(…κι ας λάμπει η σελήνη στο
μαχαίρι, αίμα ορέγεται ο χρόνος…)
Μ’ αυτό τον
εντυπωσιακό τρόπο αρχίζει ένα ποίημα
της Ειρήνης
Ιωαννίδου
Μένει
άφωνος ο αναγνώστης όντας ξαφνικά μάρτυρας
μιας
σκηνής
που φωτίζεται
από τη λάμψη ενός μαχαιριού
με
απροσδιόριστες διαθέσεις και την υποφαινόμενη
όρεξη του
χρόνου για αίμα.
Αδημονεί
για τη συνέχεια
και η
ποιήτρια δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα:
«Με μάτι ανέστιο κοιτάς, με πίστη σπέρνεις τα
οπωρικά.
«Ξεπλένονται
με τη βροχή κι ασπρίζουν τα οστά στον κήπο.
Μοιάζει με
ακροκέραμο ο φόβος – ριζώνει μες το στόμα
όταν για
ξόρκι τον προφέρεις.
Κεράκια αναμμένα
ο ουρανός,
ίσα που
προλαβαίνεις την ανάσταση.
Μια γάτα
ουρλιάζει πριν το χάραμα,
ξυπνάς με
σάρκα ιδρωμένη.
Έξω ακούγονται
φωνές κόσμος πολύς,
χρώματα μυρωδιές.
Η
Ανδρομάχη, ένα κορίτσι ολοστρόγγυλο,
αγκομαχά
στο φως και σέρνει ένα καλάθι με ροδάκια.
Πιο εκεί
μία Ελένη δοκιμάζει τα κεράσια,
κόκκινα πολύ στην εποχή τους είναι.
Δεν
φτάνουν τα μαλλιά να γίνουν σκάλα
απ΄
το μπαλκόνι σου σαν σκύβεις.
Ο
έρωτας στοχαστικός φέγγει στη θύρα σου,
«άγνωσται
αι βουλαι» του.
«Αγαπάτε»,
λες και όχι «επιθυμείτε» τώρα πια.
Στενεύει
το λινό φορεματάκι σου το παιδικό,
τόσες
φορές που έχει πλυθεί.
Σχεδόν
ανέπαφος ο θώρακας, μια αμυχή μόνο στο βλέμμα.
Δεν
φτάνουν τα μαλλιά να γίνουν σκάλα
απ’
το μπαλκόνι σου σαν σκύβεις»
Βαθιά ανάσα
Γιατί, πράγματι,
«άγνωσται
αι βουλαί» της έμπνευσης της Ειρήνης Ιωαννίδου
και μη
προβλέψιμη η πορεία, η σειρά, η αλληλεπίδραση
των εικόνων
που εναλλάσσονται με κινηματογραφικό ρυθμό.
Γιατί,
πράγματι, «ορέγεται αίμα» η ποιητική διάθεσή της!..
Το μείγμα
στοιχείων που αξιοποιεί
στη με καταιγιστικό ρυθμό εναλλαγή εικόνων,
από τη μια
πρόταση στην άλλη, απαιτεί πλέον
κεραίες
σηκωμένες και προσοχή τεντωμένη
για να παραμένεις
κοινωνός στην εξέλιξη της ιστορίας.
Και τότε
γίνονται τα θαύματα και λάμπει ο δικός σου ιδιαίτερος αστερισμός.
Πού να
σταματήσω πρώτα και τι να πρωτοπώ
για την
πίστη «που σπέρνεις τα οπωρικά της»,
για τα
χρώματα και τις λυρικές τις μυρωδιές,
για το «καλάθι»
το γεμάτο «εύγεστους χυμούς».
«Μοιάζει με
ακροκέραμο ο φόβος,
ριζώνει μες
το στόμα όταν για ξόρκι τον προφέρεις.
Η νύχτα
είναι λες και τον ακολουθείς…»!..
Θαυμαστικά
κι ουδέν σχόλιο για την παρομοίωση του
Φόβου με
ακροκέραμο και την ταύτισή του με τη νύχτα.
Στο πολύ
γνωστό ποίημα της Κικής Δημουλά
Ο
Πληθυντικός Αριθμός αυτό το ουσιαστικό όνομα,
ο Φόβος,
έχει πληθυντικό αριθμό
«για όλα
από δω και πέρα» όπως ακριβώς και οι νύχτες!..
Συμφωνία
θηλυκή… «Ένα καρφί πάντα να με μετράει.
Μες σε αγρό
ολάνθιστο, τώρα σωπαίνω.
Έχει μια
εντιμότητα μπρος στο γκρεμό τα μάτια να υψώνεις»,
γράφει σε
μια πρόσφατη αποστροφή της η Ειρήνη.
Παρακάτω
αποδελτιώνονται
κι άλλες
παρόμοιες αποστροφές και ποιήματα
όπως
αναρτήθηκαν στο Χρονολόγιο της
με κάποια
απ’ τα σχόλια μου που τα συνόδευαν
στην πρώτη
αυτή δημόσια έκθεσή τους.
Και
πρώτα-πρώτα ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ
με τους στίχους εγγεγραμμένους στην εικόνα της ιδέας τους:
ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΔΕ ΛΕΝΕ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ:
Τα κορίτσια δεν λένε ποτέ την αλήθεια,
κυρίως τα όμορφα.
Φοράνε αιλάινερ,
κάνουν κοψίματα στα ζυγωματικά,
μια ηλιοφάνεια είναι θεμιτή,
ν' αστράφτουν οι κυνόδοντες όταν ορέγονται το δέρμα.
Σαρκώνονται την ηδονή γεννώντας,
και καβαλάνε άτια
σε αγρούς με κρίνα και οπιούχες παπαρούνες. Γίνονται ερωμένες
όχι του ποιητή
αλλά της γοητείας τους.
Λογχίζουν το πλευρό του το πρωί
που είναι ευάλωτο το φύλο,
θρηνούν με μάτια γλαφυρά και ευανάγνωστα
και θρέφονται με την ευδαιμονία του τις νύχτες. Μετά από
χρόνια, με κομμένα τα μαλλιά,
για να λυθούν τα μάγια,
πηδάνε κάτι φωτιές καλοκαιριού
-που αρπάξανε ξερόκλαδα- και κύματα
που σκάνε σε βράχο ιερό στην γη της Πάτμου.
Με το αλάτι γυμνές μέχρι την μέση,
μέδουσα και γοργόνα μαζί τις λες.
Τα όμορφα κορίτσια δεν έχουν στόμα
όταν μεγαλώσουν, μόνο φωνή και κάτι χέρια που θέλουν να
κλαδέψουν αγκαλιές.
(ΣΗΜ. Με τίτλο ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ
ΚΟΡΙΤΣΙΑ και τη σχετική επεξεργασία πρώτο ποίημα στη συλλογή ΤΑ ΡΟΔΑ ΚΟΒΟΝΤΑΙ
ΣΤΑ 2/3, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΥΡΙΚΟΝ 2023)
ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΜΟΥ ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΙΛΙ
«Σκάβει το χώμα, γρυλίζει.
Σου γλύφει την πληγή, το έχεις από
κουτάβι.
Χίλια άλογα στην αυλή με την
νεραντζιά, ένα περιστέρι προσκυνητής των στενών οριζόντων.
«Φούσκωσαν τα μπουμπούκια της», μου
λες και την κοιτάζεις.
Η μυγδαλιά του γείτονα.
«Μπήκε η Άνοιξη», σου απαντώ,
«με πτέρνα αχίλλειο να μας
βαφτίσει».
Ποτάμια είναι οι θεοί, βουνά κι
ωκεανοί.
Ο ουρανός ανέφελος, γαλάζιος, πριν το
ψέμα.
Τα μάτια μεγαλώνουν όπως η επιθυμία,
τα μαλλιά σε ντύνουν.
«Το βασίλειο μου για ένα φιλί, για μια θέση σε δημόσιο πάρκινγκ».
Το ακρυλικό σε επιδιορθώνει στον πίνακα του
καθιστικού,
γίνεσαι σκόνη λεπτή, διάφανη.
Όμως εσύ πρέπει
να διανύσεις αυτό,
ό,τι βλέπεις μέχρι τον απέναντι τοίχο.
Ο δρόμος - μια συστάδα από λεύκες δίπλα σε υγρές
όχθες.
Κάθε ρωγμή μια προοπτική ελευθερίας.
[Η αλήθεια - ευαίσθητη στο φως, στην
καμπυλότητα της μνήμης, στους γεωγραφικούς προσδιορισμούς.
Τις φαντάστηκες εκείνες τις
πεταλούδες.]
ΣΧΟΛΙΟ:
Ξαφνιάζει ευχάριστα η σκιαγράφηση του… πλημμυρισμένου με εικόνες (ετερόκλητες
από πρώτη ματιά) τοπίου στο παραπάνω ποίημα
της Ειρήνης Ιωαννίδου (εδώ με τη μορφή της
δημοσόευσής του στο χρονολόγιο της ποιήτριας): αεικίνητο σκυλί (σκάβει, γρυλίζει, γλύφει) στη
μια μεριά, δίπλα ίσως η νεραντζιά της αυλής και στο βάθος της χίλια άλογα
αντίστιξη στο ένα περιστέρι. Πώς να μην στενεύει ο ορίζοντας που χώρεσε όλα
αυτά; Η ανθρώπινη παρουσία υπολανθάνει στην απροσδόκητη απάντηση που
υπαγορεύεται από τ’ ανθισμένα μπουμπούκια μιας βιαστικής μυγδαλιάς: «Μπήκε η Άνοιξη με την αχίλλειο πτέρνα
της»!.. Απρόβλεπτη και αινιγματική η εικόνα της άνοιξης με το αδύνατό σημείο της,
πρώτη λαβή για συμβολικές προσεγγίσεις: Η Άνοιξη, Θεά χρωμάτων και ήχων, με
ανίκητη τη φυσική ομορφιά της, έχει κι αυτή το αδύνατο σημείο που την κάνει
ευάλωτη και πεπερασμένη. Εδώ όμως υπερισχύει το στοιχείο του μύθου που της
αποδίδει τη μαγική αλλά ύπουλη εκείνη ιδιότητα: βουτάει τους ανθρώπου στα Ύδατα
της Στυγός, τους κάνει αθάνατους αλλά αφήνει (άθελα, σκόπιμα;) ένα τρωτό
σημείο… Είτε έτσι είτε αλλιώς η επόμενη εικόνα απογειώνει το ποίημα. Ποτάμια
βουνά και ωκεανοί: αυτοί είναι προφανώς οι Θεοί-Υπηρέτες της Άνοιξης. Τα μάτια
μεγαλώνουν για να χωρέσει η επιθυμία όλο αυτό το μεγαλείο της που το κάνουν
δικό τους γι’ αυτό και το προσφέρουν απλόχερα «για ένα φιλί» που θα σφραγίσει
την πλούσια αυτή ευωχία και κάνουν σχεδόν άχρηστη τη οποιαδήποτε ρωγμή, γιατί
από αδύνατο και τρωτό σημείο, γίνεται «μια προοπτική ελευθερίας». «Κάθε ρωγμή
μια προοπτική ελευθερίας»: ιδανική κατακλείδα τόσο δυνατή από μόνη της που
αποδυναμώνει τις λεπτομέρειες της περιγραφής που την συμπληρώνουν.
ΟΤΑΝ Ο ΦΑΟΥΣΤ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ
Έσκαβε μήνες με τα χέρια μες στον
κήπο.
Τραβούσε ρίζες, έκοβε με τα δόντια,
γέμιζε αίματα το στόμα απ’ τα αγκάθια.
«Κόκκινο σου πρέπει» έλεγε,
όταν θα βλέπεις απ’ τον βράχο την σκιά
μου να σιμώνει.
Την θέλω προσκεφάλι την ψυχή σου,
να έχει χέρια σαν κλαδιά
να μου συμπαραστέκεται στην μοναξιά
και ρίζες βαθιά μέσα στο χώμα.
Στο παράθυρο, τις νύχτες, να προσμένει
με μια πλεξούδα
έτοιμη, με ένα στήθος τρυφερό να
βγαίνει καθώς σκύβει,
με μια πληγή στα σωθικά ανοιχτή, για να με θρέφει.
Με κεριά να στήνει λιτανεία,
καθώς θα βγαίνουν οι νεκροί με τα σεντόνια -δίχως
μάτια-,
να λέει τι όμορφα μυρίζει και το χώμα.
Τι ελευθερία, που η σάρκα δεν πονάει.
Ποιόν νεκρό εσύ κλαις;
Και η τρύπα αυτή στο στέρνο -που μοιάζει με τιμόνι-
αδιάκοπα σε σπαταλάει και αέρηδες τραβούν κουπί.
Μην το ξεχάσει το ταξίδι λένε, με ρυθμό νοσταλγικό.
Υπάρχει μια θάλασσα εκεί στην άκρη του σπιτιού.
[στίχοι
Ειρήνης Ιωαννίδου όπως αναρτήθηκαν στο ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ της,
που
πήραν την τελική μορφή τους
–
όπως κι άλλα ποιήματα σ’ αυτή την ανάρτηση –
στις
συλλογές της ποιήτριας:
ΕΙΡΗΝΗ
ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, ΣΩΜΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ, Σαιξπηρικόν 2016 και
ΕΙΡΗΝΗ
ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ Τα Ρόδα κόβονται στα 2/3, ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ 2013 ]
ΣΧΟΛΙΟ: Το «κόκκινο» σου πρέπει, αν με χρώμα πρέπει να σχολιάσω τον ακατάβλητο ρυθμό της
έμπνευσής σου…
Κάθε φορά εικόνες μ’ άλλες αποχρώσεις, κάθε συνέχεια κι
άλλες υποσχέσεις…
«Στο αριστερό πλευρό δεν κάνει να κοιμάσαι, γίνεται ζόρικη υπόθεση η αγάπη».
τα βήματα ίσκιους μετράνε
και μεγέθη στον αφρό
και με ομφάλιο λουρί σε δένουν
το κλάμα δεν αντέχει
με στράτα και στρατούλα
μαθαίνεις να πορεύεσαι
γυμνή τι όμορφα που φέγγεις
με τα μαλλιά σου απλωμένα
τον ουρανό μπαλώνεις
και κάπου κάπου κοκκινίζει
Στο ύψος των ματιών η φλογοκρύπτη. ΕΙΡΗΝΗ
να 'χω να σε ποθώ τα βράδια
σε υπνώδεις αγναντεύσεις της αφής»
(αφού όπως λένε)
«οι ομορφότερες ιστορίες άθελά μας υφίστανται...»
- στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της ζωής-
(φωτογραφία «Ωραία Κοιμωμένη Βάρκα», στις καλαμιές της λίμνης Βεγορίτιδας» ή Οστρόβου, χωριό Άρνισσα στους πρόποδες του όρους Βόρρα - Καϊμάκτσαλαν)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου