Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαρτίου 2024

ΕΙΜΑΣΤΕ ΦΤΙΑΓΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΕΚΡΗΞΕΙΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΜΕΝΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ...

Τα λόγια αυτά ανήκουν στην ποιήτρια Κατερίνα Γώγου!.. 

 «Και είναι,   σχολιάζει ο Γιώργος Μπλάνας στο δεύτερο κύκλο της συλλογής ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ Γαβριηλίδης 2013,

« λόγια που μοιάζουν υπέρ – ρομαντικά,  αλλά στην πραγματικότητα  είναι απολύτως ρεαλιστικά!..

Υπάρχει  μια ερεβώδης  και  ίσως τρομακτική αντιστοιχία  ανάμεσα στην ψυχή  και  στο γύρω μας χάος.  

Αυτή άλλωστε η αντιστοιχία είναι που μας κάνει να ελπίζουμε…

Τι;   Ποιος ξέρει!..   Διάφορα. 

 Καθένας το δικό του, αυτό από το οποίο κρατήθηκε μόλις γεννήθηκε για κάποιον απροσδιόριστο λόγο...»

 

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1940.

Σπούδασε κριτική και χορό.  Εργάστηκε από μικρή ηλικία σε παιδικούς θεατρικούς θιάσους και στον κινηματογράφο. 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο   

ΤΡΙΑ ΚΛΙΚ ΑΡΙΣΤΕΡΑ (Καστανιώτης, πρώτη έκδοση  1979

 


ΤΡΙΑ ΚΛΙΚ ΑΡΙΣΤΕΡΑ 

Η Ζωή μας είναι σουγιαδιές   σε βρώμικα αδιέξοδα

σάπια δόντια   ξεθωριασμένα συνθήματα   μπάσσο βεστιάριο

μυρουδιές από κάτουρα αντισηπτικά  και  χαλασμένα σπέρματα!..

Ξεσκισμένες αφίσες.   Πάνω – κάτω   Πάνω – κάτω, η Πατησίων…

Η ζωή μας είναι η Πατησίων.

Το ROL  που δεν ρυπαίνει τη  θάλασσα

και ο Μητροπάνος μπήκε στη ζωή μας

μας τον έφαγε η Δεξαμενή κι αυτόν   σαν τις ψηλόκωλες.

Εμείς εκεί!.. 

Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε την ίδια διαδρομή:

Ξευτίλα – μοναξιά – απελπισία!..  Κι ανάποδα!..

Εντάξει.  Δεν κλαίμε.  Μεγαλώσαμε!..

Μονάχα όταν βρέχει   βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας…

Και καπνίζουμε!..

Η ζωή μας είναι   άσκοπα λαχανητά 

σε κανονισμένες απεργίες   ρουφιάνους  και  περιπολικά!..

Γι’ αυτό σου λέω…

Την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε   να μην την κοπανήσουμε.    Να ζυγιαστούμε…

Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας, ρε!..

Μη.   Βρέχει.   Δος μου τσιγάρο…   

 

«Η  φωνή της, συνεχίζει ο Γιώργος Μπλάνας, βρήκε τεράστια απήχηση στους υποψιασμένους νέους της εποχής, οι οποίοι έβλεπαν  την προωθούμενη από τους σοσιαλδημοκράτες κοινωνική αφασία να έρχεται με ιλουστρασιόν δρασκελιές!.. 

Φώναζε,   έβριζε,   έκλαιγε,   ούρλιαζε,   αλλά ήξερε να γράφει καλά,  να δίνει ποιητική μορφή στο τρικυμισμένο μάγμα της ψυχής,  που δεν αντέχει τον πόνο  και  την αθλιότητα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. 

Ωστόσο  νομίζω πως ήξερε ότι η ψυχή που δεν αντέχει είναι η πιο συμπαγής  και  γενναία  και  ότι  η καπιταλιστική βαρβαρότητα δεν είναι παρά μόνο μια μορφή της εξουσίας!..

Μπορεί να μυθοποιήθηκε από τον αντιεξουσιαστικό χώρο,  μπορεί η προσήλωσή της στην άρνηση κάθε εξουσίας να έστρεψε την προσοχή των αναγνωστών προς τα θέματα της ποίησής της – πράγμα φυσικό άλλωστε σε μια εποχή που το κράτος είναι φορέας κτηνωδίας – αλλά η συμβολή της στον ποιητικό λόγο είναι σημαντική.

Έδειξε πως ο καθημερινός λόγος μπορεί να έχει ρυθμό, να ασκεί γοητεία ιδεολογική  και  αισθητική»  

 

ΠΟΥ ΛΕΣ ,  ΓΥΡΙΖΩ ΞΥΠΟΛΥΤΗ  Σ’ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΘΕΛΩ Ν’ ΑΛΛΑΞΩ

αφήνοντας ματωμένα χνάρια στο πέρασμά μου,  γράφει σ’ ένα της ποίημα η Κατερίνα Γώγου

 

Ακολουθούν αποσπάσματα  από κείμενα στα οποία σχολιάζεται  η πολιτική της ποίηση.

Τα υπογράφουν    ο Δημήτρης  Αθηνάκης  και η  Ευτυχία Παναγιώτου. 

Η παρουσίαση κλείνει μ’ ένα  μικρό ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ από τις ποιητικές συλλογές

ΤΡΙΑ ΚΛΙΚ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, Καστανιώτης 1979

ΙΔΙΩΝΥΜΟ, Καστανιώτης 1980

ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΠΑΛΤΟ, Καστανιώτης 1982  και

ΑΠΟΝΤΕΣ, Καστανιώτης 1986

 

Η ΑΙΩΝΙΑ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ  Η ΑΙΩΝΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΗΣ ΣΙΓΟΥΡΙΑΣ

(… η Κατερίνα Γώγου  πενθούσε τον κόσμο από καταβολής του  και   καταδίκαζε… το σηκωμένο δάχτυλο κάθε ξερόλα…) 

Τι είναι ευκολότερο:  να πενθείς η ζωή  ή να την ζεις;  

Να ζεις πενθώντας  ή να πεθάνεις τελικά έχοντας ζήσει  και αφήνοντας μοιραία τους άλλους να πενθούν για σένα  ή  από σένα; 

Μια μόνιμη απορία  και  αμφισβήτηση,  μια αμφιβολία ανυποχώρητη,  με το μυαλό στραμμένο στον κόσμο  και το σώμα γυρισμένο πλάτη σ’ αυτόν!.. 

Σε καμία εποχή ο κόσμος δεν κατάφερε να βάλει στον ίδιο δρόμο   το μυαλό  και  το σώμα. 

Και γιατί να αποτελεί σ’ αυτό εξαίρεση ένας ποιητής;

Και γιατί, συνεπαγωγικά, να αποτελεί εξαίρεση η Κατερίνα Γώγου;

Αναρωτιέται ο Δημήτρης Αθηνάκης στην εισαγωγική παράγραφο της παρουσίασης και σχολιάζοντας την ποίηση της Κατερίνας Γώγου γράφει:

«Η Κατερίνα Γώγου, νομίζω, δεν είμαι σίγουρος, πενθούσε τον κόσμο από καταβολής του.  Ο παρατεταμένος της θυμός, πολλές φορές παιδικός, αλλά ποτέ παιδιάστικος, ήταν σαν τα μούτρα που κρατά ένα παιδί απέναντι στους μεγάλους, επειδή δε βλέπουν ότι όλα πάνε στράφι, αντίθετα από την επιθυμία του,  αλλά δεν ξέρει πώς να το πει.  Η Γώγου, υποψιάζομαι, δεν ήξερε πώς να το πει, πόσο μάλλον δεν της ήταν εύκολο να το κάνει  και γι’ αυτό άρχισε να γράφει ποιήματα.   Η Κατερίνα Γώγου είναι η ποιήτρια του ανεκπλήρωτου και της αδυναμίας.  Είναι μια ολοκληρωμένη και δυνατή ποιήτρια. Μάλλον.

Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο  ή τόσο παράδοξο που ήθελε να βάλει στον ίδιο – παρότι λοξό = δρόμο και το μυαλό της και το σώμα της. Όταν συνειδητοποίησε ότι το έξω τέρας την κατέκλυσε, χωρίστηκε για πάντα.  Άφησε τα ποιήματά της και έφυγε. Νομίζω.  Δεν είμαι σίγουρος για τίποτα διαβάζοντας  και  φανταζόμενος την ποιήτρια. Κι αυτό είναι μια νίκη της και μια, τοσηδά δική μου:  Η αιώνια αμφιβολία.  Η αιώνια καταδίκη της σιγουριάς  και  του σηκωμένου δάχτυλου του παντός είδους ξερόλα!..  Η Κατερίνα Γώγου έσπασε τα σηκωμένα δάχτυλα και τα ’κανε ποιήματα…  

Μπορεί να μου είναι αδύνατον  να γραδάρω μέσα μου την αλήθεια που αποτύπωσε με τα ποιήματά της… Έχει σημασία; Σημασία έχει ο λόγος, όχι το αποτέλεσμα.  Σημασία έχει που η Γώγου έπαιρνε μανιωδώς την αλήθεια της και χόρευε πάνω της το χορό της ζωής…

Η ανάγνωση της αλήθειας είναι αυτό που η ποιήτρια μας άφησε παρακαταθήκη:    ό,τι δεν προλαβαίνεις να ζήσεις  ή  να καταλάβεις  στο δίνει – ή μάλλον στο πετάει στα μούτρα… Δεν ήταν καθωπρέπει η Γώγου, υποψιάζομαι…. Ήταν όμως ευγενής…»

[αποσπάσματα από την παρουσίαση του Δημήτρη Αθηνάκη στον δεύτερο κύκλο της συλλογής ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013]

 

ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΠΑΛΤΟ

(πρώτο απόσπασμα από ομότιτλη συλλογή της Κατερίνας Γώγου, εκδόσεις Καστανιώτη  1982)

Κάθομαι και γράφω

όπως οι οριστικά τρελοί στα χέρια του δημοσίου.

Παραλήπτης   η αγία  Ανύπαρχτη

κι ένας πολύ δικός μου

περασμένος οριστικά    σ’ ένα καμένο κατάλογο αγνοουμένων.

Δίνω το γραφτό μου  - γράμμα ανοιχτό –

στον πρώτο τυχόντα του επισκεπτηρίου

καλοπροαίρετο  και  συμπονετικό

να το πάει σπίτι μου  -  γνωστή διεύθυνση –

όπου τώρα   ένα νεογέννητο βατραχάκι

με μόνο μία μαύρη ουρά σέρνεται

σε λιμνασμένα  αποπίματα   θα μεγαλώσει

για να τραγουδάει αισχρά σεξουαλικά κουαξ – κουάξ

όταν νυχτώνει με της ηλικίας του τους βατράχους.

Δεν έχω κανένα συναίσθημα .

Δεν αυτοθαυμάζομαι  ούτε  αυτολυπούμαι!..

Μόνο παρατηρώ   τα ρετσίνια  που στάζουν από τα πλευρά μου

και μια μύγα που επίμονα σκότωσα

γιατί πολύ μ’ ενοχλούσε.

Γράφω επίσης ενώ παρατηρώ

ένα ξανθό καραφλό μωρό 2 χρονώ

που μόλις του φυτρώνει ένα στενό μουστακάκι.

Δεν το βλέπει κανείς.

Μονάχα εγώ  κι αυτό ξέρουμε

γιατί με παρατηρεί προσεχτικά

τις κινήσεις μου   τα βλέφαρά μου που ανοιγοκλείνουν

μοιάζει ήσυχο   αφοδεύει

κοιτώντας τα πόδια μου

που βγάζουνε ρίζες

ξέρει  πως πιο πολύ απ’ όλα   τα δένδρα σιχαίνομαι…

 

ΤΙ ΚΑΝΕΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ   ΠΟΙΗΜΑ; 

(αναρωτιέται η Ευτυχία Παναγιώτου στο δοκίμιο της Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΓΩΓΟΥ,  δεύτερος κύκλος της συλλογής ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ, Γαβριηλίδης 2013)  

Διαβάζοντας τα ποιήματα της Κατερίνας Γώγου, θέτω στον εαυτό μου την ίδια πάντα ερώτηση: Τι κάνει ένα ποίημα   ΠΟΙΗΜΑ;

Οι περισσότεροι γραμματολόγοι αγνόησαν την ποίησή της   την ίδια στιγμή που οι πωλήσεις των βιβλίων της έφταναν,  και πριν από το θάνατό της, στα ύψη του νομπελίστα Ελύτη.  Ενώ η Γώγου ανήκε χρονολογικά στη λεγόμενη  «γενιά του ’70», εφόσον γενήθηκε το 1940  και  εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο το 1978, δεν συμπεριλήφθηκε όμως επισήμως σε αυτήν.  Ενώ οι ειδικοί επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια σωστής ονομάτισης  αυτής της γενιάς  (με τους όρους «γενιά της αμφισβήτησης», «γενιά της άρνησης», «τρίτη μεταπολεμική γενιά»), ο ανένταχτος αντικομφορμισμός  που πρωτοσυνέδεσε τους εν λόγω ποιητές άρχιζε, με το τέλος της δεκαετίας, να υποχωρεί.  Όταν δηλαδή η Γώγου εξέδιδε το δεύτερο βιβλίο της,  που έφερε τον προκλητικό πολιτικό τίτλο ΙΔΙΩΝΥΜΟ (1980), υψώνοντας ακόμη παραπάνω του τόνους της πολιτικής αμφισβήτησης του ΤΡΙΑ ΚΛΙΚ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς του ’70 προσχωρούσε σε ένα προσωπικό, υπαινικτικό και γλωσσοκεντρικό ποιητικό δρόμο.  Τη δεκαετία του ’80 ανέτελλε για την ιστορία της νεοελληνικής ποίησης η επόμενη γενιά, του «ιδιωτικού οράματος», με κύριο χαρακτηριστικό της τη σταδιακή  και  συχνά ηθελημένη, αποϊδεολογικοποίηση!..

Ο κριτικός Αλέξης Ζήρας κάνει λόγο για ένα πολιτικό όραμα εξαρχής αδρανοποιημένο, εφόσον «σε κανέναν από τους επιμέρους ποιητές δεν συναντάμε με ρητό κι άμεσο τρόπο την υπαγωγή της τέχνης σε ιδέες  και πολιτικο-κοινωνικά σχήματα»!..  Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, από την άλλη, υποστηρίζει ότι, ενώ κάποιοι πρόλαβαν «να προβούν σε μια υπερβατική σάρωση του διεθνούς διπολισμού», άλλοι αισθάνονταν ότι «δεν μπορούσαν να κλείσουν την πόρτα σε όσα θα εξακολουθούσαν να συμβαίνουν γύρω τους»!..  Αυτοί οι άλλοι δεν κατονομάζονται, δεν είναι όμως δύσκολο να καταλάβουμε σε ποια από τις δύο κατηγορίες ανήκε η Γώγου, λαμβάνοντας υπόψη μας τους στίχους ποιητικής της:

«Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ

είναι μη γίνω «ποιητής»!..

Μην κλειστώ στο δωμάτιο  ν’ αγναντεύω τη θάλασσα

κι απολησμονήσω…»

Το ποιητικό υποκείμενο της Γώγου τοποθετεί τον εαυτό του έξω, στην κοινωνία, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο θα σήμαινε την αυτοκαταστροφή του:

«Ένα πρωί  θ’ ανοίξω την πόρτα

και θα χαθώ   με τα’ όνειρο της επανάστασης

μες στην απέραντη μοναξιά

των δρόμων που θα καίγονται…»

Αν τα ποιήματα είναι ιστορικές μαρτυρίες   και  υπονομεύσεις κυρίαρχων αληθειών,  η περίπτωση της Γώγου αποκαλύπτει  μια άλλη όψη της μεταπολιτευτικής εποχής:  ότι η μικροαστική λήθη, η επενδυμένη  με τον αέρα της αλλαγής  και  της προοδευτικότητας, δεν μπορούσε να κατηγορήσει κάποιους  που παρέμειναν  στους δρόμους των λαϊκών αγώνων κλυδωνισμένοι.  Μάντισσα κακών, η ποιήτρια έβλεπε ότι  ο κόσμος έπρεπε να αποκατασταθεί τόσο από τη σταλινική βαρβαρότητα  όσο και από την εισβολή του καπιταλισμού.  Γεμάτη απόγνωση γράφει:

«Είμαι εγώ!..  Δικό σας παιδί

αίμα από το αίμα σας   ρούχο από το ρούχο σας

σάρκα εκ της σαρκός σας!..

Μάνα μου   η ελευθερίων ηθών πουτάνα   ο καπιταλισμός!..

Πατέρας μου  ο αιμομίχτης χωρικός Ιωσήφ Ντζουγκασβίλι Στάλιν!..

Γνήσιο παιδί της Ρόζμαρυ  και του Εξορκιστή

παλουκωμένη στη μέση των καιρών   να με χτυπάν όλοι οι άνεμοι…»!..

Τα ποιήματά της καταγγέλλουν αμείλικτα και τους δύο πολιτικούς δρόμους αναζητώντας έναν τρίτο, μια διαφορετική πολιτική ταυτότητα, να πορευτούν.

Ας σημειωθεί εδώ ότι, όταν άρχισε να γράφει ποίηση, η ηθοποιός Γώγου διαφοροποίησε και τον τρόπο ζωής της:  εγκατέλειψε τις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς… αμφισβητώντας και πολεμώντας κάθε μορφή κομματικής ή μη εξουσίας.  Την ίδια εποχή πραγματοποιούσε ριζικές αλλαγές στην καλλιτεχνική της πορεία κάνοντας ένα πελώριο άλμα από το «αστικό θέαμα» της Φίνος Φιλμ στον υπαρξιακό ίλιγγο της «Παραγγελιάς».  Αναζήτησε  και αναγνώρισε τον εαυτό της έξω από τις τυποποιημένες  και ασφυκτικές θηλυκές ταυτότητες που παρείχε μαζικά υπό το φως των κολακευτικών προβολέων η «καπιταλιστική πατριαρχία»  και ακροβάτησε στην ψυχική ευρυχωρία της ποίησης.  Η ποίησή της αγκάλιασε όχι  μόνο τη γυναίκα αλλά τον άθρωπο συνολικά, επιθυμώντας να αποκαταστήσει χαμένες ψηφίδες της αξιοπρέπειας του.

Το «όνειρο της επανάστασης» για τη Γώγου ατόνησε στις σκληρές διαψεύσεις του, που αποτυπώνονται αιχμηρά στους στίχους των πρώτων βιβλίων της, ωστόσο το κυνήγι για το πολιτικό ιδανικό αποτέλεσε το πιο εμβληματικό ίσως θέμα της ποίησής της:

«Μόνο που εμείς είχαμε αποφασίσει

ν’ αλλάξουμε τον κόσμο

κι αυτό δεν γίνεται με εξοχή»   

Και αλλού:

Που λες  

γυρίζω ξυπόλυτη σ’ έναν κόσμο   που θέλω ν’ αλλάξω,

αφήνοντας   ματωμένα χνάρια   στο πέρασμά μου…»

Δε θα υπέγραφε ούτε στη ζωή ούτε στις λέξεις πιστοποιητικό φρονημάτων, καταδικάζοντας έτσι τον εαυτό της σε μια οδυνηρή αυτοεξορία…

[αποσπάσματα από την παρουσίαση της Ευτυχίας Παναγιώτου στον δεύτερο κύκλο της συλλογής ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013]


ΝΟΣΤΟΣ

Το βασίλειο μου

πέρα από τις αφετηρίες όλων των ανέμων

είναι ορατό

από την άλλη μεριά των γαλανών βουνοκορφών.

Μας χωρίζει απ’ τους δικούς μου

ένας κακόγουστος με ψεύτικη ημερομηνία θανάτου

μαρμάρινος σταυρός

εκείνου νομίζω που ονομάσανε πατέρα μου.

Είναι μακρύς ο δρόμος

κι εγώ έρχομαι από πολύ μακριά με σκόνη.

Το άλογό μου

τηρώντας τους νόμους της φυλής

με το σπαθί βουτηγμένο στον ήλιο

το έσφαξα.

Με σύρανε   ΕΔΩ

Είμαι ακόμα   ΕΔΩ

Στο βασίλειο της χειρότερης ταπείνωσης.

Στο κράτος της Ανάγκης

(Κατερίνα Γώγου)


ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΕΣ ΑΛΛΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ  

(.. στο μεταξύ,  κάπου μέσα στο σύμπαν,  ένα θηλαστικό επινόησε μερικές έννοιες που του επέτρεψαν να δημιουργήσει έναν παράδεισο και μια κόλαση…)

Ο παράδεισος είναι πάντα κάπου μακριά,  η κόλαση στέκεται πάντα άγρυπνη γύρω στον άνθρωπο.  Υποτίθεται πως το να πεθάνει κάποιος στο δρόμο από κατάχρηση παραισθητικών ουσιών – όπως η Κατερίνα Γώγου το 1993 – είναι η κόλαση.  Ας μη γελιόμαστε,  υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν πως το να πεθάνει κανείς σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου, σε καθαρά σεντόνια, είναι η χειρότερη κόλαση.  Όποιος βγαίνει στο δρόμο της αμφισβήτησης  από νωρίς, κάπου στο δρόμο θα βρεθεί νεκρός.  Να λείπουν οι θρήνοι και οι οδυρμοί!..  [Γιώργος Μπλάνας, δεύτερος κύκλος στη συλλογή ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013]   ΙΔΙΩΝΥΜΟ 9  (από ομότιτλη συλλογή της Κατερίνας Γώγου, Καστανιώτης 1980):  Να δώσεις μια και να βγεις όξω από την πόρτα.   Πάρε φόρα και βρόντα τη πίσω σου.   Στήσου απέναντι και δε το πατρικό σου να σωριάζεται   τα παιδικά σου χρόνια δες τα καλά   να τη φουντάρουν απ’ τους φεγγίτες μουγκρίζοντας   σαν τα βόδια που τους πατάνε πυρωμένο σίδερο  και  τα μαρκάρουνε   θρησκευτικές τελετές  ξόρκια  χρυσά σταυρουδάκια   μποδίζουν στο κατάστημα   στήσου απέναντι και κοίταξε   πόρτες και παράθυρα έχουν το σχήμα του σταυρού   τίποτα δεν είναι τυχαίο   Σάπιο η φωνή του αίματος   το κληρονομικό δίκαιο το κρατάει   την ώρα που θα πέφτει το τελευταίο καδρόνι   πέρα μακριά ανεμίζουν πουλιά   βάλε τα χέρια στις άδειες τσέπες σου   άνοιξε βήμα  μη νοιαστείς για την ώρα   άνοιξε το στόμα σου   ξύπνα τους ενοίκους της γης   βάλε λόγια  και  δική σου μουσική   ξελαρυγγιάσου με την αγριοφωνάρα σου   -  Η  ζωή  -  δεν είναι ένα κλειστό ταξίδι   που ήταν  α  α  α  αταξίδευτο…

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2024

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

ΚΑΛΛΙΟ ΧΟΡΕΥΤΑΡΑΣ ΝΑ ’ΜΟΥΝΑ…

 

κόλλες που να κρατώ και μολυβάκια

θα ’σερνα συρτό χορό, χέρι με χέρι,

μ’ όλα μας του γιαλού τα καραβάκια!.. 

 

 Ο Γιάννης Σκαρίμπας είναι ένας «Ποιητής στη σκιά» με όλη την κυριολεκτική σημασία της έννοιας,

διαπιστώνει ο Γιώργος Λαμπράκος στην παρουσίασή του  και εξηγεί:

«Όταν άρχισα να διαβάζω Σκαρίμπα, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η προσεγμένη σειρά των εκδόσεων Νεφέλη με άπαντα τα έργα του,   δεν περιλάμβανε ακόμα τα ποιήματά του,  έτσι ήταν πρακτικά δύσκολο να τα βρει κανείς. Επειδή μάλιστα δεν είχα καλές σχέσεις με την ελληνική μουσική,   δεν ήξερα ούτε τα μελοποιημένα ποιήματά του… Για καλή μου τύχη, αυτό που εν τέλει αποδείχθηκε το αγαπημένο μου μη σατιρικό ποίημα του Σκαρίμπα,  η ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ,  ήταν το πρώτο που διάβασα,  στην Ελληνική Ποιητική Ανθολογία Θανάτου του 20ου αιώνα»

 


Στην ΕΙΣΟΔΟ μάλιστα των κειμένων για τον εν λόγω ποιητή,  στον πρώτο τόμο της σειράς ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ των εκδόσεων Γαβριηλίδης 2012, ο Γιώργος Μπλάνας σημειώνει:

«Ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξε μια μαύρη τρύπα,  ένα αστρικό σώμα με τεράστια μάζα  και απίστευτη βαρυτική δύναμη, στην ελληνική λογοτεχνία.  Την εποχή που οι μοντερνισμοί σφυροκοπούσαν τα λογοτεχνικά καθεστώτα στις χώρες της Ευρώπης,  ο Σκαρίμπας ανέπτυξε το δικό του μοντερνισμό από δύο δρόμους: 

από την αναζήτηση του στοιχείου του παράλογου στη λαϊκή παράδοση  και

από ένα γλωσσοθραυστικό δαιμόνιο,  που ωστόσο έμοιαζε τόσο φυσικό.

Έτσι έδωσε ο Σκαρίμπας το στίγμα του:  εξαρθρώνοντας τη γλώσσα, φανέρωνε τη διάθεσή του να δει εξαρθρωμένη  μια εκτρωματική αστική κοινωνία που έκρυβε την πορνική φυσιογνωμία της στην αυστηρή επιφάνεια της έκφρασης!..   Δεν χρειαζόταν να ασχοληθεί με θέματα πολιτικά.  Η γλώσσα του από μόνη της ήταν μια αντιεξουσιαστική πράξη!..  Και αυτό το κατάλαβαν οι καθεστωτικοί άνθρωποι των γραμμάτων  και τον έβαλαν στην άκρη!.. 

Ο Σκαρίμπας όμως ήταν έτοιμος ν’ ακουστεί με τους δικούς του όρους στη φωνή των νέων ποιητών…»

 

Επέλεξα για  τίτλο αυτής της ανάρτησης την πρώτη στροφή  από το ποίημα ΧΟΡΟΣ ΣΥΡΤΟΣ,

 όπου    ο Ποιητής απαντάει στο διαχρονικό δίλημμα: 

ζωή  ή τέχνη;    

και  με το δικό του ξεχωριστό τρόπο εκφράζει μια τάση φυγής που χαρακτηρίζει συνολικά το ρεύμα των νεορομαντικών και νεοσυμβολιστών, του οποίου αποτελεί έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους…

(ιδού η συνέχεια του εν λόγω ποιήματος):

 

«Κι έν’ αψηλό τραγούδι για σιρόκους

Θ’ άρχιζα,  γι’ αφροπούλια και για ένα

γλαρό καράβι  με πανιά και κόντρα φλόκους

που θα ’ρχονταν να μ’ έπαιρνε και μένα. 

 

Με χώρις  Καρυωτάκη,  Πολυδούρη

μόνο να τραγουδάν τριγύρω οι κάβοι

κι οι πένες μου πενιές σ’ ένα σαντούρι

άσπρα πανιά σου οι κόλλες μου, καράβι!.. 

 

Γιαλό – γιαλό να φεύγουμε  και άντε!..

Να λέμε όλο για μάτια,  όλο για μάτια, 

κι εκεί – λες κομφετί μες στο λεβάντε –

όλα μου τα γραφτά χίλια κομμάτια!..

 

Και, σαν χτισμένη εκεί από κιμωλία,

βαθιά μα χάνεται η Χαλκίδα πέρα,

μ’ όλα μου ανοιγμένα τα βιβλία, 

καθώς μπουλούκι γλάροι στον αέρα…  

(Γιάννης Σκαρίμπας, συλλογή Εαυτούληδες 1950)

 

«Οι πιερότοι,  οι αρλεκίνοι,   οι φασουλήδες,   ο καραγκιόζης,   οι βοϊδάγγελοι…  Οι commedie dell’ arte.  Τα γητέματα της πόλης,  η Χαλκίδα σαν από τεμπεσίρι,  το πλοίο με ύφος.  Όλα φτιαγμένα ψιμύθια,  όλα μέρος ενός σκηνικού.  Η δράση συμβαίνει  σε κάποιαν άλλη χρονοδιάσταση.  Αχ, τι ευκαιρία που ’χασα να φύγω   όξ’ απ’ τα όρια του κόσμου!..  Μια χρονοδιάσταση,  αυτή του Σκαρίμπα,  που αποτυπώνεται σαν σε νεκρικά πορτρέτα…  Ίσως να ήταν μια κουστωδία από μάσκες  και  θολά πρόσωπα, με τα οποία έκανε τις δοκιμές του ο Σκαρίμπας για να απαλλαγεί από τις λογοτεχνικές φόρμες κι επιταγές – όχι «της εποχής»  αλλά της κάθε εποχής…»

 

ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ   Ο ΕΙΡΩΝ  

(… ένα από τα πιο δραστικά στοιχεία που ρέουν ανεμπόδιστα στον ποιητικό  και πεζό  λόγο του Γιάννη Σκαρίμπα  είναι η ειρωνεία…

Η ειρωνεία είναι εκείνο το γνώρισμα της λογοτεχνίας του Σκαρίμπα, το οποίο σαγήνευε  και εξακολουθεί να σαγηνεύει, ενώ σχετίζεται ασφαλώς και με τον Καραγκιόζη… Ο Γιώργος Λαμπράκος σχολιάζει:

«Ο Καραγκιόζης  έχει μεταγγίσει αρκετά γνωρίσματά του στον… σκαριμπικό παλιάτσο,  γκαφατζή  ή  παρία.  Ξέρουμε άλλωστε ότι ο λογοτέχνης κατασκεύασε πολλές φιγούρες του θεάτρου σκιών…

Ούτως ή άλλως, ο χαρακτήρας του παλιάτσου είναι ένα γνωστό λογοτεχνικό  κι ευρύτερα καλλιτεχνικό όχημα για την υπονόμευση κάθε κατεστημένου:  με το σαρκασμό  και  φυσικά με τον αυτοσαρκασμό του,  ο παλιάτσος μπορεί να σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του.  Γι’ αυτό εμφανίζεται τόσο συχνά και είναι τόσο αγαπητός:  για να περιοριστούμε στον περασμένο αιώνα,  τον διακρίνουμε στους αδελφούς Μαρξ,  τον Τσάπλιν,  τον Κίτον,  τον Χοντρό – Λιγνό,  τον Βέγγο  αλλά και σε έργα του Μπέκετ  και του Ιονέσκο…  Ο χαρακτήρας του παλιάτσου σε όλους αυτούς τους δημιουργούς,  και  στον Σκαρίμπα, δεν είναι πάντως ένας χαζοχαρούμενος βλαξ, αλλά ένας ευσυνείδητος γελωτοποιός,  που σατιρίζει τα πάντα με τη σοφία ενός σεξπηρικού «τρελού»,  ενός δήθεν τρελού…

Αυτό, λοιπόν, που διαφοροποιεί τον Σκαρίμπα από τους περισσότερους λογοτέχνες είναι η ειρωνεία… Ένα γνώρισμα που μπορεί να το συναντάμε συχνά σε πεζογράφους  αλλά σπανιότερα σε ποιητές  (υπάρχει στον καβάφη,  τον Καρυωτάκη,  τον Καρούζο…)  Η ανατρεπτική  και  συχνά αντιποιητική ποίηση του Σκαρίμπα είναι μια ανάσα στην κορυφαία, αλλά βαριά κι ασήκωτη, νεοελληνική ποίηση.  Υο ΗΜΙΟΛΟΚΛΗΡΟΝ είναι ένα από τα λιγότερο γνωστά ποιήματα του Σκαρίμπα, που συνοψίζει περίφημα τα παραπάνω:

«Να είσαι απλός  και  περιττός,    αυτό είναι κάτι.

 

Να μη ’σαι τίποτα   (ούτε απαραίτητος)   επίσης είναι!..

 

Να κλεις με νόημα   (βλακείας ένεκεν)   τόνα σου μάτι.

 

Κάνε το κι έσο   ημιβέβαιος  και  μείνε.

 

Μείνε ημιόχις   ημιναινές  -  κράτα ημιπόζα!..

 

Εσύ ημίβλεπτος   ημιαν – φας   και  - τότε – τέλεια

 

η φήμη θάρτει σου   σαν μια Κυρία   ημιμιμόζα

 

λίγον τι κρύα   και  λίγον μπλάβη   από τα γέλια…


Ο ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ που…

«Δίνει το σινιάλο  - το καθήκον -  για τη διασταύρωσή μας στην αιωνιότη…»

Θόλωνε το βράδυ και το τραίνο είχ’ έμβει

στον ερημικό σταθμό βαρύ κι ατόφιο

λες τό’ χε τυλίξει σ’ αχνά πέπλα η ρέμβη

έτσι ως ξάφνου στάθ’ κε ακίνητο και ψόφιο.

 

Σήμανε η καμπάνα κι έτριξαν οι θύρες,

ούρλιαξε ’να σφύριγμα και αυτό εκινήθη

πλάι σε μια παράτα αγερώχες φιλύρες

που κώπηλατούσαν –λές στητές– στη λήθη.

 

Λίγο ακόμα κι όργιο –αρθρωτή γουστέρα–

θα ’φευγε ως είχ’ έρθει μες σ’ ατμών τολύπη

κι εγώ πάλι μόνος στη θλιμμένη εσπέρα,

Με συντρόφισσά μου, θα ’μενα, τη λύπη.

………………………………………

Άξαφνα ως γλυστρούσε – σ’ ένα παρεθύρι

ένα χέρι εξαίσιο μου ’γνεψε και πάει,

μια σειρά άσπρα δόντια, δυό μάτια σαπφείροι

μου ’στειλαν –και φύγαν– φίλημα στα χάη!

 

Έμεινα … Η μέρα είχε κιόλας φύγει,

του σταθμού μου, γύρω, η ερημία αλύχτα·

κείνες οι φιλύρες πήγαιναν με ρίγη

Και με βήμα στράτιωτικό στη νύχτα…

 

Ω, έσύ, κυρά χέρι, δόντια, μάτι
όνειρο και τραίνο που την πας τη νιότη,
έδωσα σινιάλο –το κ α θ ή κ ο ν– για τη
διασταύρωσή μας στην αιωνιότη…

 [από το βιβλίο: Γιάννης Σκαρίμπας, «Ουλαλούμ – Ευατούληδες – Βοϊδάγγελοι», Κάκτος, Αθήνα 1976, σελ. 53-54]

 

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΓΝΟΤΗΤΑΣ… 

Ο Ρίλκε  στο ΒΙΒΛΙΟ της ΦΤΩΧΕΙΑΣ  και του  ΘΑΝΑΤΟΥ,  μίλησε για μια ταπεινή ράτσα, για ένα σχεδόν χαμένο είδος ανθρώπων, που βρήκε τον αληθινό πλούτο μέσα στο ευτελές και το ασήμαντο.  Μίλησε επίσης και για μια γενιά τυφλή, που άφησε τη ζωή της να σπαραχθεί μες στις μεγάλες πόλεις, στα στολίδια,  στις σπατάλες, στα νοσοκομεία, στις άχρηστες γέννες  και  στο φόβο του θανάτου…

Μόνο ο Σκαρίμπας μπόρεσε να επεκτείνει… το μεγάλο Ρίλκε, γεγονός πολύ δυσάρεστο για όσους, λόγω στερεοτύπων προφανώς, δεν εκτίμησαν την ποίησή του, όσο την ποίηση άλλων Ελλήνων. 

Αυτό το τεράστιο χάσμα των γενεών, που δεν είναι τελικά ηλικιακό, δηλαδή βιολογικό, αλλά ποιοτικό, το χάσμα που προκύπτει από τη λαθεμένη θεώρηση της ομορφιάς και των θησαυρών της ζωής, είναι το μεγαλύτερο βάρος στην ψυχή των δύο ποιητών και άρα το σημείο όπου ταυτίζονται!.. Μέσα από το Ρίλκε  και το Σκαρίμπα ανακαλύπτεις  την τερατωδία των μεγαλουπόλεων, το βίαιο διαχωρισμό του ανθρώπου από τον εαυτό του,  μιας και η απομάκρυνση ενός ανθρώπου από τον άλλο άνθρωπο, δεν είναι τίποτα μπροστά στην απομάκρυνση από τον εαυτό του,  στην πνευματική απομόνωση του να ζεις σα να μην είσαι εσύ, να είσαι και να μην είσαι,  να ενσαρκώνεις την πιο σκοτεινή πλευρά της ρήσης του Αρθούρου   Ρεμπώ,  «εγώ είμαι ένα άλλος»!..

[απόσπασμα από κείμενο της Αγγελικής Κορρέ για το Γιάννη Σκαρίμπα από τον πρώτο τόμο της σειράς ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012]

 

 

ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ…

Σπασμένο καράβι να ’μαι  πέρα βαθιά· 

έτσι  να ’μαι·   με δίχως κατάρτια,  με δίχως πανιά

να κοιμάμαι,

 

Νάν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική    γύρω - γύρω,

με κουφάρι γυρτό και με πλώρη   εκεί    που θα γείρω.

 

Νάν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά   έτσι νάναι! –

και τα βράχια κατάπληκτα και τ’ αστέρια μακριά

να κοιτάνε…

 

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές   δίχως χάρη –

κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές

το φεγγάρι.

 

Έτσι νάμαι καράβι γκρεμισμένο, νεκρό   έτσι να ‘μαι –

σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό,

να κοιμάμαι…

 (από τη συλλογή του Γιάννη Σκαρίμπα ΟΥΛΑΛΟΥΜ 1936)

 

Η αλήθεια είναι πως η πραγματικότητα μας καταπλακώνει… 

Τόσον καιρό αφήνουμε τα δοκάρια να τα τρώει το σαράκι  και όλο λέμε αύριο κι αύριο θα τα φτιάξουμε!..

Φυσικά, τα πράγματα της ζωής δεν φτιάχνονται με λόγια… Οι πολιτικές τακτικές και στρατηγικές διαχείρισης κρίσεων έχουν ψοφήσει πια και μυρίζουν αφόρητα.  Κι εμείς έχουμε εγκαταλείψει την προσπάθεια… Συνεχίζουμε να αγνοούμε πως η πραγματική  δυναμική πολιτική σχετίζεται με την ικανότητά μας να βλέπουμε τον κόσμο και να τον ζούμε διαφορετικά…

Το έργο του Σκαρίμπα – γύρω από το οποίο στρέφονται οι σημερινές μου αναρτήσεις – δείχνει με χίλιους δυο τρόπους προς αυτή την κατεύθυνση. 

Ας τον προσέξουμε τον Ποιητή…

Αφού και μόνο να διαβάζεις Ποίηση σήμερα είναι πολιτική πράξη… Είναι, κατά το Σκαρίμπα, Ο ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ που…

«Δίνει το σινιάλο  - το καθήκον -  για τη διασταύρωσή μας στην αιωνιότη…»


ΕΞΟΔΟΣ

Η αλήθεια είναι πως η πραγματικότητα μας καταπλακώνει… 

Τόσον καιρό αφήνουμε τα δοκάρια να τα τρώει το σαράκι  και όλο λέμε αύριο κι αύριο θα τα φτιάξουμε!..

Φυσικά, τα πράγματα της ζωής δεν φτιάχνονται με λόγια… Οι πολιτικές τακτικές και στρατηγικές διαχείρισης κρίσεων έχουν ψοφήσει πια και μυρίζουν αφόρητα.  Κι εμείς έχουμε εγκαταλείψει την προσπάθεια… Συνεχίζουμε να αγνοούμε πως η πραγματική  δυναμική πολιτική σχετίζεται με την ικανότητά μας να βλέπουμε τον κόσμο και να τον ζούμε διαφορετικά…

Το έργο του Σκαρίμπα – γύρω από το οποίο στρέφονται οι σημερινές μου αναρτήσεις – δείχνει με χίλιους δυο τρόπους προς αυτή την κατεύθυνση. 

Ας τον προσέξουμε τον Ποιητή…

Αφού και μόνο να διαβάζεις Ποίηση σήμερα είναι πολιτική πράξη… Είναι, κατά το Σκαρίμπα, Ο ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ που…

«Δίνει το σινιάλο  - το καθήκον -  για τη διασταύρωσή μας στην αιωνιότη…»

 

Σε μια επιστολή του το 1970 ο Σκαρίμπας καταθέτει την ψυχή του ως εξής:

«Έκλαψα για την απολεσμένη ζωή μου, να είμαι νομοταγής πολίτης μέσα στις πόλεις.  Ευυπόληπτον σκατό (μετά των ομοίων μου), υποκοριστικός άνθρωπος του κόσμου»

Στην κρίσιμη εποχή μας έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη μια τέτοια γλώσσα,  καυστική,  προκλητική,  αλλά και αυτοκριτική,  μια γλώσσα που να σατιρίζει όλους τους υποτιθέμενους   «σωτήρες» οι οποίοι, πιο υποκριτικοί από ποτέ, δηλώνουν πως είναι ακόμα εδώ για να μας «σώσουν»…  Αλίμονό μας!...

 

 Η ΦΑΝΤΕΖΙΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΑΡΙΜΠΑ 

(ο Κ. Στεργιόπουλος  και  Μανόλης Αναγνωστάκης σχολιάζουν την ποίησή του…)

«… η ανανέωση που έφερε η ποίηση του Σκαρίμπα δε βρίσκεται τόσο στη ΜΟΡΦΗ όσο στην οπτική γωνία, στη διατάραξη των λογικών συνειρμών, στο φαντεζίστικο χρώμα, στο γροτέσκο και την παραμόρφωση του πραγματικού…  Πρόκειται για μια ποίηση, βγαλμένη απ’ τη λαϊκή νοοτροπία ενός παράξενου και ιδιόρρυθμου ανθρώπου, που διασταυρώθηκε με ορισμένα διαβάσματα: τον Καρυωτάκη, τον Φιλύρα, τον Πόε, για να εκφράσει και ποιητικά την ιδιοτυπία του. Το σκηνικό και τα πρόσωπα μένουν στην ποίησή του παντού αναλλοίωτα: η Χαλκίδα, τα βαπόρια και τα τραίνα, οι αρλεκίνοι, οι πιερότοι κι οι παλιάτσοι, οι μοιραίες κυρίες, όλα κοιταγμένα μέσα απ’ τις διαθλάσεις του δικού του πρίσματος κι όλα προσχήματα και μέσα για απόδραση…  (Κ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ, η ιδιόρρυθμη ποίηση του Γ.Σ. )   «Ο στίχος όχι πολύ φροντισμένος, ατημέλητος, με την ατημελησία του ανθρώπου που είναι πάντα κομψός, χωρίς ίχνος εκζήτησης, στίχος τολμηρός, συχνά εξαρθρωμένος. Η ρίμα ξεπηδά απροσδόκητη, ευρηματική, συχνά σα σκέτο καλαμπούρι, για να ξαφνιάσει, να κρύψει ένα χαμόγελο ή ένα λυγμό… Όλη η ποίηση του ΣΚΑΡΙΜΠΑ ελίσσεται μέσα σ’ ένα κλίμα σκέρτσου, αφέλειας, πονηριάς, σαν κλόουν, που παίζει με τα αισθήματα και τις λέξεις, που αναποδογυρίζει την τάξη των πραγμάτων, που εξαρθρώνει την τρέχουσα λογική, που κάνει τούμπες ανάμεσα στη σοβαροφάνεια και την ανεμελιά…»   (Μ. Αναγνωστάκης)

Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2024

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024

Η ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ ΜΕΤΑΞΥ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΗΝΕΙ ΕΝΑ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

(… και οι εμπειρίες της  και  η ποίησή της

σφύζουν από την ανάσα των ζωντανών  πραγμάτων

σ’ ένα ατέρμονο όργιο αλληλοτροφοδοτούμενης έμπνευσης…)

 «Δεν εκοίταξα ποτέ μου

πίσω απ’ τις παλιές φωτογραφίες

(εκεί που είμαι τόσο απροστάτευτη) –

φοβάμαι μη μου φανερωθεί το προσωπικό μου δράμα…»

 

Αυτοί οι στίχοι – τόσο σπαρακτικά αληθινοί –

μου έδωσαν πριν χρόνια το έναυσμα

να διαβάσω όλο το έργο της Μάτσης Χατζηλαζάρου, 

δηλώνει προκαταβολικά η Άννα Γρίβα στο δοκίμιο της

για την ποίηση της Χατζηλαζάρου

που συμπεριλαμβάνεται στον πρώτο τόμο της συλλογής

ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012.  

 

Να κάποια αποσπάσματα από τις διαπιστώσεις

που προέκυψαν από τη μελέτη του έργου της:

 

«Η  ποίηση της Χατζηλαζάρου έχει την ικανότητα

να αναπλάθει τον κόσμο. 

Δεν περιγράφει,   δεν αναλύει,   

δεν κατανοεί απλώς τα υπάρχοντα,

αλλά φτιάχνει τους δικούς της κανόνες, 

τις δικές της αρμονίες και σε παρασύρει. 

Ενδεικτικά αναφέρω κάποιους στίχους: 

 

«Θέλω ν’ ακούσω πάλι τα βλέφαρά μου

 να γέρνουνε μπρος σ’ ένα όραμα ξανθό.

 Θέλω να χορέψω,

φούσκωμα και φύσημα τρελής κουρτίνας,

μην απελευθερωθεί από το παράθυρο.

Θέλω ν’ ανοίξω ένα πρωί με το φως, σαν το νούφαρο»

 

Καμιά φορά απορούσα γιατί η Χατζηλαζάρου

δεν έχει τύχει όσης προσοχής θα έπρεπε. 

Νομίζω όμως πως η απάντηση δεν είναι και τόσο δύσκολη:

 η κριτική συχνά προτιμά τον ποιητή   «να κάνει» 

και  όχι    «να είναι»!.. 

Όμως  το να κάνεις σημαίνει

ότι είσαι ένας καλός τεχνίτης – κατασκευαστής του λόγου,

αποστασιοποιημένος σε μικρό  ή  σε μεγάλο βαθμό

από το υλικό των ποιημάτων σου.

Αυτή η απόσταση ίσως είναι καλή στην επιστήμη 

ή  στην κριτική   αλλά   όχι στην ποίηση.

 

Για  «να είσαι»   όμως  πρέπει να έχεις το ταλέντο

να βλέπει ο αναγνώστης μέσα στη σελίδα

το πρόσωπό σου  και  όχι τις λέξεις.

Αυτό το πρόσωπο που διαγράφεται καθαρά

και χωρίς το φόβο της αποκάλυψης

 κάνει τους σημαντικούς ποιητές να ξεχωρίζουν.  




Και για να μην μπερδευόμαστε,

το πρόσωπο που εκτίθεται χωρίς να φοβάται

δεν σημαίνει πως παραμένει μονάχα

στο να εκφράσει τα προσωπικά βιώματα.

 

Αντιθέτως.

Γίνεται καθρέφτης του υλικού. 

Γιατί μόνο μέσα από το μικρό, 

το ανθρώπινο,  το φευγαλέο

 μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει  (και να αντέξει ίσως)

την τραγικότητά του!..

 

Το πρόσωπο της Μάτσης λοιπόν το βλέπω παντού,

 να μιλά για όλα τ’ ανθρώπινα, χωρίς να κρύβεται 

και  καταργώντας κάθε απόσταση. 

Μιλά άλλοτε με παράπονο,

 άλλοτε με παιδικό ενθουσιασμό   κι   άλλοτε με πόνο,

σε κάθε περίπτωση πάντως

 με αξιοπρέπεια  και με στοργή, 

σαν κάποιος να σου ψιθυρίζει στο αυτί

ένα παλιό παραμύθι, 

τις αλήθειες μιας άλλης ζωής,

την κατάβαση στην πιο μύχια επιθυμία της ψυχής!..

 

Η ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ   μεταξύ ζωής  και  ποίησης

στήνει το δικό της παιχνίδι:    

και οι εμπειρίες της  και  η ποίησή της

σφύζουν από την ανάσα των ζωντανών  πραγμάτων 

σ’ ένα ατέρμονο όργιο

αλληλοτροφοδοτούμενης έμπνευσης!..

Γι αυτό παντού κυριαρχεί ο έρωτας

που παίρνει μορφή σαρωτική, 

είναι αυτός που έχει παρασύρει το σώμα 

κι ύστερα το χέρι που γράφει   κι  ύστερα το σώμα ξανά,

δένοντας τη ζωή με την ποίηση σ’ έναν τροχό

όπου η αρχή γίνεται τέλος 

κι από εκεί ξεπετιέται ξανά η αρχή. 

Κι όλα σμίγουν ακατάπαυστα,

κάτω από την επιθυμία για μια απόλυτη αίσθηση

όλων των ανθρώπινων καταστάσεων.

 

ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΝΑ ΓΕΝΝΗΣΩ ΟΛΑ ΤΑ ΜΩΡΑ ΤΗΣ ΠΛΑΣΗΣ

(… δώστε μου να πεθάνω όλους τους θανάτους… - Μάτση Χατζηλαζάρου)

Τη στιγμή που κάθε ποίημα της Μάτσης φτάνει στην κορύφωσή του, νιώθει κανείς πως όλα έχουν ειπωθεί, πως δεν υπήρχε ανάγκη ίσως να γραφεί τίποτε άλλο καινούργιο. Συνάμα όμως σε κάνει να καταλάβεις πως αυτή είναι η παντοδυναμία της τέχνης και του ανθρώπου:

όλα αξίζει να ειπωθούν ξανά, όλα αξίζει να τα ζήσουμε ξανά, γιατί το πρόσκαιρο και το αιώνιο, στο σημείο της τομής τους συνθέτουν το ύφασμα της ζωής που υπερνικά το γόρδιο δεσμό του θανάτου.

Κι όταν στα τελευταία χρόνια της ζωής της, τη ρώτησαν για το πώς βλέπει εκ των υστέρων την ενασχόλησή του με την ποίηση  κι εκείνη απάντησε

«και τι είναι η ποίηση μπροστά στο άπειρο;»,  

σαν να μας έκλεισε το μάτι, κάνοντάς μας να υποψιαστούμε πως τα ποιήματα δε φτάνουν ούτε φιλοδοξούν το άπειρο,

γιατί είναι το απόλυτο παρόν, αυτό που συνθέτει τις μικρές μας αντιστάσεις σε ένα πεπρωμένο, τόσο  χαμένο όσο και κερδισμένο.

Δεν ξέρω αν η Χατζηλαζάρου  έχει επηρεάσει τους νέους ποιητές στον τρόπο που γράφουν.

Σίγουρα πάντως έχει επηρεάσει και θα συνεχίσει να επηρεάζει τους αναγνώστες της στον τρόπο να βλέπουν τη ζωή.

Είναι ένα στίχος της που αξίζει να κρατάμε σαν ευχή και για τον εαυτό μας  και  για τους άλλος:

 

«Το κλάμα μου ας είναι το ημερότερο τραγούδι,

η θλίψη μου,  πομπή Μαγιού απ’ τη θάλασσα ως τον κάμπο.

οι ρεμβασμοί μου δέκα καΐκια στολισμένα

που αρμενίζουν για το πανηγύρι.

Ποτέ,  ποτέ ζωή μου δίχως γητειά!..»

 

Και θα κλείσω  με κάτι που θεωρώ το πιο σημαντικό απ’ όλα:

το μεγαλύτερο χάρισμα στην ποίηση της Χατζηλαζάρου είναι πως διαβάζοντάς την νιώθεις να ασφυκτιάς  κι αρχίζεις ν’ αναζητάς την κατάλυση των τειχών που ανεπαισθήτως χτίσθηκαν γύρω σου. 

Ρίγος μπροστά στην αιφνίδια αποκάλυψη της ομορφιάς θα μπορούσε αλλιώς να ονομασθεί αυτό το συναίσθημα.  Είναι εκεί άλλωστε που βρίσκεται η επαναστατική δύναμη της ποίησης.  Όπως  λέει και η ίδια η ποιήτρια:

«Μερικές χορδές μουσικής φτάνουνε για να τρέξουνε γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά,  για να μετρήσουμε όλες τις σταγόνες του σώματός μας  και  για να πλέξουμε με το ’να μας χέρι  όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας»

[αποσπάσματα από το κείμενο της Άννας Γρίβα για την ποίηση της Μάτση Χατζηλαζάρου στον πρώτο τόμο της συλλογής ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012]

 

ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΜΑΣ ΣΤΟ ΧΑΡΤΙ

(… γιατί χάσαμε στη  ζωή τον οίστρο κάποιου λυρικού τραγουδιού…)

Είναι η καρδιά μου το εκστατικότερο καστανό μάτι,   τα δάκρυα στέρεψαν,   τα φτερά μου πια δεν με ζυγιάζουνε,    σ’ όλα μου τα βουνά δε βρίσκω πια ούτε πηγή,   ούτε δένδρου φυλλωσιά,   ούτε νύχτα δε βρίσκω απάνω στα βουνά μου,    είναι πάντα μέρα…    Η αρμονία μας υπάρχει  (όταν τη βρούμε)  μες στον κάλυκα    ενός μηδαμινού αγριολούλουδου την άνοιξη…    Θα παίξω πάντα εκείνο το παιχνίδι που δεν ξέρω τους κανόνες του.     Θα μπαρκάρω στο καράβι που δεν πιάνει πια λιμάνι.      Την άγκυρά μου θα τη ρίξω καταμεσής στον Ειρηνικό Ωκεανό.      Θα διαβώ τα πέντε γιοφύρια,   από κάθε μου μαλλί θα γεννιέται ένα λουλούδι ορχειοειδές.     Ο αέρας θα παίρνει τις μυρωδιές μου και θα τις κρύβει     μες στις σκιές που ’χουν τα βότσαλα.    Παλικάρια!.   Σιμώστε,  καβαλήστε μας,   είμαστε τ’ άσπρα της άτια,    είμαστε οι αχνισμένες σας φοράδες.      Εχάσαμε τα φρένα μας μες σ’ όλες τις σπηλιές και τους γιαλούς    και τα στεγνά στοιβαγμένα φύκια    και τους λουλουδιασμένους βυθούς του Αιγαίου.      Εχάσαμε τα φρένα μας,   γιατί ζητάμε το τραγούδι μας.    Δεν το λέμε μονάχα    ούτε ελευθερία,    ούτε έρωτα,    ούτε πέος,    ούτε βλάστηση,   γονιμοποίηση,    ούτε σχήμα,    ούτε πάθος,    ούτε και πόνο.    [ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ, ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ 1944]   ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η πρώτη ενότητα της συλλογής – απ’ όπου το παραπάνω απόσπασμα - είχε υπότιτλο:    ΜΑΗΣ, ΙΟΥΝΗΣ και ΝΟΕΜΒΡΗΣ και ήταν αφιερωμένη στον Ανδρέα. Η συλλογή εκδόθηκε το 1944, χρονιά που η Μάτση  χώριζε με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και ερωτευόταν τον Ανδρέα Καμπά.  Όπως ήταν φυσικό έγινε ο σχετικός χαμός με την αφιέρωση!.. Ποιον Αντρέα εννοούσε;   Έγραψε τότε ο Μάνος Χατζιδάκις το υπέροχο: «…κι όλοι ρωτούσαν ποιον εννοεί…. Τον Εμπειρίκο που άφηνε  ή  τον Καμπά που ακολουθούσε»;     Κι απαντάει ο ίδιος ότι η αφιέρωσή της   «δεν περιείχε αμηχανία  – σε ποιον  -   αλλά τόλμη:  ΚΑΙ στους δύο»!..     Άδραξε τις στιγμές της ζωής λοιπόν,  με τόλμη!..

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2024