Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΜΙΑ ΞΑΣΤΕΡΙΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ (μνήμη Κικής Δημουλά 6 Ιουνίου 1931- 22 Φεβρουαρίου 2020)


ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ: «Αυτή τη μέρα άφησε να σου εμπιστευτώ την ιστορία μου:
Μελαγχολικός της ζωής άνεμος είμαι που νυχτώθηκα και απόμεινα σ’ ένα χθες ανάλγητο.
Έλα λοιπόν, και με τα μάτια σου, που ’ναι καταχνιά κι ενάστρωση, το σύθαμπο και το πρωί
σε μιαν αλλόκοτη σύγκλιση, ανάστειλε τη νύχτα μου.
Έλα!.. Κι ας είναι μοιραίο πως αργότερα,
όταν ανάμεσά μας θ’ αναδεύεται, σε ανυπόφορη μεγέθυνση, το μυστικό μας τ’ αδυσώπητο,
-πως σημερινοί είμαστε και ξένοι –
με τον υποβολέα της πίκρας μου παμπάλαιο κατευόδιο θ’ απαγγείλω πάλι στις ώρες τις αγέρωχες,
που ανεβασμένες στις σχεδίες του ανέκκλητου προς ένα αδηφάγο αύριο θα λάμνουν»
Ένα ποίημα από την πρώτη ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά ΕΡΕΒΟΣ 1956 που, στη συνέχεια, φώτισε το λογοτεχνικό στερέωμα με 13 ακόμα ποιητικές συλλογές:
ΤΙΤΛΟΙ και ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ: Έρεβος 1956, Ερήμην 1958, Επί τα Ίχνη 1963, Το Λίγο του Κόσμου 1971, Το Τελευταίο Σώμα μου 1981, Χαίρε Ποτέ 1988, Η Εφηβεία της Λήθης 1994, Ενός Λεπτού Μαζί 1998, Ήχος Απομακρύνσεων 2001,  Χλόη Θερμοκηπίου 2005, Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως 2007,  Τα Εύρετρα 2010, Δημόσιος Καιρός 2014 και τέλος με Άνω Τελεία 2016  
Από τη συλλογή Έρεβος είναι και το ποίημα ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ απ’ όπου ο εμβληματικός στίχος  «φορέσαμε μια ξαστεριά στα μάτια» επιλέχθηκε ως τίτλος σ’ αυτή την ανάρτηση.
Φορώντας, λοιπόν, μια ξαστεριά στα μάτια
«με τις φωτοβολίδες της ελπίδας ας κεντήσουμε τη νύχτα κι ας εφοδιαστούμε με συνέπεια…»,
καθώς το προστάζει η χαρισματική ποιήτρια!... Γιατί
«Σκοτώσαμε την επιφύλαξη με την αιχμή του απόλυτου
και τη σιωπή μας μ’ ένα καΐκι προσωρινότητας φυγαδέψαμε.
Στρώσαμε το τραπέζι του αναπάντεχου
με δυο ποτήρια να κεράσουμε το ενδεχόμενο,
κι ανάβοντας το κερί της ευαισθησίας
πλάι στην καρδιά μας,
διαβάζουμε το λυρικό σαν όλα τηλεγράφημα
γεμάτο ανακωχή, ίσως και ειρήνη,
που μια στιγμή συνεπαρμένη και κατάφωτη το φέρνει
συντεταγμένο από τη μοίρα μας που με κηδεμονία αγέρωχη μας δένει»
[ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956]
Ακολουθούν αποσπάσματα από τη μελέτη της Δέσποινας Παπαστάθη «Κική Δημουλά Αχθοφόρος Μελαγχολίας: Ποίηση και Ποιητική του Πένθους, εκδόσεις Gutenberg 2018, διανθισμένα και με άλλα ποιήματα από τις πρώτες συλλογές της Ποιήτριας. – ART by christy lee rogers



ΣΤΡΩΣΑΜΕ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΑΝΕΠΑΝΤΕΧΟΥ ΜΕ ΔΥΟ ΠΟΤΗΡΙΑ ΝΑ ΚΕΡΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ:
Η κριτική αναγνώρισε από πολύ νωρίς την ιδιαίτερη ποιητική φωνή της Κικής Δημουλά, εξαιτίας του τόσο έντονα ενεργοποιημένου στοχασμού της πάνω στο εφήμερο της ύπαρξης. Γράφοντας χωρίς μελοδραματισμό και αποφεύγοντας τον τετριμμένο κι εύκολο λόγο αποτύπωσε ψυχικές στιγμές φευγαλέες, άπιαστες σχεδόν, ώστε ο Άρης Δικταίος να τη χαρακτηρίσει το «σημαντικότατο κέρδος της νεοελληνικής ποιήσεως».

Ο θάνατος, το κενό που προκαλείται απ’ την απώλεια, η αίσθηση πως «ο χρόνος εξαντλείται», πως η φθορά είναι η μόνη απτή πραγματικότητα, πως «η αυλαία δεν θα αργήσει να πέσει» κυριαρχούν στο έργο της. Η ποιήτρια μοιάζει συμφιλιωμένη με την αγωνία του ανείπωτου, την απουσία, καθώς ο χρόνος, «ταχυδακτυλουργός μέγας», είναι ο μόνιμος αντίπαλος της. Το ποιητικό υποκείμενο ζει με τα φαντάσματα του παρελθόντος: τους αγαπημένους που χάθηκαν, τις ελπίδες που διαψεύστηκαν, την οδύνη του ματαιωμένου έρωτα, την επίμονη παρουσία του απόντος αγαπημένου σ’ όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας. Η ίδια δηλώνοντας το ποιητικό της credo αποκάλυψε πως όλα τα ποιήματα που έγραψε «περιγράφουν πως μια αρχή κατρακυλάει προς το τέλος, λειτουργία βασικά, μιας μνήμης θανάτου, που άγνωστοι ποιος ξέρει πόσο μακρινοί πρόγονοί μου, πρόγονοι αιώνες, μου την άφησαν κληρονομιά», και ομολόγησε πως «γράφοντας, δεν κάνω τίποτε περισσότερο, παρά πως μ’ ένα τρόπο μυστηριωδώς εκλεγμένον, περιμένω τη σειρά μου, απλώς και μόνο».

Ο προβληματισμός και η αγωνία για το αναπότρεπτο του θανάτου εκφράστηκαν στην ποίηση της Κικής Δημουλά μέσα από την ποιητική του εφήμερου σώματος ήδη από την πρώιμη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956… Και στις επόμενες συλλογές, όμως, οι στίχοι της, εν ολίγοις, διανύουν ευπρεπώς την ίδια μοίρα:

«Σημειώθηκε χθες διόγκωση της ματαιότητας.
Αυτό, φυσικά, κανείς δεν το αντελήφθη.
Κανείς απ’ τους ελάχιστους «πλησίον μου».
Μονάχα εγώ που όρθια μπρος στο μεσίστιο μέλλον μου,
σε στάση ανήμπορη αλλά κόσμια,
άφησα να διαφύγει από το χώρο μου
ένα ολόκληρο απόγευμα,
σε μια ρευστότητα αθεράπευτη, γνωστή,
αλλ’ επιδεινωμένη»
(ΕΡΗΜΗΝ από την ομότιτλη 2η συλλογή της ποιήτριας 1958)

Η ΠΙΣΤΗ ΠΩΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΨΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
Η αποδόμηση της αξίας των νεκρών τελετουργικών, η πίστη πως το σώμα και όχι η ψυχή είναι το κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης, τα ξερά και παγωμένα γηρατειά, η ματαίωση του ερωτικού βιώματος, η κυριαρχία της θλίψης και της μελαγχολίας, η τοπιογραφία της φθοράς και του θανάτου, η καταλυτική επίδραση του χρόνου, η αμφισβήτηση της σωτηριολογικής διάστασης του χριστιανικού μύθου, ο φθινοπωρινός άνθρωπος είναι κάποια από τα θεματικά μοτίβα που αισθητοποιούν τον αέναο προβληματισμό της ποιήτριας πάνω στα ανθρώπινα. Ο προβληματισμός αυτός βαθαίνει όταν διαλέγεται με την τέχνη της φωτογραφίας, της γλυπτικής και της ζωγραφικής, ενώ τα μυστικά της ποίησής της μας τα αποκαλύπτει στα πολυάριθμα ποιητικά αυτοσχόλια. Η γραφή της κυριαρχείται από λέξεις με απρόβλεπτες σημασίες που μεταμορφώνουν τα πράγματα, δίνοντας διέξοδο στο συναισθηματικό αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου, αφού του επιτρέπουν να ονειρεύεται έστω μια «σύντομη, άδετη ζωή».

Η ποίηση, την οποία με τόσο πάθος και αφοσίωση υπηρέτησε, ήταν για την Κική Δημουλά «μια δια βίου διαδηλώτρια υπέρ των μοναχικών συμφερόντων της ύπαρξης της», ενώ στην ομιλία που εκφώνησε κατά την τελετή υποδοχής της στην Ακαδημία Αθηνών, δήλωσε πως γράφει διαμαρτυρόμενη, «ίσως, επειδή κατά τη μεγάλη εκείνη έκρηξη του σύμπαντος επικράτησε σκανδαλώδης μεροληψία στη διανομή των θραυσμάτων. Στην ύπαρξή μας δόθηκε το μικρότερο: αυτό το φευγαλέου». Μέσα από τα ποιήματά της η Κική Δημουλά ύψωσε τη φωνή της ενάντια σε αυτό το φευγαλέο, στον «ασίγαστο εμφύλιο πόλεμο / μεταξύ του υπάρχω και του παύω / του μιλώ και του σώπασα» απ’ όπου «η μόνη κερδισμένη είναι η διάσημη εκείνη / πολεμική ανταποκρίτρια η γραφή»

«Δεν ξέρω που να σε αναζητήσω.

Στις προετοιμασίες των στίχων μου ή
στη θορυβώδη των ενστίκτων μου συναγωγή;

Στις παραινέσεις του απογεύματος
στις υποδείξεις του Μαρτίου
στη χθεσινή μας σύμπτωση
-στις χθεσινές μου ιαχές –
ή σε κάποια αυριανή μου πίκρα
που υπό εχεμύθεια την κρατάς;
(ARS GRATIAE ARTIS από τη συλλογή ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ 1963)

ΑΜΦΙΣΗΜΙΕΣ, ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ, ΜΕΤΩΝΥΜΙΕΣ, ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ, ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ…
Ο λόγος της γοητευτικός, προκλητικά και αναπάντεχα ανατρεπτικός αντικατοπτρίζει τον εναγώνιο προβληματισμό της απέναντι στο εφήμερο της ύπαρξης και χαρτογραφεί έναν κόσμο χωρίς βεβαιότητες, με μόνη αυτή της Ποίησης. Η φωνή της, βαθιά ειρωνική, ακροβατεί πάνω στα νοήματα προκειμένου να τα αρνηθεί ή να τα αναδημιουργήσει. Αμφισημίες, μεταφορές μετωνυμίες, επαναλήψεις ανατροπή των καθιερωμένων κανόνων της γραμματικής και της σύνταξης, απόκλιση από στερεότυπες εκφράσεις συλλαμβάνουν το παράλογο της ανθρώπινης υπαρξιακής κατάστασης και μεγεθύνουν το απρόβλεπτο του θανάτου.

Η Κική Δημουλά όταν ακόμα ήταν «κορίτσι νέο…  ένιωσε από τότε που άνοιξε τα μάτια του μπροστά στο θαύμα του κόσμου, την ανάγκη να γράψει τραγούδια, ποιήματα», όπως συγκινημένα αναφέρει ο θείος της Παν. Καλαμαριώτης στον πρόλογο της συλλογής Ποιήματα, Αθήνα 1952 – την οποία αργότερα  η ποιήτρια θα αποσύρει από την κυκλοφορία…
[αποσπάσματα από τη μελέτη της Δέσποινας Παπαστάθη: Κική Δημουλά – Αχθοφόρος Μελαγχολίας. Ποίηση και ποιητική του Πένθους, εκδόσεις Gutenberg 2018]

ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ’ΤΑΝ ΑΝΟΙΞΗ
ΓΙΑΤΙ Η ΜΝΗΜΗ ΑΥΤΗ ΥΠΕΡΠΗΔΩΝΤΑΣ ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΕΡΧΕΤΑΙ: 
Εκτός εάν η νοσταλγία,
από πολύ βιασύνη,
παραγνώρισ’ ενθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα
όταν τα πάρει ο χαμός.
Αλλά μπορεί σωστή να είναι η μνήμη
και να ’ναι ξένο αυτό το φόντο,
να ’ναι οι παπαρούνες δανεισμένες
από μιαν άλλη ιστορία,
δική μου ή ξένη.
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση.
Από φιλοκαλία κι έπαρση.

Όμως θα πρέπει να ’ταν άνοιξη
γιατί και μέλισσες βλέπω
να πετούν γύρω από αυτή τη μνήμη,
και περιπάθεια και πίστη
να συνωστίζονται στον κάλυκά της.
Εκτός αν είναι ο οργασμός
νόμος του παρελθόντος,
μηχανισμός του ανεπανάληπτου.
Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποίησης.
ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 1971 – το κολάζ με τους στίχους του ποιήματος φιλοτέχνησε η Τζούλια Φορτούνη]


 [Ο διάλογος της συνείδησης με τη ματαιότητα, της μνήμης με το φευγαλέο της ύπαρξης, βρίσκει ΣΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ την καλύτερή της ίσως έκφρασή του σε ολόκληρη την ελληνική μεταπολεμική ποίηση, με τη λιτότητα του λόγου να συναγωνίζεται την πρωτοτυπία και τη δραστικότητά του. Χαρακτηριστικό και συνεχώς επανερχόμενο θεματικό στοιχείο σ’ αυτή τη συλλογή είναι η φωτογραφία, ως υποστασιοποιημένη μορφή της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στο ον και το μη ον, στη διάρκεια και στη φθορά… Ίσως τα ωραιότερα ποιήματα της ΔΗΜΟΥΛΑ είναι οι στοχασμοί της πάνω σε φωτογραφίες: «Σημείο διαχωριστικό δύο απεράντων είσαι. Δύο αντιμέτωπων πελάγων. Ο ουρανός κι η θάλασσα. Το πλάτος και των δύο αθροίζεται στο μέτωπό σου. Έχεις πλατύ μέτωπο, αντιμέτωπο στα όρια. Τα δεμένα πανιά της μορφής σου, η σκεπτική της πλώρη, δείχνουν πως περιμένεις τρικυμία των απεράντων… Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο, για να έχω σταθεί στην άκρη του κρατώντας λουλούδι και χαμογελώντας, θα πει πως όπου να ’ναι έρχεσαι. Φαίνεται απ’ τη ζωή μου ζωή πέρασε κάποτε… (Μοντάζ, Φωτογραφία 1948

ΜΟΝΤΑΖ φωτογραφία
Σημείο διαπεραστικό δύο απεράντων είσαι.
Δυο αντιμέτωπων πελάγων.
Ο ουρανός κι η θάλασσα
Το πλάτος και των δύο
αθροίζεται στο μέτωπό σου.
Έχεις πλατύ μέτωπο
αντιμέτωπο στα όρια.
Τα δεμένα πανιά της μορφής σου,
η σκεπτική της πλώρη,
δείχνουν πως περιμένεις τρικυμία
των απεράντων.

Όμως εσύ κρατάς τιμόνι.
Εξάρτημα καϊκιού είναι
ή της ζωής σου;
Δική σου είναι η βάρκα
ή κλεμμένη;
Δικό σου είναι το θάρρος
ή της φωτογραφίας;
Οδηγείς ή οδηγείσαι;
Υπήρχε απ’ την αρχή τιμόνι
ή έκανε μοντάζ ο φωτογράφος
κι απόκτησε τιμόνι
το ακυβέρνητο
όπως βρέθηκαν οι αγρότες οι παππούδες μας
στα κάδρα
με γραβάτα;
(από τη συλλογή της Κικής Δημουλά  ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Εκδόσεις Στιγμή 1990)

ΜΑΚΡΥ ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ, ΜΑ ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΠΑΣ ή ΕΡΧΕΣΑΙ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ
(ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ) Ένα ΑΛΤ, υπόκωφο άκουσα να με σημαδεύει. Ουδέν πρόβλημα. Έτσι κι αλλιώς μες στην ακινησία προ πολλού με είχε η αίσθησή μου μεταφέρει. Ωστόσο νιώθοντας ωσάν ακόμα ν’ αναδεύεται το μέσα μου κατάτι, υπάκουσα στο άκουσμα του ΑΛΤ περιμένοντας να εκπυρσοκροτήσει η φοβέρα!.. Τίποτα, σιγή απόλυτη, μα δεν ξεθάρρεψα, τα ξέρω εγώ τα κόλπα, ξέρω ότι με σιγαστήρα σε καθαρίζει το ανεξήγητο κι άντε να το συλλάβεις… Τηρώ, Χρέος, το κατά δύναμιν τις εντολές σου, τα δύσκολα ΠΡΕΠΕΙ σου. Υπάκουες δείχνουν οι σκέψεις αλλά όρκο δεν παίρνω μια και έχουν την άνεση να παραβαίνουν εν κρυπτώ. Αλλά τις πράξεις μου πώς να τις δαμάσω; Βγαίνουν έξω, κόσμο συναντούν γείτονες πειρασμούς, να μην κοντοσταθούν; Μα φταίνε οι εντολές σου ούτε πλήρεις ούτε ξεκάθαρες είναι. Για παράδειγμα: Πρέπει να είναι πιστή η Αγάπη; Κι αν δεν είναι, εμείς τι πρέπει; Με σταυρωμένα τα χέρια ν’ αγαπάμε; [ΔΕΝ ΑΣΤΟΧΕΙ και ΠΡΕΠΕΙ κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 2016 – Γιατί όμως Άνω Τελεία; Δεν τον επέλεξα εγώ αυτόν τον τίτλο δηλώνει η ποιήτρια, μου επεβλήθη. Ίσως τον ενθάρρυνε ότι στο ποίημα με τίτλο ΤΟ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΟ επαινώ τη σημασία των τόνων και της στίξης. Αν τώρα με ρωτήσετε γιατί άνω τελεία και όχι τελεία θα πω ότι την απέφυγα γιατί θα ήταν σαν να κατέθετα μια ληξιαρχική πράξη. Μελόδραμα δηλαδή. Το πιθανότερο όμως είναι ότι με μαγνήτιζε η λέξη: Άνω. Με τραβούσε κατά πάνω σαν για να με απομακρύνει από το αρπακτικό: Κάτω.]

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020

ΝΑ ΜΗΝ ΤΗΣ ΣΤΕΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ...

(…είπε,   και  κίνησε για τη ζωή άπασα… η Κυρία Χ…)


«Μια νύχτα με πανσέληνο, η Κυρία Χ

δέχθηκε μια παράξενη πρόταση από τον Κύριο Ψ.

Να ταξιδέψουν σ’ ένα κόσμο χωρίς κρατούμενα.

 

Της είπε ότι θα ακολουθήσουν τα σύννεφα

με συντροφιά τα πουλιά.

Η Κυρία Χ απορημένη,   ζητούσε κι άλλες πληροφορίες.

Ο Κύριος Ψ της διευκρίνισε   ότι εκεί που θα πάνε

ο ήλιος είναι παλίμψηστος, το φεγγάρι αστείρευτο

και οι αποικίες των άστρων πανταχού παρούσες.

 

Η Κυρία Χ, ανήσυχη από τη φύση της,

τον ρώτησε αν θα τα καταφέρουν.

Ο Κύριος Ψ της είπε με λόγο σταθερό

αυτό που ήθελε ν’ ακούσει:

«Μέσα μας ο καιρός,   μέσα μας οι άνεμοι,

εμείς και τα σύννεφα».

 

Έτσι ξεκίνησε το ταξίδι τους.

Άφησαν πίσω τους δίσεκτους χρόνους

και πήραν το δρόμο για την ανοχύρωτη χώρα.

 

Ήταν μια χώρα ασύλητη από τα βλέμματα τα διαπεραστικά.

Λευκή και σιωπηλή σαν στρωμένο χιόνι χωρίς τελειώματα,

χειμώνα καλοκαίρι.

Χρειαζόταν μόνο χέρια φίλεργα για να φτάσουν συνομόλογα στα σπλάχνα της.

Η Κυρία Χ ήταν από πάντα επιρρεπής στις εκπλήξεις.

 

Επίσης, δεν φοβόταν τη δουλειά.

Έτσι, ευθύς μόλις πάτησαν το πόδι τους στη νέα χώρα,

ανέλαβαν αμφότεροι το έργο.

Πρώτος ο Κύριος Ψ έφτυσε στις δυο παλάμες του

και πήρε την τσάπα.

 

Η Κυρία Χ, «σαν έτοιμη από καιρό»

σήκωσε με τη σειρά της το σκαλιστήρι

και χάραξε κομψά την πρώτη της ανάσα.

 

Πάνω στην κάτασπρη σελίδα της πρώτης των επιστολών

που θα κατοικούσαν έκτοτε πεπρωμένα και οι δυο.

 

Ως ανεξίτηλο συμβάν

Συνεπές     Μυστικό     Ευκτικό

Στο μεδούλι του έρωτα».

 

Ήταν η ΕΠΙΣΤΟΛΗ,

ένα από τα δεκαπέντε διηγήματα μικρής φόρμας

που αφηγούνται τη ζωή της Κυρίας Χ,

 μιας γυναίκας ευάλωτης και ευθυτενούς

που σηκώνεται κάθε φορά,

κουβαλώντας τη γη ολόκληρη στους ώμους της.

 

Μια ιστορία από το βιβλίο της Καλλιόπης Εξάρχου

Η ΚΥΡΙΑ Χ, εκδόσεις ΣΟΚΟΛΗ 2018.

 

Αυτή, η Κυρία Χ, η ελλιπής από τα γεννοφάσκια της,

που το σώμα της το αχαρτογράφητο όλους τους χωρούσε,

που είχε στήθη αφρόντιστα,

πόδια αβέβαια και χέρια εκκρεμή,

αυτή που περιοριζόταν κάθε μέρα

σε ηττημένες διαπραγματεύσεις με τις κατά συρροή ρυτίδες της,

σε μια άλλη ιστορία, φορώντας μόνο ένα χαμόγελο,

που όμοιο του δεν υπάρχει,

η Κυρία Χ, σαν τρικυμία που καταπίνει τα στόματα

τα χάσκοντα, τα φλύαρα στου Έρωτα τις χάρες,

κάνει την εμφάνισή της ολόγυμνη,

και γίνεται σούσουρο μεγάλο ισοδύναμο των κυμάτων…

 

Κάποτε την ρώτησαν:

«Τι θα μείνει, αν σας τα πάρουν όλα;»

κι αυτή που το μόνο που ήθελε ήταν

να μην της στερούν την πρόσβαση στο άπειρο, απάντησε:

«ένα μικρό κάτι σε σχήμα ερωτηματικό».

 

Το περίεργο με την κ. Χ., σχολιάζει η Δήμητρα Μήττα, 

είναι ότι, «ενώ βαδίζει μοναχικά, απλώνεται σε όλη την πόλη.

Τη μια στιγμή εμφανίζεται βράδυ χειμώνα

κάτω από έναν στύλο του Δήμου που βγάζει πορτοκαλί φως,

την ίδια ώρα τη βλέπει κάποιος άλλος αλλού,

κάτω από τα παράθυρά του,    άλλος στο γωνιακό καφέ

όπου και η κ. Χ. συνήθιζε να πίνει γαλλικό καφέ με λίγο γάλα

πλαταγίζοντας τα χείλη της ελαφρά…

 

Η Κυρία Χ. δεν είναι επαναστάτρια με σημαία,

δεν κάνει θόρυβο,  απλώς,   περνώντας,

με το αεράκι που αφήνει ξεσηκώνει τη σκόνη

που σκεπάζει αισθήσεις  και  συναισθήματα,

πρωτογενείς και προγονικές σκέψεις…»

 

Ας την συναντήσουμε, λοιπόν, σε κάποιες από τις ιστορίες της,

στα κομμάτια και τα θρύψαλα μιας ζωής

με αλύπητα τινάγματα «του μέσα βίου έξω»,

όπως είπε φλυαρώντας για τη «σκόνη» του καθημερινού βίου η Κική Δημουλά.

Η Κυρία Χ είναι αποφασισμένη να μην αφήσει ίχνος σκόνης

να επιβιώσει και καθώς δεν αγαπάει τα πολλά λόγια,

«Τινάζει τα χρόνια της. Τελεία και Παύλα».

 

 Τελικά,   «μια νύχτα με πανσέληνο,   η Κυρία Χ

δέχθηκε την παραπάνω παράξενη πρόταση από τον Κύριο Ψ.

και «βγήκε στον πηγαιμό…» για τις «αποικίες των άστρων»!..

Δηλαδή, ταξίδι στο σύμπαν «Ονείρων χρωματιστών με αφή και γεύση»!..

Ταξίδι για τη ζωή άπασα!..   

Άραγε αυτός είναι ο προορισμός της;

Είναι «σαν έτοιμη από καιρό;»

Έχει συνεννοηθεί με τον ήλιο και το φεγγάρι να της δείχνουν το δρόμο;

Θα το μάθουμε διαβάζοντας τις ιστορίες  

που ανθολογούνται σ’ αυτή την ανάρτηση:

ΔΑΙΜΟΝΑΣ,    ΘΕΑΤΡΟ,   ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ,   ΣΥΛΛΗΨΗ,    ΕΚΛΟΓΕΣ,       ΤΡΙΚΥΜΙΑ,   ΣΑΝ ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ  και  ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ.

 

Η Κυρία Χ «παίρνει μια πένα απ’ τον ουρανό» και θα μας πει

«αυτά που βλέπει από αιώνες.   Με ή χωρίς αντιστάσεις.

Σε πράξεις πολλές και αναρωτήσεις πάμπολλες…».

 

Διαβάζοντας τις ιστορίες θα συμφωνήσουμε με τη Ζωή Σαμαρά που, σχολιάζοντας την απαράμιλλη τέχνη της Καλλιόπης Εξάρχου έγραψε:

«η Κυρία Χ δεν μας είναι τόσο άγνωστη.

Τη συναντάμε καθημερινά γύρω μας,   μέσα μας,

όλοι μας, άνδρες και γυναίκες».

 

Θα έχουμε ίσως κι εμείς την ίδια έντονη αίσθηση

ότι διαβάζουμε    «τη βιογραφία μιας γυναίκας,

τη θέαση εκ του σύνεγγυς μιας επανάστασης,

 ή τουλάχιστον μιας έντονης προσπάθειας

 η κυρία Χ να παραμείνει κυρία Χ, για όλους μας,

κυρίως για τον εαυτό της…»

 

Στην κατακλείδα πληροφορίες και για τη θεατρική εκδοχή της  Κυρίας Χ – όπως εκτέθηκε στη Σκηνή σ’ ένα μονόλογο διαρθρωμένο σε 15 σκηνές όπου η εμπνευσμένη σκηνοθέτις Αναστασία Ρεβή παρουσιάζει όλα τα ζητήματα της ζωής της, χωρίς συγκάλυψη, εξωραϊσμός και παρακάμψεις.





ΝΑ ΜΗΝ ΤΗΣ ΣΤΕΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ, ΑΥΤΟ ΜΟΝΟ ΗΘΕΛΕ Η ΚΥΡΙΑ Χ, ΠΟΥ ΚΙΝΗΣΕ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΑΠΑΣΑ

Η ΚΥΡΙΑ Χ γεννήθηκε και μουγγή.

Μικρή, μόλις ξυπνούσε, η μάνα της την έπλενε, την έντυνε ρούχα καθαρά και την έβαζε στο κέντρο του καναπέ για να τον στολίζει.

Το μεσημέρι την έβρισκαν πάντα στην ίδια θέση, ώρες ολόκληρες ακίνητη να βλέπει μόνο, χωρίς να βγαίνει λέξη από το στόμα, το περίφρακτο.

Επικοινωνούσε με τα μάτια της. Τα μόνα όργανα που διασώθηκαν, έτσι αθόρυβα που ήταν. Δεν ενοχλούσαν. Και έβλεπε, έβλεπε, έβλεπε… Έβλεπε και όνειρα, χρωματιστά, με αφή και γεύση.

Με τούτα και με τ’ άλλα, η Κυρία Χ μεγάλωνε μέρα με τη μέρα φιλοξενούμενη στη ζωή του άηχου. Μέσα της, έμπαιναν κι έβγαιναν άνθρωποι. Τέρατα ή αερικά. Όλους τους χωρούσε αυτό το σώμα το αχαρτογράφητο

που είχε στήθη αφρόντιστα

πόδια αβέβαια

και χέρια εκκρεμή.

Απέκτησε με τον χρόνο κι εκείνο το φύσημα στην καρδιά, που έχωνε τη μύτη της παντού και δεν την άφηνε σε ησυχία. Δαίμονας. Όταν την αντάμωνε, εκείνη έπεφτε σε νάρκη.

Ώσπου μια μέρα αναποδογύρισαν τα μάτια της κι ο δαίμονας έγινε φύσημα ψυχής. Τότε η Κυρία Χ πήρε μια πένα από τον ουρανό κι άρχισε να λέει αυτά που έβλεπε αιώνες. Με ή χωρίς αντιστάσεις. Σε πράξεις πολλές κι αναρωτήσεις πάμπολλες. Αν είχαν ημερομηνία λήξεως τα παρελθόντα, αν είχαν παύσει, αφού ετελέσθησαν, αλλά και πάλι να τ’ άφηνε ξέμπαρκα στο έλεος της λήθης; Τους χρωστούσε, αν μη τι άλλο αντίδωρα συντροφικά.

Έτσι, η Κυρία Χ άρχισε ν’ ανοίγει το στόμα της, να το μετράει από λέξη σε λέξη και να βγάζει φωνές θεόρατες σαν τα βουνά. Χωρίς απάτες και αυταπάτες, υπερ της ανάστασης μουγγών, στη γλώσσα των ομιλούντων χειλέων, σα λάλα σώματα, δικαιωμένα κι αδικαίωτα

[ΔΑΙΜΟΝΑΣ, από το βιβλίο της Καλλιόπης Εξάρχου Η ΚΥΡΙΑ Χ, εκδόσεις Σοκόλη 2018]

 

ΘΕΑΤΡΟ (από το βιβλίο της Καλλιόπης Εξάρχου Η Κυρία Χ, 2018)

Η ΚΥΡΙΑ Χ αγαπούσε το θέατρο. Αυτό το ευφάνταστο βλέφαρο που σηκώνει αυλαία στις σκιές της και τις καθιστά θέαμα.

Πήγαινε πάντα μόνη της. Όπως στην εκκλησία. Ασκεπής. Άφηνε πίσω την τύρβη του κόσμου, σκούπιζε τα πόδια της, έκανε το σταυρό της, ψιθύριζε ένα άσμα και αφηνόταν ανυπεράσπιστη στο θάμβος της έκπληξης. Για να κοινωνήσει. Το plaisir της ιερής στιγμής.  Όταν παίρνει φωτιά το σανίδι.

Αυτά αναλογιζόταν η Κυρία Χ το πρωινό που στρατοπέδευσε νωρίς νωρίς στο καφενείο της γειτονιάς. Διάλεξε ένα τραπεζάκι από εκείνα τα αδικημένα που σου γνέφουν να τους δώσεις σημασία. Στην κόχη του μαγαζιού. Τους θύμισε τη θέση που προτιμούσε στο θέατρο. Τελευταία και στην άκρη. «Ιδανική για να θεάται το σύμπαν» σκέφτηκε και ευθύς το βλέμμα της ανακατέλαβε τον χώρο.

Το σκηνικό γύρω τριγύρω μελωμένο. Με φουσκωμένα αυθάδικα κέικ.  Με καφέδες ευυπόληπτους. Με μπισκότα παρηγοριάς. Με γλυκά του κουταλιού αξεδιάλυτα. Οι πελάτες λιγοστοί και προβλέψιμοι. «Και πώς να ξαφνιαστούν τα μάτια» αναστέναξε η Κυρία Χ.

Έπινε την πρώτη γουλιά του καφέ της, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε πρώτη εκείνη. Μεταξύ πενήντα και εξήντα. Καλοδιατηρημένη. Μοντέρνα. Ακολούθησε εκείνος. Ίδια ακαθόριστη ηλικία. Γοητευτικός. Διάλεξαν το κεντρικό τραπεζάκι. Από εκείνα που, θέλοντας και μη, γίνονται σκηνή του κόσμου όλου.

Παρήγγειλαν δυο καφέδες    Αμίλητοι

Τους ανάδευσαν    Αμίλητοι

Τους ήπιαν    Αμίλητοι

Έμειναν για ώρα πολλή    Αμίλητοι

Τη στιγμή που η παρατεταμένη σιωπή ακράγγιζε τον θάνατο, η Κυρία Χ σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το ζευγάρι. Έσκυψε τρυφερά κι έδωσε ένα παθιασμένο φιλί στα ασάλευτα χείλη του άνδρα. Μετά, επέστρεψε στη θέση της με τον ήλιο σε αμηχανία.

Το χαστούκι της γυναίκας του, το νερό με το οποίο τον περιέλουσε και η αλλόφρονη αναχώρησή του που ακολούθησε, θα μπορούσαν να σημάνουν το φινάλε. «Όχι όμως μιας καλής παράστασης» σκέφτηκε απογοητευμένη η Κυρία Χ.

Όταν ο άνδρας σηκώθηκε, σκούπισε τα νερά από το πρόσωπό του, πλησίασε την Κυρία Χ, της υποκλίθηκε, της είπε «ευχαριστώ» και άφησε το καφενείο ευθυτενής ως ευπατρίδης αποσυνάγωγος, η Κυρία Χ ένιωσε την ευλογία του πυροβολισμού που ακούγεται ενώ πέφτει η αυλαία.

 

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ, ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, Η ΚΥΡΙΑ Χ ΞΕΙΚΙΝΟΥΣΕ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΑΚΑΛΕΣΤΟΥΣ.

Της επιβάλλονταν ως αναιδής συναναστροφή, χτυπώντας τα κουδούνια με το πρώτο φως. Άφηναν ανοιχτές τις πόρτες πίσω τους και έκανε ρεύμα. Διασταυρώνονταν καθέτως και οριζοντίως και προκαλούσαν συνωστισμό στη μνήμη της Κυρίας Χ – και τι να πρωτοθυμηθεί από δαύτους. Άφηναν ίχνη ανεξίτηλα, που δεν μπορούσε να τα καθαρίσει με τίποτε.

Η Κυρία Χ αναρωτιόταν μήπως θα έπρεπε να προβεί σε συστάσεις ή δεν θα έπαιρναν από λόγια;  Μήπως θα έπρεπε να τους ακροαστεί; Ή μήπως να τους επικηρύξει για να τους συλλάβουν και να την αφήσουν στην ησυχία της μια και καλή; Κι αν την εκδικούνταν και την κατάπιναν αμάσητη πριν την ώρα της; Έτσι απρόβλεπτοι και δίκοποι που ήταν;

Γι’ αυτό και η Κυρία Χ περιοριζόταν κάθε μέρα σε ηττημένες διαπραγματεύσεις με τις ρυτίδες. Τις κατά συρροήν.

[ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, μια ιστορία από το βιβλίο της Καλλιόπης Εξάρχου Η ΚΥΡΙΑ Χ, εκδόσεις Σοκόλη 2018]

 

ΣΥΛΛΗΨΗ (από το βιβλίο της Καλλιόπης Εξάρχου Η ΚΥΡΙΑ Χ, 2018)

Εν μέσω κρίσης έγινε η σύλληψη της Κυρίας Χ.

Όταν την πήγαν στο Τμήμα της περιοχής, η Κυρία Χ απορημένη ζήτησε να μάθει το λόγο της σύλληψής της. «Πολύ ευχαρίστως» της είπαν. Τη μήνυσαν οι ένοικοι της πολυκατοικίας γιατί τίναζε μέρα νύχτα από όπου υπήρχε άνοιγμα προς τα έξω

μπαλκόνια    παράθυρα    εξώπορτες

και είχε καταντήσει πια ανυπόφορος ο θόρυβος εν μέσω κρίσης που είχε τεντώσει τα νεύρα τους σαν χορδές. Άσε που λέρωνε και τ’ απλωμένα τους ρούχα. Έκαναν υπομονή μια δυο τρεις μέρες – είχαν και προηγούμενα μαζί της για αλλόκοτη συμπεριφορά -, στο τέλος απηύδησαν οι άνθρωποι. Πετάγονταν  από τον ύπνο τους σαν ζόμπι, ενώ η Κυρία Χ μάτωνε το σύμπαν με αλύπητα τινάγματα. Είχαν αρχίσει να λυπούνται και τα θύματα

ρούχα    παπλώματα    κουβέρτες    μαξιλάρια    χαλιά…

χωρίς να μπορούν επιπλέον να βγάλουν κανένα λογικό συμπέρασμα.

Οι αστυνομικοί ήθελαν επειγόντως μιαν απάντηση στο ερώτημά τους: «Γιατί τόσο τίναγμα ολημερίς ολοβραδίς;»

Η Κυρία Χ δεν αγαπούσε τα πολλά λόγια. Στάθηκε όρθια μπροστά στον αξιωματικό υπηρεσίας και του απάντησε λακωνικά: «Τινάζω τα χρόνια μου. Εν μέσω κρίσης».

Τελεία και Παύλα.

 

ΕΚΛΟΓΕΣ

Η Κυρία Χ κατέβηκε στις τελευταίες εκλογές με το δικό της κόμμα. Ως πολίτης. Δεν της άρεσε η λέξη πολιτικός. Την αποπροσανατόλιζε. Και δεν ήθελε καθόλου μα καθόλου να παρεκκλίνει από το στόχο της. Παρά το αραχνοΰφαντο του χαρακτήρα της, η Κυρία Χ τα οργάνωσε όλα εν τάξει και σειρά.

Ξεκίνησε, όπως είθισται, από τις προγραμματικές δηλώσεις. Τις συνέταξε με το αριστερό χέρι. Οι λέξεις που κατέγραψε ήταν γυμνόστηθες. Αμαζόνες. Ως εκεί που φτάνει το μάτι.

Παραμονή των εκλογών, η Κυρία Χ έκανε την πρώτη της δημόσια εμφάνιση. Πήρε το Λόγο της και πήγε στην Αγορά. Ανέβηκε στο βάθρο. Γύρω της κόσμος και κοσμάκης. Περίμεναν. Άλλοι γελούσαν. Άλλοι ξένιζαν τα μούτρα τους. Κάποιοι ήταν ανέκφραστοι. Δύσπιστοι; Υπομονετικοί;

Η Κυρία Χ καθάρισε τον λαιμό της μ’ ένα ανεπαίσθητο βηχαλάκι. Στη συνέχεια ξεδίπλωσε τον Καταστατικό Χάρτη του κόμματος. Πάραυτα εμφανίστηκαν οι λέξεις σαν οπές. Τότε η Κυρία Χ άρχισε τα προσκλητήρια. Στον καθέναν. Να βάλει το δάχτυλο σε όποια λέξη ήθελε. Οι άνδρες δεν κουνήθηκαν από τη θέση τους. Χαμογελούσαν ειρωνικά. Χλεύαζαν με νόημα μεταξύ τους.

Οι γυναίκες ένιωσαν άβολα, αλλά κάτι τις ωθούσε προς τα εμπρός. Πρώτη πλησίασε μια γριούλα. Όταν έφτασε σε απόσταση αναπνοής από τις χαίνουσες λέξεις - οπές, σήκωσε με σιγουριά τον δείκτη της και άγγιξε την πιο χαμηλή.

Μήτρα

Αίμα ζεστό κύλησε πάραυτα. Η γριούλα έσκυψε με ευλάβεια και το έγλειψε. Ύστερα σκούπισε τα χείλη της, είπε «ευχαριστώ για τη μοιρασιά» και απομακρύνθηκε. Το παράδειγμά της ακολούθησαν στην αρχή γυναίκες μιας κάποιας ηλικίας και μετά οι πιο νέες. Κάθε άγγιγμα λέξης - οπής και ένα διαφορετικό υγρό. Ανέβλυζε.

Βυζί     Αιδοίο     Στόμα     Μασχάλες     Μάτια

Ζεστό υγρό. Δοκιμασμένο υγρό. Από το έσω τραύμα. Το εκ γενετής. Το προπατορικό. Στο βάθος ακουγόταν το εμβατήριο του κόμματος. Της ζωής

 

 

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ Χ, ΣΑΝ ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΠΙΝΕΙ ΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΤΑ ΧΑΣΚΟΝΤΑ, ΤΑ ΦΛΥΑΡΑ, ΤΑ ΑΜΑΘΑ ΣΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΤΙΣ ΧΑΡΕΣ

Μέρα μεσημέρι και ο ήλιος σε υπερβολές. Ζέστη της άπνοιας. Στην παραλία, ο κόσμος φυσούσε και ξεφυσούσε μήπως και δροσερέψει ο τόπος. Αλλά ματαίως.

Αίφνης και, ενώ όλα σήμαιναν ακινησία, σηκώθηκαν κύματα ίσαμε το Θεό. Άφρισε η θάλασσα όλη πέρα για πέρα. τρόμαξαν και τα πετούμενα και φτερούγισαν μακριά στον ανοιχτό ορίζοντα. Όσοι έκαναν περίπατο εκείνη την ώρα, σταμάτησαν παραξενεμένοι και ρωτούσαν γύρω τριγύρω την αιτία του φαινομένου. «Λέτε να ξύπνησε ο Ποσειδώνας;» αναρωτήθηκαν οι αλλοπαρμένοι. Κάποιοι μίλησαν για τις συνέπειες της μαύρης τρύπας. Κάποιοι άλλοι είπαν τα θεολογικά τους και σταυροκοπήθηκαν. Έγινε, μ’ άλλα λόγια, σούσουρο μεγάλο ισοδύναμο των κυμάτων.

Τότε, μέσα σ’ εκείνη την οχλοβοή, έκανε την εμφάνισή της η Κυρία Χ. Καμαρωτή καμαρωτή με έναν αέρα σορόκο. Ήταν ολόγυμνη! Με δέρμα δελφινιού διάφανο σαν μετάξι. Φορούσε μόνο ένα Χαμόγελο, που όμοιο του δεν υπήρχε. Λες φως σαν ξεχυνόταν από τη δύση ως την ανατολή, από τον ουρανό ως τη λύκη βυθού. Ξεχείλιζε με ορμή και τόλμη, ανατρέποντας κάθε ισάδα. Δεν ήταν της απανεμιάς εκείνο το Χαμόγελο. Του Έρωτα απότοκο ήταν. Ατίθασο σαν άτι. Που χαράσσει τις φλέβες βαθιά και γίνεται ένα με το αίμα. Με εκτόπισμα τόνων. Ικανό να φέρει τα πάνω κάτω. Σαν τρικυμία που καταπίνει τα στόματα τα χάσκοντα, τα φλύαρα, τα άμαθα στου Έρωτα τις χάρες.

Το Χαμόγελο της Κυρίας Χ.

[ΤΡΙΚΥΜΙΑ, μια ιστορία από το βιβλίο της Καλλιόπης Εξάρχου Η ΚΥΡΙΑ Χ, εκδόσεις Σοκόλη 2018]

 

ΣΑΝ ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ (από το βιβλίο της Καλλιόπης Εξάρχου Η ΚΥΡΙΑ Χ, 2018)

Όταν κατηφόρισαν τα χιόνια απ’ τα ορεινά στα πεδινά, η Κυρία Χ  βάλθηκε να τους δώσει ένα σχήμα. Ήσυχο. Ειρηνικό. Εξάλλου, αυτά τα τρυφερά βαμβάκια είναι αθόρυβα από τη φύση τους. Απορροφούν κάθε ηχητική παραφωνία. Είναι που τότε παύουν να μαλώνουν οι θεοί από ψηλά.

Το σχήμα είχε κάτι καμπύλες απαλές για να μη σκοντάφτουν τα χάδια. Στο κέντρο μια ζεστή επιμήκυνση. Για να υπενθυμίζει την αντανάκλαση της φύσης.

Όταν ο καθρέφτης τη διαβεβαίωσε για αμοιβαία σχέση εκτίμησης, η Κυρία Χ τίναξε ανέμελα τα χιόνια και εξήλθε αθώα παιδίσκη.

 

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Η Κυρία Χ σηκώθηκε αχάραγα.

Διάλεξε τα λιγοστά απαραίτητα, τα στρίμωξε σε δυο βαλίτσες, έριξε μια τελευταία ματιά στο τακτοποιημένο σπιτικό της, του έγνεψε με χέρι σταθερό και βγήκε κλειδώνοντας την εξώπορτα. Ανέβηκε στο ποδήλατο που την περίμενε σημαιοστολισμένο.

Πριν ξεκινήσει, ράντισε με λίγες σταγόνες άρωμα τα μαλλιά της, χαιρετώντας τον άνεμο, μετά έβαλε τα ανθοφόρα γάντια της, στη συνέχεια είδε καταπού πέφτει η ανατολή, πήρε θέση και ξεκίνησε. Αργά αλλά σίγουρα.

Στον δρόμο έλεγχε κάθε λίγο το βιος που κουβαλούσε. Την παιδική χαρά που κελαηδούσε μαζί με τα αηδόνια. Την πήρε καλού κακού μη και συναντήσει κάπου κάποτε το κοριτσάκι της. Την τεράστια κατσαρόλα από μπακίρι, για να ταϊζει το ανοιχτό στόμα κάθε ζωντανού. Έναν καναπέ, για να ισιώνει τα πόδια της τις νύχτες της κατάπαυσης. Κι έναν αυλό για να συντροφεύει τον Πάνα. Προορισμό δεν έβαλε.

Είχε συνεννοηθεί με τον ήλιο και το φεγγάρι να της δείχνουν τον δρόμο μέχρι που θα εξαντλούνταν και οι τρεις. Τους εμπιστευόταν παιδιόθεν. Τώρα που στρογγύλευε η ζωή της, αφέθηκε στα χέρια τους. Θα είχαν να λένε πολλά στο ταξίδι. Και παλιά και νέα. Γι’ αυτό δεν ανησυχούσε που ήταν ασυντρόφευτη από άνθρωπο. Είχε το Φως. Της Αρχής και του Τέλους.

Καλημέρα   Καληνύχτα

Αγαπητή Κυρία Χ.

[μια ιστορία από το βιβλίο της Καλλιόπης Εξάρχου Η ΚΥΡΙΑ Χ, εκδόσεις Σοκόλη 2018]

 

ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟ ΛΟΓΟ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΟ ΟΝ, Η ΚΥΡΙΑ Χ, ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΞΕΦΥΓΕΙ ΕΝΤΕΛΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΟΦΕΙΛΕ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΜΥΘΟΣ

(σχόλιο της Ζωής Σαμαρά για το βιβλίο της Καλλιόπης Εξάρχου):

Και ξαφνικά, στο τρίτο αφήγημα (Θέμα Τιμής) αρχίζουμε να υποπτευόμαστε ότι η κυρία Χ είναι η συγγραφέας, ή μάλλον η καθεμιά αλλά και ο καθένας από εμάς που σκύψαμε με περιέργεια και τρυφερότητα πάνω στο βιβλίο. Είναι η στιγμή που το προσωπικό άλγος ανάγεται σε λογοτεχνία. Κι έτσι φτάνουμε στο τέταρτο αφήγημα, το πιο βασικό, «Παραλίας το ανάγνωσμα», στο όριο ανάμεσα στη στεριά και τη θάλασσα, στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία. Η κυρία Χ, με την τσαντούλα της και όλα τα κομφόρ, ξεκινάει για την παραλία. Δεν ξεχνάει να πάρει μαζί της ένα βιβλίο, τον καθρέφτη της ζωής της. Διαβάζει εκείνες τις μέρες το κλασικό μυθιστόρημα της Μαντάμ ντε Λαφαγιέτ, Η πριγκίπισσα ντε Κλεβ, ιστορία ενός μεγάλου έρωτα. Είναι το έργο που ενώνει τους δύο εξέχοντες τραγικούς του αιώνα της Γαλλίδας πεζογράφου, καθώς αντανακλά τη σύγκρουση ανάμεσα στο καθήκον και την επιθυμία, του Κορνέιγ, και τη λιτή δομή και έκφραση, του Ρακίνα. Και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι το βιβλίο που κρατά η Κυρία Χ, το αριστούργημα της Λαφαγιέτ, παραμένει, μέσα στον μύθο της Εξάρχου, στον χώρο της πεζογραφίας, οι ήρωές του δεν βγαίνουν από το βιβλίο, καθώς τίποτε δεν του περισσεύει μέσα στην κλασική του λιτότητα. Ωστόσο, οι ήρωες των βιβλίων που διαβάζουν οι άλλοι γύρω της κυκλοφορούν άνετα στην παραλία και δεν διστάζουν να κάνουν παρέα μεταξύ τους και μαζί της. Έτσι ανακαλύπτει τον εαυτό της και τον κόσμο, συλλαμβάνει τον εαυτό της ως ηρωίδα μυθιστορήματος. Πρέπει όμως να το ζήσει. Συναντά την Έμμα Μποβαρί ντυμένη εκτός τόπου και χρόνου. Η Έμμα με τη σειρά της συναντά τον φον Άσενμπαχ. Κοντολογίς, η Καλλιόπη Εξάρχου κάνει παρέα με τον Γκιστάβ Φλομπέρ, που συνομιλεί με τον Τόμας Μαν. Η κυρία Χ ταξιδεύει όπως οι ήρωες του Τρυφερή είναι η νύχτα. Μοιράζεται με τον Σκοτ Φιτζέραλντ την αποσύνθεση του χαρακτήρα και των στόχων που ζουν οι εκπατρισμένοι –αυτό που είμαστε όλοι στο βάθος–, δένει τη ζωή με την τέχνη, όπως ο Μαν, και νιώθει καταδικασμένη από τον χαρακτήρα της και τη δημιουργό της, όπως η Έμμα από τον Φλομπέρ. Όταν η κυρία Χ σκοντάφτει «στο λευκό μαντίλι του Άσενμπαχ», τότε επιβεβαιώνεται η εντύπωσή της ότι και η ίδια ζει μέσα σε μυθιστόρημα. …»




ΤΕΛΙΚΑ, ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
(με Κεφαλαία στη ζωή της  ΚΥΡΙΑΣ Χ  (όπως…) ΕΚΤΕΘΗΚΕ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ...
Η εμπνευσμένη σκηνοθέτις Αναστασία Ρεβή πίστεψε στην Κυρία Χ που ήθελε «να μην της στερούν την πρόσβαση στο άπειρο» και εμπιστεύτηκε το λόγο της Καλλιόπης Εξάρχου. Γι’ αυτό και ζητώντας από τις δικές της Κυρίες Χ να είναι άμεσες και πειστικές μέσα από τον καθαρό λόγο και την διακριτική κίνηση ανέδειξε τον σωματικό λόγο του πεζού κειμένου.   Προσθέτοντας, μάλιστα,  μικρές, ευρηματικές λεπτομέρειες ολοκλήρωσε την θεατρική Κυρία Χ.  καθιστώντας  την έτοιμη να πει τις ιστορίες της επί σκηνής…  Έτσι, η μία και μοναδική κυρία Χ, πολλαπλασιάστηκε και έγιναν όλες οι Κυρίες Χ του κόσμου σε ένα κείμενο απελευθερωμένο, ακομπλεξάριστο, που καταδεικνύει πόσο ποιητικός μπορεί να υπάρξει ο ρεαλισμός, και πόσο υπέροχη η ζωή και τα σκαμπανεβάσματά της. Οκτώ γυναίκες δίνουν πάσα η μια στην άλλη, μπαίνει η μία μέσα στην άλλη, ατακάρουν και εφορμούν με ασήμαντες σκηνικές αφορμές… Τελικά,  ένας μονόλογος διαρθρωμένος σε 15 σκηνές με κεντρικό πρόσωπο την ομώνυμη Κυρία, η οποία εκτίθεται ολοκληρωτικά, καταθέτοντας όλα τα ζητήματα της ζωής της, χωρίς συγκάλυψη, εξωραϊσμούς και παρακάμψεις. Πρόκειται για μια ευάλωτη και ευθυτενή γυναίκα, που πέφτει και σηκώνεται κάθε φορά, κουβαλώντας ολόκληρη τη γη στους ώμους της.  Το έργο παρουσιάστηκε στο θέατρο Κάρολος Κουν (στην σκηνή της Φρυνίχου) , στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Αναλόγιο.