Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΚΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

(…που ενώ δείχνει ετούτο, κάνει το άλλο…)

Τι άσκοπα που ταξιδεύει το νερό

Τι ήσυχα που έρχεται και πάει…

 

(πρώτος πίνακας λάδι σε καμβά):

 

«βάζο με μέλι   ένα ρόδο 

τραπέζι με ποτήρι   το κλειδί στο ράφι

μικρό κλειδί

Λοιπόν, ναι    είναι δυνατόν

βαδίζουμε πάνω σ’ αυτές τις πέτρες   με τα γκρίζα ρείκια

οι βάρκες μας πλέουν   για λίγο στα κύματα

και ύστερα βυθίζονται

κι εδώ ήταν το σπίτι σου   στα βράχια»

 

Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Μαρίας Λαϊνά

με τον … «εικαστικό» τίτλο «ΜΙΚΤΗ ΤΕΧΝΙΚΗ»,

από την πρώτη κιόλας στιγμή,  

νιώθεις σα να σε ξεναγεί κάποιος σε μια έκθεση ζωγραφικής.

 

Παρελαύνουν από μπροστά σου πολύχρωμοι πίνακες,

ακουαρέλες,  χαρακτικά,   γλυπτά προπλάσματα,

εικαστικές συνθέσεις

που συνυπάρχουν με την ποιητική έκφραση στοχαστικά,

εκφράζοντας με άρτιο τρόπο προσωπικά αισθήματα.

 

Η σχέση της ποιήτριας με το θέατρο

την οδηγεί να οριοθετεί τις περισσότερες φορές

 ως σκηνικό πλαίσιο το τελάρο ενός ζωγραφικού πίνακα

ή το πλαίσιο ενός παραθύρου

και μέσα κει να ζωγραφίζει νεκρές φύσεις:

 

βάρκες που πλέουν στα κύματα,

το νερό που ταξιδεύει άσκοπα και πηγαίνει κι έρχεται ήσυχα,

τη θαλπωρή του γνώριμου φόβου   

το σπίρτο στο σκοτάδι

το γέλιο μέσα σε σακιά και κασόνια

το βύθισμα εν τέλει της βάρκας

που μπορεί να είναι η ίδια μας η ζωή,

αφού εκεί παραδίπλα στα βράχια έχει ζωγραφίσει το σπίτι μας:

 

ΣΠΙΤΑΚΙ ΠΛΑΙ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ

(δεύτερος πίνακας σχεδίασμα με πένα και μολύβι):

«μια πέτρινη γέφυρα   το μικρό του το σπίτι

κι αυτός καθισμένος   στο μικρό του γραφείο·

ξύλινη πόρτα   σπασμένα χρώματα

λίγο πιο πέρα το κανάλι

περνάει κόσμος απ’ την πέτρινη γέφυρα

ένα κάρο με γέρικα άλογα

μια γυναίκα με μωρό στην πλάτη

φτελιές δεξιά   λόφοι με θάμνους

δυο μεγάλα δένδρα    σταγόνες κόκκινο στο χώμα

πάνω απ’ τη γέφυρα και το κανάλι

πάνω απ’ το σπίτι   πάνω απ’ τη γυναίκα και τ’ άλογα

ένας ασημόγκριζος ουρανός

αχνιστό βαρύ κίτρινο μεσημέρι»

 

Ο υποψιασμένος αναγνώστης δεν θα μείνει στην επιφάνεια των στίχων

αλλά θα δει, για παράδειγμα,

πίσω από τον ράθυμο ήλιο το σχόλιο της ποιήτριας

για τις μαραμένες γυναίκες και τη νιότη που πλαισιώνεται από τρία επίθετα:

περασμένη,    παράξενη,    ασυλλόγιστη.

 

Ράθυμος ήλιος    μαραμένες γυναίκες

παρήγορο φως   απ’ το μικρό τετράγωνο τζάμι

τα σκεβρωμένα δένδρα

παράξενη η περασμένη νιότη   ασυλλόγιστη

 

[Μαρία Λαϊνά, ΜΙΚΤΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, εκδόσεις Πατάκη 2012:

ΣΥΝΗΜΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ: «Ξερολιθιά με άνοιγμα στη θάλασσα – Σκέψου τα πράγματα που δεν θα κάναμε μαζί»]

 

Κι άλλα αποσπάσματα από τη συλλογή

μ’ ενδιάμεσα σχόλια για τις ιδιαίτερες τεχνικές της ποιήτριας

με ΚΛΙΚ στους πίνακες Δημοσθενη Κοκκινίδη]






ΞΕΡΟΛΙΘΙΑ ΜΕ ΑΝΟΙΓΜΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΚΕΨΟΥ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ (σινική μελάνη):

Η ξερολιθιά που ανοίγει δρόμο προς τη θάλασσα οδηγεί τη σκέψη στα πράγματα που δεν θα μπορέσει να πραγματοποιήσει το ποιητικό υποκείμενο αλλά και αυτός στον οποίο απευθύνεται, δηλαδή ο αναγνώστης. Και τούτο το δίστιχο είναι σαν δυο χαϊκού ενωμένα και σχεδιασμένα με μελάνη σινική

Ο ρόλος του φωτός είναι σημαντικός στην ποιητική συλλογή, αφού αποκαλύπτει, άλλοτε ανεπιφύλακτα, άλλοτε ράθυμα τα πράγματα και τις καταστάσεις και αλλάζει το τοπίο και τις εποχές

Κακόμοιρο φως

…..

Το φως που θα τους βγάλει   χνούδι

Σ’ ένα άλλο ποίημα χλωρίδα και πανίδα επικοινωνούν  και κρατάνε μούτρα:

Χοντρόπετση   η γέρικη βελανιδιά

δεν το ’χει σε τίποτα

να μην ξαναμιλήσει    στα κατσίκια

 

Κι ο ψαράς αδιαφορεί για τα άδεια δίχτυα του και σαν τον καθένα μας λαχταράει τη νιότη και το παιχνίδι:

ξύλινη κόκκινη βάρκα   γελάει

στο άδειο του δίχτυ

ο ψαράς

γέρος νέος θα ήθελε να ’ναι

να παίξει κι άλλο

 

Και παρακάτω ένα τετράστιχο ερωτικό όπου το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την ομορφιά της μέρας και επικεντρώνεται , αφιερώνεται στο κοίταγμα της κοπέλας / αγαπημένης, μιας και αυτή θεωρήθηκε η πιο σημαντική ενασχόληση για τον παρατηρούμενο

σπατάλησε    μια ολόκληρη όμορφη μέρα

κοιτώντας την

τι άλλο να ’κανε;

 

Ο χρόνος περνάει με τα μαλλάκια του καρφάκια τρώει το σάντουιτς στα όρθια και η ρόδα της μέρας γουργουρίζει πίσω από τις βλεφαρίδες της. Όσο κι αν η ποιήτρια μας λέει πως τα αντικείμενα που βλέπουμε εδώ δεν έχουνε καμιά αξία, είναι παρόλα αυτά σημάδια που δείχνουν πως ζούσαν οι άνθρωποι. Έτσι η φυσική σπηλιά με λαξεύματα, το περίκεντρο σχήμα της θόλου προδίδουν ίσως μια κεντρική θέση βωμού ή φλόγας και η ποιήτρια χαράσσει με βελόνα

λατρεύτηκε κανείς εδώ

υπήρχε κάποιος

ή πέρασε απλώς ο χρόνος κι άφησε την ομορφιά του;

 

Ποιητική τέχνη, χρωστήρας, σμίλη και γραφίδα  - μικτή τεχνική - δημιουργούν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα, απόλαυση αισθητική για τους εραστές της ποίησης. Κοπιάστε!

 

ΣΕ ΑΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΦΩΣ ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΟ (αποσπάσματα από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά ΜΙΚΤΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, εκδόσεις Πατάκη 2012):

1

Το ποτήρι στο κάτω μέρος του πίνακα

το λουλούδι δίχως να φαίνεται

το κλωνάρι δεξιά επάνω

2

το κλωνάρι σβήνει στην άκρη

το ποτήρι άδειο

ώχρες και άσπρο

3

γυμνό το κλωνάρι

οι σκιές διαφανείς

λεπτό νερό στο ποτήρι

4

το κλωνάρι σχεδόν στο κέντρο

στο κάτω μέρος τα φύλλα

5

το φόντο βαραίνει

το ποτήρι στο κέντρο

 

το χρυσάνθεμο μπαίνει στον πίνακα

………………………………….

δυο πράσινα ένα μαύρο

και ξαπλωμένο χαρτί

 

αλλαγμένο τοπίο

προβιές κυματίζουν σε δάση με φτέρες

 

ΒΕΛΟΝΟΓΡΑΦΙΑ

νεαρές οξιές

οξυκόρυφα φύλλα

στο χώμα ψηλόλιγνοι μίσχοι·

το ξερό κλαδί δεν ξέρει τι να κάνει

το πόδι του έχει μπλεχτεί στον πίνακα

 

 

ΣΠΑΤΑΛΗΣΕ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ…

(… τι άλλο να έκανε…)

 

τα αντικείμενα που βλέπετε εδώ

δεν έχουνε καμία αξία

δείχνουν απλώς πώς ζούσαν άνθρωποι

πώς έσουρνε επίτηδες

τα πόδια του ένα παιδί

κι αυτή τη στιγμή   τα δαχτυλά του

φυτρώνουν στο χώμα

[λάδι σε μουσαμά]

 

η θαλπωρή του γνώριμου φόβου

το σπίρτο στο σκοτάδι

το γέλιο μέσα σε σακιά και   κασόνια

το φανάρι της πρύμνης χοροπηδάει στις σανίδες

το καράβι κλωτσάει το κανάλι

σαν φοράδα…

 

(λάδι σε καμβά): ΜΟΛΙΣ ΚΡΑΤΙΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΛΑΡΙ ΤΟ ΦΥΛΛΟ: Του κάνει τη χάρη για λίγο ο άνεμος, Μικτή τεχνική Μαρία Λαϊνά, εκδόσεις Πατάκη 2012

Η Μαρία Λαϊνά δικαιώνει τη μετριοφροσύνη και την ταπεινότητα του δημιουργού. Αφήνει το έργο της να «μιλήσει» και ακολουθεί. Χρέος της να του δώσει μορφή και κίνηση. Το κάνει αθόρυβα, αγόγγυστα και χωρίς να χρειάζεται να πει και να απαιτήσει πολλά. Σε αυτά που βλέπει αποκαλύπτονται και όσα θα δει. Χωρίς τυμπανοκρουσίες και επιτηδευμένες εξάρσεις, σε έλκει. Σε ενσωματώνει στο προσεγμένα σχεδιασμένο κάδρο που έχει φτιάξει. Η ποιητική συλλογή «Μικτή τεχνική» είναι μάθημα ζωγραφικής. Δηλαδή ποίησης. Γιατί τι άλλο, εκτός από εικόνα, παράγουν οι λέξεις; Αδρανή χρώματα που περιμένουν κάποιον/α να τα αναμίξει, να τα αναδεύσει και να τα ζωντανέψει. Η ατάραχη έκφραση κυριαρχεί σε αυτά τα ποιήματα. Ήρεμη δύναμη που απλώνεται μεθοδικά στο χαρτί. Η σοφία της φύσης φιλτράρεται στη σκέψη και το μυαλό της Λαϊνά. Σκόρπια αποτυπώματα του περιβάλλοντος. Αόρατα. Ταπεινά και γι’ αυτό ανώτερα των ανθρώπινων. Ο σεβασμός και η καθοδήγηση του βλέμματος «παίρνουν την άδεια» για να τα περιορίσουν σε λίγες γραμμές. Ό,τι συλλαμβάνεται δεν είναι για πάντα. Προσωρινά το άυλο γενετικό υλικό της φύσης υποτάσσεται. Η Λαϊνά το εξυψώνει για να το δει και ο αληθινά τυφλός άνθρωπος. Ο αγχωμένος, εγωκεντρικός, ματαιόδοξος. Τον μικραίνει για να νιώσει το μεγαλείο που τον περιβάλλει. Ο τίτλος «Μικτή τεχνική» δεν είναι τυχαίος. Δεν είναι όμως η συνάντηση εικαστικών με ποίηση. Είναι η διάρρηξη της εικόνας και η ανακάλυψη της σύνδεσης ανθρώπου-φύσης. Σαν να ενώνονται δύο αντικρινοί καθρέφτες. Χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Ξύλινη κόκκινη βάρκα˙ / γελάει /στο άδειο του δίχτυ / ο ψαράς / γέρος νέος θα ήθελε να είναι / να παίξει κι άλλο / Σπατάλησε / μια ολόκληρη όμορφη μέρα / κοιτάζοντας την / τι άλλο να’ κανε;» Η Λαϊνά καταφέρνει να εισχωρήσει σε κάθε μόριο της εικόνας που αναπαράγει ο εγκέφαλος. Στην εικόνα που φτιάχνει αδιάκοπα η φύση και ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου. Οι πορείες τους είναι απωθητικές, όμως ο ποιητικός λόγος τα έλκει όσο πιο κοντά γίνεται. Με λιτό και περιεκτικό τρόπο το ανέκφραστο βρίσκει την ουσιαστική έκφραση του. Νατουραλισμός και ρεαλισμός στα όρια του μαγικού, αφού το αυτονόητο (;) φανταστικό βήμα δεν γίνεται. Η οικονομία στον λόγο αντικαθίσταται από την πολύχρωμη αντανάκλαση της ψυχής. Των ξεχασμένων αισθημάτων της. Η Λαϊνά ξέρει που πρέπει να μπει η κατακλείδα στις φωνές των ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Η ποίησή της είναι στιβαρή, με δικό της μέτρο και όρια. Ποίηση με τον λυρισμό απαραίτητη πινελιά-αποκάλυψη.

Φεύγει η ζωή  και  το λουστρίνι της

έρχεται άλλος και το παίρνει…

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

ΚΟΚΚΙΝ’ ΑΧΕΙΛΙ ΕΦΙΛΗΣΑ…

(Το Ταξίδι του φιλιού κι  ο ΕΡΩΤΑΣ σαν υπερβολή  – Δοκίμια για το Δημοτικό τραγούδι)


Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα, κι έβαψε το δικό μου,

και στο μαντήλι το’ συρα, κι έβαψε το μαντίλι,

και σε ποτάμι το ’πλυνα, και έβαψε το ποτάμι

έβαψεν η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου

Κατέβη ο αϊτός να πιει νερό κι έβαψε τα φτερά του

κι έβαψε ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο

 

Αυτούς τους έξι στίχους, που διασώθηκαν σε ποικίλες παραλλαγές κι έχουν μακρά φιλολογική, λαογραφική και λογοτεχνική ιστορία, επιλέγει ο Παντελής Μπουκάλας να προλογίζουν και να προ - οικονομούν το περιεχόμενο του τρίτου τόμου των δοκιμίων του για το Δημοτικό Τραγούδι: ΚΟΚΚΙΝ’ ΑΧΕΙΛΙ ΕΦΙΛΗΣΑ, Το Ταξίδι του Φιλιού και ο Έρωτας σαν υπερβολή, εκδόσεις Άγρα 2019.

 

Το ταξίδι ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2016, όταν εκδόθηκε ο πρώτος τόμος δοκιμίων μ’ αυτό το αντικείμενο και τίτλο: ΟΤΑΝ ΤΟ ΡΗΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΝΟΜΑ: Η «Αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών τραγουδιών.

Τον Νοέμβριο του 2017 εκδόθηκε ο δεύτερος τόμος με τίτλο ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ: Ο Πόθος και ο Φόνος στη δημοτική ποίηση. Και χρώμα του το κόκκινο – το φυσικό του αίματος.

Ίδιο το χρώμα και στον παρόντα τρίτο τόμο, σε πλαίσιο ερωτικό πάντα, αλλά ειρηνικό τώρα: το κόκκινο στη λαϊκή ποίηση  δοξολογημένο σαν δέλεαρ, σαν γεννήτορας και διάκονος της ερωτικής επιθυμίας...

«Στο αχανές πεδίο της αγάπης η συνωνυμία του κόκκινου με το αληθινό μοιάζει σαν υπόδειξη που γίνεται από τη φυσική των αισθημάτων, όχι μονάχα από τα λεξικά της νεοελληνικής», σημειώνει ο Παντελής Μπουκάλας, προλογίζοντας τον τρίτο τόμο των μελετημάτων του για το δημοτικό τραγούδι… 

Αυτή τη φορά, εστιάζοντας σε ένα από τα πιο αγαπημένα δημοτικά τραγούδια, το «Κόκκιν' αχείλι εφίλησα», διερευνά πηγές, προσλήψεις, παραλλαγές και ένα σωρό ταξίδια και συναντήσεις που προκαλεί η λαϊκή ποίηση.

Έτσι, μετά την αιμοχαρή επιλογή του δεύτερου τόμου, που ασχολήθηκε με «Το αίμα της αγάπης: Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση», ο τρίτος τόμος,  ακολουθεί τις κόκκινες ειρηνικές εκδοχές του τραγουδισμένου έρωτα και της λαϊκής ποίησης, που, κατά το συγγραφέα είναι η ποίηση της κοινότητας, και ιστορεί τις πλείστες όσες διαδρομές της.

«Πιάνω γραφή να γράψω αυτά τα δοκίμια για το Δημοτικό Τραγούδι», σημειώνει στον πρόλογο των εκδόσεων ο συγγραφέας, «με στόχο ν’ αναδειχθεί η δύναμη και η ωραιότητα των δημοτικών τραγουδιών όπως αποκρυσταλλώνονται στην ελευθερία, στη γλώσσα, στις ιδέες τους για τα ανθρώπινα, στην ποικιλία των φωνών τους από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή…»

Και υπογραμμίζει με έμφαση:

«Μόνο αν προσεγγίσουμε το δημοτικό ως ολικό γεγονός, αν δοκιμάσουμε να δούμε και να γευτούμε και τη γλωσσική και τη λογοτεχνική και την πνευματική ταυτότητά του, θα μπορέσουμε να ελέγξουμε και να αντιμετωπίσουμε την υποτίμηση και την παραχάραξή του, που μάλλον δεν θα πάψουν ποτέ…».

Η δοκιμιακή σειρά αναφοράς του Παντελή Μπουκάλα,  βρίσκεται ακόμα στην αρχή της, αφού έχει σχεδιαστεί να ολοκληρωθεί σε 12 έως 14 τόμους με σταθμούς μεταξύ άλλων στον έρωτα και το έθνος, στη θρησκεία του έρωτα και τα εμπόδια των θρησκειών στα δημοτικά τραγούδια, τα πουλιά στα δημοτικά της ξενιτιάς, την ιστοριογραφία και τη δημοτική μούσα, τον Διάκο και πώς τον απαθανάτισε η λαϊκή μούσα, την ιστοριογραφία και τους επώνυμους ποιητές, ακόμα και πώς τραγουδιέται ο Χάρος.

Να κάποιοι από τους επόμενους σταθμούς του πολύ φιλόδοξου αυτού εγχειρήματος (όπως προαναγγέλλονται στο εισαγωγικό σημείωμα): 

Ο Έρως και το Έθνος: οι φυλές, οι θρησκείες και η δημοτική ποίηση της αγάπης.

Η θρησκεία του έρωτα και τα εμπόδια των θρησκειών στα δημοτικά τραγούδια.

Ας μην ξημέρωνε ποτέ: Έρωτας και χρόνος στη δημοτική και αρχαιοελληνική ποίηση

Έχεις ελιά στο μάγουλο: ένα σημάδι του σώματος σαν μεταφορέας του έρωτα.

Τα πουλιά στα δημοτικά της ξενιτιάς: εικόνα του εκπατρισμένου, αγγελιαφόροι και μάρτυρες.

Το εννιά στη λαϊκή ποίηση και παράδοση: ένα μαντίλι γεμάτο τραγούδια και νοήματα

Με γέλασαν μια χαραυγή ή Πώς τραγουδιέται ο Χάρος και πολλά άλλα. 

«Προσπαθώ να διαβάζω όσο το δυνατόν περισσότερο συλλογές κι ανθολογίες ώστε να μην είναι εξαιρετικά πολλές οι πτυχές που θα μου ξεφύγουν» δηλώνει ο Παντελής Μπουκάλας.

«Η εικόνα που θα σχηματίσει κανείς για το δημοτικό εξαρτάται βεβαίως από τα βιώματά του, από το μέρος που γεννήθηκε, σε πόλη ή χωριό. Ο κόσμος του προφορικού πολιτισμού έχει εξαλειφθεί μέσα από την εσωτερική μετανάστευση. Μαράθηκε…» 




ΤΟ ΦΙΛΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΚΛΕΙΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
Η μαγεία «είναι η τέχνη του μεταμορφώνεσθαι», λέει ο Οδυσσέας Ελύτης, και το φιλί είναι το μαγικό κλειδί για τη μεταμόρφωση (Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, σελ. 44). «Το φιλί, που δεν εξελίχθηκε ουδέ κατ’ ελάχιστον από καταβολής κόσμου, τυχαίνει να είναι το πιο καινούριο και αμεταχείριστο πράγμα που διαθέτουμε» (Εν λευκώ, «Εισαγωγή στο χώρο του Αιγαίου», σελ. 18).

«Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα…» είναι ο πρώτος στίχος του διάσημου δημοτικού τραγουδιού, με το οποίο ο Παντελής Μπουκάλας θα κάνει το γύρο σαν Μαγγελάνος και θα φέρει στην επιφάνεια το απροσμέτρητο βάθος και πλάτος του, αναζητώντας τις παραλλαγές του σε τόπους, εποχές και κοινωνικά περιβάλλοντα.  Η εξερεύνησή του θα καλύψει όλα τα επιστημονικά πεδία και θα αναδείξει όλες τις πλευρές του… Εν ολίγοις όλο το βιβλίο, με τα δέκα κεφάλαιά του είναι το ανάπτυγμα ενός ποιήματος… Εκατοντάδες παραλλαγές και προεκτάσεις.

Πίσω από τους έξι στίχους του ποιήματος, θα ανακαλύψουμε, όπως λέει ο συγγραφέας, ότι «το τραγούδι δεν μένει παγωμένο» αλλά αλλάζει, και όχι μόνο αλλάζει, αλλά προσκολλημένο σε άλλο περιβάλλον εμπλουτίζεται με διαφορετικό μήνυμα, νόημα, αίσθημα.

Και μια απαραίτητα διευκρίνιση: «όταν μιλάμε για τον δημοτικό τραγουδιστή, δημιουργό, μιλάμε για έναν άνθρωπο που έχει άμεση επαφή με τη φύση, έχει φυσικότερη σχέση με το χρόνο, ρυθμισμένο από του κύκλου τα γυρίσματα, καθώς και φυσικότερη σχέση με τον γύρω του κόσμο. Έχει δει το ουράνιο τόξο και το γάλα της Παναγίας στον ουρανό. Οσφραίνεται την αλλαγή του καιρού και μπορεί να ερμηνεύει όσα σημάδια του στέλνουν τα υπόλοιπα ζωντανά, ήμερα και άγρια… Μπορεί να πει ποιο το κοτσύφι, ποιο το κελάηδημα του αηδονιού, ποιος ο αμάραντος και ποια η φτελιά. Να διαβάσει τ’ αστέρια για να βρει το δρόμο του και να διακρίνει πού ο Βορράς ή η Ανατολή… Μπορεί να βρει νερό να ξεδιψάσει, ακόμα κι αν δεν κουβαλάει γεμάτο παγούρι. Το διαδίκτυό του είναι η φύση».

Οι στίχοι λοιπόν που μας είναι γνωστοί ως ερωτικοί αλλάζουν παίρνοντας πολλές και διαφορετικές μορφές. Ένα παράδειγμα:
«Για δες κορμί για ντουλαμά, δάχτυλα για την πένα
για δες αχαίλι για φιλί κι ας είν’ και ματωμένα.
Κόκκιν’΄αχείλι εφίλησα κι έβαψαν τα δικά μου
και με μαντίλι τα έσουρα και έβαψαν το μαντίλι
και σε ποτάμι το έπλυνα κι έβαψε το ποτάμι
έβαψε η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου,
κι έβαψε κι ένα κάτεργο και ένα όμορφο γαλούνι
και πάλιν έβαψαν τα έμορφα, τα ογλήγορα ψαράκια».

Οι στίχοι εδώ, στο νέο περιβάλλον, είναι μια πικρότατη ιστορία. Από το τραγούδι αυτό εμπνεύστηκε ο Ραγκαβής τη δική του Ταξιδεύτρια, που δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε η συλλογή του Κλοντ Φοριέλ.  Ψήγματα του τραγουδιού ο ερευνητής Μπουκάλας βρίσκει και στη σύγχρονη ποίηση – Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Γκάτσος, Γκανάς κ.α.
Από το ποίημα της κόρης με τα κόκκινα χείλη εμπνεύστηκε και ο Κώστας Κρυστάλλης το δικό του «Το Φίλημα»…
Τώρα, ενώ η κόρη τον φίλησε κρυφά για να μην το μάθει κανείς, το πράγμα κοινοποιήθηκε:
«Μα το θαλάσσι φύσηξε του ναύτη το φιλί μας
Κι ο ναύτης το διαλάλησε σ’ ούλη την οικουμένη…»
Σχετικό και το του Οδυσσέα Ελύτη: «στο πιο ψηλό κατάρτι του, ο ναύτης ανεμίζει ένα τραγούδι…» καθώς και:
«… το βράδυ, αργά, την ώρα που της έβγαλα τα σκουλαρίκια να την φιλήσω όπως θέλω εγώ, με τη ράχη ακουμπισμένη στο μαντρότοιχο της εκκλησιάς, μπουμπούνισε το πέλαγος και οι Άγιοι βγήκαν κρατώντας κεριά να μου φωτίσουνε…» (Ο Μικρός Ναυτίλος).

Πολύ συχνά οι μάρτυρες του φιλιού είναι ο ουρανός με τ’ άστρα και όχι μόνο:
«Κόρη μου, όταν εφιλιόμαστε, νύχτα ήταν, ποιος μας είδε»;
«Μας είδ’ η νύχτα κι η αυγή, τ’ άστρο και το φεγγάρι·
μας είδε και το σύννεφο και το ’πε της θαλάσσης.
Θάλασσα λέει στο κουπί και το κουπί στο ναύτη,
κι ο ναύτης το τραγούδαε στην πρύμνη της γαλιότας…»
Τα ποτάια παρουσιάζουν κι αυτά μια ποικιλία. Έτσι, το ένα ποτάμι γίνεται… τρία και φτάνουν τα εννιά, που ωστόσο δεν μπορούν να ξεπλύνουν ένα μαντίλι βαμμένο από φιλί ή από αίμα ή από μελάνι, του ψάλτη, του αναγνώστη, του γραμματιζούμενου γενικά· να γιατί ο Σεφέρης λέει: «Προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι…», σαν να λέιε προτιμώ την αλήθεια του πράγματος και όχι τα λόγια που την περιγράφουν.
Το κόκκινο είναι γλαφυρό σημάδι της αιματικής κυκλοφορίας. Είναι χρώμα του έρωτα: τα χείλη της παρθένας είναι κόκκινα από το ερωτικό πάθος, όπως και του Άδωνι. Είναι ακόμα το χρώμα της ηγεμονικής ισχύος και του βασιλικού χιτώνα· ο έρωτας στη Σαπφώ εμφανίζεται με «πορφυρίαν χλαμύν». Τέτοιο φόρεσε ο Ιάσονας για να θαμπώσει την Υψιπύλη…
Τα κόκκινα τριαντάφυλλα είναι και σημάδι της παρθενιάς που χάθηκε (μας το θυμίζει ο Σεφέρης στο ποίημα «Πραματευτής από τη Σιδώνα»: ρόδα στο μαντίλι μιας Τουρκοπούλας…
Η φύση συμμετέχει στα ανθρώπινα πάθη:
«Σ’ ένα δενδρί ακούμπησα να πω τα βάσανά μου,
και το δενδρί ξεράθηκε απ’ τα παράπονά μου»
«Με το βουνό θα γίνω φίλος και με τα δένδρα συντροφιά
Κι όταν δακρύζω και πονώ θ’ αναστενάζει το βουνό»
Το βιβλίο τελειώνει με την πληροφορία πως γενικά το δημοτικό τραγούδι έχει μελαγχολία. Ακόμα και ο γάμος μιας κόρης είναι θρήνος, εφόσον η κόρη αποχωρίζεται τους δικούς της.
[αποσπάσματα από την κριτική για το βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα της Ανθούλας Δανιήλ στο Διάστιχο]

Παντελής Μπουκάλας, Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα: Το ταξίδι του φιλιού και ο έρωτας σαν υπερβολή – δοκίμια για το Δημοτικό τραγούδι – τόμος 3
Ένα από τα πιο αγαπημένα δημοτικά τραγούδια εξεικονίζει με τρόπο συναρπαστικό το ταχύτατο ταξίδι του φιλιού. του κόκκινου φιλιού, από τα χείλη που σμίγουν στην πλάση που φιλοξενεί τους ερωτευμένους και πανηγυρίζει μαζί τους: Κόκκιν' αχείλι εφίλησα κι έβαψε το δικό μου, / και στο μαντίλι το 'συρα κι έβαψε το μαντίλι, / και στο ποτάμι το 'πλυνα κι έβαψε το ποτάμι, / κι έβαψε η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου. / Κατέβη ο αϊτός να πιει νερό κι έβαψε τα φτερά του, / κι έβαψε ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο.
Οι έξι στίχοι, που διασώθηκαν σε ποικίλες παραλλαγές, έχουν μακρά φιλολογική, λαογραφική και λογοτεχνική ιστορία, στην οποία εμπλέκονται μεγάλα ονόματα της λογιοσύνης και της ποίησης. Ανάμεσά τους ο Κοραής, ο Φωριέλ, ο Ν.Γ. Πολίτης, ο Κρυστάλλης, ο Ψυχάρης, ο Αποστολάκης, ο Σεφέρης, ο Τσάτσος, ο Φώτος Πολίτης, ο Βρεττάκος.
Στο επίκεντρο του διαλόγου βρέθηκαν ζητήματα που μας απασχολούν και σήμερα: η ιδιαιτερότητα της δημοτικής ποίησης, η στάθμιση της αξίας της με ζύγια αμιγώς λογοτεχνικά και το δικαίωμα της ποίησης εν γένει, ανώνυμης και προσωπικής, να ιστορεί τα αισθήματα και τις ιδέες της ανοίγοντας δρόμους που την απομακρύνουν από την ασφάλεια της «λογικής» πεπατημένης. Η φυσικότητα με την οποία ο λαϊκός δημιουργός εμπιστεύτηκε την υπερβολή, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το τραγούδι του ακάθεκτου κόκκινου φιλιού, ετοίμασε τραγούδια που πιθανόν θα σαγήνευαν τους υπερρεαλιστές, Έλληνες και ξένους, αν τα γνώριζαν έγκαιρα σε όλη την έκτασή τους.
Κάποια άλλης κατηγορίας δημοτικά τραγούδια, στα οποία επίσης αναφέρεται ο τρίτος τόμος, θα μπορούσαν να προκαλέσουν το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των πρωτοπόρων της ψυχανάλυσης, αν -και πάλι- τα γνώριζαν έγκαιρα. Αίφνης, ο Σίγκμουντ Φρόυντ, που γνώριζε τον "Οιδίποδα τύραννο" του Σοφοκλή, ίσως σκεφτόταν ότι ο όρος «οιδιπόδειο σύμπλεγμα» δεν καλύπτει με πληρότητα και διαύγεια τις σκέψεις του. Ο Οιδίποδας και η Ιοκάστη δεν γνωρίζονταν. Αντίθετα, σε ολόκληρο κύκλο δημοτικών τραγουδιών το «οιδιπόδειο» είναι ενεπίγνωστο, εκδηλώνεται δε με τέτοια επιθετικότητα από τη μητρική πλευρά ώστε συνταράζονται τα ιερά, ο ουρανός κι η θάλασσα. Αποκαλυπτικές για το βάρος που αποδίδει η λαϊκή σκέψη στο «οιδιπόδειο» κρίμα είναι οι παραλλαγές όπου η πραγμάτωση της μητρο-υιικής σχέσης απολήγει με τριπλό θάνατο (άλλη κάθαρση δεν προβλέπεται), αλλά και οι παραδόσεις στις οποίες Οιδίποδας, ενσυνείδητος, είναι ο Ιούδας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

ΤΑ ΦΥΚΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΣΤΙΣ ΑΜΜΟΥΔΙΕΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΛΑΜΠΟΥΝ ΣΚΟΤΑΔΙ


(η μοναξιά του αυτουργού που βιώνει τα όνειρά του ως στιγμές του σώματος)
Το εναγώνιο για την τέχνη και τη ζωή εντείνεται στη συλλογή της Ζέφης Δαράκη ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ, εκδόσεις Νεφέλη 2018…
Εκεί το βίωμα σωματοποιείται με ιδιότυπο τρόπο. Γίνεται ΣΩΜΑ που καθρεφτίζεται και «στην πίσω όψη του καθρέφτη» εμφανίζεται  αυτό που δε φαίνεται...
Η λέξη ΟΝΕΙΡΟ πάει κι έρχεται ανάμεσα στους στίχους κι  είναι η συνισταμένη, ο ιδιόμορφος  συνδετικός κρίκος που  προκαλεί και διεγείρει δια-συνδέοντας ετερόκλητα σημαινόμενα: 
 «Το ποίημα χτισμένο απ’ το ΟΝΕΙΡΟ στην πίσω όψη ενός καθρέφτη κοιτάζει επίμονα αυτό που δεν βλέπει.»,
«Τα ΟΝΕΙΡΑ – αυτά τα ξαφνιασμένα παιχνίδια της / λογικής, / πέφτουνε δίχως ήχο και δίχως φως / παρακινώντας το σκοτάδι»,
«Κάθε άλλη βοήθεια εκτός από εκείνη του ΟΝΕΙΡΟΥ θα της ήταν απροσδόκητα ξένη…»
«Υπήρχε μια λέξη επανάσταση –  όπως όταν έλεγες,
τι απελπισμένα σε θέλω
Υπάρχει μια λέξη επανάσταση  / Που αποτυχαίνει
Όπως υπάρχει μια λέξη ΟΝΕΙΡΟΥ / Όπως όταν προσευχήθηκες μέσα σ’ εκείνη την άγνωστη εκκλησία…»
Μ’ αποκορύφωμα την αποκάλυψη/ ομολογία:
«Σε κορόιδεψα!,, ακούω το όνειρο.
Αντικατοπτρισμός – οφθαλμαπάτη ήμουν»


Ξαφνιάζει ίσως και ο τρόπος με τον οποίο η ποιήτρια δια-βλέπει τις στιγμές των ΟΝΕΙΡΩΝ μέσα στον χρόνο του ΣΩΜΑΤΟΣ
Ο χρόνος είναι κατάλευκη σκόνη που  στροβιλίζεται στους στίχους της:
«Αποκοίμισέ με / μέλλον αν και είσαι / ένας μορφασμός»
«… αυτοκαταστροφικά σχεδόν περνώ / το χέρι μου επάνω / στην κινούμενη άμμο του χρόνου
γνωρίζοντας ότι το φως / ανάβει στο βυθό του πόνου…»  
«… στα ερείπια ενός μέλλοντος παρόντος…»
 «Ας υποθέσουμε πως / το παρόν του παρόντος
σκαλίζει το βραδάκι / πάνω στα τελευταία χνάρια του σώµατος
 Με δυνατούς σφυγµούς µε κυκλώνουν / χειραψίες του άλλοτε.
Αγγίζω / το αθέατο να µου ανοίξει
Σε κορόιδεψα! Ακούω τη φωνή / του ονείρου
Αντικατοπτρισµός – οφθαλµαπάτη ήµουν!
Με κοιτούσε επίµονα έως ότου / ξύπνησα, δεν / ξύπνησα ποτέ, δεν ξέρω…».
Ο Αντικατοπτρισμός αυτός που είναι οφθαλμαπάτη έχει την προϊστορία του στη συλλογή ΤΟ ΣΩΜΑ ΔΙΧΩΣ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙ, Νεφέλη 2000: 
«Κλειστοί σταθμοί / τα σώματα / παραπέμπουν / σε κλεμμένα κλειδιά
Σκουριασμένα σκοτάδια / τα λόγια / δεν ανοίγουν στο φως / για τίποτε πια
Ερειπωμένα λοιπόν / τα παλιά σύνορα του πάθους
Τα δάκρυα που αποδοκίμαζαν / ματαίωναν λέξεις…
Ερειπωμένες / οι αετοφωλιές των εκμυστηρεύσεων…
καταργούσαν τα σύνορα του ονείρου που ακόμη
δεν σ’ είχα αγγίξει που μόλις
εκείνη τη στιγμή σε άγγιζα
Και το πλήθος των ερωτημάτων / που κατέρρεε
και ανοίγανε σφυρίζοντας οι πόρτες / όλων των μυστικών
κι όλων των φόβων
που ήσουν εσύ το μυστήριο και Δεν ήσουν εσύ

Η Ζέφη Δαράκη, τελικά, παραμένει μάχιμη ποιήτρια και διατυπώνει καίρια ερωτήματα για την ποιητική πράξη με ένα καθαρά δικό της τρόπο.
Όπως έγραψε η Μαρία Λαϊνά σε σημείωμα της για την ποιητική συλλογή ΤΟ ΣΩΜΑ ΔΙΧΩΣ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙ, δημιουργεί ζωή σ’ ένα τοπίο που έχει πεθάνει.

Στο ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ υπάρχει η αυτοσυνείδηση του ποιητή ότι βρίσκεται μπροστά στο αδιέξοδό του…
– Που ήσουν…
– Που ήμουν…
– Που ήσουν…
– Που ήμουν…

Είναι κάτω στη σκάλα / το σαγηνευτικό γέλιο της ζωής
Με κοιτάζει σαν παιδί που / του έχουν πει το μυστικό

Μισή στον τρόμο / μισή στην περιέργεια ξαναζώ
αυτή την ανήσυχη χαρά
Καθώς με χτυπάει κατά πρόσωπο το μ η π ε ρ α ι τ έ ρ ω
[ακολουθούν κι άλλοι στίχοι και ποιήματα από τις συλλογές της Ζέφης Δαράκη ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ, εκδόσεις Νεφέλη 2018 ΤΟ ΣΩΜΑ ΔΙΧΩΣ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙ, εκδόσεις Νεφέλη 2000]



ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΧΕΔΟΝ «ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ»
Είμαι ένας άνθρωπος σχεδόν «αγνώστων στοιχείων»
Αλλά η σημασία που δίνω εγώ στην ύπαρξή μου
οικοδομεί μια εγγαστρίμυθη φωνή υπόγειας φαντασίας
Γι’ αυτό εκπλήσσεστε τόσο πολύ με τη σιωπή μου

Επίσης, αυτοκαταστροφικά σχεδόν περνώ
το χέρι μου επάνω
στην κινούμενη άμμο του χρόνου
γνωρίζοντας ότι το φως
ανάβει στο βυθό του πόνου.
[POETE IMAGINAIRE  από τη συλλογή της Ζέφης Δαράκη ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ, Νεφέλη 2018]

ΠΕΡΠΑΤΩ ΣΤ’ ΑΚΡΟΔΑΧΤΥΛΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ
με τα μαλλιά μου έρημα προς όλους τους ανέμους
Το πρόσωπό μου υποδύεται το πρόσωπό μου
Δεν έχω τόπο διαμονής
Έχω μια κρύπτη υψηλού κινδύνου
ανάμεσα οδύνης και ηδονής
του Ποιητή μου
Στον έρωτα μ’ εγκαταλείπει με φυλλορροεί
καθώς μοιράζομαι τον εκπεσμό μου
αυτό το αλλότριο ήθος το δικό μου
με το περίλυπο ρίγος της γραφής
[MUSE από τη συλλογή της Ζέφης Δαράκη ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ, Νεφέλη 2018]

ΤΙ ΔΙΑΦΑΝΗ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΑΓΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
Όταν το πρόσωπο παύει
να είναι ουρανός
τότε σε ποιους βυθούς
τελειώνουν τα μάτια
Σε ποιο παραμιλητό
φεύγουν τα χείλη
όταν κρυώνοντας κλαίει το κλάμα
που τελειώνει το δράμα
όταν το σώμα παύει να είναι
ένα παιδί κρυμμένο

Όταν ο πλάνητας περίπατος
θα ’χει τελειώσει
όταν η φαντασία δε θα ’χει πια τι να προδώσει
όταν το σώμα καθρεφτιζόμενο ακόμα
στο υπομειδίαμα του χρόνου
γιατί ακόμη ακόμη το αίμα αηδόνι,
πού τελειώνει το τέρμα;
[από τη συλλογή της Ζέφης Δαράκη ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ, Νεφέλη 2018]

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ
Ας υποθέσουμε πως κάθομαι
στα ερείπια ενός μέλλοντος παρόντος
Ακόμα η ήλιος πνέει  επάνω μου
διπλώνει το φόρεμά μου στις ακτίνες του

Ας υποθέσουμε πως
το παρόν του παρόντος
σκαλίζει το βραδάκι
πάνω στα τελευταία χνάρια του σώματος

Με δυνατούς σφυγμούς με κυκλώνουν
χειραψίες του άλλοτε.
Αγγίζω  το αθέατο να μου ανοίξει

Σε κορόιδεψα!.. Ακούω τη φωνή του ονείρου
Αντικατοπτρισμός – οφθαλμαπάτη ήμουν!..
Με κοιτούσε επίμονα έως ότου ξύπνησα
Δεν ξύπνησα ποτέ, δεν ξέρω
[από τη συλλογή της Ζέφης Δαράκη ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ, Νεφέλη 2018]


ΤΟ ΣΩΜΑ ΔΙΧΩΣ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙ (από την ομότιτλη συλλογή της Ζέφης Δαράκη, Νεφέλη 2000)

Κλειστοί σταθμοί
τα σώματα
παραπέμπουν
σε κλεμμένα κλειδιά

Σκουριασμένα σκοτάδια
τα λόγια
δεν ανοίγουν στο φως
για τίποτε πια

Ερειπωμένα λοιπόν
τα παλιά σύνορα του πάθους
Τα δάκρυα που αποδοκίμαζαν
ματαίωναν λέξεις

Μέσ' απ' τη φούχτα το φιλί
Το βλέμμα να λύνει τα πέδιλα
και τα μαλλιά αχνίζοντα

Ερειπωμένες
οι αετοφωλιές των εκμυστηρεύσεων

Μέσ' στ' άγρια μεσάνυχτα
το σώμα δίχως αντικλείδι



Ο,ΤΙ ΠΑΡΑΣΙΩΠΕΙΤΑΙ

Ό,τι παρασιωπείται
είναι ό,τι παρασιωπείται
κάτω απ' το μυστικό
του μυστικού

ό,τι ονομάζεται
είναι ό,τι παρασιωπείται

είναι το άλεκτο
που δεν προδίνεται

Γιατί δεν μιλιούνται οι δρόμοι του έρωτα
περπατιούνται
από παμπάλαια μυστικά
και δροσερά κλάματα

Των κυμάτων οι αφορισμοί
τα μηνύματα
των κυμάτων οι μέδουσες
[από τη συλλογή της Ζέφης Δαράκη ΤΟ ΣΩΜΑ ΔΙΧΩΣ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙ εκδόσεις Νεφέλη 2000]

ΜΕΣ’ ΑΠ’ ΤΟ ΦΟΒΟ ΤΩΝ ΣΕΛΙΔΩΝ
Δε συναντιόμαστε κάτω
στις ήσυχες μέρες
στα σκουρόχρωμα τζάμια του καλοκαιριού
δε συναντιόμαστε
στις πέτρες της θάλασσας
παρά μόνο
μέσ’ απ’ το φόβο των σελίδων
γραμμένων
για μιαν ανόητη αιωνιότητα
Κι ο έρωτας έρημος
να κρέμεται ο σκελετός του στα βιβλιοπωλεία
να καμαρώνει σα γύφτικο σκεπάρνι
βαμμένο λέξεις

Δε συναντιόμαστε
στην κραυγή και στο σώμα

ΜΟΥ ΕΛΕΓΕΣ
Με πόση ευκολία κλαις
σα να υπήρχε
από πολύ παλιά
το κλάμα χτισμένο μέσα σου

και λίγο λίγο
γκρεμίζεται

ΤΟ ΑΙΜΑ ΠΟΥ ΜΕ ΖΑΛΙΖΕ
Μπερδεμένα πουλιά και σκοτάδια
στον ύπνο μου δίχως όνειρα
χαμηλώνω
Ξεχνιέμαι ξεχνιέμαι
στο φωνήεν σου σώμα

ψηλό υπερώο
το αίμα που με ζάλιζε
παραμιλώντας τον πυρετό του
βουλιάζοντας το νησί στους σφυγμούς του

Πανύψηλα χόρτα κι αρωματικά
τα φύκια του έρωτα οι αμμουδιές
του σώματος που έλαμπαν σκοτάδι

καταργούσαν τα σύνορα του ονείρου
που ακόμη
δεν σ’ είχα αγγίξει που μόλις
εκείνη τη στιγμή
σε άγγιζα

Και το πλήθος των ερωτημάτων
που κατέρρεε
και ανοίγανε σφυρίζοντας οι πόρτες
όλων των μυστικών
κι όλων των φόβων
που ήσουν εσύ το μυστήριο και
Δεν ήσουν εσύ

ΤΑ ΑΗΔΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Έλεγα μητέρα και
πατέρα έλεγα
Τι εννοούσα όμως
τραβώντας απ’ τις φωνές τους
τ’ αηδόνια του κινδύνου

Κατεβαίνοντας
τα υπόγεια της μέρας
φανταζόμουν άλλα

Τα χάδια και το στόμα τυφλό
κι έλεγα
Τι εννοούσα όμως

Κι αυτός ο πρώτος έρωτας
μ’ έσπρωχνε
να τον εναγκαλίζομαι όταν εγώ
όταν
μόνο τη φωτογραφία κοίταζα
πώς άλλαζε
μέρα με την ημέρα

και η όψη μου στον καθρέφτη
και η φωτογραφία στο νερό
[από τη συλλογή της Ζέφης Δαράκη ΤΟ ΣΩΜΑ ΔΙΧΩΣ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙ εκδόσεις Νεφέλη 2000]

ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ, ΦΥΣΑΕΙ ΑΕΡΑΣ ΦΙΛΙ ΜΟΥ… (από τη συλλογή Η ΣΠΗΛΙΑ ΜΕ ΤΑ ΒΕΓΓΑΛΙΚΑ, Νεφέλη 2014)
Φυσάει αέρας φιλί μου, παλιό σκοτάδι, Σώμα μου 

Έπειτα σκέφτεται γιατί τόσο όμορφα ρούχα
Γιατί να λησμονηθούν τα τιμαλφή του σώματος…
(μένοντας μ’ ένα μισόφαρδο φόρεμα στη μέση του δωματίου
να λικνίζεται κατασκότεινο Ποίημα):

Σήμερα ο άνεμος είναι δυτικός
η έξοδος κατά το Νότο
Μες την ομίχλη
κουνιούνται ακόμη τα ξάρτια παλιών χαιρετισμών.

Ποιο πόμολο άκρας σιγής
ανοίγει αργά το τελειωμένο;
Ποιο όνειρο φτύνει το κουκούτσι του
Τα χρόνια ως την πόρτα, τα χρόνια ως το παράθυρο…
Κι η έρημη κουρτίνα
να γαντζώνεται στον εαυτό της

Κι όμως υπήρξαν τα λόγια
που μας καταφιλούσαν
Τα κλειδιά των πιο συγκλονισμένων
αποκαλύψεων γύρω απ’ το κάλλος
μιας στιγμιαίας φωτιάς!

Το βάρος να ζεις
για κάτι που πια δεν θέλει να ζει,
είναι το αντίο, πεσμένο στο χώμα, κάτω

Παρ’ όλα αυτά κάθε βράδυ
λέω καληνύχτα στο φανταστικό
Τα χέρια μου λύνω το σώμα μου
περπατάω επί μακρόν
πλάι στον κάθυγρο έρωτα της όχθης, είπαν,
θα επιστρέψει ο Ιλισός στα νερά του…


Ω ΑΚΡΙΒΟ ΜΟΥ ΣΩΜΑ ΛΕΠΤΕΠΙΛΕΠΤΟ ΣΧΗΜΑ ΣΙΩΠΗΣ (η φωνή σου ζωγραφίζει τους τοίχους, μα κάπου-κάπου ανοίγει ρωγμές από αίμα… κι άλλοι σκόρπιοι στίχοι από τη συλλογή της Ζέφης Δαράκη ΘΑΛΕΙΑ)

Τελειωμένο μου σώμα ανάμνηση του έρωτα που πλέεις…
Κι αυτή η μοναξιά κι αυτή η γενναιότητα
της απελπισίας σιγά-σιγά την έχτιζαν στον εαυτό της.
Κι όμως κάθε πρωί ξημέρωνε η θάλασσα
γύρω απ’ το σπίτι των γιασεμιών κάθε πρωί
το φεγγάρι ξεκοκάλιζε ήσυχα τη νύχτα.

Μα τι αέρας σηκωνότανε από τα περασμένα
ώσπου χιμούσανε στην ερημιά του δρόμου
πυρκαγιά τα ρόδα
Οι κουρτίνες ασυγκράτητα πουλιά
κι ένα μάταιο φως ματωμένη σημαία
να πλαταγίζει δίχως λόγο στην έρημη βεράντα…

Και τι ’ναι αυτό το ακίνητο νερό
δίχως παλμό και δίχως ιστορία
Αυτή την ειρωνική θάλασσα
που απλώνεται στα πόδια μας εσύ την αναγνωρίζεις;
Τις γκρεμισμένες εκκλησίες δίπλα στις πηγές
Και στους ανάσκελους  καθρέφτες
τα σκοτωμένα από έρωτα κορμιά…

Είναι γιατί μονάχα τα βραδινά αεροπλάνα
σημαίνουνε πια τον ουρανό
Τώρα μόλις η μάχη αρχίζει μεσ’ στο αίμα
βρικολακιάζοντας αργά το παρελθόν…

[κι άλλα περί ΣΩΜΑΤΩΝ ποιήματα με ΚΛΙΚ εδώ]: