιά, «μαγεύει παράξενα με τη γλωσσοπλαστική της δύναμη και τη θαυματουργή ηχητική της, που είναι ανεξάρτητη, εν πολλοίς, από την κατανόηση ή όχι του περιεχομένου». Ο «επουράνιος αυτός αντίλαλος», διαφαίνεται νωρίς και μας προϊδεάζει για «μια ποίηση που γυρεύει το ίδιο της το βάθος και πάσχει ανιχνεύουσα να απεικονίσει την ουσία της φύσης στην αιώνια ροή της», μια ποίηση που δεν μπορεί να «υπακούσει σε πρότυπα και καλλιτεχνικούς κανόνες».
 «Η αρχαία Ελλάδα πάντα κυοφορείται μέσα στο παροντικό όραμα του Παπαδίτσα» συνεχίζει η Ελένη Λαδιά στο βιβλίο της «Ποιητές και αρχαία Ελλάδα», «όχι με τη μορφή της Σικελιανικής μεγαλοστομίας, μήτε με τη Σεφερική μορφή κάποιας οδυνηρής μνήμης, που πάνω της μετριέται το πενιχρό παρόν. Στην ποίησή του η αρχαία Ελλάδα είναι ένας ζων οργανισμός. Η αγάπη του γι' αυτήν δεν είναι μονόπλευρη, η σχέση είναι κάθε φορά και άλλη, ποικίλη, όπως ποικίλες είναι οι εκδηλώσεις του ζωντανού».
Η ανώτερη εκφραστική αυτής της αφοριστικής σκέψης, που κύριο εκπρόσωπό της έχουμε την ποίηση του Παπαδίτσα, είναι η συμπύκνωση, διαπιστώνει στο ίδιο κείμενο η Ελένη Λαδιά. «Συμπύκνωση, όχι με την έννοια της αφαίρεσης αλλά με την έννοια της δεύτερης σκέψης ως αποτέλεσμα ποιοτικής επεξεργασίας». Στο δοκίμιό του «Σκέψεις για τη γλώσσα και τη γλώσσα μου» ο Παπαδίτσας, σχεδόν αξιωματικά, αναφέρει: «Ένας ποιητής, ό,τι έχει να πει το λέει με την ποίησή του. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν το λέει αλλά το δείχνει. Η ποιητική γλώσσα είναι συγχρόνως νόηση, εικόνα, ψυχικός αναπαλμός, αυτόματη αντίληψη, αισθητηριακή ή αισθητική ανάπλαση του γεγονότος, παρών χρόνος διαστελλόμενος ή συστελλόμενος μέσα σε μια διάρκεια χωρίς πέρατα»

ΑΙΣΘΗΣΗ ΣΤΗ ΒΡΑΥΡΩΝΑ
Ω, να ακούγαμε μια ολόκληρη γη να τρίζει σ’ ένα αυλό σταχυού
Να βλέπαμε το τέρας αχνιστό που ανέβαινε απ’ το θάνατο
Σα νικηφόρος ήλιος απ’ τον πέτρινο θρίαμβο

Ν’ ακούγατε βαθιά στα βάραθρά μου χτύπους μιας νιότης αχάτινων ματιών
Φύτρες σε χώματα αιώνων
(το μεσημέρι τα είδωλά μας έπαιρναν τον αντίθετο δρόμο
εγώ ξέρω καθώς ακουμπούσα στον ώμο του φίλου πόσο νυχτιάτικος ήμουν
με μια ψυχή χιλιόχρονο έδεσμα δερβίσηδων
κι ακριβή ελευθερία κατακόμβης
ήμουν στ’ αλήθεια ένα σακί αλλά όχι όπως νόμιζαν γεμάτο αγκάθια
αλλά γεμάτο βόλια τουρκοκρατίας ή άλλης σκλαβιάς
και μόνο εγώ το ’ξερα
πως κάθε βόλι ήταν κι ένα σπαραχτικό αγαλματίδιο
απ’ αυτά εδώ που σμίλεψε ο χείμαρρος)

Ν’ ακούγατε της υπόκωφης θάλασσας το θυμό στ’ αυτί των ναυαγίων
Να βλέπατε τη δίνη της πλάσης να περνάει στη σπειροειδή της κλωστή
Όνειρα και σκέψεις – μαργαριτάρια

Να βλέπατε ένα λαό Ελλήνων με αέρινες ματιές και φτερωτά βήματα
Να βλέπατε τις ελιές που τους ίσκιωναν
Τα νερά που τους γύμναζαν τη σκέψη
Να ακούγατε τα ποδοβολητά τους  στην Ασία
Την εκκωφαντική τους σιωπή στις πυραμίδες
Να βλέπατε το καθαρόαιμο άλογό τους να σπάζει το δόρυ της Βακτριανής
Μεσημεριάτικα όταν το Εν ελευθέρωνε το πλήθος
Ω, ν’ ακούγατε τον Παρμενίδη στην ερημιά
Την Κίρκη πίσω απ’ το τούλι του δασύτριχου άνδρα

Ν’ ακούγατε τη μουσική των καταρτιών τους.

β] ΚΑΠΟΤΕ Η ΑΓΑΠΗ ΣΑΝ ΠΟΥΛΙ ΤΡΟΜΑΓΜΕΝΟ ΑΠΟ ΜΙΑ ΤΟΥΦΕΚΙΑ, ΞΑΝΑΠΗΓΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΗΣ
Ο Δημήτρης Παπαδίτσας, σύμφωνα με την άποψη της Ευτυχίας –Αλεξάνδρας Λουκίδου, κινείται με άνεση ανάμεσα στην καθαρότητα του αποκαλυπτικού λόγου και στην κρυπτική θολότητα που διαχέει τα νοήματα των ιδεών του. Έχει μια ικανότητα να εισβάλει στα κοσμικά πεδία, προκειμένου να ανασύρει από αυτά την έκπληξη δια της ενόρασης. Με αυτό τον τρόπο, υποστηρίζει η Λουκίδου στο δοκίμιο της για τον Παπαδίτσα, «αποθεώνει το αιφνίδιο και αναζητά τη βαθύτερη γνώση, την οποία και βρίσκει εγκατεστημένη στην ουσιαστική συνύπαρξη με ό,τι μας περιβάλλει – φύση και ζώσα ύλη… Η θητεία του αρχικά στον υπερρεαλισμό, η προσήλωσή του στους αρχαίους μυστικούς, στους πυθαγόρειους και προσωκρατικούς, καθώς και ο συγκλονισμός του από τα πάτμια βιώματα, καθορίζουν τις συντεταγμένες της γραφής και της αναζήτήσής του. Εμπνέεται από τους μύθους του αρχαίου κόσμου, ενώ παράλληλα εξωθεί την ευαισθησία του σε παραφορά, την οποία μάλιστα ο ίδιος ο ποιητής αποκαλεί «διαστεβλωτικό πάθος» (Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Πέραν της Γραφής, Δοκίμια για την Ποίηση):

αποσπάσματα από ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ, 1955
Γιατί έχω μέσα μου ένα νεκρό πουλί και συ το λυπάσαι
Γιατί μου κρατάς τα χέρια και τα δικά μου χέρια τα ’χω κρυμμένα στον ύπνο μου
Γιατί το σώμα σου μοιάζει με όνειρο που ακολουθεί τις πράξεις μου όλη τη μέρα
Και λίγο-λίγο μου έρχεται στη μνήμη
Γιατί μου λες για την αγάπη
Μου λες πώς αποχαιρετιώνται δύο κι αφήνουν την αγάπη μόνη
Σαν το μαργαριτάρι έξω απ’ το στρείδι του
Γιατί μου λες πολλές φορές για την αγάπη ότι είναι σύμπτωση
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ.

Γιατί σ’ αγκαλιάζω και σε μυρίζω όπως αρνί οσφραίνεται το χόρτο
Γιατί δέχομαι τη φωνή σου σαν να ’ναι σπόρος
Κι εγώ σαν να ’μαι φρέσκο χώμα
Γιατί σ’ αγκαλιάζω πάντα κι απέναντί μας μια μέρα σημαδεύει την αγάπη μας
Όπως εμένα κάποτε που με πυροβολούσε η νύχτα
Γιατί σε βλέπω σαν πηλό και θέλω να σου δώσω το σχήμα της αγωνίας μου
Κι ύστερα πάλι σε ξαναπλάθω
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
Γιατί είσαι η αγωνία μου.

Γιατί μες τον καιρό είσαι η ελπίδα όπως η γλώσσα στου καρπού τα βάθη
Όπως τα δακρυσμένα μάτια την ώρα που φεύγουμε
Γιατί είσαι το τρένο κι ο δρόμος και το χέρι που σ’ αποχαιρετάει
Γιατί είσαι η καρδιά μου που χτυπάει μουσικά όταν αγγίζω και τα νύχια σου
Που είναι στο δέρμα μου σα σκορπισμένα λουλούδια σε νερό
Γιατί είσαι το τραγούδι που λέω τ’ απογεύματα
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ

Με τέτοιους στίχους, συμπεραίνει η Λουκίδου, μάχεται ο Παπαδίτσας να κρατήσει σε εγρήγορση την αρχέγονη μνήμη κι αναζητά να πλησιάσει τη βαθύτερη ουσία του. Για το σκοπό αυτό μετέρχεται κάθε γνώση, όποια εμπειρία σωματική ή όχι, δική του ή ξένη, αρχαίων και σύγχρονων φωνών, σε μια ατέρμονη διαδρομή επιστροφής και επανένωσης.  Ως σωματικός, μάλιστα,  ποιητής ο Παπαδίτσας, πιστεύει η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου ότι αξιοποιεί τις αισθήσεις στο έπακρο, προκειμένου να του κομίσουν κάθε δυνατή εκδοχή με το Θεό, κάθε δυνατό δίαυλο πρόσβασης στο μυστήριο που περιβάλλει τα όντα και τον Πλάστη τους, προσφεύγει στην προσευχή. Πρόκειται ωστόσο για μία επίκληση η οποία μοιάζει να απευθύνεται εντέλει στον ίδιο τον εαυτό του, στην αγαθή φύση του, που κάπου αποξεχάστηκε και γλίστρησε μέσα απ’ τα χέρια της η αγνή, ανυστερόβουλη αγάπη:
Κύριε βγάλε από μέσα μου
Τον κακό άνθρωπο δίνε του κάθε μέρα να σκοτώνει
Ή άφησέ τον
Σ’ ένα πυρωμένο σίδερο να σβήνει
Απ’ τη δροσιά μου
Κάποτε τα χέρια μένουν στο δρόμο
Σα να ξεκολνούν απ’ το βάρος μιας θωπείας
Κάποτε η αγάπη σαν πουλί τρομαγμένο
Από μια τουφεκιά, ξαναπηγαίνει στον ουρανό της
Κύριε ξαναδώσ’ μου τα χέρια
Γιατί έχω να χαιρετήσω τόσους φίλους
Κι ας έρθει πάλι η αγάπη, τόσο πολύ
Θέλει η ψυχή μας κάτι από ψηλά.

γ] ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ Ο ΥΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΙΑ ΟΛΟΤΗΤΑ: «Ακόμη και η φθορά της επενεργεί σαν μια μαγική ουσία, που μας καθιστά ευάλωτους στην ομορφιά» (Άννα Γρίβα)
   Από την άλλη πλευρά το υλικό στοιχείο, σύμφωνα με την κριτική της Άννας Γρίβα, νοθεύεται και εκχωρείται σε παρουσίες-φάσματα, που επενεργούν στιγμιαία και χάνονται. Κι όμως αυτή η επενέργεια είναι αρκετή για να μας οδηγήσει σε μια εσωτερική ισημερία χειροπιαστού και πνευματικού, βαρύτητας και ελαφρότητας. Οι ανθρώπινες μορφές βρίσκονται πάντοτε κάπου ανάμεσα, ούτε απόλυτα υλικές ούτε εντελώς άπιαστες από τις αισθήσεις. Σαλεύουν και αισθάνονται, την ίδια στιγμή που μπορούν να πάψουν την ύπαρξή τους.
   Βρισκόμαστε μπροστά σε μια μυθολογία της πραγματικότητας που αντλεί το βάρος και το βάθος της από όλο τον πλούτο της ποιητικής παράδοσης. Κι εκεί φαίνεται η δύναμη της ποιητικής τέχνης ενός δημιουργού: όταν αφομοιώνει το προϋπάρχον δίνοντάς του νέα πνοή. Το έργο «Εις Πάτμον» είναι εμβληματικό στην ποιητική πορεία του Παπαδίτσα, όχι μόνο γιατί συνετέθη μετά από τη συγκλονιστική εμπειρία που είχε ο ποιητής στην Πάτμο, αλλά και γιατί, κατά τη γνώμη μου, συμπυκνώνει όλο τον γλωσσικό πλούτο της γλώσσας μας, από τα αρχαία κείμενα μέχρι το δημοτικό τραγούδι, αλλά και τη λόγια και θρησκευτική παράδοση. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα από τη εμβληματική σύνθεση ΕΝ ΠΑΤΜΩ:
ΙΙΙ
Πού να 'ναι η επένδυσις
Η κρύα του πνεύματος
Και πού τα σμήνη των πουλιών
Που μόλις εκκολάπτονταν
 
Τα εστερείτο η άνοιξις
Πού είναι οι φωνές που τρύπαγαν
Τα πλευρά, το φεγγάρι
Που περνούσε απ' τα τραύματα
Κι απόθετε μέσα
 
Τα χρυσά του εκμαγεία
Και πού το ευώδες όνειρο
Που άνοιγε χλόης παράθυρα
Για να περάσει η ασύγκριτη
Σκόνη στα κοιμητήρια
Όταν τα μεσημέρια
Μαύρα στο σώμα χύμαγαν
Να το σπαράξουν
Στα κοιμητήρια οι αύρες
Και η μυρωδάτη αίσθηση του «απόλλυμι»
Και στον ορίζοντα μόνο
Του άλγους η γραμμή και των ονείρων
Οι αιώρες
Στα κοιμητήρια οι άνθρωποι
VI
Φτάναν οι αναμενόμενες 
Φωτιές στο κάθε χέρι
Της επαιτείας, που άδειο
Στο σκότος του περίμενε
Της φωτιάς το μερίδιο
Οι κασετίνες των οστών
Και των θριάμβων άνοιξαν
Και τότε η νύχτα που άδειασε
Στα πόδια των δικαίων
Τη μυροθήκη της
Δρόσιζε των μαρτύρων
Τους λαμπερούς κροτάφους
Μα όλα ένα σκότος τα έπινε
Κι έφτυνε στάχτη, κύματα
Δώστε τη στ' ακρογιάλια
Που ξέρουν με τις στάχτες
Να ζωγραφίζουν το αχανές
Πάνω σε ουράνια βότσαλα

Σε επιστολή του προς τον Επαμεινώνδα Γονατά καταγράφει με ακρίβεια εκείνες τις ημέρες, όταν ξεκίνησε την επεξεργασία της εμβληματικής αυτής σύνθεσης Εν Πάτμω, η οποία αποτέλεσε αρχή μιας νέας δημιουργικής περιόδου:
«Αυτό το ποίημα δένεται μ' ένα συγκλονιστικό γεγονός. Μετά το γράμμα που σου 'γραψα, έφυγα τελείως νηστικός και μετά δεκαπεντάλεπτη πορεία βρέθηκα στο σπήλαιο της Αποκαλύψεως. Εις την αριστερά του πλευράν βρίσκεται θέσις όπου εκάθονταν ο Ευαγγελιστής. Εις το σημείο που ακουμπούσε το κεφάλι του παραμένει εντύπωμα επί του σκληρού βράχου (εκ γρανίτου), όπου διακρίνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και εις απόστασιν 50 εκ. μικρό βαθούλωμα, που εχρησιμοποίει ως χειρολαβήν. Εις την οροφήν διακρίνονται τρεις ρωγμαί, αίτινες συναντώνται εις ένα σημείο. Εκ του σημείου αυτού βγήκε η φωνή του Θεού. Μόλις άγγιξα το σημείο αυτό (σχηματίζεται και σταυρός. Μυστήριο!), ο καλόγερος μου είπε: Μπορώ να σας αφήσω μόνον, γιατρέ, διότι πρέπει να υπάγω στο μοναστήρι, που με ζήτησε ο ηγούμενος; Κάθισα επί τόπου, ακούμπησα στο περβάζι ενός μικρού παραθύρου κι έγραψα αυτό που μου υπαγορεύθη στην καθαρεύουσα. Στην αρχή ήμουν πολύ ήρεμος, σιγά-σιγά όμως οι στίχοι άρχισαν να με κατακλύζουν, για να σταματήσω στο τέλος, πέφτοντας μέσα μου η πιο θορυβώδης σιωπή. Είχα να γράψω απ' τον Απρίλιο»:
 Μέσα σ' ένα όνειρο μπόρεσα κι έγινα γίγαντας μιας ενάρετης
   θέας
Το χέρι μου έμαθε τη σαγήνη του βάρους και το ξάγναντο της
   ελαφράδας
Ήρθαν μυστικά όλων των χρωμάτων κι όλων των φωνών
   που μετά βίας τα συγκράτησα
Διότι γύρευαν να με θανατώσουν σε στάση παρηγορίας
Και διότι ακόμη τα δοξαστικά τους αρώματα με ήθελαν γύρη
   τους κι εγώ δεν ξέρω πότε κι από ποιόν άνεμο σκορπισμένη πάνω στις άλλες γύρινες προετοιμασίες 
Ήμουν συντετριμμένος και σκουλήκι μπρος στην αγάπη,
    που σε στιγμές ηρεμίας προφήτευε βίους ενάρετους και
    νύχτες έναστρες εντός μου να με απολυτρώνουν από το
    βάρος της ταπεινής πράξης που σφραγίζει το στόμα κάθε
    μεγαλείου
Πολλές φορές χωρίς να το περιμένω η ματιά του Ιωάννη
    σαν αξίνα μ' έσκαβε κι ύστερα το αδύνατο χέρι του που
    θέριζε αστραπές
Μου 'ριχνε μερικούς ταπεινούς σπόρους
Έτσι από μέσα μου ξεπετάχτηκαν τόσα δάση και τόσα θηρία
    που ταιριάζουν στα δάση
Κι όλα τα μυστικά του θεού που τα γέννησαν δάση
Τώρα μπορώ να σας ρίξω μια ματιά σαν κεραυνός που καίει
     ένα βοσκό
Και να δείτε μια στιγμή την όψη μου
Να με δείτε στον ύπνο σας εαυτό σας γεμάτο συντριβή
για το κακό που έκαμε στον πλησίον και σήμερα απελπιστικά
    μετανιώνει
Τώρα μπορώ να σας προσκαλέσω γιατί κι εγώ όσο ήμουν
    τιποτένιος έκρυβα το πρόσωπο μου

δ] Ο ΓΟΡΔΙΟΣ ΔΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ και το ΕΜΒΡΥΟ ΦΩΣ
«Όταν ο δημιουργός αφήνει ένα έργο να φύγει από τα χέρια του, το καταθέτει στην αιωνιότητα. Με αυτόν τον τρόπο η ζωή του συνεχίζεται σε άλλα επίπεδα, μέσα από τους άλλους ανθρώπους και την επαφή που θα έχουν με αυτό το έργο. Από την άλλη βέβαια, η γραφή συνεπάγεται μια βίωση του θανάτου, ουσιαστικά ζει τον θάνατό του μέσα από τη γραφή, αφού κάθε ίχνος της που φεύγει από εκείνον, φεύγει με έναν τρόπο που καθιστά ανέφικτο το να την ιδιοποιηθεί ξανά. Επομένως, όταν γράφει, λειτουργεί λυτρωτικά ως προς τα όριά του και τη θνητότητά του, αλλά συγχρόνως εγκλωβίζεται, παγιδεύεται στην απόδραση που επινόησε.
   Ο Παπαδίτσας έχει απόλυτη συνείδηση αυτού του παιχνιδιού και το τοποθετεί στο κέντρο της δημιουργικής του προσπάθειας. Η ποίηση είναι μια δοκιμή ελευθερίας, αφού το γραφόμενο ανακτάται απροσμέτρητες φορές και αναζωογονεί την ύπαρξή του. Την ίδια στιγμή όμως βλέπει την ποίηση σαν μία αγρυπνία στον θάνατο: η ποίηση ζει από τον θάνατο του ποιητή. Ξέρει λοιπόν ο ποιητής πως η ποίηση είναι μια εσωτερική διεργασία, η οποία μας προσεγγίζει στη δροσιά της ζωής, κι αυτή η δροσιά τίποτε άλλο δεν είναι από μια αέναη ομορφιά που στολίζει τον θάνατο» [απόσπασμα από το δοκίμιο της Άννας Γρίβα για τον Δημήτρη Παπαδίτσα]
.

ΕΜΒΡΥΟ ΦΩΣ
Εσένα την άπιαστη κερήθρα που βαθιά της σάπισαν οι αισθήσεις
Και βαθιά της άπλωσαν οι ορίζοντες ανάποδα δένδρα σ’ εποχές καρπού
Σε πήρα από τα ψιθυρίσματα του χορτασμού
Με μαγικά φυσήματα σε σκόρπισα πάχνη και ψάμα σ’ ό,τι κρατάμε κι ό,τι απομένει
Αυτό το πρωί που καταργεί το αλλοτινό κι αυριανό του όνειρο με αστραφτερούς κόμπους
ιλίγγων

Λίγο-λίγο κερδίζεις από πάνω κι από μέσα τη φωτιά του κορμιού
Και τις σπίθες που μετατρέπει σε μυαλό η αφή
Και βγαίνει ένας Αύγουστος απ' τη φωλιά του ακρογιάλι
Ό,τι κέρδισες το πρωτοβλέπεις σ' ένα κομμένο φύκι που ξεσκεπάζει το χρυσό απ' τη νύχτα ψάρι
Και το ακροούρανο που πολλαπλασιάζει και μηδενίζει με τρόπους θύμησης
Εκείνο το έμβρυο φως που σ' ανεβάζει στην ανάστασή του  απ' το φονιά της καρδιάς σου
Χαρά του χεριού να το πλάθει
Χαρά του ματιού που το αντιφεγγίζει με όλα τα σύννεφα και τις πενίες
Κουφή σκαλισμένη πέτρα που άχνισε λόγια και στόμα που το βροντοφώνησε
Η χάρις έρχεται απ' το πούπουλο κι όχι απ' το φτέρωμα του παγονιού
Κι από μια συλλαβή σ' ένα δάσος κατεβαίνει κανείς στο τίποτα της ρίζας του.

ε] Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΛΛΟ ΡΟΛΟ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΝΑ ΞΕΠΕΡΑΣΕΙ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: 
Όπως ο ΕΝΔΥΜΙΩΝ. Ποιητική σύνθεση που ζητά αποκρυπτογράφηση σε μια σκέψη πολυδαίδαλη με αλληγορικά νοήματα, σύμβολα, συνειρμούς, αυτοαναιρέσεις και ερμηνείες ανατρεπτικές των δεδομένων αξιωμάτων σε κάθε έννοια φιλοσοφική. Όπου ο ποιητής, όπως άλλωστε και στα άλλα του έργα διερευνά μέσα από ένα απίστευτο λεξικό πλούτο τη δομή του κόσμου με εικόνες σαν «εν υπνώσει» δοσμένες, οι οποίες μας αποκαλύπτουν μυστήρια και μυστικά.
Ο ίδιος ο Δ. Παπαδίτσας στην “ΠΟΙΗΣΗ 2” θα μας πει: «Και δεν εκφράζεται ο ποιητής ονομάζοντας τις συγκινήσεις και τις δονήσεις του, αλλά αφήνει το λόγο του να διαποτιστεί μ’ αυτές. Έτσι ο λόγος από τρόπος και στατικό μέσο έκφρασης αποκτά δυναμικές ιδιότητες δεν είναι παρά η ίδια η πορεία της ζωής και του πνεύματος που σε κάθε στιγμή αυτοδημιουργείται και αυτοαποκαλύπτεται»:

αποσπάσματα από το ΟΠΩΣ Ο ΕΝΔΥΜΙΩΝ
Από χρυσές περιπαθείς διώρυγες τραβάει προς τις αέρινες τροφές του
το άλλο σώμα
Σημαδεμένο με την κιμωλία του μέσα στο ατέλειωτο τραγί του
Σώμα της δάφνης και του πιπεριού
Φωνές δαγκώνουν άγιους άρτους βιαστικές αγριότητες
μιας κορυφαίας κραυγής:
Από τον ένα ήλιο στον άλλο μεσημέρι αποθανατισμένη
πράσινη στριγγιά του φρύνου
Ωραίο κορμί θηκάρι διπλής κόψης ανεμόδροσης
Ποιο σε αλαφρώνει πότισμα
Μια λέξη σεξατμίζει επεκτεινόμενη
Θερίζει δάση και άσπρους θανάτους που ζευγαρώνουν το τσακάλι με
το αηδόνι στη Μαντινεία και στη Λοκρίδα
ωραίο κορμί
Σφυρίζουν τα τρυπάνια σου κι ανοίγουν αμμουδιές απελπισμένες
Σε γράφουν με ίσκιους οι αλμυρές κάμαρες στη λιακάδα
Κι όπως σε γδέρνει το σγουρό μαϊστράλι χάνονται τα πυρά μαλλιά
Σαν εκατό κατσίκια που καταποντίζει στο σκοτάδι
Ένα φανάρι
Βαθύ κορμί στο άσπρο σου εκμαγείο η προδοσία της
πλάνης σου μετράει σφυγμούς
Μετράει με χτύπους της ακρογιαλιάς μάταιες ημέρες
Έναν κύκλο θαυμάζεις σε τροχίζει από μέσα η ακοή
Το νούμερό σου είναι το δύο, πλάνο που ανοίγεις θήκες
μορφασμών ασβέστη
Με ένα πουλί που άξαφναγίνεται λιθάρι
Και μια ψηφίδα αγνώστου του μας γνέφει
Το βήμα σου και η πέτρινη σου περιδίνηση
Η αρπαγή της πυράς με όλο το στόμα
Η αποστροφή του σκοταδιού με όλο το χέρι
Το βύθισμά σου ψηλά με όλους τους πίδακες
Κι όλο το ενδοκρινές αλάτι
Βαθύ κορμί”
ΙΙΙ 
Και αυτή τη νύχτα και την άλλη νύχτα
Το μάτι του Ξενοφάνη, ο ύπνος που είναι μέσα στο μυαλό
Το μυαλό που είναι μέσα στο άλλο μυαλό και δεν ξέρει από
τραγούδι
Όπως το δέντρο μέσα στο δέντρο δεν ξέρει από δάσος
Και το μάτι μέσα στο μάτι από θωριά […]
Η άκρη μου βρίσκει το τέλος μου
Από μέσα με τρώνε στόματα ουρανού και δεν θα ησυχάσω
Αν δεν μιλήσω με σκοτάδι τραγουδιστό που κατεβαίνει κοιλάδες
αστρίτη
Μια φορά ο ύπνος μου με πήγαινε από ηφαίστειο σε πεδιάδα
Από ερωτική καρδιά σε ανέμισμα θανάτου
Κι από αέρα και καταιγίδα σε φωλιές τρυφερότητας
Τώρα με ιονισμένα δάκρυα και κεφάλι περασμένο σε κλωστές
ονείρων βγάζω φως
Και το ανεβαίνω όπως η αράχνη το νήμα της
Και δεν θέλω το πρώτο βήμα μου αλλού να μην απαλυνθεί
από ένα ουράνιο βρύο και μιαν ανάερη κάθοδο σε μαλακούς
ασημένιους δίσκους
Αυτή τη νύχτα και την άλλη νύχτα ζέοντος μεσημεριού
Έχω ξυπνήσει ένας μαγνήτης
Που χάνεται μέσα στα μέταλλα που τραβάει
Κι ό,τι έχω αγγίξει μ’ επιστρέφει στο αίτιό μου
Εκάτη της ψυχής που πίνει το ψυχρό της φως
.

Ο ποιητής γνωρίζει τη δυναμική της βιωματικής εμπειρίας του, αξιοποιεί την ικανότητα πύκνωσης του νοήματος, έχει εμπεδώσει τα της τέχνης του εργαλεία, προσανατολίζεται προς μια «μυστική» ανάλυση του ανθρώπινου φαινομένου. Παράλληλα μετεωρίζεται ανάμεσα στη δικαίωση του ποιητικού γεγονότος και στην αναστάτωση που προκαλεί το ατομικό συμβάν. Ετούτο μεταφράζεται  ως εξής: χαίρεται τη λειτουργία της γραφής και της ανάγνωσης, της μετάδοσης και της αποδοχής της ποιητικής ύλης, της κίνησης και της βαθύτητας που συνεπάγονται. Η εσωτερική πραγματικότητα ωστόσο περιέχεται στο εξωτερικό περίβλημα της ύπαρξης – κι εδώ υφίσταται η αγωνία της κατανόησης του συμβάντος, αλλά και της αντιμετώπισής του, με μοναδικό όπλο το λόγο. Αυτός ο λόγος είναι ο απαραίτητος όρος για την απτή φανέρωση της έμπνευσης και κατ’ επέκταση του μηνύματος… Γιατί ο Ποιητής κρατάει για όλους τους κατοπινούς τη «δάδα της προφητείας» για τις παραλλαγές της πραγματικότητας που ο καθένας επιλέγει ή επιτρέπει να λαμβάνει χώρα γύρω του. Το μόνο εργαλείο-όπλο του ποιητή είναι η γλώσσα, η νηπιακή γλώσσα, όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Παπαδίτσας την αναφέρει στους στοχασμούς του… Ο ποιητής φαίνεται ότι συνηγορεί ήσυχα, αν και τρομαγμένος απέναντι στην αοριστία της συνέχειας του κόσμου. Και συνηγορεί διότι γνωρίζει ότι «αμφιβάλλοντας αυτοστιγμεί παύει να υπάρχει όποιος δεν δώσει συνέχεια στο σχήμα του κύκλου» [Βασίλης Ρούβαλης]

ΦΥΣΟΥΣΕ Ο ΝΟΤΙΑΣ ΑΠ’ ΤΗ ΜΕΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ… ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΔΕΝ ΜΟΥ ΜΕΝΕΙ ΕΧΤΟΣ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΛΕΞΕΙΣ (ανθολογία ποιημάτων Δημήτρη Παπαδίτσα με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο):  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου