Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΠΑΛΙΟ «ΓΙΑΤΙ» ΣΚΙΣΜΕΝΟ ΣΤΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ (ποιος είμαι εν τέλει; λέξη προς λέξη μεσουρανεί ο αστερισμός της απορίας μου)

 «Γιατί μιλάω εδώ κι ένα φρικτό ημίωρο κρεμάμενος από το ζόρι» (σελ. 8)
«Σιγά-σιγά βρίσκω μέσα μου λέξεις για να επιζήσω κουβεντιαστά. Αυτό δεν είναι σχέδιο πτήσης. Είναι το δικό μου επείγον πολίτευμα», (σελ. 14)
 «Κλείνω τα μάτια, σημαίνει: ξεμπροστιάζω ένα σκοτάδι στο σκοτάδι. Είναι μια κάποια αρχή…» (σελ 39)
«Κατά κάποιον τρόπο, από τα δέκα χιλιάδες πόδια και πάνω, είμαστε όλοι υπερρεαλιστές», (σελ. 10)
«Ωστόσο, συμμερίζομαι την ανάγκη για παροράματα…» (σελ. 29)
 «Οι πιο περήφανες παρθενιές δίνονται τρομερά απροσδόκητα. Αυτό, να ξέρεις, ενοχλεί. Σου μέλλονται δεινά πισθάγκωνα. Κι εγώ δεν έχω ούτε έναν στίχο που να σώζει απ’ τη φωτιά –ίσως μονάχα δυο τρεις για το κοινό κρυολόγημα» (σελ. 27)
«Κάτι τέτοια οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το ανθρώπινο είναι το πιο αποδημητικό είδος. Δηλαδή, καμιά σχέση με τα χελιδόνια. Τα χελιδόνια πάντα γυρίζουν –κι αυτό δεν καταπίνεται εύκολα» (σελ. 29)
«Σε παίρνει τότε ένα παράπονο κατάμουτρα -πάει να πει-θ’ αρχίσεις να γράφεις»  και «ανάμεσα σε ειρωνεία και κυνισμό, όλο και κάποιος θα χάνει το δρόμο του. Σαν να λέμε: το μαράζι με το δισάκι του (σελ. 43)
Είναι κάποιοι από τους «δριμείς και ανυπότακτους στίχους» που συναντάμε στην έκτη ποιητική συλλογή του Γιάννη Στίγκα ΕΞΥΠΕΡΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΧΑΝΟΜΑΙ, εκδόσεις Μικρή Άρκτος 2017. Τα υπερρεαλιστικά στοιχεία, δικής του ιδιότυπης κοπής, «ξεχειλίζουν» σχεδόν από κάθε στίχο. Ωστόσο, ξέροντας, ίσως,  ότι οι έτοιμες φόρμες και τα κλισέ δεν είναι ασφαλής πιλότος και ότι «στην εποχή μας όλες οι αλήθειες πάσχουν από κακή χρήση», κρατάει μια «πισινή» (ως προς τα αποτελέσματα;) γι’ αυτό κι ευθέως μας  προ-από-τρέπει: «μην αφήνετε στο πηδάλιο στον Ανδρέα Μπρετόν. Τους προηγούμενους τους έριξε σ’ ένα σύθαμπο όλο κατακτητές και σκοτωμένα φρούτα. Δεν έχω μεταδεί τέτοια απειλή» (σελ. 11)
Δόκιμοι κριτικοί έγραψαν διθυράμβους γι’ αυτή τη συλλογή. Απομονώνω σπουδαία αποσπάσματα:
α] ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ: Κάτι παράξενο συμβαίνει με την ποίηση του Γιάννη Στίγκα: στην έκτη του συλλογή εξακολουθεί να είναι το ίδιο ανατρεπτικός και απροσδόκητος όπως και στην πρώτη. Κυρίως όμως εξακολουθεί να είναι το ίδιο αυθεντικός. Ένας από τους βασικούς παράγοντες που κάνουν την ποίησή του επιτυχημένη είναι ότι παραδίδει τον εσωτερικό του μονόλογο στον αναγνώστη, καταφέρνοντας να του δημιουργήσει την εντύπωση ότι δεν χρησιμοποιεί φίλτρα. Όπως ένα παιδί που δοκιμάζει το σώμα του στο τρέξιμο, φωνάζοντας την ίδια στιγμή στους γύρω του «κοιτάξτε με». Η ίδια η φύση της απεύθυνσης, στη βάση της αθώα, ασκεί ιδιαίτερη γοητεία.
β] ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ στην εφημερίδα των Συντακτών 10/12/2017: «Ο Στίγκας, τρυφερός με τον τρόπο του, μες στον θυμό, τη μελαγχολία και τον σαρκασμό του, απέναντι στον πόνο, τον τρόπο και τα καμώματα των συμπολιτών και των συγκαιρινών του, με λόγο κυματιστό, στέρεο και άλλοτε παλλόμενο, κάποτε μονοκόμματα επαναλαμβανόμενο μες στο ευφάνταστό του, μες στα σπασίματα, τις καταβυθίσεις και τα άλματά του, με εναλλαγές του φιλικού τόνου προς μια κάποιου τύπου ηρωική ή ημι-ηρωική έξαρση − ξεσπά άμεσα με μια ποίηση που ξαφνιάζει. Με τον δροσερό, κριτικό και κοφτό του λόγο να γίνεται, τελικά, ο φορέας μιας ανανέωσης…
γ] ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ ΣΤΟ FRACTAL: Ο Γιάννης Στίγκας στην έκτη του ποιητική συλλογή είναι ένας ρέκτης της πτήσης και ταυτόχρονα ένας μύστης της πτώσης. Είναι και τα δύο, αλλά και τίποτα ακριβώς και εξ ολοκλήρου. Είναι ο αιωρούμενος ποιητής που δεν επιδιώκει τα δει τα πάντα, αλλά να εστιάσει στα πάντα. Να τα μετρήσει και να μετρηθεί μαζί τους. Είναι ένα μέταλλο λέξεων που υπερίπταται γνωρίζοντας πως άλλο δεν του μέλλει να πέσει κάποια στιγμή. Οι στίχοι του είναι σαν δυναμό, έχουν ανυψωτική δύναμη και βαρυτική ιδιότητα. Συμπάσχει με αυτούς που θέλουν να διαφύγουν από τη στενωπό του εδάφους, αλλά και με εκείνους που αποδέχονται την αβρότητα της επιφάνειας. Ο ποιητής είναι η ίσαλος γραμμή, ζει ανάμεσα στο πάνω και το κάτω. Είναι ο ισημερινός ανάμεσα σε γη και ουρανό, όμως δεν είναι συμβιωτικός τύπος – όχι, ο Γιάννης Στίγκας έχει μάθει να ξεβολεύει τις σταθερές. Τις τρέφει με μαρμαρυγές, τις στροβιλίζει, λακτίζει και λακτίζεται. Στην ποίησή του ενοικεί το γλέντι και η απελπισία. Πώς το έλεγε ο Μπράουνινγκ; «Πείνα, γλέντι, απελπισία – ευτυχήσαμε»
δ] ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ στο Περιοδικό για την Διατάραξη της Κοινής ησυχίας: Τι να γράψεις για ένα ποιητικό λόγο που αποκαλύπτεται και μετά διαβάζεται; Τι να σκεφτείς για τα λόγια τα ποιητικά όταν το σύννεφο της σκέψης (του) σε αφοπλίζει; Αν θες μπορείς να εστιάσεις στον κόσμο που χάνεται και σε αυτόν που δημιουργείται μέσα από τον εναγκαλισμό και την αποδόμηση του πρώτου. Τι μένει τελικά; Η απεραντοσύνη του μαύρου, η γενναιοδωρία του γαλάζιου και οι εκρήξεις του κόκκινου. Απότομοι ήχοι, πέλαγο οι φωνές του παρελθόντος και του μέλλοντος, σίγουρο το χάσιμο και η Ποίηση ευτυχισμένη. Προς τι η αμηχανία και ο ενθουσιασμός; Μα, γιατί η συλλογή «Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι» αποπνέει την αγωνία και τον μόχθο του δημιουργού, τα οποία εκφράζονται με τη λιγότερη δυνατή επιτήδευση…  [κι άλλα αποσπάσματα από κριτικές και σχόλια εμβόλιμα σε ανθολογημένα ποιήματα με ΚΛΙΚ στο εξώφυλλο της συλλογής]



ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΑ ΤΑ G (γιατί μιλάω εδώ κι ένα φρικτό ημίωρο κρεμάμενος απ’ το ζόρι)
Do goy copy?
Αυτό δεν θέλει να σε δει να πετάς. Προσβάλλεις έτσι τη μάνα του. Θέλει να σε δει να κουτρουβαλιάζεσαι. Από παρακάλι σε παρακάλι.
Και δεν είναι ούτε σοφό, ούτε στιλπνό, ούτε άχραντο.
Σου φτύνει πίσω λερωμένα όλα τα επίπθετα.
Σε παίρνει τότε ένα παράπονο κατάμουτρα
-πάει να πει-
θ’ αρχίσεις να γράφεις.

ότι ραγίζει    ραγίζει
ότι η πίστη γίνεται φόρα
χατίρι σ’ όλες τις ρωγμές
-η γλώσσα ήταν πάντα με το μέρος μας-
Οι ρωγμές των ρωγμών
ω, οι ρωγμές
με λίγη φαντασία
γίνονται αστέρια
Τα αστέρια
είναι ένα βάσανο πολυτελείας
-πάει να πει-
θ’ αρχίσεις να μπουκώνεις με μπιχλιμπίδια
ο Αλδεβαράν, η Κασσιόπεια
όλη αυτή η σκορπισμένη ζάχαρη
nebula-nebulae
κονβόι το ασήμι εξόριστο
-ξέρω όλες τις ευκολίες σου, Γιάννη
θα σου γυρέψουν μια μέρα το λόγο.
Κατά σατανική σύμπτωση, είναι ακριβώς η ίδια μέρα
που το άλλοθι γίνεται μπούμερανγκ
Do you copy?

Γιατί πρέπει να σου μιλήσω για τον Εντ Γουάιτ.
Ο γερο-Εντ, που λες, ήτανε αστροναύτης.
Μια μέρα βγήκε στο διάστημα κι έχασε το γάντι του.
Δυο χρόνια μετά, κάηκε ζωντανός, σ’ ένα θαλαμίσκο,
εδώ κάτω στη γη. Το γάντι συνέχισε να πετά σε τροχιά.
Δεν είναι ένα γάντι ορφανό, δεν είναι ένα γάντι γαντένιο,
είναι το τελειότερο ποίημα-μούντζα που μπορώ να φανταστώ.
Και στο πετάω –όπως στις παλιές ταινίες- οι ξιφομάχοι
-πάει να πει-
τώρα
είναι μόνο στο χέρι σου.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΙΓΚΑΣ ΕΚΑΝΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΒΗΜΑ ΑΠΟΛΥΤΑ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ (ο Απ. Σαϊνης σχολιάζει):
Ο φόβος και ο τρόμος στο λαβύρινθο του χρόνου, η αγωνία και ο πανικός ως συνώνυμα της ζωής, ξεχειλίζουν από τις βαρυφορτωμένες βαλίτσες του, γεμάτες από τις πιο μαύρες και, γι’ αυτό, βαθιά ανθρώπινες σελίδες της παγκόσμιας ποίησης. Ο Καρυωτάκης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Λειβαδίτης, ο Σινόπουλος, ο Καρούζος, ο Σαχτούρης, ο Κοντός, η Αγγελάκη Ρουκ, η Μαστοράκη, ο Στεριάδης, κι από κοντά δημοτικίζοντες απόηχοι, σολωμικοί αντίλαλοι και καλβικές αντηχήσεις… να μόνο μερικές από τις φανερές αναφορές ή επιδράσεις, όπως θα ’λεγαν άλλοι, από τα καθ’ ημάς. Όσο για τους ξένους, ο αναγνώστης θα διασταυρωθεί με αναφορές στους Μαγιακόφσκι, Τσέλαν, Ντίλαν Τόμας, Οκτάβιο Πας, και θα παρατηρήσει μια πύκνωση των υπαινιγμών στην εποχή του Ρεμπό, του Βερλέν και του Κόμητα Λοτρεαμόν… Καβαλάρης ο Γιάννης Στίγκας στη γιαμάχα που οδηγεί Η Κόρη της Αβύσσου (στο ομότιτλο ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου) με «τέρμα τα γκάζια της κι όλα ν’ αφρίζουν πίσω μου (γιατί) έτσι μαρσάρει η ποίηση στο γύρο του θανάτου».  Κάπως έτσι, με βασικά εργαλεία την αφαίρεση και την οικονομία, μετρημένα δομικά υλικά και βιρτουόζικες κινήσεις χειρουργικής ακρίβειας, προκύπτουν ποιήματα μεγάλης γλωσσικής δύναμης, εικονιστικής υποβολής και κριτικού αναστοχασμού, και οι έξι, μέχρι σήμερα, ποιητικές συλλογές όπου το αίμα αλητεύει, ο δρόμος μέχρι το περίπτερο αποδεικνύεται δύσκολος, το τραύμα, πώς αλλιώς, ισόπαλο, ο κύβος του Ρούμπικ φαγωμένος, η τυφλωμένη όραση αρχίζει ξανά, ενώ, φυσικά, Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι!..

ΠΗΓΑΣΟΣ ή Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ (από τη σελ. 13 της συλλογής)
Τα κοινά άλογα προσεύχονται σ’ αυτόν, σε στιγμές έντονου στρες ή καταπόνησης (πριν από μεγάλες μάχες, μεταφορά φορτίων, ιπποδρομίες, προβλήματα προσαρμογής στο τσίρκο κλπ) με πενιχρά αποτελέσματα.
Φαίνεται πως οι πήγασοι ενδιαφέρονται περισσότερο για τα ανθρώπινα –ελλείψει άλλων αγγέλων- ή ίσως επειδή η δύναμη της ζάχαρης είναι μεγαλύτερη από τη δύναμη της φυλής.
Είναι περίεργο που μοναρχίες ανά τους αιώνες προτίμησαν ως σύμβολό τους το μονόκερο. Φαντάζομαι πως κάθε δικτάτορας θα ήθελε στην κατοχή του ένα πήγασο. Έρχομαι ως όργανο Θείας Πρόνοιας –αποχωρώ με πολυτελές όχημα διαφυγής. Κάτι σαν κάντιλακ των αιθέρων. Άλλωστε, είναι γνωστό τοις πάσι ότι το στυλ είναι ένα πανίσχυρο εργαλείο διαμόρφωσης της Ιστορίας.
Ο πήγασος πεθαίνει στον αέρα όπως κάθετί που αρνείται τη φθαρτότητά του. Λένε πως τότε αναπτύσσει και τη μέγιστη ταχύτητά του, η οποία υπολογίζεται (οι μαθηματικοί τύποι υπάρχουν) στα 383 χιλιόμετρα ανά ώρα. Λίγο χαμηλότερη, δηλαδή, από την ταχύτητα του πετρίτη, και πάντως αρκετά πιο κάτω από την ταχύτητα μιας κακής είδησης.

ΑΝ Η ΓΡΑΦΗ ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΧΥΚΥΚΛΩΜΑ, ΤΟΤΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ;
Ποίηση, ποιητής, ποίημα: λέξεις και όροι που  στη μεταμοντέρνα εποχή μας «πνίγονται» μέσα στα σημαινόμενα τους. Ας δούμε πώς τις ορίζει ο ποιητής Γιάννης Στίγκας, για τον οποίο «Κάθε ποιητής είναι λίγο κονφερανσιέ. Κάθε κονφερανσιέ είναι λίγο θλιμμένος» όπως λέει η επιγραφή στο ποίημα HUMAN BULLET στην τελευταία συλλογή του: ΕΞΥΠΕΡΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΧΑΝΟΜΑΙ. Στην ίδια συλλογή, στο ποίημα με τίτλο SPUTNIK 2017, τον ακούμε να μονολογεί: «Α, η αληθινή εξερεύνηση ξεκινά απ’ το πιο μαλακό σου σημείο. τρώει πολλή τρυφερότητα. Σιγά-σιγά βρίσκω μέσα μου τις λέξεις για να επιζήσω κουβεντιαστά. Αυτό δεν είναι σχέδιο πτήσης. Είναι το δικό μου πολίτευμα»
Στην  εποχή λοιπόν της «απόλυτης αναρχίας στην απάντηση και στυγνής δικτατορίας στην ερώτηση» ιδού μια μέση κατάσταση ορισμών για τον Ποιητή, το Ποίημα και την Ποίηση, έτσι όπως, ευθέως ή πλαγίως, τις «έσπειρε» να βλασταίνουν τους (ανα)στοχασμούς μας: 
1.     «ο Βερλαίν δημιούργησε το πρώτο διαμπερές ποίημα» («Μαζί στα νυχτέρια μαζί και σε αυτή τη σελίδα»),
2.     ο «Σαλβαδόρ Αλιέντε από μόνος του ποίημα» [«Ο πεντοζάλης της φωτιάς» (Ισόπαλο τραύμα)],
3.     «Το γάντι του νεκρού αστροναύτη στο διάστημα» αποτελεί «το τελειότερο ποίημα μούντζα» [Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι]
Τι είναι, λοιπόν, ποίηση;
4.     «Αγώνας δρόμου», ακόμα και αν στο φωτοφίνις δεν διακρίνεται ο τρόμος, με «αυθέντη» το χρόνο και διάσπαρτες πεσμένες σκυτάλες στο παιγνιώδες
5.     «Τέτοιο αγώνισμα η ποίηση» (Ισόπαλο τραύμα).
Αλλού ο ορισμός φαίνεται να απηχεί τον αντίστοιχο του Χέμινγκουεϊ για την άλλη σύντομη φόρμα, το διήγημα:
6.     «Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου/ και από κάτω πανστρατιά / οι βλαστήμιες» [«Έτσι όπως διαβάστηκε στην παλάμη μου και σκόνταψα στ’ αλήθεια» (Η όραση θ’ αρχίσει ξανά)],
ενώ στην ενότητα «Τα σύννεφα» της τελευταίας συλλογής διαβάζουμε
7.     «ζωοτροφή για τα σύννεφα / αυτός θα μπορούσε να είναι /  ένας πολύ κυνικός ορισμός για την ποίηση»
Και γι’ αυτόν που δεν κατάλαβε ή βρίσκει δυσερμήνευτους τους παραπάνω ορισμούς, ο Γιάννης Στίγκας γίνεται και πιο ακριβής, έστω και με έναν αποφατικό ορισμό. Τι δεν είναι ποίηση, λοιπόν;
8.     «Γιατί η ποίηση -ψιτ μεγάλε-
δεν είναι αιώρα ρεμβασμών
δεν ειν’ το φτερωτό σου κατοικίδιο
-ψιτ μεγάλε-
Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι
να το υποδύεσαι και στη χάση του
-δεν θα στο κάνω πιο λιανά –
Αν το νοείς αυτό έχει καλώς
αλλιώς:
Ε ρε Mαγιακόφσκι που σου χρειάζεται»
[«Με τον τρόπο του Γ.Σ.» (Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο)]

Ο,ΤΙ ΕΓΡΑΨΑ ΜΕΧΡΙ ΣΤΙΓΜΗΣ ΜΟΥ ΜΥΡΙΖΕΙ ΕΝΤΟΝΑ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΗ. (σαν ζωοτροφή για τα σύννεφα!.. Αυτός θα μπορούσε να είναι ένας πολύ κυνικός ορισμός για την Ποίηση)
ΦΥΛΑΧΤΟ πρώτο: μείνε ψύχραιμος ως το τέλος. Είναι ένα είδος αλεξικέραυνου.
ΦΥΛΑΧΤΟ δεύτερο: όταν πονάς καλύτερα να μετράς. Έχει κάτι αναισθητικό!..
(το τρίτο φυλαχτό να χρησιμοποιηθεί μόνο σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης) –βλέπε 14η στροφή του παρόντος ποιήματος

Δυστυχώς αποδίδουμε στα σύννεφα μεγαλύτερη καθαρότητα απ’ αυτή που διαθέτουν.
Είναι αξιοπερίεργο, μιας και βρίθουν ελαττωμάτων.

Σύννεφο σαν κυκλοθυμία
Σύννεφο
σαν έλλειψη αυτοπεποίθησης.

Τα σύννεφα μας παρασύρουν σε παρομοιώσεις
Πρέπει να είναι μέρος του αμυντικού τους μηχανισμού.
Οι παρομοιώσεις παρασύρουν στην επιείκεια.
Όλα αυτά θα πρέπει να κοπούνε με μαχαίρι.
Χωρίς παρομοιώσεις
τα σύννεφα θα λιμοκτονήσουν.

Πάντως,
η ανησυχία ότι, αν εκλείψουν τα σύννεφα,
θα εκλείψει κι ο πολιτισμός του βλέμματος,
είναι άκρως υποκριτική.
Ο πολιτισμός του βλέμματος οφείλει να καθρεφτίζει,
και τα σύννεφα -ως γνωστόν-
δεν καθρεφτίζουν.

Είναι εξοργιστικό
να βλέπεις αυτά τα πρωτόλεια να παίρνουν το πάνω χέρι.
Περίμενα να με λυγίσει κάτι απτότερο των υδρατμών.
Σωρείτες, μελανίες (θυμάσαι; αυτά κάποτε τα ξελέιδωνες)
ανεμοστίφτες,
βροχοπλόκοι,
ομιχλόνια,
χαλαζομάνες,
τσοπανοφάγοι και βουναράδες.
Όλα αυτά
θα πρέπει να κοπούνε με μαχαίρι.
Αν κι ένα σύννεφο κομμένο στη μέση
είναι δύο σύννεφα
Κομμένο στα τέσσερα, στα έξι, στα οχτώ
-η χαρά της ομπρέλας
Στα δεκάξι πλέον
έχει όλη την ωμή έπαρση της αγέλης.

Ότι ξεπερνά τον αριθμό των δαχτύλων σου
είναι δυνατότερο από σένα.
Χρειάζομαι έναν ορισμό που θα τα ξορκίσει όλα στον ενικό.

Σύννεφα είναι ο όχλος του γαλάζιου.

Μα τι συμβαίνει μ’ αυτό το χρώμα
και διαρκώς κινδυνεύει;

(προμήνυμα καταιγίδας)

Ό,τι έγραψα μέχρι στιγμής
μου μυρίζει έντονα παρομοίωση.
Σαν ζωοτροφή για τα σύννεφα.
Αυτός θα μπορούσε να είναι
ένας πολύ κυνικός ορισμός για την ποίηση.

Δεν υπάρχει πιο κωλοπετσωμένο σύννεφο από την αμφιβολία.
Στομώνει όλων των ειδών τα μαχαίρια.
Είναι αδιαίρετο
ομοούσιο
και ζωοποιό
ό,τι πιο ανάμεσα δηλαδή
στον θεό
και στον θάνατο.

Το να μιλήσεις για το θεό
ίσως είναι εντελώς περιττό-
σαν να ξαναβάφεις λευκό
ένα ήδη πάλλευκο σύννεφο.

Το να μιλήσεις για το θάνατο
είναι εξίσου περιττό
αν δεν ξεράσεις πρώτα
όλα τα βρωμοσύννεφα
μυστηρίου
μεγαλείου
ακόμα και το ζαχαρωμένο σύννεφο
της δωρεάν πτήσης.

ΦΥΛΑΧΤΟ τρίτο:
Γράφω
σημαίνει ξεχνάω
το συννεφιασμένο σου μέτωπο
Hypocrite lecteur

Το ξέρω
ότι το ξέρεις
ότι το ξέρω
ότι το ξέρεις
αλλά θα πρέπει να διαλύσουμε τη ζάχαρη (εννοώ
την ιδέα της πτήσης), αυτό το τρύπιο δικαίωμα.
Θα πρέπει να κατέβεις βαθιά, interior,
που λένε και οι ανατόμοι –οι ψυχρότεροι μάστορες της αρίθμησης.

Μία καρδιά κομμένη στα δύο –το ξέρεις κι απ’ τα θρανία-
είναι πληγωμένο συναίσθημα
Κομμένη στα τέσσερα, στα έξι, στα οχτώ
memento mori
Στα δεκάξι πλέον
είναι σκέτη επιστήμη.

Σου μιλώ –mon frère- για βρώμικα βάθη.
Βρώμικο είναι ένα βάθος που πεινά και διψά.
Μπορεί κοντά στο ηλιακό σου πλέγμα.
Μπορεί και όχι.
Σίγουρα εκεί
που το μαράζι
κλουβιάζει.
Ωστόσο, συμμερίζομαι την ανάγκη για πανοράματα.

Αν αυτό
θέλετε να το πείτε πολιτισμό του βλέμματος –πείτε το.
Από μένα
καμία αντίρρηση

Το γαλάζιο
ζει

και κινδυνεύει.
 [ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ από συλλογή του Γιάννη Στίγκα ΕΞΥΠΕΡΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΧΑΝΟΜΑΙ, εκδόσεις μικρή Άρκτος 2017, ROMANCE WORKS by Carol Cavalaris Love Doves]



Η ΠΤΩΣΗ ως ΠΤΗΣΗ και η ΠΤΗΣΗ ως ΠΟΙΗΣΗ, που όπως λέει ο ποιητής σαν το σκύλο που γαβγίζει τ’ αστέρια, είναι κάτι που δεν αναλύεται (αποσπάσματα από ένα κείμενο του Σπύρου Γιανναρά):
Με τον ποιητή ισχύει το εξής παράδοξο: Από την μία, αισθάνεται λίγος για να μιλήσει για την ποίηση, γιατί ξέρει πως με το που πατήσεις πάνω της για να μιλήσεις για κείνη, πέφτει το π και γίνεται σκέτη οίηση. Ωστόσο, από την άλλη, κάθε του ποίημα μιλάει σχεδόν αποκλειστικά και μόνο για την τέχνη του. Ο ποιητής λοιπόν μιλάει για την ποίηση μονάχα μέσω της ποίησης, με «κάτι που δεν αναλύεται προς κάτι που δεν αναλύεται». Κάθε ποιητής είναι εξ ορισμού υπερασπιστής και θεμελιωτής της ποίησης. Οι υπόλοιποι, αν είναι τυχεροί και τολμηροί – μαζί πάνε συνήθως αυτά – μπορούν απλώς και μόνο να ρίξουν ένα πλάγιο φώς στο πόνημά του. Και πάλι όχι σε κάθε ποίημα, παρά μονάχα σε εκείνα που δεν αντανακλούν το βλέμμα τους, τυφλώνοντάς τους.

Μπορεί όλα τούτα να μοιάζουν άσχετα με το προκείμενο, δηλαδή τον Εξυπερύ, ωστόσο μην αυταπατάσθε, βρίσκομαι ήδη στη μέση ή στον σκοτεινό μυχό της συλλογής. Μετράω ήδη τις δικές μου ώρες πτήσης. Αποτολμώ να φωτίσω με τα πενιχρά μου μέσα, τον δικό μου λαμπτήρα των ολίγων watt, την νέα συλλογή του Στίγκα ―για να αναφερθώ στην έκλαμψη την οποία περιγράφει το ποίημα «Των 60 watt». Πρόκειται λοιπόν για μια συλλογή που μιλάει απ’ άκρη σ’ άκρη για την ποίηση. Με τον εγγαστρίμυθο τρόπο της βέβαια, αλλά μονάχα έτσι μπορώ να την εξιχνιάσω. Να φωτίσω όσο μου είναι μπορετό τα ίχνη της.

Η πρώτη προφανής μεταφορά της ποίησης που χρησιμοποιεί εδώ ο Στίγκας είναι εκείνη της πτήσης. Ξεκινώντας από τους τίτλους των ποιημάτων, «Είναι πολλά τα G», «Πήγασος ή ο άγγελος των αλόγων», «Sputnik 2017», «Μικρό μου άγουρο πετούμενο», «Little Boy», η πυρηνική, δηλαδή, βόμβα, «Τα σύννεφα», «Human Bullet», «Υψιπετές κι ας πόνεσε» οι οποίοι αποτελούν πτητικές μεταφορές του ποιήματος. Η δε πτήση, όπως την εννοεί ο τίτλος, δηλαδή το πεπρωμένο του συγγραφέα της Γης των Ανθρώπων, ο οποίος χάθηκε στους αιθέρες, είναι εκ προοιμίου συνυφασμένη με την έννοια της πτώσης. Πτήση/ πτώση είναι το κεντρικό μοτίβο, πάνω στο οποίο πατάει η συλλογή για να μιλήσει για τον ίδιο της τον εαυτό, δηλαδή την ποίηση και την ποιητική δημιουργία ή σκέτο την ποιητική της…

Μιλώντας για την ποίηση, το ποίημα του Γιάννη Στίγκα καταλήγει συχνά να μιλάει για κείνο που δεν αυτή είναι. Για το ψεύτικο καθρέφτισμα του αεροπλάνου στο νερό. Κάνοντας λόγο για την «αντοχή του χαρτιού» ή την «ελπίδα», ο Στίγκας μοιάζει να αναπλάθει πιθανόν χωρίς να την ξέρει, τη φράση της μέγιστης διηγηματογράφου Φλάνερυ Ο’ Κόνορ, η οποία διατείνεται ότι οι περισσότεροι γραφιάδες ενδιαφέρονται να γίνουν συγγραφείς ή ποιητές κι όχι να γράψουν ποίηση ή πρόζα. Οι ίδιοι κομπορρήμονες στους οποίους ωστόσο αντιστέκεται λυσσαλέα το χαρτί, φαίνονται στα μάτια του Στίγκα «φοβερά μονότονοι και κάπως υστερικοί για το μέλλον».

Η ποίηση λοιπόν δεν είναι ποτέ μια προγραμματισμένη πτήση προς την υστεροφημία ή την καταξίωση. Στην ποίηση ξεκινάς ηττημένος «με ασσόδυο στα μάτια», όπως λέει ο ποιητής. Το χάσιμο ή η απώλεια είναι εν ολίγοις προϋπόθεση της γραφής. Η ποίηση ξεκινάει με το αίσθημα της απώλειας της ίδιας της ποίησης, το αίσθημα της πτώσης απ’ τον ουρανό της δημιουργίας, δηλαδή της αποτυχίας. Έτσι λοιπόν η ποίηση εν τέλει προκύπτει από το επακόλουθο παράπονο που σε παίρνει κατάμουτρα. Και μόνο τότε αρχίζεις να γράφεις. Όμως τώρα ήδη εγκληματώ καθότι γλιστράω προς την παράφραση, δηλαδή το φονικό και τον αφανισμό της λογοτεχνίας…

ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΑΓΟΥΡΟ ΠΕΤΟΥΜΕΝΟ  (από τη σελ. 17 της συλλογής)
Είναι να μη σου τύχει
να κόψεις το χέρι σου κόβοντας ένα λεμόνι.
Το τυχαίο είναι το βαρύτερο πεπρωμένο.
Μια ιδέα παραπάνω οξύτητα
σε βγάζει σε καινούργιες μοναξιές,
ποδαρικά στους βάλτους τα μεσάνυχτα,
με μια ολόγυμνη αγκαλιά τσουκνίδες –ερωτευμένη δηλαδή-
το μόνο ξόρκι σου που πνίγεται
μες τα ρηχά μιας ανταπόκρισης.

Δεν απορώ καθόλου που προτίμησες τις γάτες, τα κοράκια.
Αν μη τι άλλο, το μαύρο προσφέρει εχεμύθεια.
Μπορείς ακόμα και να γδυθείς.
Η γύμνια είναι μια τέχνη σκοτεινή,
έχει φεγγάρια που γεμίζουν χειροκίνητα.
Είναι μια υγρή μηχανική,
έτσι εξηγείται και το πάθος για σκουπόξυλα.
Οι πιο περήφανες παρθενιές
δίνονται τρομερά απροσδόκητα.

Αυτό, να ξέρεις, ενοχλεί. Σου μέλλονται δεινά πισθάγκωνα.
Κι εγώ δεν έχω ούτε ένα στίχο που να σώζει απ’ τη φωτιά.

(Ίσως μόνο δυο τρεις για το κοινό κρυολόγημα)

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ, (ένα σχόλιο της Χριστίνας Λιναρδάκη)
Ο Στίγκας δεν είναι σκοτεινός, είναι υπερρεαλιστής: του αρέσουν οι υπερβάσεις που μπορεί κάποιος να βιώσει μέσω της γλώσσας. Μιλά sotto voce, σε χαμηλό τόνο και τρυφερά, ενώ την ίδια στιγμή επιστρατεύει μια ειρωνεία που κόβει σα νυστέρι, για αναστοχαστικούς σκοπούς, ενίοτε και θεραπευτικούς: «... αμέτρητα κρεβάτια ξέστρωτα /  σαν να εξαφανίστηκαν μαζί όλες οι μανάδες του κόσμου / Κάτι τέτοια οδήγησαν στο συμπέρασμα / ότι το ανθρώπινο είναι το πιο αποδημητικό είδος. / Δηλαδή, καμία σχέση με τα χελιδόνια. / Τα χελιδόνια πάντα γυρίζουν / - κι αυτό δεν καταπίνεται εύκολα».

Το Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι τιτλοφορήθηκε έτσι από τον Στίγκα, επειδή ο συγγραφέας του Μικρού Πρίγκιπα έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια μιας πτήσης (ο Σαιντ-Εξυπερύ πρωτοστάτησε στην κατάκτηση των αιθέρων από την πολιτική αεροπορία και γι’ αυτό μάλιστα το διεθνές αεροδρόμιο της Λυών φέρει το όνομά του). Ο τίτλος είναι απόλυτα συμβατός με όσα συναντάμε στις σελίδες του βιβλίου: διάφορα είδη πουλιών και αεροσκαφών, πυραύλους, αστροναύτες και αστερισμούς, σύννεφα και αερόστατα, κοντολογίς κάθε λογής ουρανούς και πτήσεις – αλλά και πτώσεις.

Πρόκειται για στοιχεία με εσωτερική συνοχή που συγκρατούνται ακόμη πιο γερά μεταξύ τους μέσω δύο μηχανισμών: αφενός σκέψεων που επανέρχονται ολοένα στους στίχους δημιουργώντας μια επωδό («όλα αυτά θα πρέπει να κοπούνε μαχαίρι», «κομμένο στα τέσσερα, τα έξι, τα οκτώ» διαβάζουμε σε διάφορα σημεία) και αφετέρου νημάτων νοήματος που αφήνονται αρχικώς ελεύθερα για να μαζευτούν σε κάποιο επόμενο σημείο… Πρόκειται για μηχανισμούς που δένουν σφιχτά το σύνολο της συλλογής και την εμφορούν με συνέπεια…
Η γλώσσα του ποιητή είναι όπως η γλώσσα των ονείρων: δεν είναι πάντα πρόσφορη για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, ωστόσο περιέχει στοιχεία αληθοφανή που λειτουργούν μέσω του συνειρμού…

Ακόμη κι αν «ανάμεσα σε ειρωνεία και κυνισμό,/ όλο και κάποιος θα χάνει τον δρόμο του», αυτός σίγουρα δεν είναι ο Γιάννης Στίγκας. Ο Στίγκας ξέρει από λέξεις, από σίγουρα βήματα και ξέρει επίσης να στροβιλίζεται «και να στροβιλίζονται όλα γύρω του». Κυρίως όμως ξέρει να οδηγεί την ποίηση σε ένα από τα καλύτερά της σημεία… [Η Χριστίνα Λιναρδάκη είναι μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων]

Ο ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΣΤΑ ΕΠΤΑ ΤΟΥ: είναι τρομερά δύσκολο να επιδιορθώνεις ένα σταματημένο τζιτζίκι (σελ. 21)
Τι να το κάνεις;
Ξέρεις πολύ καλά γιατί τρέμουν τα χέρια. Κατά μία άποψη,
ο Σεπτέμβρης είναι πολύ δυνατότερος από την επιστήμη
Τα μικρότερα γρανάζια παιδεύουν περισσότερο τα δάχτυλα.
Καμιά φορά, αυτό που λέμε «δύναμη της πειθούς» παραείναι αμβλύ εργαλείο.
Εντούτοις, μπορούμε ακόμα να εξάγουμε συμπεράσματα.
Ότι όραση και δίψα πρέπει να εδράζονται στο ίδιο σημείο.
Ίσως έχουμε να κάνουμε με ένα αυστηρά κλειστό κύκλωμα.
Κάτι ανάβει τη δίψα και η δίψα την όραση. Ποτέ το ανάποδο.
Ωστόσο, μου διαφεύγει το κάτι.

Το νεύρο από το οποίο εκπορεύεται το τραγούδι,
το καταλαβαίνω καλύτερα.
Έχει κάτι αντανακλαστικό. Αρκεί μια επανάληψη του πόνου.

Κατά βάθος, εμένα η έγνοια μου βρίσκεται στα σπασμένα.
Ένα σπασμένο έλυτρο είναι σαν παιδική ηλικία.
Το σάλιο δοκιμάστηκε
και αποδείχθηκε άχρηστο.

Πολύ φοβάμαι.

ότι αν δεν έχεις Θεό Ελβετό, δε γίνεται τίποτα.

Ο ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΣΤΑ ΕΝΝΙΑ ΤΟΥ  (από τη σελ. 38 της συλλογής)
Ίσως φταίει το μέσον. Εννοώ το νυστέρι.
Ενδεχομένως, αυτό που λέγεται θάνατος
να προσεγγίζεται με αβρότερες κινήσεις.
Καλύτερα λοιπόν με τα δάχτυλα.
Δείχνεις έτσι περισσότερη συμμετοχή.
Κάτι σαν καλή διαγωγή απέναντι στο φαινόμενο.
Ίσως, μάλιστα, να πρέπει να κλείσεις τα μάτια.
Κλείνω τα μάτια σημαίνει:
Ξεμπροστιάζω ένα σκοτάδι
στο σκοτάδι.
Είναι μια κάποια αρχή.
Οι τυφλοί είναι ιχνηλάτες με τον τρόπο τους.
Μπορούν να σου πουν ακριβώς,
πού τρύπιο και πού μπαλωμένο.
Ωστόσο παραμένει μυστήριο πώς, από μια τόση δα τρυπίτσα,
μπορούν να χυθούν τόσα πράγματα:

Η μυρωδιά του καλοκαιριού,
όλη η προστακτική των πεύκων
(μαζί με το ρετσίνι της)
μια ζάλη με οδηγίες χρήσεως
-ορμέφυτο της πτήσης-
μικροκαρτέρι
για αγαθό σκοπό
σε χουχουλιάζω στις παλάμες μου,
δηλαδή γίνομαι όλο και πιο ανορθολογικός,
δηλαδή φοβάμαι να συνεχίσω,
αυτό που κάνουμε εδώ
είναι σκέτη τρέλα, τζιτζίκι μου, σκέτη τρέλα.
Και να σκεφτείς ότι μόλις τελειώσω με σένα,
με περιμένουν διακαώς τόσα τρυγόνια.

ΚΑΘΕ ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ (σχόλιο του Διονύση Μαρίνου στο Fractal)
Πτήση-πτώση. Ουσιαστικά, ομόρριζα (κι ας μην φαίνεται), ομόηχα (ο ήχος της πτήσης μοιάζει με τον γδούπο της πτώσης), ισόποσα καταμερισμένα στη ζωή του ανθρώπου (όσες φορές θα ανέβεις, τις ίδιες θα πέσεις). Πτήση-πτώση σημαίνει οντολογική κινητικότητα. Σημαίνει: όσα ψηλά κουβαλάς, άλλα τόσα χαμηλά σε ορέγονται. Σημαίνει, έχεις μέσα σου δύο αντιπάλους: ο ένας θέλει να σε εξακοντίσει στα αστέρια κι άλλος να σε περιδέσει στο έδαφος. Στο ενδιάμεσο, εσύ, ο δίπλα, ο απέναντι, μαθαίνεις να ζεις στην αμετανοησία της εφόρμησης και τον βαλτώδη αέρα της πρόσκρουσης…

Η οντολογία του Στίγκα είναι το ίδιο υλική και φιλοσοφική, κάτι που φέρνει μια παιγνιώδη διάσταση στο βαθύσκιο της βιωτής. Μας λέει ο ίδιος: «Φοράω γυαλιά πιλότου/ για να μην βλέπετε το ασσόδυο μέσα στα μάτια μου». Ομοίως: «Αυτό που λέμε θνητότητα/ είναι ένα σύννεφο ταχείας πήξεως» και «κάθε λεπίδι που σέβεται τον εαυτό του/ξέρει/ πού ξεδιψά/ και πού λιγώνεται».

Όμως, εκεί όπου το βάρος της συλλογής γίνεται ακοίμητο είναι στις αντίρροπες δυνάμεις που ασκούνται –ακόμη και μέσα στο ίδιο ποίημα- και ορίζουν τη φυγόκεντρη τάση του ανθρώπου και την κεντρομόλα ισχύ της μοίρας του. Λέει ο Στίγκας: «Ετσι πάει. Κεφάλι είναι και πετά./ Το σώμα πίσω σπαρταρά, Αντουανέτα» και «το ανθρώπινο είναι το πιο αποδημητικό είδος». Ο Πρεβέρ μιλούσε συνεχώς για πουλιά: για εγκλωβισμένα πουλιά, για πουλιά-ταξιδευτές, για πουλιά-σύμβολα. Ο Στίγκας μιλάει για χελιδόνια που πάντα επιστρέφουν «κι αυτό δεν καταπίνεται εύκολα» και για σκοτεινά τρυγόνια. 

Από την Λάικα έως τον αστροναύτη Εντ Γουάιτ και από τον μυθικό Πήγασο έως τα διαστημόπλοια που ίπτανται πάνω από τα εγκόσμια, η απόσταση που χωρίζει την άνοδο από την πτώση είναι μόλις μια στιγμή ζωής, ένα ψυχανέμισμα, μια συγκυρία πραγμάτων, μια ανάποδη ανάσα, μια ζέση και ο στραβός σωσίας της. Είναι ο αεροπόρος Εξυπερύ (πόσο ταιριαστός στην ουσιαστική ύλη της συλλoγής) που διέσχισε τη Μάγχη με ένα αεροπλάνο που έμοιαζε περισσότερο με φτερωτό ποδήλατο.

Μα, αυτό ακριβώς κάνει με τον τρόπο του και ο Στίγκας: διασχίζει τη δική του Μάγχη με ένα πτητικό μηχάνημα δικής του (ολότελα δικής του) κατασκευής. Είναι ένα λεξόπτερο (sic) αυτό που έχει κατασκευάσει και είναι τόσο ασφαλές όσο και επισφαλές. Διότι έτσι είναι οι λέξεις: είναι υψιπετείς, αλλά και καταβαραθρωμένες. Διότι έτσι είναι και οι άνθρωποι: Ίκαροι που έπεσαν και όπως μας λέει και ο Στίγκας στην πρωτομετωπίδα, από αυτές τις πτώσεις φτιάχτηκε και η Ερυθρά Θάλασσα. Πού νομίζετε ότι πάει όλο αυτό το αίμα; Χάνεται ανέξοδα;
Ο Γιάννης Στίγκας, για να χρησιμοποιήσω μια δική του εικόνα, είναι μια λάμπα πυρακτώσεως. Ξέρει πού ζει το σκοτάδι, αλλά και πού κοιμάται το φως…

ΤΩΝ 60 WATT  (από τη σελ. 38 της συλλογής)
Κι ενώ είπα «αυτό ήταν, πάει, τέλειωσε», άξαφνα ανάβει πάνω απ’ το κεφάλι μου μια λάμπα πυρακτώσεως, όπως ακριβώς οι αναλαμπές ηρώων στα κόμικς. Την έπιασα μ’ ένα πανί για να μη μου ζεματίσει τα δάχτυλα. Πίσω απ’ το γυαλί έφερνε σβούρες ένα μικρό αεροπλάνο. «Έι, Έι» του φώναξα, μα δεν άκουγε. Συνέχισε να στριφογυρίζει όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο κοντά στην αντίσταση.
«Κλασικός Στεριάδης» σκέφτηκα.
Την πήρα και τη βίδωσα στο λουτρό, γιατί τόσο καιρό με τα γραψίματα, κατουράγαμε και πλενόμαστε στο σκοτάδι.

ΖΟΥΜΕ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΑΝΑΡΧΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΥΓΝΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ (σχόλιο από την Τίνα Μανδηλαρά):  
Στην αρχή, όταν πρωτοδιάβασα τα ποιήματά του, μου φάνηκε ότι με καλούσε να δω τις πληγές. Μετά είδα πως τις αφήνει ανοιχτές, όχι ως ανυπεράσπιστο τραύμα αλλά ως μια κατηγορική-προστακτική συνθήκη που τον αναγκάζει να τις θεραπεύει με λέξεις. Γιατί, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ποιητές που δείχνουν σχεδόν επιδεικτικά το τραύμα, που βασανίζονται ή εκμηδενίζονται από τη νοσταλγία και κατατρύχονται από τη μεταφορά, ο γιατρός-ποιητής Γιάννης Στίγκας επιτρέπει στην ποίηση, ακόμα και όταν νοσεί, να ξεχνάει την αρρώστια και να αλητεύει. Προφανώς, είναι η σωματικότητα που μεταμορφώνει τα ποιήματά του σε ενδεχόμενα, ανοιχτά σε ελεύθερη πτώση ή σε πτήση, τα οποία όμως είναι με τη σάρκα τους ολόκληρη εκεί: δεν είναι ότι τα ποιητικά του πλάσματα έχουν μόνο ανθρώπινη ιδιότητα, αφού κάποτε γίνονται τέρατα, μονόκεροι, δράκουλες, πήγασοι, τίγρεις, όπως αυτές του Μπόρχες που περιφέρονται ελεύθερα και κάνουν τον ποιητή να γράφει σαν να βρίσκεται πάνω στην πλάτη τους, έτοιμος να γδάρει και να γδαρθεί ανά πάσα στιγμή, όπως θα έγραφε κάποτε ο Νίτσε. Αλλά ο Στίγκας αποφεύγει επιμελώς τα δράματα, γνωρίζοντας καλά ότι η αντίθετη όψη της τραγωδίας είναι η κωμωδία – όχι η κυριλέ των βιβλίων αλλά αυτή της αγοράς. Αφήνει, έτσι, πίσω του τις τίγρεις και στη θέση τους βάζει ένα απλό τετράποδο, έναν σκύλο που τολμά να γαβγίσει τ' αστέρια. «Γιατί τι άλλο να ζητήσει κανείς από ένα αδέσποτο;» Γιατί τι άλλο κάνει η ποίηση μετά τον Ηρόδοτο, πέρα από το να φτιάχνει τη δική της κοσμολογία, για να χωρέσει την απεραντοσύνη του ελάχιστου; Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη ή, μάλλον, δεν ακολουθεί την ερώτηση αλλά την αντιστρέφει – δεν τη θέτει με όρους επιβολής αλλά αξιολογικής θέσης.

LITTLE BOY  (όπου Little Boy η κωδική ονομασία της ατομικής βόμβας που έριξαν οι αμερικανοί στη Χιροσίμα  στις 6 Αυγούστου  του 1945)
Γενικά, θέλει πολλή προσοχή, ακόμα κι εδώ, στο χαρτί κι όπου χαρτί ίσον τίποτα. Το παραμικρό λάθος θα ερήμωνε αυτή τη σελίδα, ίσως και τις επόμενες.
Νομίζω πάει αλυσιδωτά.

Είναι
απ’ έξω μέταλλο
κι από μέσα ακαταλαβίστικο

Οι ανόητοι γράφουν πάνω το ανόητα:
Εξαιρετικά αφιερωμένο,
ΒΑΒΥΡΤΑ,
Με αγάπη από το Κονέκτικάτ, ή
για τα μάτια σου μόνο

Ένας κάπως πιο σοβαρός άνθρωπος θα έγραφε:
Ουαί, Ουαί Εμπεδοκλή
κι ο Εμπεδοκλής αόρατος
ή
ένα σκέτο λυπάμαι

Απ’ την άλλη –δε λέω-
από μακριά είναι ένα πανέμορφο θέαμα.
Από κοντά είναι μια άλλη ιστορία.
Εκτός κι αν σ’ αρέσει
να βλέπεις την άσφαλτο να κυματίζει,
τον κουρνιαχτό να γίνεται πολίτευμα,
αμέτρητα κρεβάτια ξέστρωτα,
σαν να εξαφανίστηκαν μαζί όλες οι μανάδες του κόσμου.
Κάτι τέτοια οδήγησαν στο συμπέρασμα
ότι το ανθρώπινο είναι το πιο αποδημητικό είδος.
Δηλαδή, καμία σχέση με τα χελιδόνια.
Τα χελιδόνια πάντα γυρίζουν
-κι αυτό δεν καταπίνεται εύκολα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ (όπως τα παρουσιάζει στο κείμενό της η Τίνα Μανδηλαρά):  
Μπαίνω γυμνός σε κάθε μου βιβλίο, ανυπεράσπιστος, όπως σε προσευχή. Άλλωστε, η λευκή σελίδα είναι ένας τόπος προσευχής και σε χωρά ίσα-ίσα. Αν είναι να μιλήσεις για τον θάνατο, θα πρέπει να εγκαταλείψεις την ελπίδα.   Οι ταχύτητες και ο χρόνος αλλάζουν τη διάσταση των πραγμάτων όπως και η απόσταση, ο χώρος. Σε μια μακρινή φωτογραφία το σύμπαν μοιάζει σαν ένας χάρτης με νευρώνες –ο Γιάννης Στίγκας είναι νευρολόγος– και απαιτεί μια άλλη μορφή οικειοποίησης. «Απ' την άλλη-δε λέω-από μακριά είναι ένα πανέμορφο θέαμα. Από κοντά είναι μια άλλη ιστορία/ Εκτός κι αν σ' αρέσει/ να βλέπεις την άσφαλτο να κυματίζει/ το κουρνιαχτό να γίνεται πολίτευμα/ αμέτρητα κρεβάτια ξέστρωτα/ σαν να εξαφανίστηκαν μαζί όλες οι μανάδες του κόσμου». Η βιωματική πρόσληψη καταργεί τις ανούσιες, αφηρημένες περιγραφές, επιμένοντας εμφατικά στο γεγονός, σε εκείνη την ελάχιστη και αστεία λεπτομέρεια που αναδεικνύει το απρόβλεπτο του βίου: «Είναι να μη σου τύχει/ να κόψεις το χέρι σου κόβοντας ένα λεμόνι. Το τυχαίο είναι το βαρύτερο πεπρωμένο». Όπως το γάντι του αστροναύτη, από κάποιον άλλο στίχο του, που περιφέρεται μόνο του στο Διάστημα και αναδεικνύει τη δύναμη που έχει η μοίρα να σε κοροϊδεύει κατάμουτρα, όταν πιστεύεις εντελώς σολιψιστικά ότι αυτό που μετράει είναι μόνο η δική σου θέση. Κι είναι αυτό το ατελεύτητο παιχνίδι ανάμεσα σε σένα και το άπαν, την απογείωση και την πτώση, που δεν αφήνει ποτέ την ποίηση σε ησυχία, καλώντας την να δημιουργήσει ξανά τον κόσμο. Σάμπως η ποιητική μεταφορά να μοιάζει με μια διαρκή πτήση –από το φτερωτό άρμα του Πλάτωνα μέχρι αυτό της Μήδειας– και ζητώ, στο σημείο αυτό, από τον Στίγκα να καταθέσει τη δική του γνώμη. «Να σου πω μια ιστορία; Βρισκόμαστε στα 1942. Το Λένινγκραντ πολιορκείται από τους Γερμανούς κοντά έναν χρόνο. Η κατάσταση είναι απελπιστική. Πείνα και κρύο ρωσικό, της αρκούδας. Ένα αεροπλάνο φορτωμένο με παρτιτούρες της Εβδόμης του Σοστακόβιτς ξεκινά από τη Μόσχα. Σπάει τον αντιαεροπορικό κλοιό των Γερμανών και σκορπίζει τις παρτιτούρες πάνω απ' την πόλη. Όσοι μουσικοί έχουν απομείνει επιστρέφουν από τα χαρακώματα. Στις πρόβες δεν έβγαινε ήχος, δεν είχαν τη δύναμη να φυσήξουνε τα πνευστά. Τους δόθηκαν διπλές μερίδες φαγητού για να τα καταφέρουν. Και τα κατάφεραν: ρίχνουν 3.000 οβίδες στους Γερμανούς και δίνουν μια μεγαλειώδη συναυλία που ακούστηκε σε όλη την πόλη. Οι στρατιώτες άκουγαν με κλειστά μάτια. Ένας Γερμανός στρατιώτης γράφει στο ημερολόγιό του: «Όταν άκουσα τη μουσική, κατάλαβα ότι το Λένινγκραντ δεν θα πέσει ποτέ στα χέρια μας». Λοιπόν, αυτό το αεροπλανάκι που έριξε τη μουσική βόμβα, πολύ το αγαπώ. Ελπίζω να σου απάντησα…

Από τον ουρανό
Πέφτουν οι απλοί άνθρωποι
Μια εκ των συνεπειών η Ερυθρά θάλασσα

ΤΑ ΑΚΡΙΒΑ ΜΟΥ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ  (από τη σελ. 40-41 και το προηγούμενο μοτο από την εισαγωγική σελίδα της συλλογής)
Τώρα που το φεγγάρι
ψειρίζει τα πόδια

Φορώντας ένα πολύ παλιό γιατί
σκισμένο στα φωνήεντα
(μια πρόχειρη απάντηση στο κρύο)
λέγοντας ψέματα
στη μάνα
στον πατέρα μου
ότι δήθεν πάω για τσιγάρα

Να με λοιπόν εδώ
ξοπίσω απ’ τα νυχτιάτικα
αγγίζοντας το μυαλό μου
με αμφίβολη τρυφερότητα
ποιος είμαι εν τέλει
λέξη προς λέξη
μεσουρανεί ο αστερισμός της απορίας μου

Παρεμπιπτόντως
κάθε αστερισμός που σέβεται τον εαυτό του
-ο Αλδεβαράν ή η Κασσιόπεια-
έχει παρακολουθήσει τουλάχιστον μια μονομαχία

μιλάω για μονομαχίες αιματηρές καθ’ έξιν
-πάει να πει-
με αύριο μεθαύριο
όπου πρώτα σ’ εγκαταλείπει το σφρίγος
μετά η ευθιξία σου
σιωπηρά ο Θεός
και αναφανδόν η τύχη

απομένει μόνο μια πείρα
κάπως άχρηστη
και σκληρή
και πικρή σαν λεπίδι

Παρεμπιπτόντως
κάθε λεπίδι που σέβεται τον εαυτό του
ξέρει πού ξεδιψά
και πού λιγώνεται

άρα

είμαι βρώμικα έτοιμος

αγαπητέ monsieur


θα σηκώσω το γάντι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου