Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΛΥΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΟΥΝ (Αταίριαστες αναγνώσεις και αείζωες προσηλώσεις):

Αυτά που μας κάνουν ανθρώπινους (κι όχι «ανθρώπους») είναι λίγα και θεμελιώδη: οι έρωτες και οι φιλίες, η τεχνική και η μουσική, η εξέγερση και η αυτονόμηση, η υπευθυνότητα και η ακεραιότητα. Και το διάβασμα αξιόλογων βιβλίων.  Βιβλία πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμορφώνουν ή μας στηρίζουν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους. Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος και ο Γ.Ι. Μπαμπασάκης. Ο πρώτος κατέχει την Έδρα Κ. Π. Καβάφη στα Τμήματα Κλασικής και Συγκριτικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν. Ο διεισδυτικός αυτός, συχνά αποσυνάγωγος μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας ξεδιπλώνει την αυτοβιβλιογραφική διαδρομή του μέσα από βιβλία πεζογραφικά, ποιητικά και δοκιμιακά. Ένας τόνος αισιόδοξης απαισιοδοξίας, καθώς και η αναγνώριση πλέον των χαμένων ουτοπιών στα μικρά, στα πλησίον, διαπερνά την αφήγησή του. Παρακάτω σχολιάζει μερικά από τα σπουδαία  βιβλία που του άνοιξαν τους πνευματικούς ορίζοντες αρχίζοντας τις υπογραμμίσεις του από τους ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΥΣ του Ντοστογιέφσκι και φτάνοντας μέχρι το πολύ πρόσφατο Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ του Αντρές Νέουμαν. Ο Γ. Ι. Μπαμπασάκης, με τη σειρά του, μας ξεναγεί στη βιβλιοθήκη του, στις εμμονές του, στις φιλίες του, την ανθρωπογεωγραφία μιας εποχής. Και οι δικές του αναγνώσεις αρχίζουν με Ντοστογιέφσκι αλλά δύο συγγραφείς που τον έχουν ενθουσιάσει τον τελευταίο καιρό είναι ο Άντονι Μάρα και Λάσλο Κρασναχόρκαϊ.  Οι καιροί ου μενετοί και καθώς η δεκαετία του 2010, οδεύει προς το τέλος αλλάζοντας ιλιγγιωδώς το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο, η ανάγνωση και η μελέτη αξιόλογων βιβλίων είναι μια σταθερά που θα συντελεί στο να μην χάνονται οριστικά αξίες και βεβαιότητες. Σταθερές τόσο απαραίτητες σε περιόδους παρακμής των πάντων. Κρατήστε τις σημειώσεις σας λοιπόν… Διαβάστε και σχολιάστε συμμετέχοντας ενεργητικά σε ό,τι μας κάνει πιο ανθρώπινους!.. [ART by Duy Huynh Dreamer]



Διαβάζω για να σχολιάζω και να συμμετέχω ενεργητικά
Σε όλη μου τη ζωή διαβάζω αναζητώντας κάποια προβληματική, την ανέλιξη κάποιου ζητήματος. Τα βιβλία που με προσελκύουν προκαλούν μια διερεύνηση και ανοίγουν μια συζήτηση. Γι’ αυτό πάντα προγραμματίζω με τι θα ασχοληθώ και δεν διαβάζω περιστασιακά. Γι’ αυτό επίσης διαβάζω σχεδόν μόνο σε τραπέζιπρέπει να μπορώ να υπογραμμίζω, να κρατώ σημειώσεις, να φέρνω πρόσθετο υλικό.

Από μικρός ήξερα πως θα γίνω φιλόλογος επειδή η κύρια ενασχόλησή μου ήταν ανέκαθεν να διαβάζω για να σχολιάζω και να συμμετέχω ενεργητικά. Ο ερμηνευτικός μου ορίζοντας άνοιξε με τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι, που θέτουν με επείγοντα τρόπο το ζήτημα της αυτονομίας σε σχέση με επανάσταση, βία και ελευθερία. Όλα τα ηθικο-πολιτικά διλήμματα της νεωτερικότητας αναπτύσσονται εδώ σε μια δεινή και σκοτεινή αφήγηση.

Ταυτόχρονα το Πέρα από το καλό και το κακό μού υπέδειξε τις θεολογικές απαρχές της ενοχής και τις κοινωνικές συμβάσεις της ηθικής τις οποίες ο Νίτσε ανατέμνει με την κριτική δριμύτητα της ρηξικέλευθης μεθόδου που αποκαλεί «γενεαλογία». Έτσι άρχισα να αποκτώ τα μεθοδολογικά μου εφόδια για τη σπουδή της εξουσιαστικής λειτουργίας της αλήθειας στον πολιτισμό.

Παράλληλα με τον Νίτσε, ο Τόμας Μαν με το μυθιστόρημα Δόκτωρ Φάουστους εστίασε την προβληματική μου στην κλασική μουσική, την τέχνη στην οποία παίχτηκαν τα μεγαλύτερα διακυβεύματα της νεότερης δυτικής κουλτούρας. Μπορούσα άλλωστε να δω τις ομοιότητές μου με τον φιλόλογο αφηγητή του βιβλίου.

Η μουσική παραμένει ένα σταθερό πεδίο αναφοράς όπου δοκιμάζω γνώσεις και απόψεις. Αυτή η ρωσο-γερμανική μου περιπλάνηση βρήκε την ελληνόγλωσση πεμπτουσία της στο Μόνον διά της λύπης... του Βύρωνα Λεοντάρη, το μεταμοντέρνο επίτευγμα που δείχνει τι θα μπορούσε να κατορθώσει η ποίησή μας αν δεν είχε υποταχθεί στα κελεύσματα του έθνους. Το οριακό αυτό έργο συνόψισε μια εναλλακτική λογοτεχνική παράδοση η οποία θα είχε αφετηρία τον δαιμονιακό Λάμπρο του Σολωμού και όχι τον πατριωτικό Υμνο στην ελευθερία.

Η γαλλική μου περιδιάβαση προσανατολίστηκε από δύο ευφυέστατα δοκίμια: Ο βαθμός μηδέν της γραφής του Ρολάν Μπαρτ, το οποίο όρισε τον ριζοσπαστισμό του μοντερνισμού, και Η μεταμοντέρνα κατάσταση του Λιοτάρ, που εξήγησε περιεκτικά την πρισματική προοπτική που τον διαδέχθηκε. Ξαφνικά όλα επιτρέπονταν και ήδη συντελούνταν. Επιπλέον κατάλαβα πως συγγραφέας και κριτικός είχαν γίνει πλέον ισότιμοι συνεργάτες στην παραγωγή αξιών και εννοιών.

Το ανεξάντλητο πεζογράφημα του Ιταλο Καλβίνο Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης αποθέωσε αυτή τη νέα ερμηνευτική πραγματικότητα, όπως άλλωστε ο ίδιος ο συγγραφέας του το έκανε υποδειγματικά σε όλη τη ζωή του συνεργαζόμενος με φίλους καλλιτέχνες και διανοούμενους.

Δύο ιλιγγιώδεις αντιμεταφυσικές πραγματείες ιχνηλάτησαν την ιστορία της «αλήθειας», κατήγγειλαν την τυραννία της ταυτότητας και υπερασπίστηκαν την αναγκαιότητα της εξέγερσης: Οι λέξεις και τα πράγματα του Μισέλ Φουκό και το Χίλια επίπεδα των Ντελέζ και Γκουαταρί. Παράλληλα διδάχθηκα από δύο μείζονες συμβολές στο αίτημα της δημοκρατίας για τη διακυβέρνηση που θέλουμε: Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας του Κορνήλιου Καστοριάδη και Η ανθρώπινη κατάσταση της Χάνα Αρεντ συμπύκνωσαν την πάγια τοποθέτησή μου στον ριζοσπαστικό χώρο της άμεσης αυτονομίας και αυτοδιαχείρισης.

Στον φιλολογικό χώρο το αφιέρωμα του περιοδικού Critical Inquiry στη θεσμοθέτηση του λογοτεχνικού και άλλου κανόνα και η πολιτική ανατομία της κριτικής στην Ιδεολογία του αισθητικού του Τέρι Ιγκλετον, καθώς και η ανηλεής κοινωνιολογία του συναγωνιστικού γούστου στη Διάκριση του Πιερ Μπουρντιέ με βοήθησαν να αντιληφθώ τους μηχανισμούς παραγωγής και κατανάλωσης των πολιτιστικών προϊόντων.

Ως το τέλος του 20ού αιώνα τόσο οι τέχνες όσο και οι ανθρωπιστικές σπουδές που ασχολούνται με αυτές είχαν μπει ανεπιστρεπτί στη συναρπαστική αποδομητική και αντιστασιακή τους περίοδο, όπου και ακόμα λειτουργούν. Σε αυτό συνέβαλε και η κατάρριψη δύο τεράστιων κατασταλτικών ιδεολογημάτων: ο Οριενταλισμός του Εντουαρντ Σαΐντ κατήγγειλε τον ρατσισμό της έννοιας της «βάρβαρης Ανατολής» και η Αναταραχή φύλου της Τζούντιθ Μπάτλερ τον σεξισμό της έννοιας του «φυσικού φύλου».

Το τέλος της αθώας ανάγνωσης και ανιδιοτελούς απόλαυσης ενθάρρυναν αμφίθυμες, αμφίλογες και αμφίρροπες αναγνώσεις, όπως αυτές που εξακολουθεί να καλλιεργεί η προοδευτική έρευνα. Απογοητευμένος βαθιά από τη Μεταπολίτευση, και ιδιαίτερα από την ένδεια της φιλολογικής επιστήμης και κριτικής σκέψης, τελείωσα τα μεταπτυχιακά μου και έφυγα οριστικά από την Ελλάδα το 1979 με σκοπό να σταδιοδρομήσω στην Αμερική και να αναζητήσω εναλλακτικούς ελληνισμούς που δεν υπακούουν σε καμιά ελληνικότητα.

Πολύτιμοι συνομιλητές σε αυτή τη διαρκή αναζήτηση παραμένουν δύο έργα σπουδαίων Ελληνίδων της διασποράς που πραγματεύτηκαν μορφώματα της μετα-αποικιοκρατικής ταυτότητας: η απαραίτητη μελέτη Τοπογραφίες του ελληνισμού της συναδέλφου (και συζύγου) Αρτεμης Λεοντή και το κορυφαίο μυθιστόρημα του τηλελληνισμού, οι Φιλέλληνες της Μιμίκας Κρανάκη.

Ευτύχησα να ζήσω και να συμβάλω στο λυκόφως των ειδώλων και των επών ενός αποικιοκρατικού ανθρωπισμού που εξουσίασε άτομα και πληθυσμούς μέσω της υψηλής τέχνης. Είδα τα προσωπικά και συλλογικά διαφωτιστικά οράματα της Δύσης να γίνονται αυταπάτες και εφιάλτες. Έμαθα πως πρότυπα όπως «το τέλειο», «το αληθινό», «το αιώνιο», το «πανανθρώπινο» υπηρετούν μηχανισμούς ελέγχου και τεχνολογίες χειραγώγησης.

Διαβάζοντας όμως συγκεφαλαιωτικά έργα που κυκλοφόρησαν πολύ πρόσφατα, όπως το ασυμβίβαστο μανιφέστο της Αόρατης Επιτροπής Στους φίλους μας και το μεταφραστικό μυθιστόρημα Ο ταξιδιώτης του αιώνα του Αντρές Νέουμαν (και ξεφυλλίζοντας κάθε καινούργιο τεύχος των Σημειώσεων που μου στέλνει ή μου φυλάει ο μέγας Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος) συλλογίζομαι ξανά πως όσα μας κάνουν ανθρώπινους (κι όχι «ανθρώπους») είναι λίγα και θεμελιώδη: οι έρωτες και οι φιλίες, η τεχνική και η μουσική, η εξέγερση και η αυτονόμηση, η υπευθυνότητα και η ακεραιότητα.

Αταίριαστες αναγνώσεις και αείζωες προσηλώσεις ( ο Γ. –Ι. Μπαμπασάκης μας ξεναγεί στη βιβλιοθήκη του, στις εμμονές του, στις φιλίες του, την ανθρωπογεωγραφία μιας εποχής)
Πρόσωπο της γραφής, της μετάφρασης, του ραδιοφώνου, της αστικής περιπλάνησης και της συναναστροφής, ο Γ. Ι. Μπαμπασάκης διακρίνει πυκνές αναγνωστικές μέρες από την πρώτη του νιότη έως σήμερα. 

Κάπου στη μετάβαση από την προεφηβική στην εφηβική ηλικία δεσπόζει ο Καζαντζάκης και ο Αλέξης Ζορμπάς. Λίγο μετά τον Ελαφοκυνηγό και τον Τελευταίο των Μοϊκανών, σχεδόν ταυτόχρονα με τη Μάνα της Περλ Μπακ και τον Πυρετό του Σκακιού του Στέφαν Τσβάιχ, λίγο πριν από το Εγκλημα και Τιμωρία και το Πόλεμος και Ειρήνη του Τολστόι.

Όλα αλιευμένα από τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου, και με δική του προτροπή. Στα δεκαπέντε, άρχισαν οι προσωπικές ιχνηλασίες: ο Ξένος του Καμί και ο Θάνατος στη Βενετία του Τόμας Μαν (αμφότερα σε Βίπερ, παρακαλώ), αγορασμένα κατά λάθος, πιστεύοντας ότι πρόκειται για «αστυνομικά».

Παράλληλα, η συνταρακτική για μένα πρώτη γνωριμία με την ποίηση του Αλεν Γκίνσμπεργκ μέσα από μια σειρά (μόλις τρία τομίδια εκδόθηκαν: Γκίνσμπεργκ, Σίλβια Πλαθ, και Αντρέι Βοζνισιένσκι) των εκδόσεων Μπουκουμάνης. Φουντώνει η καταβροχθιστική μανία του περιοδικού Τραμ, και εξοικειώνομαι με την ποίηση της Γενιάς του Εβδομήντα. Διαβάζω Εμπειρίκο από τις εκδόσεις Πλειάς.
Το 1977, τελειώνοντας το Λύκειο, διαβάζω συστηματικά όλα, κυριολεκτικώς, τα έως τότε βιβλία του Βασίλη Βασιλικού. Αμέσως μετά, έρχεται η σειρά του Δημήτρη Νόλλα, και μαζί ο τόμος του περιοδικού Πάλι. Η γνωριμία μου με τον Λεωνίδα Χρηστάκη οδηγεί σε άλλα διαβάσματα, από Βίλχελμ Ράιχ και Ντανιέλ Κον Μπεντίτ (το Μεγάλο Παζάρι), έως Πέτερ Χάντκε και Κορνήλιο Καστοριάδη. Επίσης, ο Λεωνίδας μού συστήνει τον Νάνο Βαλαωρίτη και τον Θωμά Γκόρπα, στους οποίους οφείλω πολλά.

Ο Νάνος με φέρνει σε επαφή με τη Μαντώ Αραβαντινού και μέσω αυτής φτάνω στον Τζέιμς Τζόις. Μια γόνιμη θητεία. Και κάπου εκεί αρχίζει η πρώτη, σπασμωδική αρχικά και ολοένα και πιο μεθοδική έως σήμερα (!) ανάγνωση και μελέτη όσων έγραψε ο Γκι Ντεμπόρ.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, γνωρίζω τον Νίκο Καρούζο και συνδεόμαστε φιλικά έως τον θάνατό του, το 1990. Εκείνη τη δεκαετία με συντροφεύουν κυρίως το Κάτω από το Ηφαίστειο του Λόουρι, η Λολίτα του Ναμπόκοβ, το Μαγικό Βουνό του Μαν, οι Στρατιές της Νύχτας του Νόρμαν Μέιλερ, ο Μολλόυ του Μπέκετ, οι Αδελφοί Καραμαζόφ του Ντοστογιέφσκι, οι Τροπικοί του Μίλερ, όλος ο Μπουκόβσκι, και τα βιβλία που εκδίδουν οι φίλοι μου Ευγένιος Αρανίτσης, Κωστής Παπαγιώργης, Γιώργος Κακουλίδης και Γιάννης Τζώρτζης. Διαβάζω τα τεύχη του περιοδικού Δέντρο. Αρχίζουν τα πρώτα συστηματικά διαβάσματα των έργων του Εγέλου.

Ο,τι έχει εκδοθεί σχετικά με τον Μάη του ’68 και των προπομπών του, το συλλέγω μεθοδικά και το μελετάω. Τα περισσότερα διαβάσματα τότε, όπως και σήμερα, έχουν να κάνουν με συνάξεις, κρασοκατανύξεις, συγκρούσεις, αντιπαραθέσεις -πάντα με καλούς φίλους.

Στη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας διάβασα όλον τον Σέξπιρ, κάθε μέρα και ένα έργο, όλα στις μεταφράσεις του Ρώτα (αργότερα διαβάζω τις μεταφράσεις του Καρθαίου, του Μπελιέ, του Καψάλη). Επίσης επιδίδομαι σε φαινομενικά αταίριαστες διπλές αναγνώσεις: Κέρουακ και Παπαδιαμάντης, φέρ᾽ ειπείν.

Εν συνεχεία διαβάζω τα βιβλία των εκλεκτών ποιητών, δοκιμιογράφων και στοχαστών Στέφανου Ροζάνη, Μάριου Μαρκίδη και Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, σχεδόν όλα τα μικρά εκλεκτά βιβλία των εκδόσεων Ερασμος και τα τεύχη των Σημειώσεων και του Λεβιάθαν. Επίσης τα σημαντικά έργα του Παναγιώτη Κονδύλη. Τέλος, ένα τυχαίο περιστατικό φέρνει στα χέρια μου το Μπετόν του Τόμας Μπέρνχαρντ. Εκτοτε διαβάζω μανιωδώς ό,τι έχει γράψει αυτός ο αδιανόητος συγγραφέας.

Από το 1990 αρχίζει η παθιασμένη ανάγνωση των μυθιστορημάτων του Ντον ΝτεΛίλο και του Τόμας Πίντσον, η οποία συνεχίζεται ακόμη, ακόπαστη. Εξακολουθώ να μελετάω τον Εγελο. Για ξεκούραση, διαβάζω αστυνομικά, κυρίως των εκδόσεων Αγρα. Έτσι πέφτω στον Τζέιμς Ελροϊ. Επιμένω να διαβάζω βιβλία που εκδίδουν φίλοι: ο Χρήστος Βακαλόπουλος, η Μαρία Μήτσορα, ο Τάσος Γουδέλης, ο Ηλίας Λάγιος.

Τη δεκαετία του 2000, το ολοένα και πιο έντονο ενδιαφέρον μου για τα πρωτοποριακά κινήματα του 20ού αιώνα με οδηγεί στο διάβασμα πολλών σχετικών πονημάτων και βιογραφιών. Ξαναπιάνω τον Ντοστογιέφσκι, δεν παύω να διαβάζω Κέρουακ και Γκίνσμπεργκ, μου κρατάει συντροφιά ο Μπόρχες (στις μεταφράσεις του Δημήτρη Καλοκύρη και του Αχιλλέα Κυριακίδη), με ταράζει κάθε τόσο ο Μπέρνχαρντ, συνεχίζω τα αστυνομικά, παλεύω ακόμη, γόνιμα και δημιουργικά, με τον Εγελο.

Η δεκαετία του 2010, καθώς κυλάει και αλλάζει ιλιγγιωδώς το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο, με ωθεί τόσο στην ανάγνωση των γνώριμων βιβλίων (ούτως ώστε να μη χαθούν οι σταθερές και οι βεβαιότητες) όσο και στην ανάγνωση πολλών νέων συγγραφέων (προκειμένου να ψυχανεμιστώ πού πάει το πράγμα και τι απασχολεί τους ταλαντούχους που άλλοτε επελαύνουν και άλλοτε προχωρούν επιφυλακτικά και προσεκτικά). Ανάμεσα στους νέους οι: Λευτέρης Καλοσπύρος, Παναγιώτης Κεχαγιάς, Βασίλειος Δρόλιας.
Διαβάζω την τριάδα των λεπταίσθητων (Αχιλλέας Κυριακίδης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Κώστας Μαυρουδής). Αρχίζω τα συστηματικά διαβάσματα Αμερικανών μυθιστοριογράφων που ανοίγουν δρόμους (ο καθένας με τον τρόπο του), όπως ο τόσο τολμηρός Ντέιβιντ Μάρκσον [David Markson], o Γουίλιαμ Χ. Γκας [William H. Gass], και ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας [David Foster Wallace], αλλά και ο Τζόναθαν Φράνζεν [Jonathan Franzen], η Ρέιτσελ Κούσνερ [Rachel Kusnher], και ο Τζορτζ Σόντερς [George Saunders], τους οποίους και μεταφράζω. Οι δύο συγγραφείς που με έχουν ενθουσιάσει τον τελευταίο καιρό είναι ο Αντονι Μάρα και ο Λάσλο Κρασναχόρκαϊ.


[ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, Σελίδες της Τετάρτης, Βιβλία στο Προσκέφαλο, συντάκτες Βασίλης Λαμπρόπουλος και Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης – Επιμέλεια Μισέλ Φάις]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου