Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΔΕΝ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΠΙΑ ΣΤΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ ΤΟΥΣ γι’ αυτό ΠΙΑΝΩ ΟΣΟ ΧΩΡΟ ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ ΖΩ ΑΝΑΣΚΕΛΗ

Δυο τρία πράγματα που ξέρω για τη Νίκη Χαλκιαδάκη, όπως αυτά προκύπτουν από αντιπροσωπευτικά ποιήματά της και από κριτικές και σχόλια για τη δεύτερη ποιητική συλλογή της ΑΝΑΣΚΕΛΗ ΜΕ ΠΥΡΕΤΟ, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012.  Αρχικά, όπως εύστοχα διαπιστώνει η Χλόη Κουτσουμπέλη στο δικό της σημείωμα, βλέπουμε την ποιήτρια ν’ αποκτά σιγά-σιγά την δική της αναγνωρίσιμη προσωπική γραφή. Γράφει μέσα από το ΣΩΜΑ, με το ΣΩΜΑ, για θέματα που προκύπτουν από τα μύχια βάθη της ύπαρξης, για την γέννηση, για τον έρωτα, για την παιδική ηλικία, για το τέλος της αθωότητας, για τα παραμύθια και τα όνειρα, για τον θάνατο. Ακόμα και ο τίτλος της 2ης ποιητικής συλλογής της «Ανάσκελη με πυρετό» προϋποθέτει κορμί και μάλιστα γυναικείο. Ανάσκελη!.. Έχει γένος και μάλιστα θηλυκό... Η ποίησή της είναι κοφτερή, αιχμηρή, σκληρή, έξυπνη. Χωρίς να στοχεύει όμως στην εύκολη συγκίνηση, σε πιάνει από το λαιμό, νιώθεις έναν κόμπο και την κουβαλάς ακόμα μέσα σου και αφού έχεις κλείσει το βιβλίο. Και το σπουδαιότερο: η ποίησή της έχει την έκπληξη, την ανατροπή, ο αναγνώστης καθόλου δεν ξέρει ποια λέξη θα διαδεχτεί την άλλη ή ποιος στίχος θα διαδεχτεί τον άλλο. Η γραφή της καθόλου δεν θυμίζει εκείνη την κοπέλα του δεύτερου ορόφου που φροντίζει το χρυσόψαρό της: «Δεν ήμουν ποτέ [μια κοπέλα στο δεύτερο όροφο μ’ ένα χρυσόψαρο για να φροντίζει –έστω- αυτό είμαι μια κοπέλα στον δεύτερο όροφο θα πουν ότι εκείνο το βράδυ ξάπλωσε αθόρυβα, γιατί δεν ήθελε να ξυπνήσει το λευκό πουκάμισο που κοιμόταν δίπλα της το άδειο, το βαμβακερό χάιδεψε τις μανσέτες του, φαντάστηκε από ’κει να ξεκινούν οι καρποί σου, στους μηρούς της έκλεισε το περίγραμμά σου, μέτρησε μια τελευταία φορά τα μικρά του κουμπιά και πέθανε γιατί δεν ήταν ποτέ»!.. (Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ από τη συλλογή της Νίκης Χαλκιαδάκη ΑΝΑΣΚΕΛΗ ΜΕ ΠΥΡΕΤΟ, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012 – ο τίτλος της ανάρτησης στίχοι από το ποίημα ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ της ίδιας συλλογής. Παρακάτω ανθολογούνται κι άλλα ποιήματα από αυτή τη συλλογή που τα σχολιάζουν η Χλόη Κουστουμπέλη, ο Αλέξης Ζήρας, η Μαίρη Κλιγκάτση και η Ευτυχία Παναγιώτου]


ΘΗΛΥ
Το ξέραμε κάποια στιγμή πως θα συμβεί.
Το περιμέναμε.
Φάνηκε άλλωστε και στο υπερηχογράφημα
Το μωρό είχε δέκα δάχτυλα πάνω, δέκα δάχτυλα κάτω
και κλειτορίδα
Η Σελήνη κυλάει ανάμεσα στα πόδια μου.
Βάφει το λευκό μου βρακάκι.
Δύσκολος λεκές το αίμα.

ΜΑ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΧΕΔΟΝ ΠΕΡΝΩ ΑΠΟ ΚΕΙΝΟΝ ΤΟΝ ΠΑΡΑΜΥΘΑ ΠΟΥ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕ ΟΤΙ ΘΑ ΓΙΝΩ ΚΥΚΝΟΣ:
Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ
έμοιαζε, λένε, αποδημητικός
η μάνα μου από αριστοκρατική οικογένεια
δεν «ήτο ηθικόν» να κλωσάει μπάσταρδα

μεγάλωσα σε ράμφος πελαργού
χωρίς παραλήπτη
κατέληξα σε αναμορφωτήριο πτηνών

μου έμπηγαν στον κόκκυγα φτερά παγωνιού
μου μάθαιναν να κλίνω: η γλαυξ, της γλαυκός
ανεπίδεκτη υιοθεσίας
ανάξια κλουβιού
στολίζω σύρματα ηλεκτροφόρα
μαδώ τα πούπουλά μου
γεμίζω μαξιλάρια βεράντας
ζευγαρώνω με παπαγάλους Σενεγάλης
γεννάω τηγανιτά αυγά
τη βγάζω με ψίχουλα περαστικών [κουλούρια – σταφιδόψωμα]

Μα κάθε μέρα σχεδόν περνώ κι από κείνον τον παραμυθά
που επιμένει να πιστεύει ότι θα γίνω κύκνος [ΠΙ ΠΙ ΤΟ ΠΑΠΙ]

Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι κατηγορηματική: Με την ποίηση της Νίκης Χαλκιαδάκη δεν πλήττεις ποτέ. Σε κρατάει σε εγρήγορση από το πρώτο ποίημα μέχρι το τελευταίο γιατί υπάρχει συνέχεια δράση.  Η ποιήτρια δεν θέλει να ξυπνήσει το λευκό πουκάμισο που κοιμάται δίπλα της, γεννάει τηγανητά αυγά, σήμερα χαρίζει το ένα της γόνατο, δεν θέλει να προδώσει την libido που φυλάει για χρόνια δύσκολα όπως η Τετάρτη και τα μεσημέρια με καύσωνα, ανεβαίνει στο κρεβάτι και γίνεται κατοικίδια ηδονή, τα μαξιλάρια ζευγαρώνουν μια τελευταία φορά, με φυτεμένα τα πόδια στην αυλή ψηλώνει μόνη και όπως όλοι οι προδομένοι καρποί ανθίζει την Πρωτομαγιά… Παρόλα όμως τα υπερρεαλιστικά στοιχεία η ποίηση της παραμένει απόλυτα κατανοητή, καθαρή και διαυγής μια και αυτά τα στοιχεία είναι πλήρως ενσωματωμένα στην ροή των ποιημάτων. Ζωγραφίζει με την πένα της εικόνες ζωντανές τόσο που τις γεύεσαι τις ακούς τις μυρίζεις τις νιώθεις πάνω στο δέρμα σου.

ΑΝ ΑΠΟΨΕ ΠΕΣΩ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΘΑ ΠΡΟΔΩΣΩ τη libido ΠΟΥ ΦΥΛΑΩ ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΔΥΣΚΟΛΑ:
Η στέπα μας θέλει γυμνούς
να γλείφει ο ένας την υγρασία του άλλου
να ζούμε όσο να μη γινόμαστε Αθάνατοι

Νιώθω τόσο ευλογημένη
που αν περιμένουμε ένα καλοκαίρι
θα γεννήσω ό,τι έχουμε ξαπλώσει μέχρι τώρα

Περιμένω να γυρίσεις σπίτι, να βγάλεις τα ρούχα
-Θεέ μου πώς περιμένω να βγάλεις τα ρούχα-

τα πόδια σου αγαπώ
τις κνήμες
ό,τι σε πάει και σ’ επιστρέφει

Μ’ ένα σου νεύμα ν’ ανέβω στο κρεβάτι
να γίνω ολόκληρη κατοικίδια ηδονή [ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΛΓΑ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΙΑ και CATWOMAN]

ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΗ
Πρωτότοκα επισφαλής παρατηρούσα τη μαμά
να φουσκώνει επικίνδυνα
Στην κοιλιά της είπαν είχε μπει ένα σποράκι
Πέντε μήνες μετά πέθαναν οι αγκαλιές
Τα παιχνίδια
Ο μπαμπάς
Από έξι χρονών έχω να φάω πασατέμπο.
Η ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΗ της Νίκης Χαλκιαδάκη, εισάγει τον αναγνώστη άπαξ και διαπαντός στο δικό της ανθρωπόμορφο, λεκτικό σύμπαν, σχολιάζει η Μαίρη Κλιγκάτση. Ο μπαμπάς, η μαμά και το σπόρι που μεγαλώνει στην κοιλιά. Ο πασατέμπος ξαφνικά εξεικονίζει μια μη γενόμενη ή ακόμα καλύτερα μια διαρκώς μετατιθέμενη αναμέτρηση. Τα χρόνια που περνάνε και η ενηλικίωση που συμβαίνει έξω από τη φυσική των πραγμάτων ροή (βίαια όπως και ο θάνατος) ή και πριν από αυτήν. Σίγουρα δεν συμβαίνει στην αναμενόμενη ώρα.
BI-BI-BO
Δεν ζήλευα ποτέ τις κούκλες μου
Τα μάτια τους, άλλωστε, δεν έβγαιναν
ούτε με πιρούνι, ούτε με προσευχές
Και αν είχαν μασουλημένα χέρια
ήταν γιατί με προκαλούσα
Αρτιμελείς και χαμογελαστές
Πάντοτε όμως τις κούρευα
σε στενό οικογενειακό κύκλο
Η μνήμη μου όλη στην άκρη της γλώσσας
Γιατί αν πω ότι ΔΕΝ έγλειφα το κορμί τους

[κρυφά, κάτω απ’ τα σκεπάσματα
με τους προσαγωγούς σφιγμένους
στον πολύτιμο παρθενικό μου υμένα]

θα είναι σίγουρα ένα Πλαστικό ψέμα

Ο ΔΙΑΚΑΗΣ ΠΟΘΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ:
Αναλύοντας τον τίτλο της συλλογής ο Αλέξης Ζήρας γράφει: «Ανάσκελη, περιμένοντας ως ερωτικό αλλά και πάσχον σώμα , αλλά με πυρετό!.. Ήτοι: σε κατάσταση ψυχικής έντασης ή έντονης διάχυσης ή ανάμνησης παθητικής. Δεν είναι μόνη η Νίκη Χαλκιαδάκη (γ. 1980) στο πεδίο της νεώτερης ποίησης, όπου το σώμα ως απείκασμα της ποίησης αρκετών νέων γυναικών έχει γίνει κιβωτός μνήμης, κοίτη χαμένων και κερδισμένων συναισθημάτων ή διάμεσο για τον σχηματισμό μιας ρευστής ταυτότητας που ζητάει να κρατηθεί από κάπου για ν’ αντέξει. Μαζί της, λίγο μεγαλύτερες ή συνομίληκες, η Άννα Αφεντούλίδου, η Γεωργία Τρούλη, η Δώρα Κασκάλη, η Ευτυχία Παναγιώτου. Στο Ανάσκελη με πυρετό φαίνεται από την αρχή ότι υπήρξε μια εγγενής δυσκολία μετάβασης από την παιδική ηλικία στην εφηβεία!..  Ο διακαής πόθος της επιστροφής, έτσι ώστε να ξαναγίνουν όλα όπως ήταν, σε μια κατάσταση πρωτογενούς αθωότητας και άγνοιας/ασφάλειας, δείχνει ότι η ενηλικίωση δεν ήταν για την πολυπρόσωπη (κορίτσι, έφηβη, γυναίκα, ίσως μητέρα) παρουσία της Χαλκιαδάκη ένα απλό πράγμα»:

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΟΛΟΙ ΒΓΑΖΩ ΦΡΟΝΙΜΙΤΕΣ:
…κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια
χωρίς εσένα σπάω το φράγμα της ενηλικίωσης
γερνάω, μηδενίζω
γίνομαι ωάριο έφηβης γαλανομάτας
σπέρμα ανειδίκευτου αρσενικού
bing bang
χτυπώ το κουδούνι… στην άκρη όλοι
βγάζω φρονιμίτες, έρχομαι να στο πω

σε βλέπω από μακριά να τινάζεις τα πέτα απ’ το χώμα
χαμογελάς, σωπαίνω

ανάβω κηρήθρες θλιμμένων μελισσών
τις μπήγω στο ύψος των ματιών σου
τις ποτίζω χρόνια, γίνονται φασολιές
ριζώνουν σε αμυντικές στάσεις εμβρύου
γιατί δεν ψηλώνουν Τζακ;

Πέρασε η ώρα και η μαμά θ’ ανησυχεί

οι αποχωρισμοί μας δεν έχουν συγκινήσεις
έχουν την οδύνη των πράσινων κυπαρισσιών

κάνω να φύγω… μα κάτι ήθελα να σου πω…
-κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια [ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΗΣ ΠΟΔΗΛΑΤΟΥ]

ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ; ΘΕΛΩ ΝΑ ΘΥΜΑΜΑΙ (Ποιος θα τολμήσει να πει ότι έχει μετρήσει τη δική σου συγκίνηση;)
Θέλω να θυμάμαι και να θωρώ, να θυμώνω και να θητεύω τον κόσμο ανάσκελα.  Μόνο έτσι θα μπορούσα να ξεκινήσω να γράφω για το βιβλίο της Νίκης Χαλκιαδάκη «Ανάσκελη με Πυρετό», γράφει στο δικό της σχόλιο η Μάιρη Κλιγκάτση.
Το βιβλίο της Χαλκιαδάκη, μοιάζει με ομολογία ενηλικίωσης. Από το ποδήλατο με τις τρεις ρόδες και το πρώτο ψέλλισμα «πι πι το παπί» μέχρι τη γυναίκα που ομολογεί πως υπάρχουν στιγμές που δεν ξέρει πώς να ζήσει, η Χαλκιαδάκη επιλύει τον γρίφο της τραυματικής ενηλικίωσης -ενηλικίωσης-σφαγής- απλώνοντας στις σελίδες της Ανάσκελης μνήμες, απώλειες, προπατορικά αμαρτήματα και μια μήτρα ικανή να χωρέσει ξελευθερία και ενηλικίωση για όλους.

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Την ώρα που ένας πληρωμένος δολοφόνος
μου ξεριζώνει την καρδιά
οι βελανιδιές αιμορραγούν
οι σκίουροι γεννούν μελάτα αυγά
τα τρώνε με τρυφερότητα
τα παραμύθια κλείνονται στο ψυχιατρείο
Ξυπνώ σαν ελάφι
Σαν ελάφι σταρ
Πρωταγωνιστώ σε αμερικάνικα κινούμενα σχέδια
Δώδεκα
Ώρα να γίνω πάλι κολοκύθα

ΕΓΩ πρόδωσα τη Χιονάτη
ΕΓΩ τη σταχτοπούτα
τη Bambi
ΕΓΩ

Δεν κράτησα ποτέ το στόμα μου κλειστό.

1984
Κρύβομαι κάτω απ' το κρεβάτι
Είμαι τεσσάρων
Χωρίς κυνόδοντες
Με άσπρο δέρμα/Μνήμη από βούτυρο
Ψιθυρίζω τ' όνομά μου
Δεν είμαι σίγουρη μ' αρέσει
[μ' αρέσει
δεν μ' αρέσει
μ' αρέσει
δεν μ
αρέσει]
ο μπαμπάς είχε τα μάτια μου
και η μαμά ήταν σίγουρα κορίτσι
-βγαίνει απ' τους τοίχους όταν πεινάω-
Δεν με ψάχνει κανείς πια
Είμαι ακόμη τεσσάρων και κάτι
Σ' αυτό το σπίτι
το χτισμένο από τσιμέντο και θάνατο
υπάρχει μόνο ένα κρεβάτι
για να μπορώ
να κρύβομαι
από
κάτω

ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ (εκεί όπου μηρυκάζουν ιστορίες για λύκους):
Στο βιβλίο αυτό, που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο Ανάσκελη με πυρετό, τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί καταγγελτικά αλλά μόνο αμφίσημα και ελλειπτικά, είναι η άποψη της Ευτυχίας Παναγιώτου. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η αλήθεια δεν πρέπει να γίνει άμεσα αντιληπτή από τους τιμωρούς της ποιήτριας, κρύβεται σε παρενθέσεις ή σε παρενθετικές παύλες και συχνά κωδικοποιείται με τη χρήση ξένων, αγγλικών λέξεων. Οι τίτλοι των ποιημάτων δίνουν απαντήσεις στους ποιητικούς γρίφους ή εμπλουτίζουν την ιστορία ώστε η ερμηνεία να μένει ανοιχτή για τον αναγνώστη. Η υπόθεση κατανέμεται θραυσματικά και υπόρρητα, τα ποιήματα είναι σπονδυλωτά, γι' αυτό έχει περισσότερο νόημα να διαβαστεί το βιβλίο και ως σύνθεση.  Σκηνοθετικά, ο παράλογος περιορισμός του εμπύρετου σώματος της αφηγήτριας-ποιήτριας καταστέλλει τη δυνατότητα για μια ευρύτερη, λιγότερο ιδιωτική, αντιμετώπιση του φαινομένου της ζωής. Αποτελεί ωστόσο το τέχνασμα για την παλινδρόμηση και εμβάθυνση στην παιδική ηλικία, που είναι ούτως ή άλλως καθοριστική για την κατανόηση του εαυτού μας: η περιορισμένη προοπτική δίνει προβάδισμα σε ένα επίμονο βλέμμα που εισδύει στους οικογενειακούς τοίχους. Οι υψηλές θερμοκρασίες αποτελούν επίσης ένα ιδανικό άλλοθι ώστε το βλέμμα να καταφέρει τομές στα οικογενειακά δεσμά, ανεξάρτητα από τις επιβολές της λογικής (αλληλουχίας) και τις αντιστάσεις που προβάλλουν συχνά ο φόβος της δημόσιας έκθεσης και τα ταμπού»
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Τα όνειρα δεν κοιμούνται πια στα κρεβάτια τους
Παίρνουν τις πάνινες κούκλες και φτάνουν στο Προσκεφάλι
Πιπιλίζουν τους αντίχειρες που φυλάω στο πρώτο συρτάρι
Είμαι ανήλικη. Δίποδη. Δυστυχώς
Δε νυστάζω.
ΠΙΑΝΩ ΟΣΟ ΧΩΡΟ ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ ΖΩ ΑΝΑΣΚΕΛΗ
Suck my finger

Με την πρόφαση και μόνο μιας «εργασίας ονείρου», η ποιήτρια -«άρρωστη» άλλωστε γυναίκα- υποδύεται επιτυχημένα ένα κορίτσι που, αν και ενηλικιώνεται, επιμένει ν' αντιλαμβάνεται και να χρησιμοποιεί τη γλώσσα με αθώα λογική. Με τη φαντασία της συμπληρώνει τα χάσματα ανάμεσα στα αληθινά γεγονότα, εκθέτει τις ψευδείς διηγήσεις των ζωντανών και αφήνεται στις σεξουαλικές ονειροφαντασίες του ύπνου επινοώντας υπερρεαλιστικές εικόνες ή κατασκευάζοντας νοητικές εξισώσεις ανάμεσα σε πράγματα ανόμοια. Η ποιητική φωνή υπόκειται σε μια αντίστοιχη με τον μηχανισμό των ονείρων ασύνειδη λογοκρισία, ώστε να προστατεύει τους ανθρώπους -αθώους και φταίχτες- από τη φρικαλέα αλήθεια και το τραύμα της πραγματικότητας. Γι' αυτό ο αναγνώστης θα χρειαστεί να διαβεί ανάμεσα σε συχνά αινιγματικές ψυχολογικές συνάψεις, να ερμηνεύσει ζωομορφισμούς, να ξαναθυμηθεί τους μύθους και τα παιδικά παραμύθια, κυρίως την ηθοπλαστική τους τάση. Παρά τους ισχυρούς και ενίοτε κρυπτικούς συμβολισμούς, η λεκτική οικονομία και ακρίβεια, εις πείσμα του ονειρώδους παραληρήματος, χαρίζουν ισορροπία ανάμεσα στο σύνθετο συναισθηματικά υλικό των ποιημάτων και την απλή εκφορά του. Τα ποιήματα είναι τα ίχνη μιας φονικής ιστορίας, όπου δεν κατονομάζεται ο δράστης. Ακόμη κι αν ένοχοι θεωρούνται σχεδόν αυτονόητα οι γονείς, τα ποιήματα φαίνεται πως οικειοποιούνται την παιδική ενοχή, χαρίζοντας στις λέξεις μια αίσθηση παραβατικότητας.

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ
Τώρα πήγες έξω από την πόλη
Το χειμώνα βγάζω το αυτοκίνητο
Το καλοκαίρι σε φτάνω με σαγιονάρες
Σου φέρνω λάδι κι ανεμώνες
Πριν λίγο τις έκοψα
Μεσημεριάτικα και δεν είσαι μόνος
Ένας πορτοκαλής γάτος ξαπλωτός
Απολαμβάνει τον ήλιο
Γλείφει τις πατούσες του
Τεντώνει τα μπροστινά πόδια
Τώρα μου δείχνει την κοιλιά του
Δεν θα πλησιάσω άλλο
Όταν δεν κουνάει την ουρά
φαίνεται καθαρά το ονοματεπώνυμό σου
στην επιτύμβια στήλη που ’χει για προσκεφάλι

Ήρθα και σήμερα μ’ ένα στήθος γεμάτο πουλιά
και φεύγω για να μη χαλάσω το χουζούρι σας

ΤΟΤΕΜ
Πιστέψαμε ο ένας στον άλλον
Φυτέψαμε τα πόδια μας στην αυλή
και περιμέναμε να δούμε
ποιος
ποιος
ποιος θα κρατηθεί
Δεν άντεξες ούτε μισό αιώνα
Ψ'ήλωσα μόνη [και όπως όλοι
οι προδομένοι καρποί]
ανθίζω την Πρωταπριλιά».

Στο δεύτερο αυτό βιβλίο της η Χαλκιαδάκη δεν επαναφέρει ούτε διαιωνίζει το γυναικείο τραύμα αλλά το θεωρεί προϋπόθεση της ποιητικής δημιουργίας, είναι το συμπέρασμα της κριτικής της Ευτυχίας Παναγιώτου:  «Το τραύμα ανθοφορεί μέσα από το ποιητικό φίλτρο ενός ήπιου λυρισμού που βάζει στο δράμα σιγαστήρα. Τα ποιήματα πείθουν πως η γυναικεία γραφή (τόσο ως θεματική όσο ως μορφή) υπάρχει˙ έξω από το σκοτεινό πεδίο των διαδεδομένων προκαταλήψεων»

ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΗΤΤΑΣ
Καθώς τελειώνει τη δουλειά
τα Σάββατα μετά της δυο
περνάει απ’ τα τουριστικά γραφεία
Όταν δεν βλέπουν οι πράκτορες
σκίζει απ’ τα περιοδικά
νησιά και λίμνες
Έχει  γεμίσει τις τσέπες της
με προορισμούς προΠτωτικούς
συνθέτει άλμπουμ / Κάνει οικονομίες

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΦΥΓΩ

Μέχρι στιγμής
έχει κοπεί πολλές φορές
από σελίδες illustration
………………..
Στο δάσος θα βγω
Εκεί όπου μηρυκάζουν ιστορίες για λύκους
Τα ψίχουλα της επιστροφής θα φάνε τα μυρμήγκια
Lamp-chops, γάλα πουλόβερ έγιναν Όσοι αγαπώ

Δεν γυρίζω πίσω

Παραβολή είναι η πρόθεση της πρώτης ήττας
[Το ταξίδι της Ο και Απολωλός, δυο ποιήματα από τη συλλογή]

ΚΟΥΤΣΟ ΔΕΝ ΕΜΑΘΑ ΠΟΤΕ. ΕΙΧΑ ΔΥΟ ΠΟΔΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΥΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ: ένα τετράποδο ίσον = ήσσον (με διαλύει αυτή η γλώσσα):
Παρηγορώ φωτογραφίες για να ζω
Φτιάχνω φράσεις με κατηγορούμενα
 Έχω το ουσιαστικό απεμπολήσει
Και ψάχνω ρήματα διαθέσεως φτηνής
Σχεδόν παθητικής
Κρύβω αφιερώσεις σε λεξικά ανώμαλων: ήμαρτον [έως και] τεθνήκαμεν

Προστακτικά επιβάλλομαι σε επιφωνήματα και θαυμαστικά
-Πόσο θαυμαστικά αλήθεια ήταν τότε που αποσιωπητικά δεν άφηνες…
Θυμάσαι;

Πέρασαν ποιητικά αίτια από τότε τόσα
Σέρνομαι επιρρηματικά στο χρόνο
Τη δωρική σου ανάμνηση παλεύω να ξεχάσω

Αποκλήρωσα τα διστακτικά μου ερωτηματικά
περιφραστικά αντικατέστησα το σ’ αγαπώ
Τριγυρνώ κάθε βράδυ στις δευτερεύουσες
Πίνω, ξεφτιλίζομαι, πέφτω σε κόμματα
Πώς ν’ αντικρίσω πες μου τις πρωτόκλιτες θηλές μου;

Ασυναίρετος εσύ κι ο πόνος Αμετάβατος [ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΑΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ]

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ («… και όχι καθόλου προσπάθεια ποιητική. Αφού έτσι πρέπει να πονέσω ακόμα πιο πολύ γι’ αυτό» - Ελένη Βακαλό)
Η Νίκη Χαλκιαδάκη εξομολογείται: «Φύσει  παιδική ασθένεια να θέλεις να σώσεις τον κόσμο. ασθένεια απαλλαγμένη από την εγωπαθή διάθεση να βγεις αλώβητος και να στεφθείς ήρωας ή σωτήρας ή και τα δυο. πιο αθώα, σχεδόν αφελής, αλλά χαριτωμένη. Τόσο χαριτωμένη! μοιάζει γνήσια αυτοθυσία. ουδείς και όλοι, τουλάχιστον άπαξ. ουτοπικός κοσμοδιορθωτισμός. στους μεγάλους και στους ποιητές το ηθικό βάρος διπλασιάζεται. στους Μεγάλους Ποιητές δεν θα 'θελα ούτε να το σκέφτομαι...
Θέσει  ανάσκελη και εμπύρετη, είτε εφτά είτε εκατό, είτε έχεις ανεμοβλογιά είτε κάτι πολύ πιο σοβαρό -ας πούμε γρίπη- δεν έχεις παρά να εξομολογηθείς τα μικρά και τα ασήμαντα υφαίνοντάς τα, ασύνειδα, με τα μεγάλα και τα σημαντικά, εκείνα που κινούν και συγκινούν τον Κόσμο -τουλάχιστον τον ορατό. δεν το ελέγχεις, συμβαίνει. δεν έχεις μπρούμυτη επιλογή. το χρωστάς  σ' εκείνους που σου αλλάζουν κομπρέσες, σ' εκείνους που δεν δίνουν δεκάρα και κυρίως σε σένα που μετράς έρωτες, απώλειες, δάχτυλα, πλακάκια για να περάσει η ώρα, ο πυρετός, για να περάσει ο κόσμος από πάνω σου, μέσα σου, από όπου του ανοίγεις μια χαραμάδα. παίζεις με την Ιδέα, γκρινιάζεις, υπόσχεσαι πως όταν γίνεις καλά θα κάνεις ό,τι έχεις αναβάλει Ώς τούδε, αποδομείς την Απουσία, συμφιλιώνεσαι με τη θνητότητα -είναι και η μάνα σου- άνθισαν οι λεμονιές, καλείς τη Μνήμη, τη διώχνεις πάλι, παίρνεις ένα παυσίπονο, γλυκαίνεις, κοιμάσαι ερωτευμένος, ξυπνάς προδομένος Τετάρτη για παράδειγμα -πέρασε μια νύχτα, μια ζωή [...] θερμοκρασία σώματος: 36.6 άντε να σηκωθείς, να μαγειρέψεις, να φτιάξεις παιδιά και εγγόνια, να μείνεις αθάνατη σαν τη Σαπφώ ή και να μην σηκωθείς ποτέ. όπως και να 'χει, θα έχει συμβεί μια αλλαγή σ' εσένα και Εσένα. για όλα τα άλλα μην σε νοιάζει, θα γίνουν όπως και να 'χει.
Λένε πως η Ποίηση έχει συγκινήσει περισσότερο τον κόσμο απ' ό,τι τον έχει πραγματικά κινήσει!..  Αλήθεια, αλλά ποιος θα μου πει πώς μετριέται η συν(κίνηση) και ποιος θα τολμήσει να πει ότι έχει μετρήσει τη δική σου.

ΜΗ ΑΝΤΙΣΤΡΕΠΤΗ ΦΥΣΙΚΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ
Κενοζωική περίοδος
Δευτέρα του έκτοτε / μήνας ερπετό
Δεν είχαμε ακόμη αποκτήσει ο καθένας τη σκιά του
Εσύ Αγέννητη
Ένας περαστικός ακολούθησε
μονό αριθμό ισόπτερων και σώθηκε
Οι υπόλοιποι από την έκρηξη στην επιβίωση
Κανείς αυτούσιος
Προσομοίωση και επανεκκίνηση

Κάποτε θα μ’ έλεγες σπονδυλωτό, άνθρωπο ίσως και γυναίκα
αν δεν έχανα τα χέρια, τη μήτρα, τα μαλλιά μου

Σήμερα βγάζω λέπια, ράμφος, άνθη ροδακινιάς
Αμφίβιο μιας βιαστικής σύμπτωσης
Δεν ζευγαρώνω
Δεν αναπαράγομαι
terminus post quem
διατηρώ τις ρώγες μου
εις τρυφερή ανάμνησιν
ερωμένης, βρέφους, θηλαστικιάς
Τις χαρίζω σε όποιον μου μιλήσει ελληνικά
Και λίγο πριν το σημείο τήξης
ψελλίζεις το «επικινδύνως ζειν».

ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ
Χιλιάδες νεκροί στο σαλόνι
περιμένουν να ξυπνήσω
Μοιάζουν με τον Πατέρα
Εχουν δερμάτινα χέρια
Λευκό κρανίο
[Ξέρουν πως καπνίζω]
Καμαρώνουν το πρώτο μου δόντι
Τα υπόλοιπα τα σφίγγω
μην πέσουν απ' το στόμα
Τα σφίγγω
μην κλάψει η μάνα μου
που ερμηνεύει τα όνειρα
Δεν τους βλέπεις μαμά;
είναι Χιλιάδες

Τελικά, η Νίκη Χαλκιαδάκη για τη Χλόη Κουτσουμπέλη, έχει ένα μεγάλο προσόν. Δεν φοβάται να εκτεθεί και να εκθέσει. Να σαρκάσει και να αυτοσαρκαστεί. Να τσαλακώσει και να τσαλακωθεί. Άρα είναι ποιήτρια. Υπάρχει ένα νωπό τραύμα που ανασαίνει μέσα στη συλλογή, η Νίκη παίρνει τα δάχτυλά μας και τα βάζει επάνω του, μας αναγκάζει να το ψηλαφίσουμε, να το αγαπήσουμε σχεδόν, υπάρχει μία καρατομημένη παιδική ηλικία που δεν μεγαλώνει αλλά γράφει, που βρέχει το κρεβάτι της, βάζει το δάχτυλο στο στόμα της, κρύβεται κάτω από ένα μεγάλο κρεβάτι, ζηλεύει το αδελφάκι της, μία παιδική ηλικία που πρέπει να εξαγνιστεί, να εξιλεωθεί για να πάει η ποιήτρια παρακάτω. Όλοι όσοι γράφουμε γνωρίζουμε καλά την διαδικασία της γραφής. Πώς δηλαδή μπήγεις τον αιχμηρό κονδυλοφόρο στην αρχική σου πληγή, όλοι οι ποιητές εξάλλου έχουν μία αρχική πληγή, πώς λοιπόν ανατρέχεις σε αυτή την πληγή και με το αίμα της γράφεις. Αυτό κάνει λοιπόν και η Νίκη Χαλκιαδάκη και η γραφή είναι γι αυτήν ταυτόχρονα κάθαρση.
ΠΡΟΔΡΟΜΗ
Η μνήμη μου
Times New Roman / δώδεκα στιγμών
ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ, σχεδόν αθώα
Χορεύει μέσα μου σαν παλιοκόριτσο
Λίγο πριν τελειώσει την υπόκλιση

Θα έχει ζητήσει στο πιάτο το κεφάλι μου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου