Κυριακή 12 Απριλίου 2020

ΠΕΡΠΑΤΩ ΕΙΣ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΓΙΑΤΙ Ο ΛΥΚΟΣ ΣΥΧΝΑΖΕΙ ΕΔΩ

ΠΕΡΠΑΤΩ ΕΙΣ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΓΙΑΤΙ Ο ΛΥΚΟΣ ΣΥΧΝΑΖΕΙ ΕΔΩ

Για τον Μάρκο Μέσκο η ποίηση

ως λόγος αναπεπταμένος αλλά και γήινος, ως έλξη του αιώνιου που εκκινεί ανάδρομα από το ιστορικό παρόν,

διατρέχει την κοινωνική πραγματικότητα καταθέτοντας μια γραφή που παλινωδεί ανάμεσα στην πρωτοπρόσωπη απόγνωση και τη συλλογική ελπίδα.

Όλα τα μέσα και οι μορφές χρησιμοποιούνται, προκειμένου να ειπωθεί

 η στιγμή με όλη τη σοβαρότητά της,

η φύση μ’ όλη την αμφισημία της

και η εμφυλιακή παράνοια σε όλο της το μεγαλείο.

Πεζοποιήματα και χαϊκού,   σονέτα και μονόστιχα σε μία σμίκρυνση πολυτελή των νοημάτων   μα και πολύστιχα ποιήματα σπεύδουν στην υπηρεσία του και καθιστούν το λόγο του πολιτικό με τη βαθύτερη και ευρύτερη έννοια του όρου,   όταν αυτός άπτεται μιας ανθρώπινης κραυγής.

Αρνούμενος να ρητορεύσει, μιλά με σιγανή φωνή

για τη διάψευση και την αξιοπρέπεια των αγνών που τόσο ανενδοίαστα χλευάστηκε.

Στον στίχο του οι άνθρωποι του καθ’ ημέραν βίου γίνονται ήρωες και άγιοι, ενώ την ίδια ώρα η φύση και τα όντα της αποθεώνονται και υμνούνται.

Αντάρτες των βουνών και ζώα του δάσους,

πουλιά και φίλοι του καλοί συνοικούν στο σπιτάκι των στίχων του

και μέσα από τα ερείπια της ιστορίας αρθρώνουν έναν λόγο

που συνιστά συγκερασμό παραδοσιακής και σύγχρονης φωνής.

Κλέφτες κι αρματολοί, συμπατριώτες του μα και διαψευσμένοι των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων,

άνθρωποι της γενιάς του, ζώντες και τεθνεώτες που γνώρισε το δράμα τους,

 ήρωες αδικαίωτοι και όνειρα διαμελισμένα

κυκλοφορούν παρέα μ’ όλα τα τραυματισμένα οράματα της Αριστεράς

διατρέχοντας τόσο το γενέθλιο τόπο όσο και την ψυχή του.

Μια ποίηση ανθρωποκεντρική που αναλαμβάνει να μιλήσει εξ ονόματος των αδικημένων

διασώζοντας την αξιοπρέπεια τους,

ομολογώντας τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν,

εγκλήματα κατά της ανθρωπιάς και των αγνών προσδοκιών.

[η εισαγωγή από το δοκίμιο κριτικής για το Μάρκο Μέσκο από το βιβλίο της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019

 ΣΥΝΕΧΕΙΑ με επιλογές στίχων από τις συλλογές του ποιητή και άλλα αποσπάσματα από το σχολιασμό της δοκιμιογράφου]




Η ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΣΙΔΕΡΩΝΕΙ ΜΕ ΤΑ ΠΕΛΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΗΝ ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΜΑΣ

«Μια μέρα θα βγάλω τους στίχους στον δρόμο εν δυο, εν δυο, εν δυο  - αλτ εμπρός μαρς!

Εν δυο, εν δυο ευθυτενείς, σιδερωμένοι

σε κάθε γωνιά να χαιρετούν τ’ άστρα

με το χέρι στο πηλίκο, εν δυο, εν δυο

μια μέρα θα βγάλω τους στίχους στο δρόμο

ν’ αναπνεύσουν τα πράσινα φύλλα» (ΜΑΥΡΟ ΔΑΣΟΣ, Τα ανώνυμα, 1971)

 

Η ποίηση λοιπόν κι ο εσωτερικός ρυθμός της παρελαύνει και χαιρετά στρατιωτικά από τη μια την ιστορική μνήμη κι από την άλλη την ίδια τη φύση που ως επίσημος στην εξέδρα παρακολουθεί την αρμονία και ωραιότητα των στίχων να τη συναγωνίζονται. Στο ποίημα αυτό  συμπυκνωμένη περιέχεται ολόκληρη η εσωτερική γεωγραφία του Μέσκου,, η οποία εμποτισμένη από τα γεγονότα της κατοχής και του Εμφυλίου ανασαίνει στην ύπαιθρο, ευρισκόμενη σ’ ένα διαρκή ανταρτοπόλεμο με το άδικο. Άλλωστε, η αντίσταση των στίχων του δεν είναι παρά μια συνειδητή και καίρια πράξη διαμαρτυρίας, καθώς όπως γράφει:

«η βαρβαρότητα της εποχής σιδερώνει με τα πέλματά της την αθωότητά μας»

Ως εκ τούτου, η φυσιοκρατική του αντίληψη συνιστά στη γραφή του οργανικό στοιχείο, καθώς συνδέει το οικείο με το ανοίκειο ή αλλιώς το ανθρώπινο δράμα και την απώλεια με τη χαρμόσυνη προοπτική του αναγεννημένου τοπίου.

Μια διελκυστίνδα εσωτερικής και εξωτερικής τοπιογραφίας που συναιρεί το συνεχές με το διακοπτόμενο, την ήρεμη ροή της έγχρωμης ανθοφορίας με τη βίαιη επέλαση του ζοφερού θανάτου.

Ωστόσο, ο νατουραλισμός του Μέσκου δεν αποτελεί μια προεκτεινόμενη λυρική θέαση που επιτρέπει στο υποκείμενο του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου τη συμφιλίωση του με τη φύση δίκην σκηνικού στο ανθρώπινο δράμα, αλλά διδάσκει μέσω των αλλεπάλληλων αντιθέσεων το ενιαίο της φύσης και των όντων…

[αποσπάσματα από το δοκίμιο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου για το Μάρκο Μέσκο, από το βιβλίο της ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019]

 

ΚΡΙΝΑ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ ΚΑΙ ΜΟΣΧΟΒΟΛΙΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΗΘΗ ΤΟΥ ΑΒΥΣΣΑΛΕΟΥ ΠΡΙΝ…

«Όταν τ’ ανώνυμα άνθη την πέτρα ραγίζουν

αντάρτη ταπεινέ ανιδιοτελή

λάμπρυνε την ψυχή μου

 

όταν το στόμα την αλαλία καταπιεί

χώμα και σκόνη κι αέρας ας μείνει –

(ένα κλαδί το δάχτυλό μου να ’ρχονται τα πουλιά») (Δυο τρίστιχα, Ελεγείες, 2004)

 κι αλλού

«κρίνα του Απρίλη και μοσχοβολιές από τα στήθη του αβυσσαλέου πριν

ασύλληπτος ακροβάτης το αεράκι όταν η πληγή είναι ανθός

και όταν κέρματα και γρόσια η αιτία του Κακού αιωνίως

σε μαγεμένη θάλασσα σε γαλαξίες και πετρώματα εύφορα

η πολλαπλή γλώσσα ζώων πτηνών και ανθρώπων αιωνίως

με το μαχαίρι και το μπαμ του ολέθριου θανάτου…»

(ΧΧ, Στον ίσκιο της Γης, 1986)

 

Η ποίηση του Μέσκου δίνει την εντύπωση πως ανάμεσα στους στίχους υπάρχει ένα διάκενο, όπου κρύβονται εκεί άλλοι στίχοι με νοήματα και εικόνες που αναπαράγουν την ιστορία και την μέσα αλήθεια, τους οποίους όμως εσκεμμένα την τελευταία στιγμή αφαιρεί, προκειμένου να αφήσει στον ίδιο τον αναγνώστη την ελευθερία να ακούσει στον δικό του χρόνο την άλλη γλώσσα και να την εντάξει στο δικό του βίωμα.

Κι ενώ κάποτε αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να κατηγορηθεί για κρυπτική ασυνέχεια, εντούτοις σε μια δεύτερη ανάγνωση λειτουργεί ως γενναιοδωρία του ποιητή που αποβλέπει με μιαν ιδιάζουσα διακριτικότητα να εντάξει στη διαδικασία της γραφής του τον άγνωστο αναγνώστη και να εγκαινιάσει κατ’ αυτόν τον τρόπο την πλέον δημοκρατική συνομιλία των ψυχών.

Ως εκ τούτου, δεν αγωνιά για την άμεση πρόσβαση στην κοινή εμπειρία με μέσα εύχρηστα και απλά, ούτε πολύ περισσότερο μάχεται να καταστήσει προσβάσιμο το νοηματικό του σύμπαν επεξηγώντας όλα τα επιμέρους. Τον απασχολεί κυρίως η ολότητα της ποίησης που εμπεριέχει το ανολοκλήρωτο και ανεξερεύνητο, το συγκοπτόμενο και παρενθετικό αντιστεκόμενη στην πλήξη του απόλυτα σαφούς και του συνδεδεμένου.

Η διαύγεια δεν προκύπτει συνεπώς από την ορθή διαχείριση των εκφραστικών του μέσων που αρθρώνουν μια συνεκτική σταθερότητα αλλά από μια διαισθητική σύνδεση με έναν εσωτερικό ασθματικό ρυθμό που παρασύρει τον αναγνώστη στην ασυμβίβαστη φαντασία, στο πλαίσιο της οποίας ό,τι αποσιωπάται ομιλεί κι ό,τι αποκρύπτεται σημαίνει.

[αποσπάσματα από το δοκίμιο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου για το Μάρκο Μέσκο, από το βιβλίο της ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019]

 

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΔΙΠΛΗΣ ΑΠΟΣΤΑΞΕΩΣ

«Τα ρούχα μου τρίφτηκαν, κόπηκαν σε μέρη πολλά,

όμως, το απόγευμα είναι ήσυχο. Στα χέρια μου

κρατώ ποιήματα από τον άλλο κόσμο

στρατιώτης εγώ τι τα θέλω;

Σαν κακούργος διαβάζω στο πάρκο

τώρα που ευωδιάζει το Μάη.

 

Ω δεσποινίς, ω δεσποινίς, πόσο ομορφήνατε!

Άραγε με θυμάστε;» (ΜΑΥΡΟ ΔΑΣΟΣ, Αδειούχος)

 

Αποφθεγματικός λόγος διπλής αποστάξεως, λόγος διαμεσολαβητικός κρύβει μες στην ελλειπτικότητά του το λόγο των νεκρών, των αφανών και ανωνύμων που δανείζονται τη φωνή του και εκπροσωπούνται δια μέσου του σε μιαν αέναη διαμαρτυρία για το σύστημα των αξιών που έχει ανεπανόρθωτα πληγεί.

Εκείνο λοιπόν που τον απασχολεί είναι η βαθύτερη ουσία του ανθρώπου και η ιδιαίτερη ιστορία της, η εποποιία των «έντιμων και σαλεμένων», των κάθε λογής καταραμένων που επανέρχονται με όλη την παρακμή και διάψευσή τους και καταλαμβάνοντας τον υπαίθριο και εσωτερικό χώρο, εμπλέκουν ως δια μαγείας τον ιστορικό με τον προσωπικό χρόνο.

Εγείρεται,  δηλαδή, ένα μυθοποιημένο σύμπαν που εκκινώντας από τον Διγενή και το Δημοτικό τραγούδι, εντάσσει κλέφτες και αρματολούς, πολεμιστές και παλικάρια σ’ ένα κλίμα που ωστόσο δεν απηχεί μια λαογραφική και ηθογραφική τάση αλλά συνδράμει στο ποιητικό αποτέλεσμα με τη διαδικασία του συνθετικού βιώματος.

Το παρελθόν αλλάζει μεριά και γίνεται παρόν, μια ανάλογη ανατρεπτική μετακίνηση με αυτήν που αφορά στην παιδική ηλικία, όταν τελείως παράδοξα και αιφνίδια μετουσιώνεται στην ποίηση του Μέσκου σε χώρο και χρόνο, καθιστώντας τον γενέθλιο τόπο – την Έδεσσα, τα παλαιά Βοδενά – περιοχή συνώνυμη του εδεμικού κηπίου. «Παιχνίδια στον Παράδεισο» άλλωστε ονομάζει τη συλλογή του

«Πάνω από τα Βοδενά

περνάει ο δρόμος της Σωτήρας.

Ήσυχοι λόφοι, άγριο φαράγγι πιο ψηλά

το καστανό χώμα της κερασιάς είναι νιόσκαφτο

εδώ η χλόη του σταριού εκεί χορεύει

ανθισμένα η δαμασκηνιά, γελάδια πάλι στον πλαγιά

κατά το Πάικο μια φοράδα ασέλωτη

βιτσίζει τον αέρα…

 

Οδυσσέα!... (Μνήμη, Μαύρο Δάσος 1971)

 

ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΕΣΚΟΥ

Κάποτε στην ποίηση του Μέσκου αντηχούν οι βηματισμοί αγαπημένων ποιητών όπως του Καρυωτάκη, παραπέμποντάς μας στην «Πρέβεζα» και στη «Δικαίωση», με αποτέλεσμα μέσα από τις σατιρικές ελεγείες να χαριεντίζεται, όπως γράφει ο ίδιος, με το παράδοξο.

Νεκρός μονάχα θα χαμογελώ γιατί θα ξέρω τα πάντα
-θα ’ναι γελοίο και ποταπό αν κρούει κάποιος την μπάντα
.

Θα μου αρκεί ένα σύννεφο –χαίρε στον ουρανό και στο πουθενά 
-παντοτινά (και τώρα) η λεύκα ψηλά θροΐζει στα Βοδενά. 
[…] «IX», Στον ίσκιο της γης, 1986

Κι αλλού πάλι με ύφος πιο ειρωνικό μα κατά βάθος αυτοσαρκαστικό και δηλωτικό της μοναξιάς βρίσκει λυτρωτική καταφυγή στην ουτοπία…

Όμως μαζί με τον Καρυωτάκη ακούγεται να περπατά κάπου κοντά κι ο Σολωμός, όπως στο ποίημα «Τα φαντάσματα της Ελευθερίας» (1979)

… στο δρόμο πρωί πουλάκι λαλεί και πάλλει το στήθος 
ντο-ρε-μι λουλούδι γιασεμί 

απ’ το παράθυρο η φωνή που περιμένει -μίλησέ μου!

 

Στην ποίηση του Μέσκου είναι φανερό πως το παιχνίδι παίζεται ανάμεσα στον λόγο και στη σιωπή, μια σιωπή που εισχωρεί και τον διακόπτει, τον αποσταθεροποιεί, τον κάνει να τρεκλίζει, να μοιάζει απροσπέλαστος σαν άβατο ναού, δίνοντας την αίσθηση του ασυνεχούς και ατελέσφορου, κάτι σαν μια ταυτόχρονη ανάγκη διάψευσης και επιβεβαίωσης, μια χαμηλόφωνη υπόμνηση των βασικών νημάτων που πλέκουν το ακατάληπτο με το συμβολικό, την ευκρίνεια με την ανατροπή και αφήνουν αμήχανο κάποτε τον αναγνώστη να συνδράμει με τη φαντασία και το ένστικτο στην επικοινωνία. Ψηφίδες ριγμένες στα περιθώρια και στα κενά προσκαλώντας και αποζητώντας τη συμμετοχή της άλλης ψυχής. Δουλεύοντας περισσότερο το υπόστρωμα των ποιημάτων του απαιτεί τη γνώση των γεγονότων και αναθέτει στη φύση και στους νεκρούς τη διάσωση της ουσιαστικής συνομιλίας. 

Αναθέτει, με άλλα λόγια, στην ουτοπία και την παραδοξότητα να διερμηνεύσουν το ακατανόητο της φθοράς και του θανάτου ελπίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε μιαν άλλου είδους σωτηρία.


Σε καμία περίπτωση δεν θρηνωδεί αλλά θυμάται, προκειμένου να διασώσει, ενώ με έναν λόγο που παραπέμπει σε μοιρολόι ταπεινό και διακεκομμένο υπενθυμίζει πως όλα αυτά για τα οποία μιλά είναι ελλιπή και βίαια αποκομμένα. 

Πρόκειται για μια βίαιη αποκοπή από την αθωότητα που επιβλήθηκε στη ζωή, για να της θυμίζει την προσωρινότητά της. Οι πόλεμοι και οι νεκροί, οι ακρωτηριασμένοι έρωτες και τα όνειρα που εξορίστηκαν στη χώρα του ανέφικτου, όλα μα όλα είναι μια ακύρωση διαρκείας, μια ήττα εκ γενετής που επιβάλλει τη δική της σκοτεινή γλώσσα και το δικό της ιδιότυπο πένθος. Πώς λοιπόν να μιλήσει με λόγο αδιατάρακτο για το διαταραγμένο, πώς να περιγράψει με λόγο εναργή τον ασαφή προορισμό μας; 

Συμπάσχει με τους συνοδοιπόρους του, συνομιλεί μαζί τους και συμμερίζεται το αίτημά τους για δικαιότερη ζωή, που όμως έμεινε μετέωρο. Συγκινείται από την περιθωριοποίηση των ηττημένων και αναζητά μιαν άλλη ισότητα που θα συνδράμει στον εναγκαλισμό των όντων με την ανθρώπινη διάστασή τους. 
Μια δικαιοσύνη που την ανακαλύπτει στον έρωτα, όταν απαλλαγμένος από στερεοτυπικά σχήματα που αποθεώνουν το κάλλος και την τελειότητα στρέφεται στον αισθησιασμό που προκαλεί η γυμνή και αθώα ψυχή. 

Αυτήν ευλαβείται και αποθεώνει, με αποτέλεσμα ανάμεσα σε τόσους νεκρούς και διαψευσμένους ο έρωτας να αντιστέκεται στη συμβατικότητα δημιουργώντας τη δική του περιοχή για να αναπνεύσει.  Η ατέλεια και η πληγή, το τραύμα και η πάσχουσα ύπαρξη σε καμία περίπτωση δεν λειτουργούν αποτρεπτικά για την εμφάνιση του ερωτικού σπινθήρα. 


Έτσι, η κάθε μορφής αναπηρία που στοιχειώνει τα όντα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που στιγματίζει και την κοινωνία, συνιστά το εύθραυστο σύμπαν, στο οποίο τα πλάσματα μαθαίνουν να ζουν με θραύσματα γυαλιών στερεωμένα πάνω τους, κοφτερές αιχμές ανάλογες με αυτές που λανθάνουν μέσα στα ποιήματά του.

Η αρραβωνιαστικιά μου είναι κουτσή 

κι ως περπατούσαμε δίπλα στα ποτάμια 

θαρρώ πως μια καταποντίζομαι βαθιά στον ποταμό 

κι άλλοτε πάλι με τραβούν τα μαύρα της μαλλιά 

ψηλά στα κύματα που κελαηδούν αηδόνια…

«Κατάσταση», Μαυροβούνι, 1963

[αποσπάσματα από το δοκίμιο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου για το Μάρκο Μέσκο, από το βιβλίο της ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019]

 

ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΓΗΙΝΟΣ, ΒΑΘΙΑ ΕΔΡΑΙΩΜΕΝΟΣ ΣΤΟΝ ΡΕΑΛΙΣΜΟ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΣΚΟΥ

Κι όμως ο έρωτας στα ποιήματα και στη συνείδηση φυσικά του ποιητή είναι καθ’ όλα γήινος, βαθιά εδραιωμένος στον ρεαλισμό. Δεν εθελοτυφλεί ούτε και ψεύδεται και προπαντός δε δανείζεται συνθήκες, ήρωες και προοπτική από κανένα παραμύθι. 
Είναι ένας έρωτας σεμνός που ανηφορίζει ήσυχα σε οικεία μονοπάτια. 
Δεν είναι φαντασιόπληκτος και προπαντός ουδέποτε λοξοδρομεί απ’ την κοινωνική του θέση, δεν φλυαρεί με την ανατροπή και την ουτοπία αλλά έχοντας σαφή συνείδηση των ορίων κινείται σταθερά στο περίγραμμα των εκάστοτε ταξικών συνθηκών.

Εκείνος καροτσέρης στην αγορά 

το αλεύρι στις πλάτες, τα τσουβάλια με τα τσιμέντα 

από τις αποθήκες στις άλλες αποθήκες 

και σκόνη και φωνές και βαρέλια 

με το αγώγι όλη μέρα μαλώνει.

Λαντζέρισσα εκείνη 

άλλοτε πάλι λιώνει τα χέρια της στην σκάφη 

λησμονώντας πολύν καιρό τον ουρανό.

«Ένας έρωτας», Μαυροβούνι, 1963

 

Όσον αφορά τώρα στο ίδιο το ποίημα και στη θέση του στην ποίηση του Μέσκου θα έλεγα πως είναι ένας βηματισμός στο κενό, μια ταυτόχρονη έλξη και άπωση για το συγκεκριμένο, η εξιστόρηση ενός μύθου που αναπαριστά τη νοσταλγία της ουτοπίας και όχι τόσο την ίδια την ουτοπία. Τα ποιήματα ωστόσο δεν τα γράφει μόνος του. 

Τα γράφει μαζί με τους νεκρούς και τους εκτελεσμένους, με τα ποτάμια, τα άλογα, τα πουλιά και τα απευθύνει σ’ αυτούς που αγαπά, σε όσους προηγήθηκαν. 


Στον Ησίοδο και στον Όμηρο, στον Ντάντε, στον Βιγιόν, στον Σαίξπηρ. Στον Πούσκιν, στον Χάινε και στον Γουίτμαν, στους Δερβίσηδες της Ανατολής και στον Λη Μάστερς. Στην Αχμάτοβα, στον Μάντελσταμ, στον Ρίλκε, στον Τσελάν. Αλλά και στον Πόε, στον Μπωντλαίρ, στον Μιλόζ, στον Μαγιακόφσκι. Στη «γυναίκα της Ζάκυθος» του Σολωμού. 


Στα ποιήματα του Μέσκου το ζητούμενο είναι η αναζήτηση της προσωπικής γλώσσας, αυτής που θα μιλήσει για την «πολυπαθή άγνοια» καθώς και για τα άλεκτα, που μόλις πάνε να ειπωθούν θαρρείς και πιάνει ένα ψιλόβροχο, από αυτά που κατακλύζουν τους στίχους και βγαίνουν κάποτε και έξω από το βιβλίο, το μουσκεύουν, γίνονται ακόμα και τίτλοι συλλογής.

 

Ομόκεντροι κύκλοι, 

το περιθώριο της Ζωής, της Ποίησης το περιθώριο (όχι το άσυλο), 
μα το κατακτημένο περιθώριο.

Διαφορετικά: 
η χώρα των αξιών 

το αξιοπρεπές (μάλλον) και το τίποτε.

Ίσως 
το επιζητούμενο σημείο της Ελευθερίας 

που βογγάει σκοτεινά στο φαράγγι. 

«ΧΙ», Στον Ενικό και Πληθυντικό Ψίθυρο, 2009

[αποσπάσματα από το δοκίμιο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου για το Μάρκο Μέσκο, από το βιβλίο της ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019]

 

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΔΑΣΟΣ ΚΑΜΕΝΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΕΣΚΟΥ:

Ένα μαύρο δάσος καμένων ονείρων η ποίησή του, με την Ιστορία να επιβάλλει τη δική της κόλαση κάθε φορά, θέτοντας σε αχρηστία τα φτερά της ψυχής και τον προορισμό τους. 
Όσο για το τοπίο, αμετακίνητα εκεί να υπαινίσσεται αξιοπρέπεια και να διδάσκει καρτερία, την ίδια ώρα που οι στίχοι με την πολυσημία τους δεν μπορούν παρά να στέκουν αμήχανοι. Μια εκκρεμότητα η ποίηση λοιπόν, σαν την επίμονη αναζήτηση της αλήθειας που γοητεύεται απλώς από το μάταιο του εγχειρήματος. 

Μια αέναη κίνηση προς το ανολοκλήρωτο που αγωνιά να ειπωθεί, κι ας είναι αυτό που κατορθώνει τελικά μονάχα ένα απλό «κατά προσέγγισιν». 

Μια ποίηση αποχαιρετισμός και δίλημμα, μια σιωπηλή εξομολόγηση, η αναμέτρηση της γλώσσας με τις προθέσεις και τις σημασίες της. 

Και, τέλος, μία πικρή παραδοχή, όταν ανασηκώνοντας όλες τις διαστρωματώσεις της Ιστορίας, του Έρωτα και της Ουτοπίας αποκαλύπτει ακέραιη τη ματαιότητα ή αλλιώς τη σταθερή περιστροφή γύρω από το αστραφτερό Τίποτα που περιέγραφε τόσο απόλυτα και ο Ορέστης Αλεξάκης: «Όθε η Σιωπή σαν μουσική αναβλύζει //Και σαν διαμάντι λάμπει / το Μηδέν».

 

Γράφει ο Μάρκος Μέσκος:

[…] 
Το ποίημα τελείωσε: Συντρίβοντας και καταργώντας την ποίηση. 
Το ποίημα τελείωσε: Ώρα που λες «αγάπη μου» σε όλον τον κόσμο. 
Το ποίημα τελείωσε: Μάταιος λόγος, επικήδειος, οδυνηρός. 
[…] 
Το ποίημα τελείωσε: Φίδι που σύρθηκε αφήνοντας πίσω το πουκάμισό του, πάνω στις πέτρες και στα γυμνά πτώματα.
Το ποίημα τελείωσε: Γκρεμός και αδιέξοδο και χωρίς άνθη!
Το ποίημα τελείωσε: Πρόσωπο αποκεφαλισμένο στον καθρέφτη, σαν ποίηση από γηρατειά και ψέματα. 
Το ποίημα τελείωσε: Στίχοι κομμάτια ψυχής που λείπουν και δεν είναι – Πώς θα σκεπάσεις τα κενά της ψυχής σου; Το ποίημα ρούχο δεν είναι. Τι είναι λοιπόν το ποίημα; Ο ζωντανός που μένει πίσω ή ο πεθαμένος φίλος;
Το ποίημα τελείωσε: Δεν σημαίνει πουλί που λάλησε και πέταξε στα ουράνια, αλλά δεσμευτικά για τον μεταχρόνο λειτουργεί.
Το ποίημα τελείωσε: Φωτιά, νερό, χιόνια που τήκονται και χιόνι ανέπαφο. Τα βουνά ξεχασμένα σχεδόν άχρηστα και τα οράματα στα δεκαοχτώ σου χρόνια. Στα πάντα δεκαοχτώ σου χρόνια. 
Το ποίημα τελείωσε: Τίποτα δεν κινήθηκε, παγωμένος ο κόσμος. 
[…] 
«Μετά το ποίημα»

[αποσπάσματα από το δοκίμιο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου για το Μάρκο Μέσκο, από το βιβλίο της ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019]





Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΛΥΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (μνήμη Μάρκου Μέσκου 1935-2019):
Ο Μάρκος Μέσκος υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποιητές της Δεύτερης Μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς, καταθέτοντας, πρώτα και κύρια στο ποιητικό πεδίο μιαν απολύτως προσωπική εκδοχή του ανεπούλωτου τραύματος που άφησε σ’ αυτόν -και ίσως στους σημαντικότερους συνοδοιπόρους του- η από κάθε άποψη τραυματική δεκαετία του ’40 (Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, ψυχροπολεμική περίοδος), εμπλουτίζοντας, με έναν εντελώς ξεχωριστό τρόπο, τη μεταπολεμική εκδοχή της πολιτικής ποίησης. Τείνοντας να εκμηδενίσει και, με πόνο ψυχής, επί εξήντα χρόνια και βάλε, θερμαίνοντας την απόσταση ανάμεσα στα χρόνια της ψυχικής -και όχι μόνο-δοκιμασίας και στο παρόν –στο εκάστοτε παρόν της γραφής. Δοκιμασίας που τα ίχνη της είναι διάχυτα στην ποίηση -και στα αφηγήματα- του Μάρκου Μέσκου και που, στην αρχή τουλάχιστον, δεν μοιάζει να έχουν σαφές ιδεολογικό στίγμα∙ κάτι που μπορεί να οφείλεται στην έκπληξη ενός νέου ανθρώπου μπροστά στην ανθρώπινη κτηνωδία ή στη μυθοποιητική -ίσως και παραμυθητική- μετάπλαση συγκεκριμένων τραυματικών περιστατικών και εικόνων του παρελθόντος με τη συνδρομή πραγματικών και αλληγορικών στοιχείων της φύσης, καθώς και ενός ενδιάθετου φυσιοκρατικού λυρισμού που εξαρχής τον χαρακτηρίζει.  Στοιχείων που, με τον καιρό, δημιουργούν γύρω από τον υπαρξιακό του πυρήνα έναν προστατευτικό κλοιό απροσπέλαστο από τις διεκδικητικές του παρόντος μνήμες, εκτός κι αν αυτές έχουν προηγουμένως υποστεί μια, συνειδητή ή όχι αδιάφορο, διαδικασία λείανσης και απάλυνσης των αιχμών τους [απόσπασμα από το άρθρο του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου στην Εφημερίδα των Συντακτών 4-6 Ιανουαρίου 2019 – η συνέχεια του άρθρου με ΚΛΙΚ στο παρακάτω σύνδεσμο]

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΠΡΑΞΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ:

Κουράζεται κι ο έρωτας; Πρήζονται τα πόδια του; Λυγίζουν τα χέρια του; Ματώνουν τα χείλη του;
Του φόβου και του ελέους
ο αγγελόπτερος;
Και τον νόμιζα υπεράνω (Καλλιόπη Εξάρχου)

 

 Έχουν οι λέξεις ηλικία;

Η Ευτυχία- Αλεξάνδρα Λουκίδου, γράφοντας για τη συλλογή της Καλλιόπης Εξάρχου «ΜΑΧΙΜΑ ΧΕΙΛΗ» εκδόσεις Σοκόλη 1974, είναι κατηγορηματική:

«Όχι οι άνθρωποι έχουν ηλικία, καμιά φορά και οι ουρανοί που αυθαίρετα και αναιδώς αποφασίζουν να την αλλάξουν, για να υποκύψουν οι άνθρωποι «στη μάνητα των φθόγγων»

 Η Καλλιόπη Εξάρχου με το βιβλίο αυτό δείχνει αποφασιστική μες τα διλήμματά της. Έχοντας αποδεχτεί εκ προοιμίου την ήττα της ως νίκη, αποφασίζει να ορθοτομήσει και να διαμοιράσει τα τραύματα, όπως θα έκαναν μετά τη μάχη οι πολεμιστές.

 Λες και μια επιτακτική προθεσμία την αναγκάζει να ταξινομήσει τις εκκρεμότητες, να καταγράψει τις απώλειες, να τις αποδεχτεί, να κλείσει θαρρείς τα ανοιχτά ζητήματα που ταλανίζουν την ψυχή της. Σκιαγραφώντας μας τους άξονες που ορίζουν την προβληματική της

α] Η ποίηση και ο λόγος ως πράξη αντίστασης στην αφωνία των καιρών

β] Το σώμα και η σχέση έλξης-άπωσης που βιώνει με τον έρωτα και

γ] Ο χρόνος, ως ελάχιστη πύκνωση του φευγαλέου μες στη μικρή στιγμή,

αποφασίζει να ασχοληθεί με την πράξη της γραφής και να μιλήσει για την απαιτούμενη προεργασία: εξημέρωση, ανασκαφή, ξεδιάλεγμα-πέταγμα, σπορά, ωρίμανση στο σκότος και πίστη κυρίως στην υπόσχεση που δίνουν οι λέξεις για τον επιτυχή πολλαπλασιασμό της Τέχνης εντός τους.

Αναγνωρίζει και παραδέχεται, για να μην πω αυτόβουλα ομολογεί, ότι η Ποίηση γυρεύει θολωμένους και αδίστακτους, άφοβους και τολμηρούς, σταθερά ασταθείς και αναποφάσιστους, ψυχές που αψηφούν τον νόμο της βαρύτητας και αντιστέκονται με το βαρίδιο των φτερών τους στην ελαφρότητα του κόσμου. Αποστρέφεται τους γήινους και τους ρεαλιστές, τους υπολογιστές και καιροσκόπους και τάσσεται με τη μερίδα εκείνων που, όταν τους λιγοστεύει η ανάσα, εκείνοι ξεντύνονται τη στενή φορεσιά και ντύνονται την αιρετική περιβολή των ανυπόδητων αλλά ελεύθερων ονείρων. Καταγγέλλει τους άφωνους, τους ηθελημένα σιωπηλούς που διαθέτουν ένα σιγαστήρα στη θέση του στόματός τους και προειδοποιεί:

«Τα απόμακρα στόματα    φοβού

που σ’ εξορίζουν    από τη γλώσσα σου» (Λόγος παραινετικός)

ενώ για τις δύσκολες ώρες της αφωνίας συμβουλεύει:

«Αν σε εγκαταλείψει / η λαλιά σου / σκάψε στα βράγχια των ψιθύρων» (Σημάδευσε)

[εισαγωγικό σχόλιο από τα δοκίμια κριτικής της Ευτυχίας-Αλεξλανδρας Λουκίδου ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019 κι άλλα αποσπάσματα από το δοκίμιο για τα ΜΑΧΙΜΑ ΧΕΙΛΗ της Καλλιόπης Εξάρχου, εκδόσεις Σοκόλη 2014 με κατακλείδα επιλογές ποιημάτων απ’ άλλες συλλογές της ποιήτριας]: 




ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΤΑΘΕΙ ΕΜΠΟΔΙΟ ΣΤΟ ΛΟΓΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (αποσπάσματα από το δοκίμιο της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου για τη συλλογή της Καλλιόπης Εξάρχου ΜΑΧΙΜΑ ΧΕΙΛΗ, εκδόσεις Σοκόλη 2014):
Τον λόγο λοιπόν επικαλείται και αυτόν προτείνει ως ύστατη πράξη συνέπειας του όντος απέναντι στη φύση του και στον προορισμό του. Και είναι αποφασισμένη τίποτα να μη σταθεί εμπόδιο σ’ αυτό. Τη γλώσσα λοιπόν και τις δυνατότητές της αποτολμά να διευρύνει, επεμβαίνοντας με ενέργεια ακόμα και διαγραφής εκείνων των λέξεων που ανακόπτουν τούτη την επέκταση, παραπέμποντας με έναν τρόπο στο «δεν» και στο «αδύνατον» του Ελύτη.
«Πειράζει
να ελαφρύνω
τα λεξικά
από μερικά εμπόδια;
Να μη σκοντάφτω στο «αδύνατον»
να μη με πληγώνει
το «αποκλείεται»
Είναι που θέλω
να φαρδύνουν
οι αρτηρίες μου
να χωρούν
τρεχάμενο χυμό»  (Απαλείψεις)

Η γραφή ως διαμαρτυρία και ως μνημείο, με την έννοια της διάσωσης της κραυγής ή αλλιώς της απόπειρας να χαρτογραφηθεί η ουτοπία, αποτελεί για την Εξάρχου την ενάρετη θέαση του κόσμου σε αντίθεση ενδεχομένως με «την αυθάδεια του σώματος», όπως η ίδια αναφέρει.

Την ποίηση ωστόσο ως απώτατο προορισμό των λέξεων αλλά και ως αντίποδα στων ημερών την αφασία, τη βάζει να συνομιλεί με τον έρωτα. Με άλλα λόγια, ανοίγει μια συνομιλία με το σώμα της γραφής στήνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μια γέφυρα επικοινωνίας και πρόσβασης στο ερωτικό σώμα, το οποίο μάλιστα αποκωδικοποιεί και μεταγράφει. Κατορθώνει έτσι με όχημα τις μεταφορές να μεταφέρει τον πόθο και, αντί για την ηδονή, να μεταπλάσει την απελπισία και την οδύνη σε τόπο προορισμού.
«Δεν χάνω τις ελπίδες μου
όταν το σώμα σου μιλά και ακούει το δικό μου
Δεν χάνω το κουράγιο μου
όσο η γλώσσα σου
τη γλώσσα μου σμιλεύει
Δεν μπορώ να φανταστώ αλλιώς
ούτε τις λέξεις
ούτε τον προορισμό τους».        (Προσδοκίες)

Η επαφή-αφή με το άλλο σώμα μετουσιώνεται σε σωτηρία και σωσίβιο, καθιστώντας την αγκαλιά ένα καταφύγιο, η απουσία του οποίου απειλεί με αφανισμό την ύπαρξη που είναι εκτεθειμένη στα όνειρα και μετεωρίζεται στον κίνδυνο.
«Εγκαταλείπομαι σαν τον πολεμιστή που επιστρέφει
από όλους τους πολέμους
Από μιαν αγκαλιά
κρέμεται η ζωή μου
Από ένα φιλί
κι ένα αστέρι
Εκεί το μήλο
εκεί και ο πειρασμός».    (Από μιαν αγκαλιά»)

Η επιθυμία για την Εξάρχου είναι θηρίο ανήμερο που πρέπει να εξημερωθεί, σαν άλλη μια αναγκαστική υποχώρηση της ύπαρξης απέναντι στη λογικοκρατούμενη τρέχουσα ηθική που κατορθώνει να εξορίσει τα «θέλω» ή στην καλύτερη περίπτωση να τα στριμώξει στις στενές γραμμές μια πρότασης ποιητικής, έτσι για την τιμή των όπλων, να μοιάζει ότι πάλεψε κάπως να αντισταθεί.

Ένας συμβιβασμός που έστω και μέσα από την ασφάλεια του ποιητικού λόγου προτείνει μια εξέγερση, μία επανεκκίνηση της ασάλευτης ζωής.
«Τη ζωή σου
σού επιδίδω

Ανακεφαλαίωσέ την
εξ απαλών ονύχων
μήπως και καταλάβεις
πώς / πού / πότε /
βολεύτηκαν οι πληγές
Σήκωσέ την
από το κρεβάτι
να κάνει μια βόλτα
να ξεμουδιάσει την ασφάλεια
να δει νέους πόθους
να εκπλαγεί
να φοβηθεί
να συντριβεί

Αν αντέξεις
θα συμπεριληφθείς στους νικητές

Αν όχι
καλά να ’ναι
οι ηττημένοι
Κρατούν
κράτος εν κράτει
ασάλευτο / τον κόσμο»                    (Επίδοση)

Το σώμα στην ποίηση της Εξάρχου βιώνει την ταλάντευση. Μια αέναη παλινδρόμηση από την ενοχή στην αθωότητα. Ένα μπρος-πίσω βασανιστικό που απ’ τη μια φλερτάρει με την αποδοχή κι από την άλλη μάχεται την ίδια την απόφασή του. Το σώμα δυστυχώς υφίσταται τα παιχνίδια του μυαλού και την άρνηση του κατόχου του να πάρει θέση καθαρή απέναντι στα «θέλω» του. Διχασμένο το παρουσιάζει η Καλλιόπη και αμφίθυμο. Από τη μια να είναι έφηβο κι από την άλλη, από τη σοφία της γνώσης επηρεασμένο, να υποκύπτει στον συμβιβασμό. Πρόκειται για το συμβιβασμό με το προχώρημα του χρόνου και τα πολλαπλά διαπιστευτήρια που αυτός αφήνει επάνω στο σώμα μας. Δεν είναι όμως τελικά το σώμα εκείνο που ευθύνεται. Αυτό, απλώς υφίσταται τη δική της άρνηση να το αφήσουμε ελεύθερο να συμφιλιωθεί με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Κι εδώ συντελείται η αδικία:

Ένα μυαλό σοφό, του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο μάλιστα ξέρει καλά να ερμηνεύει και εμπεριστατωμένα να επιχειρηματολογεί, αυτό λοιπόν το μυαλό να βάζει ένα σώμα ανίσχυρο να μάχεται με τις αντιφάσεις του. Ένα σώμα – δίλλημα που μεταξύ σοφίας και στοχασμών εφηβικών στέκεται αμήχανο απέναντι στην προσαρμογή σε νέες καταστάσεις. Η ποιήτρια ψηλώνει με το ψήλωμα του νου και αντιμάχεται τον χρόνο και την επέλαση της φθοράς. Απέναντι λοιπόν στον αιφνιδιασμό των ρυτίδων εκείνη για αντιπερισπασμό άνθη φυτεύει στις κοιλότητες, μόνο που αυτό περιορίζεται να το κάνει με την ποιητική ιδιότητα και μόνο, με τη βοήθεια της οποίας μάλιστα καταγγέλλει και επικρίνει τους δειλούς.
«Με την απορία
θα μείνω
για τον δισταγμό
των ανεπίδοτων περιπτύξεων
Λέτε να μοιάζουν
με τον ρεμβασμό / των άγραφων λέξεων;…» (Ρεμβασμοί)
Κι αλλού:
«Φοβάστε
-και αναρωτιέμαι γιατί-
το ιλιγγιώδες βήμα
Δεν γνωρίζετε
πού οδηγεί
Και λοιπόν;
Τι κακό κι αυτό
με τα σημεία αναφοράς
Λίγη ανισορροπία σας αναλογεί
πίσω από τις κρυφές πόρτες
του ατελούς
και τρέμετε
μην και σας μεταθέσουν
στη Χώρα των Θαυμάτων…»        (Δειλία)

Αλλά κι οι εραστές στην ποίηση της Εξάρχου είναι συνήθως φοβισμένοι, γι’ αυτό και το φιλί «έναστρο γλυκό του κουταλιού» κάποτε «τη νύχτα της μετάληψης» πέφτει κάτω κατά λάθος όταν εκείνοι αποχωρούν. Στη συνείδηση της ποιήτριας ο έρωτας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ενοχή, τον πόνο και βέβαια με τα υπέρογκα ποσά, τα δυσβάσταχτα τιμήματα που οφείλει μέχρι δεκάρας να επιστρέψει πάραυτα, εξαργυρώνοντας με αίμα και με τύψεις το λίγο φως που αντίκρισε κατά τη διάρκειά του. Επινοεί λοιπόν έναν τόπο, τον «Ερωτευμένο τόπο», προκειμένου να εγκαταστήσει εκεί τον «απάτριδα Έρωτα», όπως τον αποκαλεί, στον οποίο τόπο ζητά να πάει χωρίς επιστροφή. Όσο διαβάζεις τα ποιήματα της συλλογής νιώθεις πως γράφτηκαν μόνο και μόνο για να ζητήσουν την έγκριση, την παραχώρηση ή τη συγκατάθεση -όχι όμως των άλλων- αλλά του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου, ώστε να του επιτραπεί το μήλο και ο πειρασμός. Θαρρείς και η πράξη της γραφής με το κοφτερό της μαχαιράκι έχοντας ξεφλουδίσει το σώμα και έχοντας φτάσει μέχρι την ψυχή και τα γυμνά της τραύματα, ελπίζει κατά βάθος πως κάποιοι μπορεί και να τη σπλαχνιστούν. Στην πραγματικότητα, μια διαβεβαίωση ζητά να εξασφαλίσει, μια άφεση ή μια επίσημη υπόσχεση ότι θα της συγχωρεθεί η προσχώρηση στο στρατόπεδο των ερωτευμένων σωμάτων και θα αποφύγει την επίκριση.

Το σώμα της ωστόσο είναι αυτό που γράφει αντ’ αυτής μια «διαθήκη προς αποκατάσταση της αληθείας του», μια διαθήκη η οποία όπως όλα τα «θέλω» και οι ερωτικές της επιθυμίες θα μείνει και αυτή ανεπίδοτη.
Το σώμα σκοπεύει να την πάρει μαζί του 
«να γίνει λίπασμα
να βγάλει λουλούδια
να μυρίσει ο αγέρας
να σηκωθούν οι άνθρωποι
να μην υπάρξει ξανά
παρεξηγημένο  σώμα
του πάθους και της απωλείας».       (Διαθήκη)

Το σώμα της γραφής, πλήρες σωμάτων και ερώτων, αλλά και το σώμα του έρωτα διάστικτο από «κρύπτιες στιγμές» που μόνον οι ποιητές ξέρουν να διασώζουν συνυπάρχουν σε τούτη τη συλλογή και τρυφερά αλληλοεξοντώνονται, για να επικρατήσει τελικά η ελάχιστη ανάσα που βγαίνει από δύο, κατά τ’ άλλα, μάχιμα χείλη
(αποσπάσματα από το δοκίμιο κριτικής για τη συλλογή της Καλλιόπης Εξάρχου ΜΑΧΙΜΑ ΧΕΙΛΗ, εκδόσεις Σοκόλη 2014 – από το βιβλίο της Ευτυχίας- Αλεξάνδρας Λουκίδου ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019)

ΜΙΑ ΧΑΝΤΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΣΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΟΥΡΗΣ ΘΗΛΗΣ ΘΑ ΠΑΡΩ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΣΑΝ ΦΥΓΩ ΜΕ ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ…

Το εύθραυστο παρόν. Το μεταφυσικό θαύμα της στιγμής. Χωρίς θόρυβο. Μόνο σιωπή που ομιλεί.
Zωή και Ποίηση

(Καλλιόπη Εξάρχου, Εν Εξελίξει 2020 κι άλλα ποιήματα από τις συλλογές της, αντιγραφή και επικόλληση από το ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ της):  

Αν ξαναγεννιόμουν
δεν θα άφηνα αφρόντιστο
τον ίμερο
Θα τον έπαιρνα
από το παράπονό του
και θα του 'δειχνα
τα διάττοντα μέρη
Ύστερα θα αναχωρούσα    στο άπειρο
για να διηγούμαι
πώς κάποτε
ένα αστέρι   ένα σύννεφο   και μια λέξη
συνάντησαν τον Έρωτα

 

Με μιαν αγκαλιά ρυτίδες
πώς να βγάλει πέρα   η έφηβη επιθυμία μου;

[Καλλιόπη Εξάρχου, από τη συλλογή ΒΙΒΛΙΑΡΙΟ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ Γιαλός 2012]

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΣΥΝΑΛΛΑΣΣΕΤΑΙ   ΟΥΤΕ ΕΚΠΟΙΕΙΤΑΙ… (στίχοι από τη συλλογή της Καλλιόπης Εξάρχου ΜΑΧΙΜΑ ΧΕΙΛΗ 2014)  


Όσο υπάρχει
ανθισμένα φιλιά   
θα διατοξεύουν
μικρή μικρότατη
επίγευση ψυχής
για να μη λιγοστεύουν    οι καρδιές

 

Τις κρύπτιες στιγμές
να τις φυλάτε σαν τα μάτια σας
Μην τις αφήνετε να λιμοκτονούν
στη μοναξιά τους
Αν δεν μπορείτε
φορτώστε τες στους Ποιητές
Διαθέτουν ίριδες
ανεξάντλητων μεταφορών
για να μην ξεστρατίζουν οι ανάσες

 

Να χαρείς   άκουσέ με
και μην απελπίζεσαι

Αν λιγοστέψει η ανάσα σου
πάρε μολύβι και χαρτί

Αν σε εγκαταλείψει
η λαλιά σου
σκάψε στα βράγχια των ψιθύρων

Αν σε προδώσει κι η σιωπή
σημάδευσε κατευθείαν   στο μεδούλι
και αποκοιμήσου

 

Τα απόμακρα στόματα   φοβού
που σ' εξορίζουν   από τη γλώσσα σου

Μη ζηλέψεις
τα χέρια   τα υπερφίαλα

Μη συγκατανεύσεις
στους ήχους   των αλώσεων

Αφού γεννήθηκες
για να διακορεύεις
τα σύνορα
μεταξύ ζωής   και ονείρου

Πιάσε λοιπόν
το νήμα από εκεί
και βολέψου
στην κατάρα   κι ευλογία
του άμαχου πληθυσμού

 

 

ΑΓΙΑΣΜΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ
δικαιωμένος   κι αδικαίωτος

[Καλλιόπη Εξάρχου, [έπεα πτερόεντα 2020]

 

ΚΙ ΕΝΩ ΗΞΕΡΑ ΠΩΣ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΡΟΥΣ ΚΟΒΟΥΝ ΣΑΝ ΜΑΧΑΙΡΙΑ…

… έφτασε   μια σταγόνα θάλασσα

ανυπεράσπιστη

να ξεγελάσει  τη μνήμη

Τόσο ήθελε το στήθος

[κι άλλοι στίχοι από τη συλλογή της Καλλιόπης Εξάρχου ΤΟΣΟ ΗΘΕΛΕ ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ 2021]

 

Εμείς    δεν κάνουμε θόρυβο

όταν σπάζουν οι αγκαλιές μας

Εμείς

σηκώνουμε σημαίες   τα θρύψαλα

του νυν και του αεί

 

Επειδή έτσι

γίνεται    από πάντα

Μπαίνουμε    με τους πνεύμονες ανεμόμυλους

και βγαίνουμε    με κομμένη την ανάσα

Μια προσευχή δρόμος

από το έαρ    στο καταχείμωνο