Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΠΑΛΙΟ «ΓΙΑΤΙ» ΣΚΙΣΜΕΝΟ ΣΤΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ

Ποιος είμαι εν τέλει;

Λέξη προς λέξη μεσουρανεί ο αστερισμός της απορίας μου…  (ΤΑ ΑΚΡΙΒΑ ΜΟΥ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ σελ. 40)

Σιγά - σιγά βρίσκω μέσα μου λέξεις για να επιζήσω

κουβεντιαστά.

Αυτό δεν είναι σχέδιο πτήσης.   Είναι το δικό μου επείγον πολίτευμα…

 

Ίλιγγος στην πιο βαριά του μορφή    είναι

όταν εσύ και ο χρόνος

σκυλεύετε την ίδια σκέψη   ταυτόχρονα…    (SPUTNIK 2017 σελ. 14)

 

Το τυχαίο είναι το βαρύτερο πεπρωμένο.

Μια ιδέα παραπάνω οξύτητα  

σε βγάζει σε καινούργιες μοναξιές,

ποδαρικά στους βάλτους τα μεσάνυχτα,

με μια ολόγυμνη αγκαλιά τσουκνίδες –

ερωτευμένη δηλαδή –

το μόνο ξόρκι σου που πνίγεται  

μες στα ρηχά μιας ανταπόκρισης…

 

Κι εγώ δεν έχω ούτε έναν στίχο

που να σώζει απ’ τη φωτιά

–ίσως μονάχα δυο τρεις για το κοινό κρυολόγημα… (ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΑΓΟΥΡΟ ΠΕΤΟΥΜΕΝΟ σελ. 17)

 

Χρειάζομαι έναν ορισμό

που θα τα ξορκίσει όλα στον ενικό.

Σύννεφα είναι ο όχλος του γαλάζιου.

Μα τι συμβαίνει μ’ αυτό το χρώμα  

και διαρκώς κινδυνεύει;    (ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ σελ. 24)

 

Έτσι εξηγείται

η δυσκολία που ’χα πάντα με τον Πλάτωνα

καταλαβαίνεις τώρα

πως  οι ιδέες υποφέρουν μες στα νούμερα

εγώ έχω πάνω από εκατό

στρουθιά στη δούλεψή μου

κι άμα το βάσανο είναι φτερωτό

δεν κουμαντάρεται εύκολα… (ΥΨΙΠΕΤΕΣ ΚΙ ΑΣ ΠΟΝΕΣΕ σελ. 37)

 

Κλείνω τα μάτια σημαίνει:  

Ξεμπροστιάζω ένα σκοτάδι   στο σκοτάδι.

Είναι μια κάποια αρχή.

Οι τυφλοί είναι ιχνηλάτες με τον τρόπο τους.

Μπορούν να σου πουν ακριβώς  

πού τρύπιο και πού μπαλωμένο.

Ωστόσο παραμένει μυστήριο πώς,

από μια τόση δα τρυπίτσα,

μπορούν να χυθούν τόσα πράγματα…   (Ο ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΣΤΑ ΕΝΝΙΑ ΤΟΥ σελ. 38)

 

παραμένει μόνο μια πείρα

κάπως άχρηστη  και σκληρή

και πικρή σαν λεπίδι

 

παρεμπιπτόντως

κάθε λεπίδι που σέβεται τον εαυτό του

ξέρει  πού ξεδιψά  και  πού λιγώνεται… (ΤΑ ΑΚΡΙΒΑ ΜΟΥ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ σελ. 40)

 

Είναι κάποιοι

από τους «δριμείς και ανυπότακτους στίχους»

που συναντάμε στην έκτη ποιητική συλλογή του Γιάννη Στίγκα  

ΕΞΥΠΕΡΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΧΑΝΟΜΑΙ, εκδόσεις Μικρή Άρκτος 2017.

 

Τα υπερρεαλιστικά στοιχεία, δικής του ιδιότυπης κοπής,

«ξεχειλίζουν» σχεδόν από κάθε στίχο.

 Ωστόσο, ξέροντας, ίσως,  ότι

οι έτοιμες φόρμες και τα κλισέ

δεν είναι ασφαλής πιλότος και ότι

«στην εποχή μας όλες οι αλήθειες πάσχουν από κακή χρήση»,

κρατάει μια «πισινή»   (ως προς τα αποτελέσματα;)   

γι’ αυτό κι ευθέως μας  προ-από-τρέπει:

 

Μην αφήνετε το πηδάλιο στον Ανδρέα Μπρετόν.

Τους προηγούμενους τους έριξε σ’ ένα σύθαμπο

όλο κατακτητές και σκοτωμένο φρούτα.

Δεν έχω μεταδεί τέτοια απειλή…    (ΚΑΡΦΙΤΣΩΜΕΝΑ ΣΤΟ COCKRIT σελ. 10)

 

Δόκιμοι κριτικοί έγραψαν διθυράμβους γι’ αυτή τη συλλογή.

Απομονώνω κάποια αποσπάσματα

κι ανάμεσα τους αποδελτιώνω αντιπροσωπευτικά

ποιήματα της συλλογής.  – Art by kurt schwitters

 


Η ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ γράφει  στην ΑΥΓΗ 

(για τη συλλογή του Γιάννη Στίγκα ΕΞΥΠΕΡΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΧΑΝΟΜΑΙ»

Κάτι παράξενο συμβαίνει με την ποίηση του Γιάννη Στίγκα: στην έκτη του συλλογή εξακολουθεί να είναι το ίδιο ανατρεπτικός και απροσδόκητος όπως και στην πρώτη. Κυρίως όμως εξακολουθεί να είναι το ίδιο αυθεντικός. Ένας από τους βασικούς παράγοντες που κάνουν την ποίησή του επιτυχημένη είναι ότι παραδίδει τον εσωτερικό του μονόλογο στον αναγνώστη, καταφέρνοντας να του δημιουργήσει την εντύπωση ότι δεν χρησιμοποιεί φίλτρα. Όπως ένα παιδί που δοκιμάζει το σώμα του στο τρέξιμο, φωνάζοντας την ίδια στιγμή στους γύρω του «κοιτάξτε με». Η ίδια η φύση της απεύθυνσης, στη βάση της αθώα, ασκεί ιδιαίτερη γοητεία.

 

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ στην εφημερίδα των Συντακτών 10/12/2017:

Ο Στίγκας, τρυφερός με τον τρόπο του, μες στον θυμό, τη μελαγχολία και τον σαρκασμό του, απέναντι στον πόνο, τον τρόπο και τα καμώματα των συμπολιτών και των συγκαιρινών του, με λόγο κυματιστό, στέρεο και άλλοτε παλλόμενο, κάποτε μονοκόμματα επαναλαμβανόμενο μες στο ευφάνταστό του, μες στα σπασίματα, τις καταβυθίσεις και τα άλματά του, με εναλλαγές του φιλικού τόνου προς μια κάποιου τύπου ηρωική ή ημι-ηρωική έξαρση − ξεσπά άμεσα με μια ποίηση που ξαφνιάζει. Με τον δροσερό, κριτικό και κοφτό του λόγο να γίνεται, τελικά, ο φορέας μιας ανανέωσης…

 

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ ΣΤΟ FRACTAL:

Ο Γιάννης Στίγκας στην έκτη του ποιητική συλλογή είναι ένας ρέκτης της πτήσης και ταυτόχρονα ένας μύστης της πτώσης. Είναι και τα δύο, αλλά και τίποτα ακριβώς και εξ ολοκλήρου. Είναι ο αιωρούμενος ποιητής που δεν επιδιώκει τα δει τα πάντα, αλλά να εστιάσει στα πάντα. Να τα μετρήσει και να μετρηθεί μαζί τους. Είναι ένα μέταλλο λέξεων που υπερίπταται γνωρίζοντας πως άλλο δεν του μέλλει να πέσει κάποια στιγμή. Οι στίχοι του είναι σαν δυναμό, έχουν ανυψωτική δύναμη και βαρυτική ιδιότητα. Συμπάσχει με αυτούς που θέλουν να διαφύγουν από τη στενωπό του εδάφους, αλλά και με εκείνους που αποδέχονται την αβρότητα της επιφάνειας. Ο ποιητής είναι η ίσαλος γραμμή, ζει ανάμεσα στο πάνω και το κάτω. Είναι ο ισημερινός ανάμεσα σε γη και ουρανό, όμως δεν είναι συμβιωτικός τύπος – όχι, ο Γιάννης Στίγκας έχει μάθει να ξεβολεύει τις σταθερές. Τις τρέφει με μαρμαρυγές, τις στροβιλίζει, λακτίζει και λακτίζεται. Στην ποίησή του ενοικεί το γλέντι και η απελπισία. Πώς το έλεγε ο Μπράουνινγκ; «Πείνα, γλέντι, απελπισία – ευτυχήσαμε»

 

ΕΙΝΑΙ  ΠΟΛΛΑ  ΤΑ G

(γιατί μιλάω εδώ κι ένα φρικτό ημίωρο κρεμάμενος απ’ το ζόρι   -  από τη σελ. 8 της συλλογής)

Do goy copy?

Αυτό δεν θέλει να σε δει να πετάς. Προσβάλλεις έτσι τη μάνα του. Θέλει να σε δει να κουτρουβαλιάζεσαι. Από παρακάλι σε παρακάλι.

Και δεν είναι ούτε σοφό, ούτε στιλπνό, ούτε άχραντο.

Σου φτύνει πίσω λερωμένα όλα τα επίπθετα.

Σε παίρνει τότε ένα παράπονο κατάμουτρα

-πάει να πει-

θ’ αρχίσεις να γράφεις.

 

ότι ραγίζει    ραγίζει

ότι η πίστη γίνεται φόρα

χατίρι σ’ όλες τις ρωγμές

-η γλώσσα ήταν πάντα με το μέρος μας-

Οι ρωγμές των ρωγμών

ω, οι ρωγμές

με λίγη φαντασία

γίνονται αστέρια

Τα αστέρια

είναι ένα βάσανο πολυτελείας

-πάει να πει-

θ’ αρχίσεις να μπουκώνεις με μπιχλιμπίδια

ο Αλδεβαράν, η Κασσιόπεια

όλη αυτή η σκορπισμένη ζάχαρη

nebula-nebulae

κονβόι το ασήμι εξόριστο

-ξέρω όλες τις ευκολίες σου, Γιάννη

θα σου γυρέψουν μια μέρα το λόγο.

Κατά σατανική σύμπτωση, είναι ακριβώς η ίδια μέρα

που το άλλοθι γίνεται μπούμερανγκ

Do you copy?

 

Γιατί πρέπει να σου μιλήσω για τον Εντ Γουάιτ.

Ο γερο-Εντ, που λες, ήτανε αστροναύτης.

Μια μέρα βγήκε στο διάστημα κι έχασε το γάντι του.

Δυο χρόνια μετά, κάηκε ζωντανός, σ’ ένα θαλαμίσκο,

εδώ κάτω στη γη. Το γάντι συνέχισε να πετά σε τροχιά.

Δεν είναι ένα γάντι ορφανό, δεν είναι ένα γάντι γαντένιο,

είναι το τελειότερο ποίημα-μούντζα που μπορώ να φανταστώ.

Και στο πετάω –όπως στις παλιές ταινίες- οι ξιφομάχοι

-πάει να πει-

τώρα

είναι μόνο στο χέρι σου.

 

ΠΗΓΑΣΟΣ ή Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ

(από τη σελ. 13 της συλλογής)

Τα κοινά άλογα προσεύχονται σ’ αυτόν, σε στιγμές έντονου στρες ή καταπόνησης (πριν από μεγάλες μάχες, μεταφορά φορτίων, ιπποδρομίες, προβλήματα προσαρμογής στο τσίρκο κλπ) με πενιχρά αποτελέσματα.

Φαίνεται πως οι πήγασοι ενδιαφέρονται περισσότερο για τα ανθρώπινα –ελλείψει άλλων αγγέλων- ή ίσως επειδή η δύναμη της ζάχαρης είναι μεγαλύτερη από τη δύναμη της φυλής.

Είναι περίεργο που μοναρχίες ανά τους αιώνες προτίμησαν ως σύμβολό τους το μονόκερο. Φαντάζομαι πως κάθε δικτάτορας θα ήθελε στην κατοχή του ένα πήγασο. Έρχομαι ως όργανο Θείας Πρόνοιας –αποχωρώ με πολυτελές όχημα διαφυγής. Κάτι σαν κάντιλακ των αιθέρων. Άλλωστε, είναι γνωστό τοις πάσι ότι το στυλ είναι ένα πανίσχυρο εργαλείο διαμόρφωσης της Ιστορίας.

Ο πήγασος πεθαίνει στον αέρα όπως κάθετί που αρνείται τη φθαρτότητά του. Λένε πως τότε αναπτύσσει και τη μέγιστη ταχύτητά του, η οποία υπολογίζεται (οι μαθηματικοί τύποι υπάρχουν) στα 383 χιλιόμετρα ανά ώρα. Λίγο χαμηλότερη, δηλαδή, από την ταχύτητα του πετρίτη, και πάντως αρκετά πιο κάτω από την ταχύτητα μιας κακής είδησης.

 

ΑΝ Η ΓΡΑΦΗ ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΧΥΚΥΚΛΩΜΑ, ΤΟΤΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ;

Ποίηση, ποιητής, ποίημα: λέξεις και όροι που  στη μεταμοντέρνα εποχή μας «πνίγονται» μέσα στα σημαινόμενα τους. Ας δούμε πώς τις ορίζει ο ποιητής Γιάννης Στίγκας, για τον οποίο

«Κάθε ποιητής είναι λίγο κονφερανσιέ. Κάθε κονφερανσιέ είναι λίγο θλιμμένος»

όπως λέει η επιγραφή στο ποίημα HUMAN BULLET στην τελευταία συλλογή του: ΕΞΥΠΕΡΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΧΑΝΟΜΑΙ. Στην ίδια συλλογή, στο ποίημα με τίτλο SPUTNIK 2017, τον ακούμε να μονολογεί:

«Α, η αληθινή εξερεύνηση ξεκινά απ’ το πιο μαλακό σου σημείο. τρώει πολλή τρυφερότητα. Σιγά - σιγά βρίσκω μέσα μου τις λέξεις για να επιζήσω κουβεντιαστά. Αυτό δεν είναι σχέδιο πτήσης. Είναι το δικό μου πολίτευμα»

Στην  εποχή λοιπόν της «απόλυτης αναρχίας στην απάντηση και στυγνής δικτατορίας στην ερώτηση» ιδού μια μέση κατάσταση ορισμών για τον Ποιητή, το Ποίημα και την Ποίηση, έτσι όπως, ευθέως ή πλαγίως, τις «έσπειρε» να βλασταίνουν τους (ανα)στοχασμούς μας: 

1.     «ο Βερλαίν δημιούργησε το πρώτο διαμπερές ποίημα» («Μαζί στα νυχτέρια μαζί και σε αυτή τη σελίδα»),

2.     ο «Σαλβαδόρ Αλιέντε από μόνος του ποίημα»  [«Ο πεντοζάλης της φωτιάς» (Ισόπαλο τραύμα)],

3.     «Το γάντι του νεκρού αστροναύτη στο διάστημα» αποτελεί «το τελειότερο ποίημα μούντζα» [Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι]

Τι είναι, λοιπόν, ποίηση;

4.     «Αγώνας δρόμου», ακόμα και αν στο φωτοφίνις δεν διακρίνεται ο τρόμος, με «αυθέντη» το χρόνο και διάσπαρτες πεσμένες σκυτάλες στο παιγνιώδες

5.     «Τέτοιο αγώνισμα η ποίηση» (Ισόπαλο τραύμα).

Αλλού ο ορισμός φαίνεται να απηχεί τον αντίστοιχο του Χέμινγκουεϊ για την άλλη σύντομη φόρμα, το διήγημα:

6.     «Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου/ και από κάτω πανστρατιά / οι βλαστήμιες» [«Έτσι όπως διαβάστηκε στην παλάμη μου και σκόνταψα στ’ αλήθεια» (Η όραση θ’ αρχίσει ξανά)],

ενώ στην ενότητα «Τα σύννεφα» της τελευταίας συλλογής διαβάζουμε

7.     «ζωοτροφή για τα σύννεφα / αυτός θα μπορούσε να είναι /  ένας πολύ κυνικός ορισμός για την ποίηση»

Και γι’ αυτόν που δεν κατάλαβε ή βρίσκει δυσερμήνευτους τους παραπάνω ορισμούς, ο Γιάννης Στίγκας γίνεται και πιο ακριβής, έστω και με έναν αποφατικό ορισμό. Τι δεν είναι ποίηση, λοιπόν;

8.     «Γιατί η ποίηση -ψιτ μεγάλε-

δεν είναι αιώρα ρεμβασμών

δεν ειν’ το φτερωτό σου κατοικίδιο

-ψιτ μεγάλε-

Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι

να το υποδύεσαι και στη χάση του

-δεν θα στο κάνω πιο λιανά –

Αν το νοείς αυτό έχει καλώς

αλλιώς:
Ε ρε Mαγιακόφσκι που σου χρειάζεται»

[«Με τον τρόπο του Γ.Σ.» (Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο)]

 

Η ΠΤΩΣΗ ως ΠΤΗΣΗ και η ΠΤΗΣΗ ως ΠΟΙΗΣΗ,

(… που όπως λέει ο ποιητής σαν το σκύλο που γαβγίζει τ’ αστέρια, είναι κάτι που δεν αναλύεται (αποσπάσματα από ένα κείμενο του Σπύρου Γιανναρά):

Με τον ποιητή ισχύει το εξής παράδοξο: Από την μία, αισθάνεται λίγος για να μιλήσει για την ποίηση, γιατί ξέρει πως με το που πατήσεις πάνω της για να μιλήσεις για κείνη, πέφτει το π και γίνεται σκέτη οίηση. Ωστόσο, από την άλλη, κάθε του ποίημα μιλάει σχεδόν αποκλειστικά και μόνο για την τέχνη του. Ο ποιητής λοιπόν μιλάει για την ποίηση μονάχα μέσω της ποίησης, με «κάτι που δεν αναλύεται προς κάτι που δεν αναλύεται». Κάθε ποιητής είναι εξ ορισμού υπερασπιστής και θεμελιωτής της ποίησης. Οι υπόλοιποι, αν είναι τυχεροί και τολμηροί – μαζί πάνε συνήθως αυτά – μπορούν απλώς και μόνο να ρίξουν ένα πλάγιο φώς στο πόνημά του. Και πάλι όχι σε κάθε ποίημα, παρά μονάχα σε εκείνα που δεν αντανακλούν το βλέμμα τους, τυφλώνοντάς τους.

Μπορεί όλα τούτα να μοιάζουν άσχετα με το προκείμενο, δηλαδή τον Εξυπερύ, ωστόσο μην αυταπατάσθε, βρίσκομαι ήδη στη μέση ή στον σκοτεινό μυχό της συλλογής. Μετράω ήδη τις δικές μου ώρες πτήσης. Αποτολμώ να φωτίσω με τα πενιχρά μου μέσα, τον δικό μου λαμπτήρα των ολίγων watt, την νέα συλλογή του Στίγκα ―για να αναφερθώ στην έκλαμψη την οποία περιγράφει το ποίημα «Των 60 watt». Πρόκειται λοιπόν για μια συλλογή που μιλάει απ’ άκρη σ’ άκρη για την ποίηση. Με τον εγγαστρίμυθο τρόπο της βέβαια, αλλά μονάχα έτσι μπορώ να την εξιχνιάσω. Να φωτίσω όσο μου είναι μπορετό τα ίχνη της.

Η πρώτη προφανής μεταφορά της ποίησης που χρησιμοποιεί εδώ ο Στίγκας είναι εκείνη της πτήσης. Ξεκινώντας από τους τίτλους των ποιημάτων, «Είναι πολλά τα G», «Πήγασος ή ο άγγελος των αλόγων», «Sputnik 2017», «Μικρό μου άγουρο πετούμενο», «Little Boy», η πυρηνική, δηλαδή, βόμβα, «Τα σύννεφα», «Human Bullet», «Υψιπετές κι ας πόνεσε» οι οποίοι αποτελούν πτητικές μεταφορές του ποιήματος. Η δε πτήση, όπως την εννοεί ο τίτλος, δηλαδή το πεπρωμένο του συγγραφέα της Γης των Ανθρώπων, ο οποίος χάθηκε στους αιθέρες, είναι εκ προοιμίου συνυφασμένη με την έννοια της πτώσης. Πτήση/ πτώση είναι το κεντρικό μοτίβο, πάνω στο οποίο πατάει η συλλογή για να μιλήσει για τον ίδιο της τον εαυτό, δηλαδή την ποίηση και την ποιητική δημιουργία ή σκέτο την ποιητική της…

Μιλώντας για την ποίηση, το ποίημα του Γιάννη Στίγκα καταλήγει συχνά να μιλάει για κείνο που δεν αυτή είναι. Για το ψεύτικο καθρέφτισμα του αεροπλάνου στο νερό. Κάνοντας λόγο για την «αντοχή του χαρτιού» ή την «ελπίδα», ο Στίγκας μοιάζει να αναπλάθει πιθανόν χωρίς να την ξέρει, τη φράση της μέγιστης διηγηματογράφου Φλάνερυ Ο’ Κόνορ, η οποία διατείνεται ότι οι περισσότεροι γραφιάδες ενδιαφέρονται να γίνουν συγγραφείς ή ποιητές κι όχι να γράψουν ποίηση ή πρόζα. Οι ίδιοι κομπορρήμονες στους οποίους ωστόσο αντιστέκεται λυσσαλέα το χαρτί, φαίνονται στα μάτια του Στίγκα «φοβερά μονότονοι και κάπως υστερικοί για το μέλλον».

Η ποίηση λοιπόν δεν είναι ποτέ μια προγραμματισμένη πτήση προς την υστεροφημία ή την καταξίωση. Στην ποίηση ξεκινάς ηττημένος «με ασσόδυο στα μάτια», όπως λέει ο ποιητής. Το χάσιμο ή η απώλεια είναι εν ολίγοις προϋπόθεση της γραφής. Η ποίηση ξεκινάει με το αίσθημα της απώλειας της ίδιας της ποίησης, το αίσθημα της πτώσης απ’ τον ουρανό της δημιουργίας, δηλαδή της αποτυχίας. Έτσι λοιπόν η ποίηση εν τέλει προκύπτει από το επακόλουθο παράπονο που σε παίρνει κατάμουτρα. Και μόνο τότε αρχίζεις να γράφεις. Όμως τώρα ήδη εγκληματώ καθότι γλιστράω προς την παράφραση, δηλαδή το φονικό και τον αφανισμό της λογοτεχνίας…

 

ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΑΓΟΥΡΟ ΠΕΤΟΥΜΕΝΟ 

(από τη σελ. 17 της συλλογής)

Είναι να μη σου τύχει

να κόψεις το χέρι σου κόβοντας ένα λεμόνι.

Το τυχαίο είναι το βαρύτερο πεπρωμένο.

Μια ιδέα παραπάνω οξύτητα

σε βγάζει σε καινούργιες μοναξιές,

ποδαρικά στους βάλτους τα μεσάνυχτα,

με μια ολόγυμνη αγκαλιά τσουκνίδες –ερωτευμένη δηλαδή-

το μόνο ξόρκι σου που πνίγεται

μες τα ρηχά μιας ανταπόκρισης.

 

Δεν απορώ καθόλου που προτίμησες τις γάτες, τα κοράκια.

Αν μη τι άλλο, το μαύρο προσφέρει εχεμύθεια.

Μπορείς ακόμα και να γδυθείς.

Η γύμνια είναι μια τέχνη σκοτεινή,

έχει φεγγάρια που γεμίζουν χειροκίνητα.

Είναι μια υγρή μηχανική,

έτσι εξηγείται και το πάθος για σκουπόξυλα.

Οι πιο περήφανες παρθενιές

δίνονται τρομερά απροσδόκητα.

 

Αυτό, να ξέρεις, ενοχλεί. Σου μέλλονται δεινά πισθάγκωνα.

Κι εγώ δεν έχω ούτε ένα στίχο που να σώζει απ’ τη φωτιά.

 

(Ίσως μόνο δυο τρεις για το κοινό κρυολόγημα)

 

Ο ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΣΤΑ ΕΠΤΑ ΤΟΥ

(Είναι τρομερά δύσκολο να επιδιορθώνεις ένα σταματημένο τζιτζίκι  -από τη σελ. 21 της συλλογής)

Τι να το κάνεις;

Ξέρεις πολύ καλά γιατί τρέμουν τα χέρια. Κατά μία άποψη,

ο Σεπτέμβρης είναι πολύ δυνατότερος από την επιστήμη

Τα μικρότερα γρανάζια παιδεύουν περισσότερο τα δάχτυλα.

Καμιά φορά, αυτό που λέμε «δύναμη της πειθούς» παραείναι αμβλύ εργαλείο.

Εντούτοις, μπορούμε ακόμα να εξάγουμε συμπεράσματα.

Ότι όραση και δίψα πρέπει να εδράζονται στο ίδιο σημείο.

Ίσως έχουμε να κάνουμε με ένα αυστηρά κλειστό κύκλωμα.

Κάτι ανάβει τη δίψα και η δίψα την όραση. Ποτέ το ανάποδο.

Ωστόσο, μου διαφεύγει το κάτι.

 

Το νεύρο από το οποίο εκπορεύεται το τραγούδι,

το καταλαβαίνω καλύτερα.

Έχει κάτι αντανακλαστικό. Αρκεί μια επανάληψη του πόνου.

 

Κατά βάθος, εμένα η έγνοια μου βρίσκεται στα σπασμένα.

Ένα σπασμένο έλυτρο είναι σαν παιδική ηλικία.

Το σάλιο δοκιμάστηκε

και αποδείχθηκε άχρηστο.

 

Πολύ φοβάμαι.

 

ότι αν δεν έχεις Θεό Ελβετό, δε γίνεται τίποτα.

 

Ο ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΣΤΑ ΕΝΝΙΑ ΤΟΥ 

(από τη σελ. 38 της συλλογής)

Ίσως φταίει το μέσον. Εννοώ το νυστέρι.

Ενδεχομένως, αυτό που λέγεται θάνατος

να προσεγγίζεται με αβρότερες κινήσεις.

Καλύτερα λοιπόν με τα δάχτυλα.

Δείχνεις έτσι περισσότερη συμμετοχή.

Κάτι σαν καλή διαγωγή απέναντι στο φαινόμενο.

Ίσως, μάλιστα, να πρέπει να κλείσεις τα μάτια.

Κλείνω τα μάτια σημαίνει:

Ξεμπροστιάζω ένα σκοτάδι

στο σκοτάδι.

Είναι μια κάποια αρχή.

Οι τυφλοί είναι ιχνηλάτες με τον τρόπο τους.

Μπορούν να σου πουν ακριβώς,

πού τρύπιο και πού μπαλωμένο.

Ωστόσο παραμένει μυστήριο πώς, από μια τόση δα τρυπίτσα,

μπορούν να χυθούν τόσα πράγματα:

 

Η μυρωδιά του καλοκαιριού,

όλη η προστακτική των πεύκων

(μαζί με το ρετσίνι της)

μια ζάλη με οδηγίες χρήσεως

-ορμέφυτο της πτήσης-

μικροκαρτέρι

για αγαθό σκοπό

σε χουχουλιάζω στις παλάμες μου,

δηλαδή γίνομαι όλο και πιο ανορθολογικός,

δηλαδή φοβάμαι να συνεχίσω,

αυτό που κάνουμε εδώ

είναι σκέτη τρέλα, τζιτζίκι μου, σκέτη τρέλα.

Και να σκεφτείς ότι μόλις τελειώσω με σένα,

με περιμένουν διακαώς τόσα τρυγόνια.

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ

(ένα σχόλιο της Χριστίνας Λιναρδάκη)

Ο Στίγκας δεν είναι σκοτεινός, είναι υπερρεαλιστής: του αρέσουν οι υπερβάσεις που μπορεί κάποιος να βιώσει μέσω της γλώσσας. Μιλά sotto voce, σε χαμηλό τόνο και τρυφερά, ενώ την ίδια στιγμή επιστρατεύει μια ειρωνεία που κόβει σα νυστέρι, για αναστοχαστικούς σκοπούς, ενίοτε και θεραπευτικούς: «... αμέτρητα κρεβάτια ξέστρωτα /  σαν να εξαφανίστηκαν μαζί όλες οι μανάδες του κόσμου / Κάτι τέτοια οδήγησαν στο συμπέρασμα / ότι το ανθρώπινο είναι το πιο αποδημητικό είδος. / Δηλαδή, καμία σχέση με τα χελιδόνια. / Τα χελιδόνια πάντα γυρίζουν / - κι αυτό δεν καταπίνεται εύκολα».

Το Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι τιτλοφορήθηκε έτσι από τον Στίγκα, επειδή ο συγγραφέας του Μικρού Πρίγκιπα έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια μιας πτήσης (ο Σαιντ-Εξυπερύ πρωτοστάτησε στην κατάκτηση των αιθέρων από την πολιτική αεροπορία και γι’ αυτό μάλιστα το διεθνές αεροδρόμιο της Λυών φέρει το όνομά του). Ο τίτλος είναι απόλυτα συμβατός με όσα συναντάμε στις σελίδες του βιβλίου: διάφορα είδη πουλιών και αεροσκαφών, πυραύλους, αστροναύτες και αστερισμούς, σύννεφα και αερόστατα, κοντολογίς κάθε λογής ουρανούς και πτήσεις – αλλά και πτώσεις.

Πρόκειται για στοιχεία με εσωτερική συνοχή που συγκρατούνται ακόμη πιο γερά μεταξύ τους μέσω δύο μηχανισμών: αφενός σκέψεων που επανέρχονται ολοένα στους στίχους δημιουργώντας μια επωδό («όλα αυτά θα πρέπει να κοπούνε μαχαίρι», «κομμένο στα τέσσερα, τα έξι, τα οκτώ» διαβάζουμε σε διάφορα σημεία) και αφετέρου νημάτων νοήματος που αφήνονται αρχικώς ελεύθερα για να μαζευτούν σε κάποιο επόμενο σημείο… Πρόκειται για μηχανισμούς που δένουν σφιχτά το σύνολο της συλλογής και την εμφορούν με συνέπεια…

Η γλώσσα του ποιητή είναι όπως η γλώσσα των ονείρων: δεν είναι πάντα πρόσφορη για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, ωστόσο περιέχει στοιχεία αληθοφανή που λειτουργούν μέσω του συνειρμού…

Ακόμη κι αν «ανάμεσα σε ειρωνεία και κυνισμό,/ όλο και κάποιος θα χάνει τον δρόμο του», αυτός σίγουρα δεν είναι ο Γιάννης Στίγκας. Ο Στίγκας ξέρει από λέξεις, από σίγουρα βήματα και ξέρει επίσης να στροβιλίζεται «και να στροβιλίζονται όλα γύρω του». Κυρίως όμως ξέρει να οδηγεί την ποίηση σε ένα από τα καλύτερά της σημεία… [Η Χριστίνα Λιναρδάκη είναι μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων]

 

ΚΑΘΕ ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ

(σχόλιο του Διονύση Μαρίνου στο Fractal)

Πτήση-πτώση. Ουσιαστικά, ομόρριζα (κι ας μην φαίνεται), ομόηχα (ο ήχος της πτήσης μοιάζει με τον γδούπο της πτώσης), ισόποσα καταμερισμένα στη ζωή του ανθρώπου (όσες φορές θα ανέβεις, τις ίδιες θα πέσεις). Πτήση-πτώση σημαίνει οντολογική κινητικότητα. Σημαίνει: όσα ψηλά κουβαλάς, άλλα τόσα χαμηλά σε ορέγονται. Σημαίνει, έχεις μέσα σου δύο αντιπάλους: ο ένας θέλει να σε εξακοντίσει στα αστέρια κι άλλος να σε περιδέσει στο έδαφος. Στο ενδιάμεσο, εσύ, ο δίπλα, ο απέναντι, μαθαίνεις να ζεις στην αμετανοησία της εφόρμησης και τον βαλτώδη αέρα της πρόσκρουσης…

Η οντολογία του Στίγκα είναι το ίδιο υλική και φιλοσοφική, κάτι που φέρνει μια παιγνιώδη διάσταση στο βαθύσκιο της βιωτής. Μας λέει ο ίδιος: «Φοράω γυαλιά πιλότου/ για να μην βλέπετε το ασσόδυο μέσα στα μάτια μου». Ομοίως: «Αυτό που λέμε θνητότητα/ είναι ένα σύννεφο ταχείας πήξεως» και «κάθε λεπίδι που σέβεται τον εαυτό του/ξέρει/ πού ξεδιψά/ και πού λιγώνεται».

Όμως, εκεί όπου το βάρος της συλλογής γίνεται ακοίμητο είναι στις αντίρροπες δυνάμεις που ασκούνται –ακόμη και μέσα στο ίδιο ποίημα- και ορίζουν τη φυγόκεντρη τάση του ανθρώπου και την κεντρομόλα ισχύ της μοίρας του. Λέει ο Στίγκας: «Ετσι πάει. Κεφάλι είναι και πετά./ Το σώμα πίσω σπαρταρά, Αντουανέτα» και «το ανθρώπινο είναι το πιο αποδημητικό είδος». Ο Πρεβέρ μιλούσε συνεχώς για πουλιά: για εγκλωβισμένα πουλιά, για πουλιά-ταξιδευτές, για πουλιά-σύμβολα. Ο Στίγκας μιλάει για χελιδόνια που πάντα επιστρέφουν «κι αυτό δεν καταπίνεται εύκολα» και για σκοτεινά τρυγόνια. 

Από την Λάικα έως τον αστροναύτη Εντ Γουάιτ και από τον μυθικό Πήγασο έως τα διαστημόπλοια που ίπτανται πάνω από τα εγκόσμια, η απόσταση που χωρίζει την άνοδο από την πτώση είναι μόλις μια στιγμή ζωής, ένα ψυχανέμισμα, μια συγκυρία πραγμάτων, μια ανάποδη ανάσα, μια ζέση και ο στραβός σωσίας της. Είναι ο αεροπόρος Εξυπερύ (πόσο ταιριαστός στην ουσιαστική ύλη της συλλoγής) που διέσχισε τη Μάγχη με ένα αεροπλάνο που έμοιαζε περισσότερο με φτερωτό ποδήλατο.

Μα, αυτό ακριβώς κάνει με τον τρόπο του και ο Στίγκας: διασχίζει τη δική του Μάγχη με ένα πτητικό μηχάνημα δικής του (ολότελα δικής του) κατασκευής. Είναι ένα λεξόπτερο (sic) αυτό που έχει κατασκευάσει και είναι τόσο ασφαλές όσο και επισφαλές. Διότι έτσι είναι οι λέξεις: είναι υψιπετείς, αλλά και καταβαραθρωμένες. Διότι έτσι είναι και οι άνθρωποι: Ίκαροι που έπεσαν και όπως μας λέει και ο Στίγκας στην πρωτομετωπίδα, από αυτές τις πτώσεις φτιάχτηκε και η Ερυθρά Θάλασσα. Πού νομίζετε ότι πάει όλο αυτό το αίμα; Χάνεται ανέξοδα;

Ο Γιάννης Στίγκας, για να χρησιμοποιήσω μια δική του εικόνα, είναι μια λάμπα πυρακτώσεως. Ξέρει πού ζει το σκοτάδι, αλλά και πού κοιμάται το φως…

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

(όπως τα παρουσιάζει στο κείμενό της η Τίνα Μανδηλαρά): 

Μπαίνω γυμνός σε κάθε μου βιβλίο, ανυπεράσπιστος, όπως σε προσευχή.   Άλλωστε, η λευκή σελίδα είναι ένας τόπος προσευχής και σε χωρά ίσα-ίσα.   Αν είναι να μιλήσεις για τον θάνατο, θα πρέπει να εγκαταλείψεις την ελπίδα.    Οι ταχύτητες και ο χρόνος αλλάζουν τη διάσταση των πραγμάτων όπως και η απόσταση, ο χώρος.   Σε μια μακρινή φωτογραφία το σύμπαν μοιάζει σαν ένας χάρτης με νευρώνες  – ο Γιάννης Στίγκας είναι νευρολόγος – και απαιτεί μια άλλη μορφή οικειοποίησης.   «Απ' την άλλη -δε λέω - από μακριά είναι ένα πανέμορφο θέαμα.   Από κοντά είναι μια άλλη ιστορία/ Εκτός κι αν σ' αρέσει / να βλέπεις την άσφαλτο να κυματίζει / το κουρνιαχτό να γίνεται πολίτευμα / αμέτρητα κρεβάτια ξέστρωτα / σαν να εξαφανίστηκαν μαζί όλες οι μανάδες του κόσμου».   Η βιωματική πρόσληψη καταργεί τις ανούσιες, αφηρημένες περιγραφές, επιμένοντας εμφατικά στο γεγονός, σε εκείνη την ελάχιστη και αστεία λεπτομέρεια που αναδεικνύει το απρόβλεπτο του βίου:   «Είναι να μη σου τύχει / να κόψεις το χέρι σου κόβοντας ένα λεμόνι.   Το τυχαίο είναι το βαρύτερο πεπρωμένο».   Όπως το γάντι του αστροναύτη, από κάποιον άλλο στίχο του, που περιφέρεται μόνο του στο Διάστημα και αναδεικνύει τη δύναμη που έχει η μοίρα να σε κοροϊδεύει κατάμουτρα,  όταν πιστεύεις εντελώς σολιψιστικά  ότι αυτό που μετράει είναι μόνο η δική σου θέση.   Κι είναι αυτό το ατελεύτητο παιχνίδι ανάμεσα σε σένα και το άπαν,  την απογείωση και την πτώση,  που δεν αφήνει ποτέ την ποίηση σε ησυχία,  καλώντας την να δημιουργήσει ξανά τον κόσμο.   Σάμπως η ποιητική μεταφορά να μοιάζει με μια διαρκή πτήση  – από το φτερωτό άρμα του Πλάτωνα μέχρι αυτό της Μήδειας –  και ζητώ, στο σημείο αυτό, από τον Στίγκα να καταθέσει τη δική του γνώμη.   «Να σου πω μια ιστορία;  Βρισκόμαστε στα 1942.  Το Λένινγκραντ πολιορκείται από τους Γερμανούς κοντά έναν χρόνο.  Η κατάσταση είναι απελπιστική. Πείνα και κρύο ρωσικό, της αρκούδας.   Ένα αεροπλάνο φορτωμένο με παρτιτούρες της Εβδόμης του Σοστακόβιτς ξεκινά από τη Μόσχα.    Σπάει τον αντιαεροπορικό κλοιό των Γερμανών και σκορπίζει τις παρτιτούρες πάνω απ' την πόλη.   Όσοι μουσικοί έχουν απομείνει επιστρέφουν από τα χαρακώματα.   Στις πρόβες δεν έβγαινε ήχος, δεν είχαν τη δύναμη να φυσήξουνε τα πνευστά.   Τους δόθηκαν διπλές μερίδες φαγητού για να τα καταφέρουν.   Και τα κατάφεραν: ρίχνουν 3.000 οβίδες στους Γερμανούς και δίνουν μια μεγαλειώδη συναυλία που ακούστηκε σε όλη την πόλη.   Οι στρατιώτες άκουγαν με κλειστά μάτια.   Ένας Γερμανός στρατιώτης γράφει στο ημερολόγιό του:   «Όταν άκουσα τη μουσική, κατάλαβα ότι το Λένινγκραντ δεν θα πέσει ποτέ στα χέρια μας».   Λοιπόν, αυτό το αεροπλανάκι που έριξε τη μουσική βόμβα, πολύ το αγαπώ.   Ελπίζω να σου απάντησα…»

 

Από τον ουρανό

Πέφτουν οι απλοί άνθρωποι

Μια εκ των συνεπειών η Ερυθρά θάλασσα



Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

«ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΑΤΕ ΤΙΠΟΤΑ…

 

(… είδα τα πράγματα όταν ζητάνε πλησμονή να βρίσκουν το κενό τους…»  - ΛΟΡΚΑ)

 

Στους φίλους αφιερωμένη η Μετάlipsi,  ποιητική συλλογή της Ιφιγένειας Σιαφάκα, με τίτλο ενδεικτικό έναν ήχο ελληνικό σε γραφή λατινική lipsi στη θέση των λήψη  ΚΑΙ  λείψει.

 (…) Φίλοι αδικοχαμένοι από την ασφυξία που προκάλεσε ένα μικρό κομμάτι μήλου που το δαγκώσανε να ρίξουν άρωμα στη γλώσσα»,   lάβετε φάgετε κραυγάζαν να μεταλάβουμε μετάlipsi (…)

 Μετάlipsi   (λαμβάνω και λείπω ταυτόχρονα)  και  ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ μετάληψη, εξ ου και η διττή σήμανση του τίτλου με λατινικούς χαρακτήρες που συμπορεύεται άλλωστε και με το ανάλογο απόσπασμα από τον «Ποιητή στη Νέα Υόρκη» του Federico Garcia Lorca, μότο καταγραμμένο στη γλώσσα του Ποιητή και  σε μετάφραση από τον Β. Λαλιώτη:

 «Μη με ρωτάτε τίποτα. Είδα τα πράγματα όταν ζητάνε πλησμονή να βρίσκουν το κενό τους».

 Εναγώνιος λεκτικός μετεωρισμός ανάμεσα πληρότητας και κενού, με το  στίχο, υποκλινόμενο στον τρόμο, να κλείνει τον κύκλο του υπέρ των απωθημένων στο ασυνείδητο ωμοφάγων και αρπακτικών

φά-gετε   (φόβος, φοβία, φεύγω)  και  lάβ-ετε   (αρπάζετε μάλλον παρά αγαπάτε ή αγαπάτε αρπάζοντας ή αρπάζετε αγαπώντας,

δεν είναι τυχαία στη συνέχεια η λέξη «λαβίδα» που χρησιμoποιείται)·   αέναες καταβυθίσεις στο ασυνείδητο που ισορροπούν ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο –

 επί παραδείγματι, οι λεκτικές αμφισημίες  

(βλeμμα, (αίμα),  σ-οmata (όμματα),  ψ-άllω (άλλο)

που καταλήγουν σ’ έναν ιδιότυπο, σαρκαστικό λυρισμό της ίδιας της πράξης της γραφής :

(…) Χθες βράδυ μάλιστα σημάδευα τριχιές μ’ ένα περίστροφο σε μια πλατεία που τη λέγαν της «Ιδέας»

Στη γλώσσα γάζωνα και μία γκιλοτίνα για επείγουσα ανάγκη μήπως και ξεμυτούσε από το τρίστρατο καμιά πατροκτονία (…).

Το ποιητικό σώμα μοιάζει να αναπτύσσεται άλλοτε ως αντικατοπτρισμός ενός σπαρασσόμενου ποιητικού εγώ κι άλλοτε μεσ’ από πολλαπλά, αλληλοαναιρούμενα προσωπεία.

Ποίηση σε μορφή πρόζας;   Μετάlipsi,

Ως βούλιαγμα σε «κενό κοινό και συλλογικό»: 

Οι παφλασμοί σπίθες τσιτσίριζαν αλμύρας   Τσούζανε πυρακτωμένοι από τη λάμα οι βυθοί μας   Κι αλέγκρο το αίμα το ραγούσαν στα χρυσόψαρα /Α πλοθ Α γκλοθ Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε (…) 

«Ως «πολιτισμικό κενό»: (…)

Και σε κομμάτια πάγων τσιγαρίζαν καυτές πευκοβελόνες από λέξεις για να τις σβήσουν με μπαλτάδες από ήχους   Κλέος μοσχοβολώντας γι’ άρωμα επινίκιο στους καταρράχτες των λυγμών μας  Βουλιάζαμε   Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε(…)

 Ως άθυρμα ψυχικών και σωματικών ερειπίων, Lipsi  ερωτική»:  (…)

Ορθώνομαι από τρόμο όραμα κοιμισμένο ανάσκελα σε πάπλωμα Χωρίς ν’ ακούω παρά μόνο έναν απόηχο από σένα (…) 

αναρροφήσεις έρωτα   Άσφακτου ακόμα από τον ηδονικό νικέλινο σπασμό ενός φιλιού 

Που μ’ αραβουργήματα η Μνήμη τη γλώσσα κεντημένη πλημμυρίζει

Όρθια σε Στύση Εκμαυλισμένη μες στην κόπωση(…).

Απροσδόκητοι λεκτικοί συνδυασμοί: (…) Γνωρίζουμε κι αν ερωτήθηκε ποτέ πώς ερωτοτροπούν σωματικά υγρά με τις σκιές τις Ιστορίας (…),

Ένταση και ενόραση: (…) Κι εμείς χορτάτοι απ’ την αγάπη για το γάλα που κερνούσε το σκοτάδι (…),

Πλαστικότητα και σπουδή σε νέες αφηγηματικές δομές: (…) 

Τότε άλλαξαν σώμα οι φίλοι χρώμα άδειο αρπάξανε πυκνό που τιναζόταν τραμπολίνο στο σκοτάδι

Κι έφευγαν ένας-  ένας έφευγαν φεύγανε οι φίλοι φεύγαν (…)

Εσωτερικά τοπία που παρεκκλίνουν της νόρμας δράττοντας ηδονές από τα παράδοξα και τα τερτίπια της γλώσσας: (…) 

Στέλναμε χαιρετίσματα με οιδήματα στ’ αστέρια το κενό μας(…)

 νύχια κοφτερά στις άκρες των μαλλιών μας /  Άhυρα στους αnεμοδείκτες των σκιών σας! (…)

Ποίηση, που με τανυσμένες στα άκρα τις γλωσσικές της ανατροπές και τις ποικίλες ασύνορες λεκτικές μεταβάσεις, ενώνει μαγευτικά το τετριμμένο με το απροσδόκητο, το πραγματικό με το φαντασιακό, τον έσω κόσμο με την περιρρέουσα, εξωτερική ατμόσφαιρα, φέρνοντας αδιάκοπα –όχι μόνο σε αντιπαράθεση αλλά συνομιλία και συναλλαγή– το τραγικό με το γκροτέσκο…

 [ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΗΝ ΚΕΝΟΤΗΤΑ αποσπάσματα από την κριτική  της Χρύσας Φάντη στο FRACTAL για τη Μετάlipsi  της Ιφιγένειας Σιαφάκα, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ  2015 - surrealism is a state of perception)

 


Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ 

(ένα ποίημα της Ιφιγένειας Σιαφάκα από το ΧΑΡΤΗ 33)

Γερμένοι ώμοι στα μπράτσα του χιονιού

Παίρνουν το σχήμα σαξόφωνου μητέρας

Ο κύριος Κλιφτ ψελλίζει με μοβ φράσεις την προπαίδεια

Ένας γυπαετός τσιμπολογά μεταξωτά φιλιά

Κι ο κύριος Κλιφτ νομίζει πως είναι Προμηθέας –

Βλέπετε, όλοι τον εγκατέλειψαν γυμνοί

Χωρίς αποσκευές και με λιωμένα διαβατήρια

Για να ψαρέψουν βελούδινες γλαδιόλες στο λυκόφως

 

Σε παραμορφωτικό καθρέφτη

Ανοίγει τρύπα στον πάγο η απώλεια

Με μούρη χοίρου γλείφει τα σκέλια τ’ ουρανού

Πιο κει ερωτιδείς με σκούφια Εσκιμώου

Γρυλίζουνε με φύση μεγαλείου φθισική

Αυτή αντιστέκεται καλώς σε όλο το τοπίο

Αλλά ο κύριος Κλιφτ δεν εξεγέρθηκε ποτέ –

Κράτησε τη σκυτάλη του πολέμου

Σαν γουδοχέρι της γιαγιάς

Σήμερα λιώνει κρυστάλλους νανουρίσματος στο στήθος

Δίχως όμως παρεμβολές από γιγαντομαχίες και νεράιδες

[ Λησμόνησα, βέβαια, να πω ότι χαράματα πέθανε ο πατέρας ]


ΑΡΑΙΩΣΗ  

(κι άλλα ποιήματα  της Ιφιγένειας Σιαφάκα από το ΧΑΡΤΗ 64  και το ΠΟΙΡΙΝ)

Στην αποβάθρα περπατούν δυο αχινοί

Υγροί επιτάφιοι με αρμούς και ρίγος άλμης

Ίχνη μιας ανταρσίας τρυφηλής

Όταν πλευρό η θάλασσα γυρνά

Και πλαταγίζει γαλακτώδες κυανό

Μαύρα αγκάθια μιας παλέτας του Μιρό –

 

Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών

Με την τσουγκράνα του ήλιου που γρυλίζει

Βουλιάζω ως τ’ άκρα μου θολός

Με χρώμα όμως γεμάτος ως τα σπλάχνα

Λες και ρουφιέμαι από γάλα μητρικό

Όταν μπλε μέδουσες τρυγάνε τη θηλή

Κι ο θάνατος πινέλο κυανό

Με αραιώνει ως τα μύχια στις αβύσσους

 


ΣΤΙΛΕΤΟ 

Η αμ­μο­θύ­ελ­λα στη θέ­ση ενός κα­τό­πτρου

Ανα­ση­κώ­νει σώ­μα­τα ατά­κτως ερ­ριμ­μέ­να στο το­πίο

Όσα πά­ρει ο άνε­μος, κι όσα δεν πά­ρει

Ας τα συ­ναρ­μο­λο­γή­σει, εν τέ­λει, ο νους

Κύτ­τα­ρα και φρού­δες συ­γκολ­λή­σεις

Σε χόν­δρους δί­χως κολ­λα­γό­νο

 

Τό­σο απλά δυο λό­για καρ­φώ­νο­νται σφυ­ριά

Σ’ έναν πη­λό εντυ­πώ­σε­ων που ξα­μο­λιέ­ται

Δε­κά­ξι πό­ντους όνει­ρο σ’ ερ­μεία σφυ­ρά

Ελ­πί­ζο­ντας πως δεν θα κα­ταρ­ρεύ­σει

 

Αό­ρα­τοι εί­ναι οι θε­οί κι αρ­σε­νι­κοί

Αγ­γε­λια­φό­ροι, δη­λα­δή, απτοί της απου­σί­ας

Δεν το εν­νο­ή­σα­με αυ­τό, αλώ­βη­τοι, πο­τέ

 

ΤΑΞΙΔΙ

Το τραύ­μα ξα­πλώ­νε­ται μι­κρός σκαν­τζό­χοι­ρος

Στη χνου­δω­τή κου­βέρ­τα την ηδο­νή γρυ­λί­ζει

Το φα­νε­λά­κι ενώ κου­μπώ­νει της οδύ­νης

 

Το πλοίο με να­νού­ρι­σμα σκυ­λιού

Με­σά­νυ­χτα μάς ρί­χνει στ’ ανοι­χτά

Κερ­νά την τσέ­πη μας αγκά­θια για πυ­ξί­δα

 

Α! συ εξω­τι­κό τα­ξί­δι σ’ απέ­ρα­ντο ρευ­στο

Που το βα­φτί­σα­νε ουί­σκι με ιώ­διο και νε­ρό

Ήσουν, αλή­θεια, αγκυ­ρο­βό­λι από σώ­μα σκου­ρια­σμέ­νο

 

Τρις

Πέτρινους βρέχει πετεινούς

με τα λειριά τους πνίγονται

αίνιγμα πορφυρό στα χείλη

ναυαγισμένων ποιητών

κι ούτε κανείς γνωρίζει

 

πότε τρις θα λαλήσουν πλέον

 

Η ΝΥΧΤΑ ΚΡΗΜΝΙΖΕΤΑ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ…

(αποσπάσματα από τη  Μετάlipsi  της Ιφιγένειας Σιαφάκα, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ  2015  και σύντομο βιογραφικό της Ποιήτριας)

   με τον ήχο από εθελούσιες ψιχάλες νʼ αλυχτούν σε δρώμενα σκουριάς   πάνω στα κάγκελα του μικρού μου φτωχικού Αιώnα   στο μπαλκόνι Ορθώνομαι από τρόμο όραμα κοιμισμένο ανάσκελα σε πάπλωμα   Χωρίς νʼ ακούω παρά μόνον έναν απόηχο από σένα   Που συνορεύεις εκρηκτικά ενύπνια σε πράγματα,  πράξεις,   εξαγγελίες,    ραμφίσματα αρχαγγέλων,   συλλήψεις ηρωικές,   αναρροφήσεις έρωτα Άσφαχτου ακόμη από τον ηδονικό νικέλινο σπασμό ενός φιλιού   Που μʼ αραβουργήματα η Μνήμη τη γλώσσα κεντημένη πλημμυρίζει   Όρθια σε Στύση Εκμαυλισμένη μες στην κόπωση    Από τους μώλωπες μιας θείας κοινωνίας:   Πάνω σε κείνο ακριβώς το   lάβετε φάgετε  εντοπίστηκε η ατυχής   εκπυρσοκρότηση σarκίων   Και στο επʼ ώμου ντραπήκαμε οικτρά   για τα ωμά τα ερωτικά τα κρεμασμένα απʼ τη λαβίδα του ιερέως   Κι εκείνος μας λυπήθηκε   Κι απελπισμένος κραύγαζε:   Θεοί και Δαίμονες προσέλθετε εις τον Οίκον του Κυρίου με απλότητα   Και με τις μαυροφορεμένες χήρες σας παρέα και τους κουτσουρεμένους σας πατέρες στα δεκανίκια της απόλαυσης   μιας άπνοιας ερώτων   Και με τα ψόφια αρσενικά ή θηλυκά ή κι ερμαφρόδιτα   Που τρίβουν της οιμωγής τους το δοξάρι   Κεντρίζοντας τη μέλισσα   Που δεν περνά η μέλισσα   έτσι όπως τρέχουνε τα αιχμάλωτα μελλούμενα στο χαλασμένο σπόρι του καυλού σας   Ή… (βροnτοφώναξε τόσο που ευνουχίστηκε η χορδή τσιρίζοντας εξέγερση)   Εάν δεν σας βαραίνει ο δρόμος σας Σύρτε με χαλινό οικόσιτο ως εδώ τους νιόβγαλτους βλαστούς σας:   τα όσα Lιμασμένα  από θηlή βλeμμα  κι από τη hειραγώγηση ενός χαdιού  σπαργανωμένου με φωnήεν  σε αρχέgονα ερυθiματα  Θα ψάllω εγώ για την ανάπαυση  Κι εμείς γυρίσαμε το βλeμμα ένα γύρω έτσι  αποκολλημένοι απʼ τα δικά μας σοmατa και στρεβλωμένοι εκτός των   Όπως ανάλαφρες μεμβράνες ο ένας μες στον άλλον Kι αναμασούσαμε εκστατικά μια χρυσοπράσινη παράνοια στην άκρη της λαβίδας   Έτσι ρέαμε φως ανάμεσά μας   Γιατί κανείς μας δεν μιλούσε καμιά γλώσσα γνωστή στην Οικουμένη   Μόνον βουβοί στέργαμε να φλυαρούμε για τα παλιά μας χρόνια   Που σʼ έρημους πλέον μαχαλάδες διαλαλούσαν αλαλαγμούς παράφορους για μιαν ασβεστωμένη ήττα πάνω σε πατίνια   Πρόθυμη να εκτιναχθεί σε λίγο από σμπαραλιασμένα γόνατα Θρυψαλιασμένους αστραγάλους   Στο εύθραυστο να γράψει σε πλάκα ιωδίου   διά το φiloνικείν εις τα οστά των   Που σε ελεύθερη μετάφραση εμβρυακών ασμάτων σημαίνει πως τούτη η εύτολμη αθωότητα των παιδικών κραυγών   Που κλαυθμηρίζανε τις μοίρες στα πλακόστρωτα   Δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η άτεγκτη υπενθύμιση του ήλιου πως η φαιά ουσία αρμέγεται νωπή στον τοκετό των οδυνών μέσα στην κούφια σύριγγα του ανθρώpου   ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Η Ιφιγένεια Σιαφάκα-Lempereur γεννήθηκε  στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική.  Εκπαιδευτικά βιβλία της απευθυνόμενα σε σπουδαστές και καθηγητές κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Γρηγόρη. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα.

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2024