Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, ΣΤΟΛΙΣΜΕΝΗ ΜΕ ΛΩΤΟΥΣ, ΜΑΥΡΗ ΣΤΑΦΙΔΑ ΚΙ ΑΡΜΥΡΟ ΨΩΜΙ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΚΗ

 «Όμως η θάλασσα κουκίδα

ό,τι κρατούσε στον ορίζοντα

ψυχές χαμηλωμένες, τσεμπέρια και σωσίβια ανάκατα…

-Καβάλα το άλογό σου Κωνσταντή, και φέρε πίσω τη Γιασμίν,  ούρλιαξε ανάμεσα στα ερείπια η μάνα.

Γονυπετής παρακαλούσε εκείνος, μην ακουστεί του λιβανιού το μυστικό, μην πικραθεί η Αράβισσα.

Εδώ σταματούσε

η ελπίδα είχε αποτρέψει με σοφία τη συνέχεια  κι ο έρωτας στη μοιραία αποστολή,

«Αχερουσία η Θάλασσα» σημείωσε κι ανοίχτηκε στο γκρίζο πέλαγο…»

 

Είναι η κατακλείδα από το ποίημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ,  εκδόσεις Γκοβόστη 2019

«Συλλογή από μια σειρά ποιητικών αφηγήσεων ανθρώπων οι οποίοι διέπλευσαν τη θάλασσα, ή χάθηκαν στα σπλάχνα της με σκοπό να φτάσουν στην αυλή μας, αλλάζοντας τα όρια της κανονικότητας και της ευημερίας μας. Είναι οι αφηγήσεις και τα βιώματα των δικών μας ξένων που δικαιώνουν, ή αποσαθρώνουν ό,τι ορίζουμε ως δεδομένο. Είναι το ταπεινό αντίδωρο, η οφειλή του ποιητή στους πρόσφυγες» (Σημείωση από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 

«Κάπως έτσι λοιπόν αρχίζει το όψιμο ταξίδι…

Κράτα το χέρι μου,  φοβάμαι / τον πλάτανο που νεκρώνει τα κλαδιά του…

Τραβώ τις λέξεις τα οπωροφόρα κύματα συνδιαλέγομαι εξασκούμαι

Φτάνει απ’ την έρημο ένας νεκρός αέρας, καθώς κουκίδα απροσδιόριστη φυτρώνει στον ουρανό η σελήνη…

Έσκυψε τότε το μικρό πουλί που ήξερε από θάλασσες

 «μαζί θ’ αποδημήσουμε» ακούστηκε να λέει,

μα πού ν’ ακούσει ο ρεπόρτερ το λυγμό,

άλλωστε το ρεπερτόριο είναι συγκεκριμένο

πώς να μιλήσεις για πουλιά στα ξένα»

(στίχοι από τη συλλογή που φανερώνουν ότι ο ποιητής) ΕΧΕΙ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΝΑ ΛΕΙΑΙΝΕΙ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ή ΜΗΠΩΣ ΑΓΑΠΗΣΕ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ;)  

«Οι εικόνες ενεργοποιούν τα δυναμικά στοιχεία του στοχασμού, οδηγώντας τον αναγνώστη σε (μετα)σχηματισμό και (ανα)θεώρηση αντιλήψεων, στάσεων και πεποιθήσεων…»

 

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΝΟΝΤΑΝ ΜΙΚΡΑ ΚΑΙ ΔΕ ΧΩΡΟΥΣΑΝ ΛΕΞΕΙΣ («με αφορμή ένα στίχο που δεν γράφτηκε ποτέ»)

Ο τίτλος «Αχερουσία η Θάλασσα», ως σημαίνον της θεματικής  των αφηγηματικών ποιητικών συνθέσεων του Βαγγέλη Τασιόπουλου, παραπέμπει άμεσα στο θλιβερό σημαινόμενο του προσφυγικού δράματος…  Ένα έργο που έχει κατά κόρον επαναληφθεί στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο της Ιστορίας και μάλλον θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται με τη μια ή την άλλη μορφή όσο η ανθρώπινη ζωή δεν θα (υπο)λογίζεται ως η υψίστη αξία των κοινωνιών μας και οι ανθρώπινες σχέσεις θα διέπονται από αξίες υποκείμενες στις εξελίξεις του τεχνικού πολιτισμού…   

Όταν η πραγματικότητα δεν χωράει σε κανένα πλαίσιο ορθολογισμού,   η ποιητική γραφή μετεωρίζεται χαμένη στη μετάφραση των αντικειμενικών γεγονότων…. ή «εκκρεμεί αναταράζοντας τα επικείμενα υλικά στο δισυπόστατο εκμαγείο τους».

Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τους στίχους σ’ αυτή την περίπτωση; Τι μπορεί να κρύβει ο στίχος που δεν γράφτηκε ποτέ, που είναι η αφορμή γι’ αυτή τη συλλογή αν δεχθούμε τη δήλωση του ποιητή στο ΕΚΜΑΓΕΙΟ, το πρώτο ποίημα της συλλογής;

«Ίσως είναι ο ιδανικός ή ο δυνάμει στίχος», σχολιάζει η Ζωή Σαμαρά, «που καταγράφει το αβέβαιο μέλλον, η λευκή σελίδα που προκαλεί την έμπνευση και ζωντανεύει αναμνήσεις… Ίσως πάλι να είναι η αδυναμία που νιώθει ο ποιητής μπροστά στη λέξη και στη ζωή, ο τρόμος μπροστά στην άγραφη σελίδα, το μπλοκάρισμα, αλλά και το βάθος της θάλασσας, το πεπρωμένο του σύγχρονου ανθρώπου, όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας και αφήνουν τον ποιητή άλαλο…

Είμαστε όλοι ξένοι, τελικά, και πρόσφυγες… Μια γαλάζια, ουράνια εικόνα γίνεται αυτομάτως ερεβώδης. Όταν η θάλασσα μεταβάλλεται σε κοιμητήρι των προσφύγων, οι γλάροι του Αιγαίου μεταμορφώνονται σε αγγέλους θανάτου. Στην ερώτηση για τον επαναπατρισμό των προσφύγων που θέτει προφανώς στον εαυτό του ο ποιητής, η απάντηση είναι:

ΑΥΤΟΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΛΦΙΝΙΑ ΛΙΓΑ!..

Ανθολογούνται παρακάτω τα ποιήματα: 

1.     ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, Εκτός κειμένου προσπαθεί ν’ ανασυντάξει στο χαρτί το παλιό εκείνο παραμύθι…

2.     ΣΤΟ ΕΚΜΑΓΕΙΟ, Με αφορμή ένα στίχο που δεν γράφτηκε ποτέ…

3.     ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟ ΑΣΥΛΟ,  Φορεμένο από καιρό το δανεικό πουκάμισο ξεκλήριζε σκιές…

4.     ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ, Καθώς περνούν τα καραβάνια ακούγονται οι μπαλάντες τραβούν από τα όνειρα ταξίδια…

5.     Ν’ ΑΚΡΟΒΑΤΕΙΣ ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ, Ήταν η τέχνη της Ποιήσεως… ν’ ακροβατείς στις ράγες πρόθυμος για τα μεγάλα αστεία…

6.     ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΑΝΑΜΕΣΑ, Κρώζουν οι γλάροι του Αιγαίου…

7.     Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ, Οι πιθανότητες ελάχιστες να βγεις στις λεωφόρους με την πάνινη μπάλα στη μασχάλη…

8.     ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΣΙΜ, Από τις μέρες μου διαλέγω εκείνες που χωρέσανε και οι άλλοι

9.     Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΕΚΒΙΑΖΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΠΑΡΑΧΩΡΕΙΤΑΙ, αποσπάσματα από μια συνέντευξη του ποιητή και

10.                         ΤΟ ΕΠΙΜΥΘΙΟ, Απόγευμα να σου μιλούν για τους λαθραίους επιβάτες

 

 

ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ (το ποίημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου, Γκοβόστης 2019)

Εκτός κειμένου προσπαθεί ν’ ανασυντάξει στο χαρτί

το παλιό εκείνο παραμύθι που γοήτευσε τις γάτες του:

Ονόμαζε περιστατικά σε μέρες ίδιες

κρατούσε τους τύπους πάντοτε

κι όταν λαθροκοιτούσε

ορμούσαν τ’ άγρια σκυλιά απ’ το παράθυρο

υπενθυμίζοντάς του πως έχει χρόνο ακόμα για τα θυρανοίξια

-μια μόνιμη απειλή.

Αναιδείς καλούνταν έκτοτε να θριαμβεύσουν σε ατραπούς

όπου το αίμα άχνιζε – φαρμάκι

κι η κοκκινοσκουφίτσα αψήφιστα

άφηνε ανοιχτή την πόρτα επίτηδες,

όταν δυσκολευόταν παραμόρφωνε τα σιωπηλά εμβατήρια

κι ύστερα λεύκαινε τα λίθινα πεζούλια,

φυλλορροούσε η άνοιξη

μέστωνε η ηδονή στους δρόμους

όμως η θάλασσα κουκίδα

ό,τι κρατούσε στον ορίζοντα

ψυχές χαμηλωμένες

τσεμπέρια και σωσίβια ανάκατα,

Αχερουσία στολισμένη με λωτούς,

μαύρη σταφίδα κι αρμυρό ψωμί για πρώτη ανάγκη

-Καβάλα το άλογό σου Κωνσταντή και φέρε πίσω τη Γιασμίν,

ούρλιαξε ανάμεσα στα ερείπια η μάνα.

Γονυπετής παρακαλούσε εκείνος, μην ακουστεί

του λιβανιού το μυστικό μη πικραθεί η Αράβισσα.

Εδώ σταματούσε

η ελπίδα είχε αποτρέψει με σοφία τη συνέχεια

κι ο έρωτας στη μοιραία αποστολή,

«Αχερουσία η Θάλασσα» σημείωσε κι ανοίχτηκε

στο γκρίζο πέλαγο…

 

ΣΤΟ ΕΚΜΑΓΕΙΟ

Στο δισυπόστατο εκμαγείο αναταράζω τα επικείμενα υλικά

Κι απομυζώ τη σάρκα των αγγέλων.

Τότε, ευθυτενείς εταίρες με κάθιδρα κορμιά

εμφανίζονται όλο φθορά κι απελπισία αναζητώντας το όνειρο

επιμένουν εν γνώσει τους σ’ ό,τι πετά ψηλά κι οσμίζονται

το αδηφάγο κενό που περιορίζει τα όριά τους.

Τα νύχια θέλουν τοίχους για να ξύσουν.

Στο μισοσκόταδο ερίζουν για το δίχαλο οι γλάροι.

Κάπως έτσι λοιπόν αρχίζει το όψιμο ταξίδι…

Το τρένο στις ράγες

οι συνομήλικοι εκκινούν για μακριά,

ένας αιφνίδιος έρωτας προκύπτει,

βρυχάται η μηχανή

κι ο χρόνος στη διάρκειά του περιμένει τα πουλιά να μετρηθεί,

εκείνα που χορεύουν κρώζοντας στ’ απέραντα λιβάδια.

-Κράτα το χέρι μου, φοβάμαι

τον πλάτανο που νεκρώνει τα κλαδιά του.

Διορθώνει ό,τι έχει ο καθείς.

Το τρένο τρέχει

ενέχεται για τις ηδονές τους.

Την ιστορία καιρός να μάθεις

αληθεύει ο πλάνητας νους

το εν ονόματι της σκιάς.

Η απερίγραπτη ηλικία των συμπτώσεων,

καθώς γυρνάς από το πανηγύρι

σκέφτεσαι πως ό,τι έπαιξες δεν ήταν μες τις εξαιρέσεις

αλλά το λίγο της σιωπής το απερίγραπτο.

Η έκλαμψη της ισημερίας στο εκμαγείο

η θάλασσα ύστερα

η δίψα

τα βουνά, η ξενιτιά των τόσων χρόνων

τα δάκρυα στο μισοσκόταδο

η επιθυμία ταριχευμένη για αργότερα ( ; )

[από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, εκδόσεις Γκοβόστη 2019]

 

ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟ ΑΣΥΛΟ (από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ 2019)

Φορεμένο από καιρό το δανεικό πουκάμισο ξεκλήριζε σκιές

αποτυπώματα ζωής επόμενης

με άφθονη ευημερία στα σκεπάσματα.

Τραβώ τις λέξεις τα οπωροφόρα κύματα

συνδιαλέγομαι εξασκούμαι

στα πρώτα βήματα της ευφροσύνης

υβρίδιο στη λεκάνη επιστρέφω στο χορό της ματαιότητας.

Γύρω μου οι ευεργέτες ανοιγοκλείνουν τα παράθυρα

κι εγώ το πρόσωπο στο άσυλο.

Οι ράγες έντρομες χύνονται στον άγριο σκοπό

κι εγώ ιππότης στη Χαναάν ραβδίζω το άσπρο μου άτι.

Φτάνει απ’ο την έρημο ένας νεκρός αέρας, καθώς κουκίδα

απροσδιόριστη φυτρώνει στον ουρανό η σελήνη.

Ακούω τότε τους λυγμούς

και τη θεσπέσια μουσική των αμφιβιων.

Χτυπά το νέον τις ψυχές, ψευδίζουν λέξεις δυσερμήνευτες.

Κι εγώ απλώνω στη σειρά τα βαγονάκια

να βρουν το δρόμο τους

στα τούνελ να χωρέσουν,

έτσι αλώβητα να φτάσουν στο σταθμό

να βρει ο πρίγκιπάς μου νόημα σ’ αυτό το αέναο πανηγύρι.

Και ξαφνικά η τάξη επανέρχεται

ακούγεται η χαρά σαν τρόπαιο βαρύτιμο το τρένο,

προορισμένοι για θυσία εμιγκρέδες…

 

ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ (από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ 2019)

Καθώς περνούν τα καραβάνια ακούγονται οι μπαλάντες

τραβούν από τα όνειρα ταξίδια

ανάρμοστα παιδιά ορμούν στο πέλαγος

και οι περίοικοι δειπνούνε σκύβοντας στο πλούσιο γεύμα

έτσι διαλέγουνε τις συνιστώσες, μαθαίνουν τα περάσματα,

γίνονται κληρονόμοι, φροντίζοντας το τι θα πουν

γιατί ακολουθούν απελπισμένοι

προσεύχονται διακριτικά να μη πονέσουν οι αστοί,

ολοφυρόμενοι αποσύρονται και διατυπώνουν κρίσεις:

Το κραταιό απότοκο τους κυνηγά, η περιουσία τους

ό,τι εκτιμήθηκε και προσαρτήθηκε στο ευγενές αξίωμα,

όμως τα μεσάνυχτά οι μπαλάντες είναι σκοτεινές

δεν λάμπει ο βούρκος

ούτε τα θησαυρίσματα οι οιμωγές και τα κτερίσματα

ελπίζεις την επιείκεια του κρύου εύχεσαι

αδειάζεις τη σιωπή συνθλίβεσαι στο κύμα που σε έφερε

κοιτάζεις το μαύρο πουλί αναρωτιέσαι τι το τάραξε

κι άφησε τη φωλιά του

 

Ν’ ΑΚΡΟΒΑΤΕΙΣ ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ

Ήταν η τέχνη της Ποιήσεως, όπως ομολόγησε

ν’ ακροβατείς στις ράγες  πρόθυμος για τα μεγάλα αστεία

δίπλα στην πίσσα που ανθοφορεί τα ροζιασμένα ξύλα

και τη σκουριά απλώνει στα χαλίκια

αδιάφορος για τα μικρά προσηλωμένος στα μεγάλα.

Οι φλυαρίες πια ας σταματήσουν

το τρένο έχει χρόνια να φανεί

μόνο πλατάνια απελαύνουν τη σιωπή

λήγουνε του ουρανού τα σύννεφα

με τις ευχές του μετανάστη

που ξεκίνησε για τις πολύβουες στέπες.

Η τέχνη της Ποιήσεως

σ’ αυτή τη γεωγραφία, μυροφόρα ασθενική

σκύβει και λογαριάζει τα οικήματα

στις ράγες ποιος θα κερδίσει άραγε

ποιος θα χριστεί ακροβάτης;

Αφού εσύ δεν περπατάς κι ούτε συντρέχουν λόγοι

ομολογώ η τεχνική σου είναι ακαταμάχητη

η τέχνη σου όμως διακόνημα λειψό,

έρωτας διαθέσιμος στο μοίρασμα της επαγγελίας.

[από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, εκδόσεις Γκοβόστη 2019]

 

ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΑΝΑΜΕΣΑ (από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ 2019)

Στους Θεούς ανάμεσα κρώζουν οι γλάροι του Αιγαίου

τρίβουν τα ράμφη τους με τη σκουριά της ιστορίας

μένουν για λίγο στα διαζώματα

και δως του πάλι για τα ερείπια της αρχαίας πολιτείας.

Κρατώ στα χέρια μου συνηθισμένα υλικά

κάτι σπαράγματα γραμμάτων

ονόματα χρήσιμα βοά στο αλάτι και τον άνεμο.

Δεν έχω πληγές

ό,τι επιβίωσε ήταν το λάθος τέλος στο καράβι

η πίκρα του ορεσίβιου θερμαστή

με τη μουντζούρα και το βάσανο στα λόγια

τη Λαμπρή που πέρασε.

Συνδαιτυμόνες τώρα πια

στρώνουν πανιά στη θάλασσα και άδεια ρούχα

να βρουν πατήματα πόδια ξυπόλητα

κοντά σε φύκια και αφρόψαρα.

Να γαληνέψω λες

τα νηπενθή να αποκαταστήσω

έτσι για χάρη των νεκρών

οι φυσαλίδες τους να βρουν

σε ανάπαιστους τραγούδια μοιρασμένα.

Όμως του ορεσίβιου η σκιά

μας έχει πια βαρύνει,

στέκει από πάνω μας

θεός και ακροβάτης γλάρος

που χτίζει με το φως γης παραδείσους.

Μένανε τ’ αρχαία μάρμαρα

κοιτώνες ακριβοί των ερπετών

εικόνα διάφανη σ’ αφέψημα εμπόρων

σαν να μην έχει είδος ο θεός

σαν να μην βλέπεις απ’ τη θάλασσα τ’ αστέρια.

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ

Οι πιθανότητες ελάχιστες

να βγεις στις λεωφόρους με την πάνινη μπάλα στη μασχάλη

και τα χαλασμένα νύχια να προδίδουν την ποδήρη μοναξιά.

Αργά.

Δοξάζουν τα πουλιά  στα σύρματα την ιαχή του αγώνα

και οι μαινάδες στρίβοντας το γένι του επιτρόπου

ονειρεύονται τις χίμαιρες και τα βρεγμένα χόρτα.

Παράκλητοι εντός ορίων εξετάζουν

τις υποδόριες σιωπές, τους γκρίζους κροτάφους

όπου εκκολάφτηκε η υποταγή

και διαρκώς αναμιγνύονται στην παρασκιά των γεγονότων.

Απόντες στον ανέφελο κενό

συλλαβίζουν ένα-ένα το δάκρυ της μάνας.

Υπολογίζουν πως το αντίδωρό τους είναι αρκετό για το ταξίδι

γι’ αυτό διακριτικοί υποψιάζονται  με θέρμη αμφιβάλλουν

αμφισβητούν ως είθισται στους ευκλεείς τους κύκλους.

Πολύ αργά. 

Αφήνεις τη λεπρή σου υποκρισία στο πλοίο

που ξεμακραίνει απ’ το λιμάνι ξέχειλο ανθρώπινα κουφάρια.

Ξένος.

Ποθείς την ηδυπάθεια.

Προδίδεσαι.

Στα χείλη σου η μυρωδιά της σάρκας

αυλακώνει τις παλιές ρυτίδες.

Το βλέμμα θολό καλλιεργεί απελπισία.

Μπαλόνια αφήνονται στον ουρανό

κι ανάβουν φαναράκια στα περάσματα

όπως τότε που ο έρωτας συνέβαινε

και τα παιδιά στήνουν δοκάρια

στις λεωφόρους.

[από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, εκδόσεις Γκοβόστη 2019]

 

 

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΣΙΜ

… από τις μέρες που διαλέγω

εκείνες που χωρέσανε κι οι άλλοι,

τα μεγάλα παζάρια τις πολύχρωμες αμφικτυονίες

που χαράζανε οι στιγμές του ήλιου,

αναλογίες και κυήσεις χρώματα εργαλεία κι αποχρώσεις.

Αποχρώσεις κυρίως.

Αφού η θάλασσα μακρινός προορισμός κρατούσε απόσταση

από εμάς τους γηγενείς τους πρόθυμους και τις αιτίες της.

Όσο διαρκούσαν οι εχθροί μέναμε ήσυχοι, ακολουθούσαμε

το εμβατήριο, ίδιο πάντα για τον απαραίτητο ενθουσιασμό

κι έπειτα φυτεύαμε, πουλούσαμε, λατρεύαμε…

Καρατομούσαμε κατ’ ανάγκη τις ομιλίες μας.

Δεν είχαμε προθέσεις ασαφείς και όνειρα επιλήψιμα,

δηλώναμε την αδυναμία μας

κι όταν κάτι ξεχωριστό προέκυπτε,

φυγόδικοι στην ανατολή καρτερικά υπομέναμε τους άλλους.

Έτσι μάθαμε. Σπουδάσαμε την αναφυλαξία και την υποταγή.

Ήταν ασφαλώς ένας τρόπος να ενθουσιαστούμε,

προϋπόθεση απαραίτητη για τα περαιτέρω.

Γι’ αυτό σιγουρέψαμε στον κόσμο το γαλάζιο

αποχρωματίσαμε τις μυρωδιές των λουλουδιών

ταπεινωθήκαμε ρημάζοντας το χώμα

εγγυηθήκαμε την αμβροσία κι υποτιμήσαμε το γυμνό κορμί

την ευτυχία του νου και τη σαγήνη του έρωτα

ή τι θα πει ομορφιά μες στα χαλάσματα.

Ξέρω πως θα ζητήσεις κάποτε εξηγήσεις

θα απαιτήσεις την αλήθεια κι εγώ θα έχω μονάχα

ένα κίβδηλο ανθρωπάκι να σου δώσω

κάτω απ’ τον ήλιο τον καυτό

που θα μετεωρίζεται ανάμεσά μας.

Θα εξαργυρώνεις τα κρίματά μου ένα-ένα στους άλλους

που πανηγυρίζουνε στις αγορές αλαλάζοντες και οπλοφόροι.

Στων γυναικών τα απελεύθερα στήθη θα επιτηρείς

την προσδοκία της άνοιξης.

Δεν ξέρω αν έπραξα σωστά

αν η αποστολή μου απέδωσε τ’ αναμενόμενα.

Πάντως το τρένο που με αφορά σχίζει με βία την ομίχλη,

ακούω βήματα, αδυνατώ να ξεχωρίσω λέξεις

και το μουντό να ξέρεις έχει κι αυτό θαυμάσιες αποχρώσεις.

Όμως ήρθε η ώρα μου να αποβιβαστώ

εδώ οι σταθμοί σαν επιβάτες συνωστίζονται στο πλήθος

η γκρίζα σκόνη τους βοηθά να ξεχωρίζουν

κι ας μη μιλάνε για τον ήλιο

σαν φρύγανο καίγεται ψηλά,

έτσι για να υπάρχει…

[από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, εκδόσεις Γκοβόστη 2019]

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΕΚΒΙΑΖΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΠΑΡΑΧΩΡΕΙΤΑΙ (αποσπάσματα από μια συνέντευξη  του Βαγγέλη Τασιόπουλου)

 

(ΕΡΩΤΗΣΗ) Έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η θέση του ποιητή στην κοινωνία;


Στο κυρίαρχο κοινωνικό αξιακό σύστημα ο ποιητής ως οντότητα για την πλειοψηφία των ανθρώπων είναι ο αλαφροΐσκιωτος που διακορεύει σύννεφα κι ύστερα τα ντύνει με παντελόνια και προβιές για να του μοιάζουν. Είναι εκείνος που χωρίζει τη βεβαιότητα σε αβεβαιότητες και μετά σκορπά αφειδώς ό,τι έχει απομείνει από τους βεβηλωμένους γόρδιους δεσμούς για να τους μοιραστούν τα πλήθη. Ο ποιητής είναι οι άλλοι. Αναζητά στα μάτια τους την ψυχή του, ό,τι τέλος πάντων έχει καταφέρει να επιζήσει ως κυκλάμινο στις ρωγμές της φρόνησης και του καλού της βιωτής. Ως καθημερινός, μη επιζήμιος άνθρωπος συναντιέται στους μεγάλους δρόμους, στις φιλόξενες προσήλιες πλατείες, γίνεται φίλος, αδερφός, σύντροφος, όμως χωρίς τη μοναδική κι ίσως πιο επικίνδυνη ιδιότητα του ποιητή. Γιατί αλλιώς τα πράγματα αλλάζουν: Πρέπει να αναγνωρίσει ό,τι δεν του αρμόζει, να επιστρέψει στα δικά του-σου, ή τουλάχιστο να περιορίσει τον άτακτο νου και να μετρήσει τα όρια του μικρόκοσμού σου. Κι ο ποιητής; Ας επιστρέψει μονάχα χωρίς ιδιότητες. Μα θα ακουστούν οι αντιρρήσεις: Τι μπορεί να είναι ένας ποιητής χωρίς τις ιδιότητές του, χωρίς το στίγμα που τον έχει καθορίσει και τον έχει καταστήσει ανάγωγο και οχληρό; Η απάντηση: Ό,τι η κοινωνία θέλει. Ένα αδρανές υλικό του υποστρώματος. Αυτόν χρειάζεται. Το εποικοδόμημα αντέχει ακόμη και διαθέτει τη δύναμη και τους κανόνες. Ο αληθινός ποιητής λοιπόν, βρίσκεται σε μια διαρκή πάλη, αγωνίζεται σαν τη μέδουσα στα κύματα η οποία προκαλεί με την ομορφιά της και απειλεί ταυτόχρονα. Η παρουσία του είναι το άλλοθι της κοινωνίας, πάντοτε έτσι ήταν, είναι το αναγκαίο, ο χρήσιμος εταίρος, το καθαγιασμένο κακό, η εμβόλιμη αναπαράσταση για την επιβίωση του προτύπου. Κι όταν κάτι ανατρέψει την προδιαγεγραμμένη κι απολύτως προσδιορισμένη προοπτική, τότε ανακηρύσσεται σε προβεβλημένο απόβλητο της κοινωνικής ευταξίας… Εκείνο ίσως που είναι ελπιδοφόρο για τους κοινωνούς της ουτοπίας, τους ποιητές, είναι ότι αναπαράγονται κι ευδοκιμούν στα χαλάσματα με πολύ πόνο και αίμα.


(ΕΡΩΤΗΣΗ) Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή του κορωνοϊού, έχει ιδιαίτερο ρόλο η ποίηση; 

 

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποίησης, όπως και κάθε Τέχνης, είναι η παρηγορητική λειτουργία της. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή η γενέθλια σύμβαση καθιστά την ποίηση μέρος της ανθρώπινης καταλλαγής. Δεν είναι όμως το ευφρόσυνο και η δωροδοκία της οδυνηρής κατάστασης το ζητούμενο. Η ποίηση δεν εκβιάζεται ούτε παραχωρείται. Όποτε αυτό συνέβη την κατέστησε φτηνή ενασχόληση, ή τραγική προπαγάνδα. Υπολογίστε πόσους ποιητές αναγόρευσαν σε εθνικούς, ερήμην τους φυσικά, σε άλλους καιρούς, για να πλαισιώσουν την κυρίαρχη ιδεολογία με την εργαλειοποίηση των κειμένων τους. Εύκολα διαπιστώνει κανείς τη θεματολογική εμμονή (παγίδα) της ποιητικής παραγωγής που εκκινά από την περίοδο της οικονομικής κρίσης και συνεχίζεται ως σήμερα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, σαν το θέμα να είναι αρκετό για την ποιότητα. Η «αθώα» ποίηση εύκολα επενδύει τις προθέσεις του ηγεμόνος κι ακόμη ευκολότερα αδρανοποιεί τις μάζες. Η ομορφιά, η ευαισθησία, το κάλλος είναι έννοιες σύνθετες με πλήθος ερμηνειών και χρήσεων. Συνήθως τα καθεστώτα έχουν τους τρόπους να ορίζουν κατά το δοκούν και να διακοσμούν τις προθέσεις τους. Αυτά είναι παγκοίνως γνωστά και δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Επί του προκειμένου λοιπόν: Ο ρόλος της ποίησης την περίοδο της υγειονομικής κρίσης. Αν σταθούμε στη διαπίστωση πως βιώνουμε το παρόν με τη νοσταλγία του χαμένου παρελθόντος κι ατενίζουμε το αβέβαιο μέλλον, τότε η ποίηση ελάχιστα έχει να προσφέρει, πέρα από μια αναγνωστική απόλαυση τις άγριες νύχτες του εγκλεισμού. Θα μου πείτε, κάτι είναι κι αυτό. Όμως η ποίηση είναι τρόπος ζωής. Η ποιητική λειτουργία αποκαθιστά τα δάκρυα των ονείρων μας, οι λέξεις καρφωμένες μαρτυρούν το αίμα του ποιητή. Η ζωή και ο θάνατος, το όριο του σχοινοβάτη ποιητή, ποτέ δεν άλλαξε μορφή. Εκεί δημιουργείται η ποίηση. Σήμερα, που η πληροφορία διαχέεται με εκπληκτική ταχύτητα και η εικόνα συγκλονίζει, η ποίηση «πρέπει» να μετέχει και να κοινωνά τα νέα της ζωής. Ακριβώς, όπως ο θάνατος μελετά και αναθεωρεί τις προτεραιότητες, έτσι και η ποίηση, αποσαθρώνει τη συγκίνηση, ισχυροποιεί την αμφισβήτηση κι ενδυναμώνει τους δεσμούς. Ο ποιητής χωρίς να είναι ο ευαίσθητος αλληλέγγυος, συντάσσεται οργανικά με την ομήγυρη, πάσχει και προχωρά, δημιουργώντας. Άλλωστε ο ποιητής είναι οι άλλοι… και τότε μονάχα υφίσταται.

 

 (Το Επιμύθιο) ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΝΑ ΣΟΥ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΑΘΡΑΙΟΥΣ ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΜΕ ΒΡΥΧΗΘΜΟΥΣ ΚΑΙ ΜΥΚΗΘΜΟΥΣ Σ’ ΕΝΑ ΚΑΦΕ ΤΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ

Δεν ξεκολλούσε η βροχή από τα σύννεφα όμως, / εκείνος πίστευε στην πλημμυρίδα, / είχε αγαπήσει μια σχεδία στο ταξίδι του, εκεί γνώρισε / τους χαμαιλέοντες τα δύσπιστα φυτά και τα παλίμψηστα του παραδείσου. Ολόλευκη με τα γαλάζια μάτια τον εξουσίαζε· / του Ταΰγετου η σκιά και της Ιθώμης, δεν το αρνιόταν / τηρούσαν απαρεγκλίτως τις μεταθανάτιες υποσχέσεις του. Τότε φως ιλαρό συνέβαινε στου πιάνου τα ματζόρε / ύφαινε τους πόνους με τα δάχτυλα / κι όταν στις παύσεις σήκωνε το διαφανές ποτό / φρόντιζε να μη θιγούν οι έρωτές του οι άλλοι. Σήκωνε το κεφάλι του ψηλά το δάκρυ να μη στάξει / και του προδώσει μυστικά. Έπειτα ποιήματα νεκρά που διέθεταν / την αφροδίσια αθανασία του / εκτός ελέγχου αφόριζαν τους εκλεκτούς και τους κληθέντες, / τη μνήμη, το ένστικτο, την πείνα ενδεχομένως. Δίχως τη συντριβή του / ήταν μονάχα ένα νευρόσπαστο αριστούργημα / αιώνες πριν τη μάχη. Στον καταπέλτη όρθιος προσδοκούσε ό,τι του έταξαν. Το κατευόδιο παραμύθι στις φυσαλίδες που έσβηναν / χαρές καφέ και νικοτίνης, / άντεχε ακόμη / ήταν προσηνής ευγενικός με τους ανθρώπους / ειλικρινής με τα παιδιά τους, ξένος. Αγκυλωμένος στον καφέ της πέμπτης λεωφόρου / οι εικασίες και τα τεχνάσματα του δράματος διαρκώς / να λιγοστεύουν, / στο σκοτεινό σου απόγευμα καραδοκώ για μιαν ανάμνηση / μήπως και καταφέρω να υπονομευτώ / κι εξιστορήσω τη ζωή μου / στα Απέννινα, στο Μέλανα Δρυμό ή όπου αλλού. Έχω τον τρόπο να λειαίνω τη σιωπή / ή μήπως αγάπησα ένα όνειρο(Βαγγέλης Τασιόπουλος, Αχερουσία η Θάλασσα. Γκοβόστης 2019)

και τρέχα γύρευε από μηχανής αμφισημίες στο εκκύκλημα της Σιωπής τους

Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

ΚΑΘΩΣ ΟΤΑΝ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΓΥΡΝΑΣ ΑΛΛΟΠΑΡΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΚΡΑΣΠΕΔΑ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ…

Κι ακούς στις κάτω σκάλες ξάφνου

το κάλπασμα σπαραχτικό

Λες κι ένας ιππολάτης βιάζεται να περισώσει  

κάποιο μυστικό για συμφορά ή θάνατο

Όμοια κάπως σήμερα διαβήκαν έξω απ' το παράθυρο  

σαν απροσδόκητο νέφος πουλιών που οδεύουν προς το νότο

Κυκνόμορφα παιδιά που μες στις νήπιες αναλαμπές

τρεχοκοπούσαν τις γαλανές τους κόμες πλαταγίζοντας

Μέχρι που ακούστηκε

Από ψηλά το σπίτι μας να κατακλύζει

τιτιβισμός αγγέλων.

[ΣΕΡΑΦΕΙΚΟΝ, από την πρώτη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΑΝΑΚΤΟΡΙΑ 1977]

Συγκεντρωτική έκδοση: ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ,  ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα  1977-2013

Σ’  αυτή την  έκδοση αποτυπώνεται

όλη η ποιητική διαδρομή του Στρατή Πασχάλη

που περιλαμβάνει τις παρακάτω οκτώ συλλογές:  

ΑΝΑΚΤΟΡΙΑ (1977),    ΑΝΑΣΚΑΦΗ (1984),

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΕΡΜΑΦΡΟΔΙΤΟΥ  (1989),

ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ  (1991),   ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ (1994),    ΜΙΧΑΗΛ (1996),

ΚΩΜΩΔΙΑ (1998) και  ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΔΑΣΗ 2002,  

 

για τις οποίες ο Θοδωρής Παπαϊωάννου σχολιάζοντας σημειώνει:

«Στο ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΕΡΜΑΦΡΟΔΙΤΟΥ θαυμάζει τον μύθο

και το δράμα του σπάνιου όντος που,

σωματικά ή πνευματικά, συμφιλιώνει τα αντίθετα,

παραπέμποντάς μας, έμμεσα, στον Λωτρεαμόν,

αλλά και τον Σεφέρη,

ενώ στον ΜΙΧΑΗΛ, υποστασιοποιώντας τον έρωτα

στο αρχέτυπο του Αρχαγγέλου που παρεμβαίνει

σα ρωγμή Ακτίστου φωτός στο οικοδόμημα της ιστορικής αναγκαιότητας,

σχεδόν προφητικά, υμνεί την αγγελική φύση

σε μια εποχή που τείνει στο άφυλο. 

Στο ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ – μας καλεί να προσεγγίσουμε

τον φυσικό κόσμο με ευλάβεια ως ιερό αίνιγμα. 

Στις ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ – σκοπεί τη σχέση μας με την παράδοση μέσα από τη σκοτεινή, σύγχρονη συνθήκη.

Η ΕΠΟΧΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ – με τον ειρωνικό της τίτλο,

αποτελεί την εγκιβωτισμένη ουτοπία της υπαρξιακής ελευθερίας –

μιας ιδανικής χωρίς ιδανικά ζωής,

στον υπερ-πολιτισμένο κόσμο της πλαστής ευμάρειας. 

Ενώ, Τα ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ φαντάζουν σαν προφητεία

για έναν αγέννητο πολιτισμό που θα ανθίσει

μέσα απ’ τα σπλάχνα της εποχής της εικονικότητας –

σε ένα περιβάλλον πνευματικού υλισμού χωρίς ιδεοληψίες. 

 

Κι άλλα  αποσπάσματα από την κριτική του Θοδωρή Παπαϊωάννου αμέσως παρακάτω (ART by Ermolaev Alexander Εύα]

 





Ο ΠΟΘΟΣ ΔΟΚΙΜΗ ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΛΑΥΣΗ

(επιλεγμένα αποσπάσματα από την κριτική του Θοδωρή Παπαϊωάννου για την ποίηση του Στρατή Πασχάλη)

Αφομοιώνοντας δεξιοτεχνικά όλους τους ποιητές

που θαύμασε και αγάπησε, Έλληνες και ξένους,

οι οποίοι διαπερνούν το έργο σα διακειμενικές αύρες,

η ποίηση του Στρατή Πασχάλη,

περιέχοντας τα πάντα, δε μοιάζει με τίποτα.

 

ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ,  Ποιήματα Στρατή Πασχάλη 1977 - 2013

 

Το όνειρο του αγοριού που απομνημόνευε στίχους του Ρεμπώ στους ασημένιους ελαιώνες της Σελάνας και η επιδίωξη του έφηβου ποιητή που θέλησε να παντρέψει τον Σολωμό με τον Καβάφη, περίπου μισό αιώνα μετά, ευοδώθηκαν. 

Όντως, ο ποιητικός του κόσμος αποτελεί απότοκο της συνέργειας των πιο ασύμβατων, φαινομενικά, ποιητικών υποστάσεων.   

Ο ρεαλιστικά διατυπωμένος μυστικισμός του Καβάφη συνομιλεί με τα ιμπρεσσιονιστικά αποσπάσματα της μεταφυσικής γραφής του ρομαντικού Σολωμού.    

Τα πικρά άνθη του καρυωτακικού πεσιμισμού συναντούν το ερωτικό πένθος της φωτόκτιστης ποίησης του Ελύτη.    

Η μεσογειακή δραματικότητα της ποιητικής λάβας του Λόρκα συναιρείται με το σκοτεινό φως της καθαρής ποίησης του Βαλερύ. 

Ο ουράνιος λυρισμός του Ρωμανού του Μελωδού με την  ποιητική της μεσογειακής γης του Αλμπέρ Καμύ. 

Οι αδιανόητες, πολύχρωμες Εκλάμψεις του Ρεμπώ με την Έρημη χώρα των λιτών γλυπτών του Έλιοτ. 

Τα ερωτικά άσματα της Σαπφούς, που υμνούν τον έρωτα μέσα στο όργιο της εκστατικής φύσης, με τις ατονικές κραυγές της εξομολόγησης του μεταβιομηχανικού σπαραγμού της Σάρα Κέην…

Αφομοιώνοντας δεξιοτεχνικά όλους τους ποιητές που θαύμασε και αγάπησε, Έλληνες και ξένους, οι οποίοι διαπερνούν το έργο σα διακειμενικές αύρες, η ποίηση του Στρατή Πασχάλη, περιέχοντας τα πάντα, δε μοιάζει με τίποτα.

Ως εκ τούτου, τολμώ να πω πως οι  ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ

 αποτελούν συμπέρασμα της νεοελληνικής ποίησης, καθώς επίσης και επανάγνωση μεγάλου μέρους της ευρωπαϊκής ποίησης των δύο τελευταίων αιώνων υπό ένα πρίσμα ελληνικό…

 

ΑΦΗΓΗΣΗ και ΜΥΘΟΣ  ΣTΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΠΑΣΧΑΛΗ:

Οι  ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ  είναι η αυτοβιογραφία

του άλλου εαυτού.

Όλο το έργο συνιστά μια αφήγηση

προς αποκρυπτογράφηση.

Πρόκειται για ένα ποιητικό μυθιστόρημα,

ανοικτό και δυσερμήνευτο,

διαυγές μέσα στη μυστικότητά του.

 

ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ:

Αποδημητικά λουλούδια θα φέρουν το φως

Κατάγυμνα  μέσα στη σκέψη θα υψωθουνε τ’ άλογα

Και στους πυλώνες που ακινητούν στο άγονο

Έφιππη κόρη ξάφνου η άνοιξη  αργά θα κυματίσει

Μ’ έναν αέρα δάκρυα στο μάτι το έρημο πληρώνοντας

Του ονείρου  και  του  ξύπνου το μυστικό μαρτύριο.

 

Θα  σηκωθούμε τότε όλοι από τις κλίνες

Και θα φανούμε υπνοβατώντας εμπρός στα μάτια των πουλιών

Γυμνοί  στη θύελλα των άστρων

(στίχοι  από τη συλλογή  ΑΝΑΚΤΟΡΙΑ  1977  σελ. 41)

 

Ο Πασχάλης ανήκει στους δημιουργούς του μηνύματος και του Μύθου.

Κατ’ ουσίαν, αφηγείται μέσω κρυπτογραφημένων μηνυμάτων που ο αναγνώστης καλείται να αποκρυπτογραφήσει.

Συχνά, κωδικοποιεί τα μηνύματά του μέσω στοιχείων που ανήκουν στο πεδίο της αφήγησης – του Μύθου. 

Οι  ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ  είναι η αυτοβιογραφία του άλλου εαυτού.

Όλο το έργο συνιστά μιαν αφήγηση προς αποκρυπτογράφηση.

Πρόκειται για ένα ποιητικό μυθιστόρημα, ανοικτό και δυσερμήνευτο, διαυγές μέσα στη μυστικότητά του.

Θεμέλιος λίθος αυτής της ποίησης είναι η λέξη.

Η ψηφίδα που λάμπει αφ’ εαυτής, μια μονάδα αναγκαία για τη νοηματική και αισθητική αρτιότητα του συνόλου…

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΣΗΣ:

Ο ίδιος είναι ζωγράφος της αίσθησης, αυτού που αναδίδεται από τα πρόσωπα, τα τοπία και τα πράγματα.

Μέσα στην ποίησή του, το αντικείμενο της αίσθησης γίνεται σκέψη.

Είναι μια ποίηση που μας παρακινεί να σκεφτούμε με την αίσθηση, να δούμε το νεύμα του πνεύματος μες στον παλμό του ενστίκτου.

Μια περιγραφή που σχεδιάζει και σημαίνει αυτό που είναι κι εκδηλώνεται μέσα στο γίγνεσθαί του.

Ζωγραφική ιδεών, αφού γράφει το ζων – το οποίο δεν είναι διόλου μια ζωολογική ή βιολογική κατηγορία – είναι «αυτό που αυξάνεται κι ελαττώνεται στο εσωτερικό του Κόσμου – στο εσωτερικό της Φύσης» (Κώστας Αξελός). 

Της μεγάλης μητέρας που μας θρέφει και μας εμφυσεί την Ομορφιά, μυώντας μας στο μυστήριό της.

Το μυστικό της μη Φύσης. Αφού:

Υπάρχει μια βαθιά σκουριά,

μια σκόνη που αλατίζει δέρμα γυμνό στον καύσωνα!

Υπάρχει μια δύναμη πρακτική και ωφέλιμη,

κι ας γράφει στον πίνακα της φύσης φράσεις με χελιδόνια!..

 

ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΠΑΣΧΑΛΗ

Μια γλώσσα τόσο προσωπική σαν Ανασκαφή όσο και οικουμενική σαν  Εποχή Παραδείσου. 

Νοσταλγική σαν το χαμένο τραγούδι του Αρίωνα και ιλιγγιώδης σαν πτώση απ’ τον ναό του Σουνίου στο πορφυρό πέλαγο του δύοντος ηλίου. 

Γλυκά υποβλητική σα βυσσινιά στο σκοτάδι και αυστηρά ανάλαφρη σαν φτερούγισμα Αρχαγγέλου. 

Άυλη μέσα στην υλικότητά της – σα λαμπηδόνα τέφρας. 

Βαριά σαν άστρο από ατσάλι και βελούδινη σαν άνθος του νερού. 

Φλογερή σα στιλέτο αχτίδας και κρυστάλλινη σαν έναστρη σταγόνα στη μέση τ’ ουρανού. 

Χοϊκή σα λάσπη από νεκρά τριαντάφυλλα και αιθέρια σαν πέταγμα περιστεριού. 

Ερμής που ντύθηκε τη λυπημένη σάρκα της Αφροδίτης. 

Ανένταχτη, αλλά όχι αποδομητική. 

Ανατρεπτική – χωρίς να είναι μηδενιστική προς την παράδοση. 

Αίσθηση πρωτόγονου μες στο κατεργασμένο. 

Νύξη καταιγίδας στην καρδιά του λιοπυριού…

[αποσπάσματα από την κριτική του Θοδωρή Παπαϊωάννου* για την ποίηση του Στρατή Πασχάλη]

* Ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ είναι δρ. Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Paul Valéry και συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική συλλογή ΤΣΑΡΚΑ ΣΤΟ ΑΫΛΟ, εκδόσεις Γαβριηλίδης

 

ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ: ΙΕΡΑ ΠΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

ΤΙ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ…  και από ψηλά ο Ήλιος, απέραντος και αόρατος (τι μεγαλοστομία!) –ναι, ναι-

Δεν μπορείς να τον δεις κατάματα –αλήθεια ποτέ ως τώρα δεν γύρισα να τον κοιτάξω-μα μήπως δεν υπάρχει;

Από πού, λοιπόν, πέφτει επάνω μου και με καταργεί τόσο, μα τόσο, φως;

Τι θέλουν από μένα αυτά τα χαλάσματα στο χρώμα του ξύλου, σ’ αυτόν τον αυλόγυρο με τ’ ανακατεμένα κλαδιά;

Τι θέλουν από μένα αυτά τα σώματα που λίγο ακόμα και θα θύμιζαν λέοντες αφρικανικούς;

Κι εσύ με τα λοξά μάτια, παιδί της αρχαιότητας, που παραστράτησες σ’ αταίριαστους καιρούς – τι θες και μου μιλάς; -

εδώ που βρέθηκα, τόσο ανάπηρος απ’ την προστασία, τόσο τερατώδης απ’ την ευαισθησία, τόσο γεμάτος απ’ το ξεπέρασμα της μοναξιάς, τόσο λεπρός απ’ την ομορφιά, να διαβάζω το απλό επιτύμβιο λαξεμένο στην Κόκκινη Στήλη, που ο Ήλιος την κόβει σαν Γόρδιο Δεσμό;

 Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα και τα πουλιά: σήματα οιωνών, φωλιές πνευμάτων, δωρητές σκιάς,

αφηγούνται ολόκληρη την ιστορία με χίλια λόγια, μ’ ένα παλμό!..

Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα:

μνημεία στις παρυφές του εφήμερου,

κυκλώνες ήχων, σύμπαντα που χωρούν στ’ αυτιά και τα μάτια…

Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα τα παντοδύναμα, χωρίς να το δείχνουν…

Κάθε φορά που τα ρίχνουν σπαράζει ο θεός,

κάθε φορά που γκρεμίζονται η φύση αναρωτιέται:

Πώς γίνεται να σωριαστεί ένας Τιτάνας, μήπως φτάνει η Συντέλεια;

Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα,

όπως εκείνο που έβλεπα όταν ήμουν παιδί απ’ το παράθυρό μου,

να μη βγάζει ποτέ φύλλα…

Σα να περίμενε κάτι

Ώσπου είδα ένα πρωί να γίνεται, το ξερό και το στέρφο,

όλο ατόφιο ασήμι και αντί για φύλλωμα να στέκουν πάνω του αστέρια αεικίνητα κι είπα από μέσα μου

«Τι σου είναι ο Κόσμος»

(αποσπάσματα από τις συλλογές του Στρατή Πασχάλη ΤΑ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ και ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ)

 

ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΦΥΤΡΩΝΕΙ ΣΑΝ ΑΝΘΟΣ ΕΚΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΕΥΦΟΡΙΑΣ…

Απλή σαν τραγούδι – υποδαυλίζει την ανεξέλεγκτη συγκίνηση σε μια εποχή ασφυκτικού ελέγχου και βαθιά σα στοχασμός– μας καλεί σε ένα άνοιγμα στο Άνοιγμα – καλλιεργώντας μας την αυτογνωσία του μετέωρου σε μια εποχή βεβαιοτήτων – την επίγνωση του πλάνητος αστέρος, όπως θα ‘λεγε ο Αξελός, στην πλανητική εποχή, που το νόημά της συνυφαίνεται με την υπέρβασή της.  Ποίηση – υπέρβαση, που μας επιτρέπει, έστω στιγμιαία, να βαδίζουμε διαυγείς και γυμνοί υπνοβάτες στη θύελλα των άστρων. Εκεί που ο θάνατος δεν έχει εξουσία.

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2025

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ Η ΓΗ: ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΓΚΑΥΜΑΤΑ… ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ ΑΝΑΜΜΕΝΕΣ

(… το όνειρο απέναντι στο πένθος…)

«Αιφνίδιο σαν από καθρέφτη ξαφνικό το πρόσωπό μας,

ξένο  τρωτό,   κάποτε  νικημένο…

Καράβια μακρινά αθλήματα αντοχής πολεμικά

κι ο θάνατος μόνος κριτής στο πλάι

Επιτύμβια λευκά χρυσά κλειδιά στα σωθικά της..»

(Η ΠΥΛΗ  Γ)

 

Στίχοι από την πρώτη ενότητα στη συλλογή του Πάνου Κυπαρίσση ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ, εκδόσεις Μελάνι 2013.

Η πρώτη ενότητα έχει τίτλο Η ΠΥΛΗ.

Η ΑΥΛΗ  και  Η ΣΙΓΗ   είναι οι τίτλοι στις επόμενες δύο ενότητες.

Σχολιάζοντας ο Αλέξης Ζήρας σημειώνει: 

«Αν δούμε τη συλλογή αυτή ως σύνθεμα, καθώς αποτελείται από τρεις ενότητες, τα ποιήματα στις  δυο πρώτες δημιουργούν μια αμυδρά χαραγμένη κλίμακα ψυχικού αναβαθμού, μεταβαίνοντας από το σκοτάδι στο φως με ενδιάμεσο την ελπίδα»

 «ήσυχος σαν πένθος, ο Ποιητής, στη γιορτή

σαν λάμψη κεραυνού μες στο νερό…»   αφηγείται:  

«Όταν ελπίζεις

το ύψος της ελπίδας σου φοβίζει

καθώς γλιστρούν διλήμματα  και  σκοτεινιάζεις

 

Δεν είναι που δεν μπορείς

Φοβάσαι το αιφνίδιο που σ’ απειλεί μην

το κερί σου σβήσει

Κλέβεις και κλέβεσαι γι’ αυτό που δεν ορίζεις

 

Θέλει βακχείες η ζωή

οίστρο και πειθαρχία…»   (Η ΠΥΛΗ  ΙΑ)

 

Και ο Αλέξης Ζήρας συμπεραίνει:

«Αν και οι αποστροφές αυτές αντλούν πολλές φορές από βιώματα συναισθηματικής ερημίας και πένθους, δεν παύουν, όπως φαίνεται στα ποιήματα του Κυπαρίσση, να αποτελούν πηγή ζωής για την ίδια την ποιητική δημιουργία. Το σιωπηλό, θαμπό, ομιχλώδες τοπίο των νεανικών χρόνων του, η καθημαγμένη οικογενειακή εστία, αυτή η χώρα που ποτέ δεν περιγράφεται και πάντοτε υποβάλλεται ως κατάσταση ψυχής, με την αέναη μνημονική επαναφορά και αναπαράστασή της στη φαντασία, δεν είναι πια κάτι το ξένο και ανοίκειο μα κάτι που η περσόνα του ποιητή το νιώθει δικό της…» [στη συνέχεια αποσπάσματα από την ΑΥΛΗ και τη ΣΙΓΗ με ενδιάμεσα σχόλια από την παρουσίαση της συλλογής] 




ΛΑΜΠΕΙ Η ΨΥΧΗ ΣΟΥ ΓΙΑΣΕΜΙ ΚΑΙ Η ΝΥΧΤΑ ΚΑΤΩ ΡΙΧΝΕΙ ΓΛΩΣΣΑ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ «Η Αυλή Α»

«Αυτή τη βεβαιότητα της μελαγχολίας και της μοναξιάς έχει τάξει μέσω της ποίησής του να εξοικειωθεί μαζί της και να την αφήσει να κατοικήσει μέσα του μήπως κι έτσι ημερέψει. Εξάλλου, το ολιγαρκές της ύπαρξης, η εσωτερική της πυκνότητα, η ασκητική της αποστολή για τη διάσωση των ελάχιστων τιμαλφών η οποία προβάλλει ως η μόνη της επιδίωξη, το μινιμαλιστικό βλέμμα πάνω στον κόσμο, έχουν τις απευθείας αναλογίες τους και στην ποιητική γλώσσα και έκφραση του Πάνου Κυπαρίσση. Η σιγή τού ενδόμυχου συναισθηματικού τοπίου αντανακλάται στον χαμηλόφωνο ελεγειακό τόνο της φωνής του, στον λυγμικό λόγο που πολλές φορές ζητάει με σπαραγμό να διασώσει τα όσα θραύσματα του ερωτικού πάθους απέμειναν…» (Αλέξης Ζήρας)

 

Η ΑΥΛΗ Δ’ (από ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ του Πάνου Κυπαρίσση)

Εαρινός εμφύλιος

 

Λουλούδια

νάρκες σαν λουλούδια

 

Όποιο πατήσεις

καταστρέφεται ή καταστρέφεις

 

Η ΑΥΛΗ Ε’

Αρκεί το πένθος

η μνήμη των ερειπίων

τα τόσα σου τμήματα

 

Τώρα εδώ

θεός του ελαχίστου

μ’ όσα της τύχης σου κρατάς

χρώματα για να ντυθείς

φτερά που λες ακόμη να τ’ ανοίξεις

 

Άδικο να θυμάσαι

όσα πικρά του νου σε πνίγουν

 

Να σηκώνεις το φουστάνι της επιθυμίας

σαν άνεμος χλιαρός

και τ’ άβατο που το ’κλεισες σε τείχη

με γόνιμα τ’ ανασφαλή να το γκρεμίζεις

 

ΝΥΧΤΩΝΕΙΣ ΜΕ ΤΑ ΡΙΓΗ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ ΣΟΥ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ. ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΞΕΤΥΛΙΓΕΙ ΑΥΛΑΙΕΣ ΒΥΘΙΣΜΕΝΕΣ «Η Σιγή Α»

«Το ιδιαίτερο αυτών των ποιημάτων του Κυπαρίσση είναι ότι δεν μένουν στην καθηλωτική δυναστεία των παιδικών αναμνήσεων του εμφύλιου αίματος στην Ήπειρο. Ανοίγονται  στην τελευταία τους ενότητα προς την αισθησιακή εξύψωση. Έτσι, με μια έννοια τα «τιμαλφή» που διέσωσε μέσω της ποίησης, όσο φοβερά κι αν είναι, δεν παύουν να  είναι τα ελάχιστα πολύτιμα από τα «προικώα» που κρατάει στον κόρφο της η ζωή του ποιητή. Όπως και τα ελάχιστα που διέσωσε από το πήγαιν΄ έλα της μνήμης σε εποχές σκοτεινές, σε χρόνια άνυδρα, αφιλόξενα και άγρια, που όμως όχι μόνο αλλάζει η αίσθησή τους αλλά και χρωματίζονται διαφορετικά από τον ερωτικό κατακλυσμό της ύπαρξης…» (Αλέξης Ζήρας)

 

Η ΣΙΓΗ Γ’ (από ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ του Πάνου Κυπαρίσση)

Ασάλευτα δένδρα σκοτεινά

 

Στο βάθος λευκό φουστάνι ξαφνικό

πρόσωπο μισό, μαλλιά ανεμίζοντας

 

Ρόδες του δειλινού

σηκώνουν ρήματα πλαγιασμένα

 

Μακριά δίχως φτερά

περνά κόκκινο σπίτι

 

«ΠΩΣ ΚΡΑΤΑΣ ΤΕΤΟΙΟ ΚΑΜΙΝΙ ΟΣΟ ΝΑ ΒΓΕΙ;»  

(Μνήμες που πιάνονται σπαρταριστές στις λέξεις δολώματα και λέξεις που πλέκουν το ασφαλέστερο νήμα - οδηγό στα έγκατα της βιωμένης ατομικά και συλλογικά ιστορίας)

Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγε κανείς ότι το παρελθόν διαδραμάτιζε πάντα βαρύνοντα ρόλο στην ποίηση και στη διαμόρφωση της ποιητικής του Πάνου Κυπαρίσση. Από τη συλλογή ΚΑΠΝΟΠΟΛΕΜΟΣ (1977)  ως  ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ  (2013) τα πάντα μοιάζει να συντελούνται κάτω από τον θαλερό ίσκιο προσώπων και πραγμάτων του παρελθόντος, διαπερασμένα από ριπές της μνήμης και της νοσταλγίας και, κυρίως, εμπλουτισμένα με ψήγματα σπασμένων -πλην αναγνωρίσιμων- εικόνων της σχετικά πρόσφατης, μεταπολεμικής, ιστορίας, όπως αυτή βιώθηκε σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, ως «πράξη» και ως απόηχος. Λειτουργεί, όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος, σαν ένας στιγμιογράφος που κρατάει σπαραγμένες εικόνες, όπως τις ανασύρει από την προσωπική του «πινακοθήκη», προκειμένου να τις εναποθέσει στο σώμα του ποιήματος, με συνειρμικές διαστολές και αναγνωρίσιμα σύμβολα, ώστε ο λόγος του αποκτά μια υποκειμενική καθολικότητα.
 Αυτές τις σπαραγμένες εικόνες, αυτά τα πολύτιμα τιμαλφή μιας ζωής κερδισμένης μέσα από οδυνηρές απώλειες και ματαιώσεις, τα ανασύρει από τα περασμένα με το ζωντανό και κάποτε επίβουλο δίχτυ των λέξεων από τα ορυχεία επουλωμένων και ανεπούλωτων πληγών…  [Κώστας Γ. Παπαγεωεργίου]

 

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΕ ΣΕΝΑ ΚΑΤΟΙΚΩ ή ΠΟΥΘΕΝΑ

(πώς ήρθε η βάρκα ως εδώ; Πώς σφήνωσε σαν ζώο με σπασμένα πλευρά;)

Μεγάλες οι αποστάσεις κι οι δρόμοι άγνωστο που καταλήγουν. Ορυχεία της πληγής!..

Πού βρίσκουν και τρώνε τα πουλιά;

Πού άνεμο για τα φτερά τους;

Ποια σκοτάδια στις φλέβες σου βαθιά

ως την αμάθητη νύχτα που θα ’ρθει να σβήσει κάθε φως…

Λεηλατεί ο καιρός κι ο μύθος ασωτεύει Κίρκες,

σειρήνες πολύφημες,  ανύπαρκτες Ιθάκες…

Θυρίδες τ’ ουρανού κρυμμένα τιμαλφή

όρκοι κι όνειρα χαμένα.

[κι άλλα αποσπάσματα  από ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ του Πάνου Κυπαρίσση, εκδόσεις Μελάνι 2013, με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο]

https://ai2avatongar.blogspot.gr/2017/05/blog-post_18.html


Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Η ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ:

«Γράφω και σκίζω.  Λουστράκι πουθενά για να γυαλίσει όσες ιδέες πέρασαν από μυαλό κι από χαρτί» (Κική Δημουλά, Σκίζω τη Δωδεκάτη, Το Τελευταίο Σώμα μου 1981)

«Με αυτό το γενναιόδωρο στίχο -σαν μαξιλάρι απαλό… - άρχισε το χέρι να εμπιστεύεται λίγο το μολύβι κι εκείνο δειλά - δειλά αφέθηκε να στροβιλίζεται στη σκέψη.

Άραγε, πόσους θεούς και πόσες μούσες να επιστρατεύσει κανείς για να μιλήσει για την Κική Δημουλά.

Και τελικά, πόσο πίσω στο χρόνο ή πόσο μακριά από αυτόν πρέπει να πάει κανείς για να την κατανοήσει;

Αν ζητούσα τη συνδρομή των Μύθων, θα διάλεγα τους Ορφικούς…»,

γράφει στο κείμενο της για την ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ στην Ποίηση της Κικής Δημουλά, η Έλενα Τσαγκαράκη. Και εξηγεί το γιατί:

«Η Κική Δημουλά - σαν άλλη Περσεφόνη - κεντάει το δικό της Μύθο που κουβαλάει όλη τη διαδρομή της ανθρώπινης ζωής.

Γέννηση - Έρωτας - Θάνατος.

Ο Μύθος της έχει μέσα του έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο που άλλοτε είναι εν μέρει λογικός και κατά περίπτωση άλογος.

Το βέβαιο είναι πως δεν έγινε ώστε να είναι αισθητικά ωραίος αλλά για να ανταποκρίνεται σε άλλες συνειδησιακές έξεις.

Με μαεστρία περισσή εναγκαλίζεται με τον Κάτω Κόσμο, τον προκαλεί να την ερωτευτεί και αφού ενδύεται την ανθρώπινη πλευρά της επιστρέφει στον επάνω πάντοτε ως «κόρη».

«Πίστεψέ με θα σ' αγαπώ αιώνια»  επαναλαμβάνει κάθε λεπτό ο θάνατος  στην αιωνιότητα

(Η ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΑΙΩΝΙΟΤΗΣ, Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως )

«Η Κική Δημουλά εναποθέτει το νήμα του κόσμου στα χέρια του Έρωτα και αφήνει να τον ακολουθήσουν η Τάξη και η Δικαιοσύνη. Εγκαλεί το αδύνατο και δεν αποποιείται την ευθύνη γι' αυτό.

Αναζητά μέσα στη Νύχτα το μυστικό του ανθρώπου

 και αναγνωρίζει ότι αυτή καθεαυτή η μαγική λειτουργία του σκοτεινού σημείου είναι που δίνει την κίνηση στον κόσμο.

Γνωρίζει ωστόσο καλά τη διαδοχή:

από το σκοτάδι της Νύχτας, από το Έρεβος - εκτός από τον Έρωτα - γεννήθηκαν

το Πεπρωμένο,   ο Θάνατος,   τα Όνειρα,   η Μνήμη,   η Λήθη.

Κάθε της ποίημα είναι μια ομηρική νέκυια,

μια ευθεία έκκληση στην απώλεια μέσα από την κατονομασία της αίσθησης που άφησαν πίσω τους οι απόντες.

Κάθε ουσιαστικό αποκτά μέσα στους στίχους της αυτοτελή υπόσταση και διακριτό σχήμα,

 εκπέμπει ενέργεια,   αποκτά σώμα,   αρθρώνει λόγο

 και   -εντέλει - ανθρώπινη ζεστασιά…»

[κι άλλα αποσπάσματα από τα σχόλια της Έλενας Σ. Τσαγκαράκη για την ποίηση της Κικής Δημουλά όπως δημοσιεύτηκαν στη  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σαββατιάτικης ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 1-10-2011] 



(περιφραστική λεζάντα στον πίνακα του Μαρκ Ρόθκο)
Ο Σταμάτης Φασουλής, υποδυόμενος το ζωγράφο Μαρκ Ρόθκο στη θεατρική παράσταση «Κόκκινο», προσκαλεί και προκαλεί τον μαθητή του τον Κεν να καταλάβει τη ζωγραφική του. «Άφησε τους πίνακες να λειτουργήσουν» τον προτρέπει. «Λειτούργησε κι εσύ μαζί τους. Δώσε τους χρόνο». «Ενας πίνακας μπορεί να πεθάνει από ένα βλέμμα, ενώ μια αστραπή μέσα σ' αυτό μπορεί να τον αναστήσει!». Αυτό ζητάει και η Κική Δημουλά. Να μην πάει η αγωνία της στράφι. Να της δοθεί ο χρόνος. Ο χρόνος που ολοκληρώνει. Σε κάποια χαλαρή συζήτηση ο Θανάσης Νιάρχος τη ρώτησε ευθέως: «Κική, έχεις γράψει ποτέ κανένα ποίημα έτσι, μια κι έξω;». «Ποτέ» ήρθε η απάντηση χωρίς κανένα δισταγμό. «Ο,τι διαβάζεις είναι αποτέλεσμα πολλής μουντζούρας». Είναι λοιπόν δυνατό να μην αγκαλιάσει κανείς αυτή τη συνεπή αγωνία; Την αγωνία της δημιουργού για την τύχη των πνευματικών της παιδιών, όταν αυτά θα έχουν πάψει να περιβάλλονται προστατευτικά από τη ζωτική της παρουσία και την καταλυτική θερμότητα του ρέοντος λόγου της;


ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΓΡΙΦΩΝ ΤΗΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΗΣΥΧΟΣ

(αποσπάσματα από την παρουσίαση της Έλενας Τσαγκαράκη στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σαββατιάτικης ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 1-102011):

Τα ζευγάρια των αντιθέσεων χορεύουν σ’ έναν καμβά φαινομενικά απλό αλλά και συνεχώς μεταβαλλόμενο, που επιβάλλει πειθαρχία και εγρήγορση χωρίς ωστόσο να απειλείται από την κοινοτοπία. Αντίθετα, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως η ποίησή της συμπορεύεται με το αναπάντεχο. Λέξεις δύστροπες ή τραχιές στο άκουσμά τους, ακόμα και κείνες που θα μπορούσαν εν τη ρύμη του λόγου να ακουστούν παράφωνες ή και χυδαίες, παραδίδονται στους στίχους της με εντιμότητα τέτοια που τις καθαγιάζει και τις αποδίδει με κρυστάλλινη καθαρότητα, καθιστώντας τες έως και λυρικές.

Λέξεις απλές, καθημερινές, μεταμορφώνονται σε μεγαλειώδεις χάρη στο εννοιολογικό φορτίο που αποκτούν μέσα στο στίχο, σε βαθμό τέτοιο που συχνά αναρωτιέται κανείς αν είναι σε θέση να κατανοήσει αυτό που του εμπιστεύεται η δημιουργός. Αν θεωρήσουμε ότι αυτή είναι μία από τις βασικές λειτουργίες της ποίησης, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε στην Κική Δημουλά ότι αν και ασκείται επίμονα σε αυτήν την τεχνική καλλιεργώντας τη συστηματικά, κάθε φορά κατορθώνει να υπερβεί το όποιο εύρημά της χωρίς ωστόσο να το ακυρώνει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ΤΑ ΕΥΡΕΤΡΑ. Δεν τα επικαλείται ως αμοιβή θησαυρού, αντίθετα τα πιστώνει ως απλήρωτο λογαριασμό προσδοκιών.

Οι ανατροπές που συντελούνται στις λέξεις, στους συνδυασμούς, σε κάθε επίπεδο της ποίησής της είναι τόσο ισχυρές, ώστε ο στίχος να είναι άμεσα αναγνωρίσιμος ως φορέας της ιδιαίτερης προσωπικής της γραφής. Και ενώ αυτές τις δημιουργικές γλωσσικές ανατροπές μπορούμε να τις κατανοήσουμε, ένα ειρωνικό μειδίαμα, φιλοσοφικό, ενίοτε μελαγχολικό και άλλοτε πάλι απροσδιόριστο κλείνει ερμητικά την πόρτα στην κατανόηση και τη γνώση που επιδιώκουν, τόσο ο αναγνώστης όσο και το ποίημα. Άλλωστε, ως «Περσεφόνη» άμεσα συνδεδεμένη με τα μυστήρια μάς έχει προετοιμάσει γι' αυτό, πως δεν προτίθεται -δηλαδή- να «βλάψει αίνιγμα» και ότι αυτό που «με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση» προσέρχεται, ανέγγιχτο πρέπει να μείνει.

Η Περσεφόνη βέβαια, πέρα από το μυστικιστικό της προφίλ, παραμένει «αιώνια κόρη». Εκείνη δηλαδή που αυξάνει, που μεγαλώνει - όπως προκύπτει και από την ετυμολογική προέλευση της λέξης. Παιδί και εν δυνάμει ενήλικος. Κορίτσι και εν δυνάμει γυναίκα. Έτσι ακριβώς είναι και η Κική Δημουλά. Είναι κόρη των παιδιών της και φίλη των εγγονών της. Για όσους από μας τη γνωρίζουν, είναι η ίδια η Χιονάτη του ποιήματός της:

Μάνα, λες να είναι  κληρονομική η πραγματικότης;

(Η ΛΙΠΟΤΑΞΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΝΑΤΗΣ,  Χλόη Θερμοκηπίου)

 

Το παιδί μέσα στην Κική Δημουλά αναζητεί την παρηγοριά του παραμυθιού, αλλά η ενήλικη συνείδησή της δεν της επιτρέπει να αφαιρέσει το ερωτηματικό στο τέλος του ποιήματος. Άλλωστε το αίνιγμα της ζωής παραμένει άλυτο ακόμη. Αυτό όμως δεν καταργεί ούτε τις ζωντανές εικόνες ούτε τα χρώματα και τα σχήματα. Και τη στιγμή εκείνη που νιώθει κανείς ότι βρίσκεται πολύ κοντά στην ερμηνεία εξαιτίας ενός τόσο οικείου περιβάλλοντος, το ποίημα «αποσύρεται» και αρνείται να παραδοθεί χωρίς να πολιορκηθεί.

 

«ΔΕ ΘΕΛΟΥΝ ΠΟΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ: ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΠΟΥΝΕ  Σ’ ΕΝΑ ΣΤΙΧΟ…»,

λέει η Κική Δημουλά σε συνέντευξή της, αποκαλύπτοντας το μεγάλο της όπλο. Η ποίησή της είναι ο καθρέφτης μας. Ο καθρέφτης ενός ιδεώδους «Εγώ» απέναντι στον οποίο έχει πρώτα η ίδια σταθεί κι αφού ξεγυμνώθηκε, ντύθηκε τον καλύτερο εαυτό της με τα κρυμμένα προικιά απ' το σεντούκι όπου φυλούσε το γλωσσικό της θησαυρό. Έτσι μας υποδέχτηκε λοιπόν, με τέτοια γενναιοδωρία που δεν είχαμε πλέον κανένα περιθώριο παρά να σταθούμε κι εμείς μπροστά του.

Η Κική Δημουλά έχει πάνω απ' όλα μία ειλικρινή και έντιμη σχέση με το στίχο της. Του εκμυστηρεύεται τις σκέψεις της, τις διαδρομές της ζωής και τις εμπειρίες της, τους φόβους και τα όνειρά της ακόμα. Αφού τα εμβαπτίζει στην προσωπική της κολυμπήθρα, τα ακουμπά με προσεκτικές κινήσεις στο χαρτί, τους εμφυσά ζωή και ρυθμό με το να στρέφει την ίδια τη γραμματική εναντίον της γλώσσας και στη συνέχεια καθησυχάζει την τελευταία με την αγάπη που της δείχνει χρησιμοποιώντας τη σε κάθε απίθανο συνδυασμό. Καμία υπερβολή δεν απαντάται σε αυτή της την πρόθεση. Η γλώσσα δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο απίθανη από την ίδια τη ζωή. Πώς αλλιώς θα μπορούσε -άλλωστε- να την καταθέσει στην ποίηση;

Κινούμενη σε αυτή πάντα τη λογική, επιδιώκει να διατηρεί ζωντανή την αμφίδρομη σχέση με τον εαυτό της, τον εσωτερικό της κόσμο και τον περιβάλλοντα χώρο. Επιλέγει συνειδητά να κρατά τη θέση εκείνη που της επιτρέπει να κινείται με άνεση ανάμεσα στο «τώρα» και το «τότε», την πραγματικότητα και το όνειρο, το λόγο και τη σιωπή, την εικόνα και την αντανάκλασή της.

Με θαυματουργικούς τρόπους και με «βουρκωμένο αλλά ποτέ ένδακρυ βλέμμα» -δανείζομαι αυτή τη μαργαριταρένια φράση από τον Γιάννη Βαρβέρη- προβίβασε την καθημερινότητά μας, στο δικαιωμένο παρηγορητικό σύμπαν που περιμέναμε. Το ποιητικό της θαύμα συντελείται ακριβώς εξαιτίας τού ότι το οδυνηρό και βαθύτατο βίωμά της ανάγεται σε συνολική γεμάτη σοφία ενατένιση της τελικής πράξης της ανθρώπινης ζωής.

Τα βέλη των στίχων της εκτοξεύονται από την ποιητική της φαρέτρα με αποχρώσεις θλίψης που μακράν απέχουν της απόγνωσης, συνοδευμένα από μια διάθεση εμμέσως πλην σαφώς εξομολογητική και ταυτόχρονα απολογιστική των καθημερινών σκέψεων και πεπραγμένων του παρελθόντος του και του παρόντος. Ταυτόχρονα οι παραλείψεις και οι απώλειες που μετρά ακουμπούν στο αβέβαιο σύμπαν μιας πίστης αυτοαναιρούμενης που υπονομεύει κάθε βεβαιότητα. Ωθούμενη από μια σκοτεινή ανάγκη, διαμορφώνει ένα παγανιστικό και ταυτόχρονα θρησκευόμενο εκμαγείο στο οποίο αφήνει να διαφανούν ο φόβος και -πολύ περισσότερο- η ζωοδόχος ελπίδα για το ενδεχόμενο της ύπαρξης του Θεού στο τώρα και το διηνεκές, σε μια άλλη διάσταση αλλά κυρίως σε αυτή. Γι' αυτό άλλωστε επιδιώκει να παρατείνει ή και ακόμη καλύτερα να απαθανατίσει εικόνες, στιγμές, ανάσες και σκιές, που τεκμαίρονται - και γιατί όχι, δύνανται να επιβεβαιώνουν το παρελθόν στο μέλλον διά μέσου της ποιητικής σποράς του παρόντος.

Ξεμπροστιάζει χωρίς δισταγμό αυτή την παράφωνη διχοστασία της ζωής που απορρέει από τον θάνατο, καθώς δεν είναι η ζωή που καταργείται με την έλευσή του, αλλά είναι ο θάνατος που αυτοαναιρείται. Η αποκάλυψη αυτή καθιστά την Κική Δημουλά σημείο αναφοράς, γιατί καταφέρνει να αντιστρέψει τη φυσική εξελικτική πορεία προς τη φθορά. Την έχει κλέψει λέξη λέξη και την έχει ξορκίσει στίχο τον στίχο κοιτώντας στα μάτια τον πιο σκοτεινό της φόβο με ολοένα αυξανόμενη τη συνειδητή της κυριαρχία.

Στο ΦΙΛΟΠΑΙΓΜΟΝΑ ΜΥΘΟ (κείμενο που εκφώνησε η Κική Δημουλά κατά την τελετή υποδοχής της στην Ακαδημία Αθηνών στις 11 Νοεμβρίου 2003) απαντά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για την «πρόθεση» της σύγχρονης Ποίησης:

Λέει πως στόχος της «είναι να προσθέσει το λιθαράκι της σε ό,τι κληρονόμησε, φτιάχνοντας το ιδιωτικό μητρώο της εποχής της, συμπληρώνοντας το γενεαλογικό δέντρο των ονείρων που τη γεννούν και την υποστηρίζουν». Η παράδοση της ποίησης -η οποία για τον Σεφέρη έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα- είναι ένας κινούμενος συρμός «στον οποίο κάθε τόσο προσαρτάται ένα έκτακτο, φρεσκοβαμμένο βαγόνι, γεμάτο με νέες, υπερ-επείγουσες ανησυχίες του ανθρώπου και με τον ίδιο πάντα προορισμό: την αυθεντική έκφρασή τους».

 

ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΨΥΧΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΚΑΙΡΟ Η ΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΑ ΤΑ ΟΦΕΛΗ ΤΗ

(… ακουμπώντας με τη διακριτική της μαγεία όσους την εμπιστεύονται…)  

Η Κική Δημουλά, που αγαπάει το ερωτηματικό, χαϊδεύει την τελεία και αφουγκράζεται με προσοχή την ανάσα των αποσιωπητικών, χάρη στην πολλαπλασιαστική ευαισθησία και τη λυρική της αφαίρεση καταθέτει μια ποιητική μέσα από την οποία ο χώρος χαρτογραφείται εκ των άνω, με μια απόσταση που αυξάνει το κύρος του οπτικού πεδίου, με εναλλαγές στις οποίες τα αντιφατικά και τα οδυνηρά εισπράττουν το δικό τους αναλογούν συμπαθείας, ενώ εκείνη τα παραθέτει, τ' αναλύει, τα συμβιβάζει και τα διαπραγματεύεται με την απόλυτη σιωπή, όπως συμβαίνει στα όνειρα που προστατεύουν από τις επιθυμίες, τις αγωνίες ή και τους πανικούς του ασυνειδήτου.

Ταυτόχρονα, με κάθε της ποίημα υπονομεύει την επικράτεια της σιωπής, και με κάθε λέξη καταργεί το αδιαπέραστο σύνορο της σκοτεινής σελήνης. Καταδύεται αδιάκοπα μέσα της επιδιώκοντας να ανασύρει τις κινητήριες δυνάμεις της ψυχής, της σκοτεινής Περσεφόνης που ενυπάρχει στον καθένα μας και βασιλεύει στον προσωπικό μας Αδη, με αποκλειστικό σκοπό μια εσωτερική άνοιξη που θα μας λυτρώσει μέσα από την ποίησή της, ανάγοντας το προσωπικό της επίτευγμα σε άθλο.

[Ελενα Σ. Τσαγκαράκη στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σαββατιάτικης ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 1-10-2011]

 

ΜΑΚΡΥ ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

(… μα το χειρότερο  πας  ή  έρχεσαι  δεν ξέρεις…)  

(ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ)

 Ένα ΑΛΤ, υπόκωφο άκουσα να με σημαδεύει.

Ουδέν πρόβλημα.

Έτσι κι αλλιώς μες στην ακινησία προ πολλού με είχε η αίσθησή μου μεταφέρει.

Ωστόσο νιώθοντας ωσάν ακόμα ν’ αναδεύεται το μέσα μου κατάτι,  

υπάκουσα στο άκουσμα του ΑΛΤ περιμένοντας να εκπυρσοκροτήσει η φοβέρα!..

Τίποτα,   σιγή απόλυτη,   μα δεν ξεθάρρεψα,

τα ξέρω εγώ τα κόλπα,

ξέρω ότι με σιγαστήρα σε καθαρίζει το ανεξήγητο κι άντε να το συλλάβεις…

Τηρώ,   Χρέος,   το κατά δύναμιν τις εντολές σου,

τα δύσκολα ΠΡΕΠΕΙ σου.

Υπάκουες δείχνουν οι σκέψεις αλλά όρκο δεν παίρνω

μια και έχουν την άνεση να παραβαίνουν εν κρυπτώ.

Αλλά τις πράξεις μου πώς να τις δαμάσω;

Βγαίνουν έξω,   κόσμο συναντούν   γείτονες πειρασμούς,

να μην κοντοσταθούν;

Μα φταίνε οι εντολές σου ούτε πλήρεις ούτε ξεκάθαρες είναι.

Για παράδειγμα:   Πρέπει να είναι πιστή η Αγάπη;

Κι αν δεν είναι, εμείς τι πρέπει;

Με σταυρωμένα τα χέρια ν’ αγαπάμε;

[ΔΕΝ ΑΣΤΟΧΕΙ  και  ΠΡΕΠΕΙ

κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 2016

με ενδιάμεσα σχόλια για τα κύρια χαρακτηριστικά της ποίησής της με ΚΛΙΚ εδώ]

https://deepunctum.blogspot.gr/2016/11/blog-post.html