Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2020

ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΡΥΦΟΓΡΑΜΜΕΣ ΩΣ ΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΜΕΣ ΚΙ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΑ

(…μέρα νύχτα παίζεται το αίνιγμα της Σφίγγας…)


«Το κόκκινο σκουφί μου πέταξα κι έφυγα,

 κόρη ανυπάκουη,

λέξη τη λέξη τις παραινέσεις να τεμαχίζω·

βήμα το βήμα σε κινούμενη άμμο να πατώ.

Πλάσμα μοναχικό,   

αρπαχτικό για τις προσδοκίες τους.

Μανιτάρια μάζεψα – δηλητηριώδη και βρώσιμα –

 με κρεμμύδια τσιγαριστά τα μαγείρεψα,

με μαυροδάφνη τα ’σβησα,  

θηράματα κοκκινιστά,

με κανέλα και δενδρολίβανο.    Όπως πρέπει.

Σε σπίτι έρημο οδηγήθηκα,

με γιαγιά εντοιχισμένη στην κουζίνα  

και λύκο σκοτωμένο στον πάτο της λίμνης.

Έσμιξα με τον κυνηγό και τον νυμφεύτηκα,

ανάμεσα σε κροκοδείλους και φύκια.

Στον νου μου πάντα το φευγιό.

Στης διαδρομής τα σταυροδρόμια,

του φεγγαριού το φως

και του αηδονιού η φωνή με οδηγούσε.

Κι ήρθε η ώρα που έβγαλα φτερά.

Στις τσέπες μου οι πέτρες    μιας ιστορίας καθωσπρέπει,

με μια ηρωίδα που    δεν ήταν για τα παραμύθια.

Κοριτσάκι, τι γύρευες με τους κροκοδείλους    στον βάλτο;

Μάζευα λουλούδια,

κι εκείνα φαίνονταν σαν δακρυσμένα νούφαρα

στην άκρη της λιμνούλας»

 

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, επιγράφεται το παραπάνω ποίημα από τη συλλογή της Γεωργίας Μακρογιώργου ΤΟ ΦΩΣ ΟΤΑΝ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΕΤΑΙ, εκδόσεις Βακχικόν 2019.

 

Η συλλογή περιλαμβάνει τριάντα τέσσερα ποιήματα που «διανθίζονται»  από είκοσι τέσσερις φωτογραφίες της ποιήτριας. Εγχείρημα εσωτερικού διαλόγου σε μια απόπειρα προσέγγισης της αντιφατικής πραγματικότητας.

Από τη μια, η ποιήτρια,   «έχει «τα μάτια δεκατέσσερα»

μπροστά στα αινίγματα του κόσμου όπου

«οι ήρωες το πρωί τετράποδα σε κλουβί

 καταναλώνουν όνειρα για να μεγαλώσουν.

Το μεσημέρι δίποδα σε αποθήκες

μπαινοβγαίνουν μαζεύοντας κτερίσματα.

Το βράδυ με μπαστούνι σε σπίτι έρημο

ανάβουν καντήλι με το δικό τους λάδι»   (ΑΙΝΙΓΜΑ  σ. 12)

 αλλά από την άλλη, ξέροντας ότι

«μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά», 

απομονώνει με το φωτογραφικό φακό της

σπάνιες στιγμές αρμονίας κι ομορφιάς

που κατακλύζουν τον κόσμο μας.

Εύλογα, επομένως, αισθάνεται «πνιγμένη» απ’ αυτή τη διπολική πραγματικότητα

κι όπως η ηρωίδα του Ρίτσου στη Σονάτα, 

έχει την αγωνία της για το τι θα λέει κάποιος που,

 απ’ έξω ή από πάνω, παρακολουθεί αυτές τις παλινωδίες της:

«τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;».

Έρχεται η ώρα όμως,

έξω από συμβολισμούς και παραμύθια, να κάνει το αποφασιστικό πρώτο βήμα.

Μπορεί η ορατότητα να είναι περιορισμένη,

ίσως μάλιστα να νιώθει αιφνιδιασμένη

απ’ τη ρευστότητα του σύμπαντος κόσμου,

ή δεμένη σαν τον Οδυσσέα στο κατάρτι

ν’ ακούει  Σειρήνες αβέβαιη για όλα πια,   

με την Ποίηση όμως έχει στα χέρια της το σωστό κωδικό:

«με λένε Μαζί    Με λένε Πάντα.

Έχω ζεστασιά   Έχω αιωνιότητα

Ας ενωθούμε με αθανασίας νήμα    Θέλω να πετάω»

Ας πετάξουμε, λοιπόν, μαζί με τη Γεωργία Μακρογιώργου,

και διαβάζοντας τα παρακάτω αντιπροσωπευτικά ποιήματα από ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΕΤΑΙ

(Ελέφαντας σε Παιδική Χαρά,   Κινούμενη Άμμος,

Σύννεφα του Είδους σου,   Παράφωνα Συνθήματα,

Οδηγίες για μεταφύτευση Τριανταφυλλιάς και η Πομπή),

 ας ισορροπήσουμε

«ανάμεσα στην πίκρα της λογικής   και

το επείγον μιας φλεγόμενης καρδιάς…»  

με Πράξεις Αριθμητικής (σελ. 48):

«Αφαίρεση χαμόγελου.    Πρόσθεση κόμπου στο λαιμό.

Διαίρεση δια του αριθμού των κυττάρων σου.

Αίσθηση αμοιβάδας.

Πολλαπλασιασμός επί μηδέν και ξανά αφαίρεση»

Φαύλος κύκλος, δηλαδή, στο δρόμο προς τη θάλασσα…

κι ανάγλυφο το ΜΑΥΡΟ ΓΛΥΠΤΟ (σελ. 56):

«άλλοι αγκαλιασμένοι καίγονται   ήλιοι ενωμένοι

κι άλλοι σε κάμερες κι οθόνες σβήνουν.

Στο ενδιάμεσο κάποιοι   σώζουν και σώζονται».

Γιατί οι Ποιητές,

μπορεί να μοιράζονται στα δύο

χτυπημένοι από τη σχιζοφρένια αυτού του κόσμου (Σινόπουλος),

μπορεί να είναι η θέση τους στο ταλάντευμα

και να βιώνουν ένα συνεχές σκαμπανέβασμα,

«βαθύ-βαθύ το πέσιμο   βαθύ βαθύ το ανέβασμα» (Σονάτα Σεληνόγωτος),

είναι όμως ο ίλιγγος τους Ανάλαφρος Ωραίος και Εξαίσιος

και προπαντός

 «εκεί στο βάθος του πνιγμού» τους

ανακαλύπτουν τελικά:

«κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων»   (Ρίτσος)

Ο Πλούτος του Βυθού στην ποίηση της Γεωργίας Μακρογιώργου έχει ΦΩΣ  προς ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΣΗ:

«την ανθρώπινη ουσία της αιώνιας ενότητας»

που καρπίζει μόνο όταν γίνουμε όλοι μια αγκαλιά,

«ποιήματα, τραγούδια, δάκρυα, ζωγραφιές»

που γκρεμίζουν τείχη μίσους και συνθήματα παράφωνα.

(Happy End) με το

«Παράξενο γένος των ρομαντικών

των αλαφροΐσκιωτων ποιητών»

που μπορεί να είναι   «Άβυσσος η ψυχή τους…»

αλλά ευαγγελίζονται την Ουτοπία μιας Αληθινής Ευτυχίας





ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ ΣΕ ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ 

(από τη συλλογή της Γεωργίας Μακρογιώργου ΤΟ ΦΩΣ ΟΤΑΝ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΕΤΑΙ 2019)

Κάθε φορά που ελέφαντας

προσγειώνεται σε τραμπάλα

και εκτοξεύει μικρά ζωντανά στη λίμνη,

βλέποντας τις φυσαλίδες ν’ ανεβαίνουν,

αναρωτιέμαι

αν φαίνομαι πνιγμένη στη σονάτα   του μεγάλου ποιητή

ή σαν δύτης που ανιχνεύει τους βυθούς.

 

Όταν αλλάζει το φεγγάρι

με αυτιά γεμάτα σπόρους πικραλίδας,

καμώνομαι τον ρήτορα

ψελλίζοντας βατράχια αντί για λέξεις.

 

Κι όταν εκρήγνυνται οι νύχτες,

οι ερωτήσεις φωλιάζουν

στα γκρίζα μου μαλλιά

διωγμένες από απαντήσεις.

 

Έτσι αργά εξατμίζομαι

με τον ελέφαντα στην παιδική χαρά.

 

ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΑΜΜΟΣ

Σε κάποια σπίτια παλιά ταινία προβάλλεται με πρωταγωνίστρια Ελένη, Κλυταιμνήστρα, Μήδεια, κάτι τέτοιο. Έναρξη. Πουκάμισο φρεσκοπλυμένο σε γκρο πλαν εκτοξεύει χούφτα άμμου που φωλιάζει στην κουζίνα, εισχωρεί σε μύτη, μάτια, δυναμώνει, ξηλώνει κέντημα πουλιού, φωτογραφίες ξεθωριάζει. Επιβάλλεται. Λόγια κλειδώνει. Αποσιωπά την κραυγή του Μουνκ.

Αλλαγή πλάνου. Φώτα. Κλάμα μωρού, μυρωδιά από γάλα, τα πρώτα βήματα τα παιδικά. Ανοίγει η πόρτα. Η ηρωίδα σε ρόλο μάνας με ηλεκτρική σκούπα πασχίζει να μαζέψει την κινούμενη άμμο από το σπίτι. Η ταινία κόβεται πριν το τέλος. Οι θεατές φεύγουν αγανακτισμένοι με την έκβαση του ανεκπλήρωτου.

[από τη συλλογή της Γεωργίας Μακρογιώργου ΤΟ ΦΩΣ ΟΤΑΝ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΕΤΑΙ, εκδόσεις Βακχικόν 2019]

 

ΣΥΝΝΕΦΑ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΣΟΥ 

(από τη συλλογή της Γεωργίας Μακρογιώργου ΤΟ ΦΩΣ ΟΤΑΝ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΕΤΑΙ 2019)

Νεφέλωμα ήσουν όταν ήρθες

πριν το ηλιοβασίλεμα.

Τα μάτια μου αντανακλούσαν   το δικό σου χρυσαφί.

Απόλυτη προσήλωση απαιτούσες.

Κοκάλωσα.

 

Εκ των υστέρων έμαθα

ότι τα σύννεφα του είδους σου

μετά το δειλινό μαυρίζουν

και καταπίνουν   τους μαγεμένους εραστές.

 

ΠΑΡΑΦΩΝΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ (σελ. 44)

Τον διχασμό που απλώνεται   σαν μαύρη ομίχλη

πάνω απ’ τα καμένα τους κεφάλια

εγώ θα διαλύσω.

Αιόλου ασκό ανοίγοντας    μ’ ανθίσματα κι αηδόνια.

Χωρίς μια στάλα μίσος στην ψυχή μου

κι ούτε σταγόνα δηλητήριο για το διαφορετικό,

με ζεστό βλέμμα για ασπίδα μου,

σ’ αυτόν τον πόλεμο    δυνατή προχωρώ.

Εσείς οι μανιασμένοι,

στ’ όνομα της πατρίδας διαλαλείτε το μίσος σας.

Επάνω σε τάφο αδελφού ο μιαρός   τη λάσπη του απλώνει.

Εσείς θα το μπορούσατε ποτέ

την ανθρώπινη ουσία ν’ αντιληφθείτε   της αιώνιας ενότητας

στου πανηγυριού του πολύχρωμου τη μελωδία

για να γίνετε όλοι μια αγκαλιά;

Ελάτε να σας πω,

εσένα με τη φτωχή καρδιά   και τη σημαία για μπέρτα,

εσένα, σταυροφόρε, με τα παράσημα

κι εσάς με τους πυρσούς και τις κραυγές,

που θέλετε τα τείχη να υψώσετε

και καλώδια ηλεκτροφόρα

κι εσάς που σχίζετε ιμάτια

σαν νύφες προδομένες την πρώτη νύχτα του γάμου.

Θέλετε εκδίκηση

και καθώς ανατέλλει το φεγγάρι

θα ’χετε του Μαγιακόφσκι τους νοσταλγούς απέναντι·

όχι άνθρωποι εσείς,

αλλά συνθήματα παράφωνα,    ξελαρυγγιασμένα.

[από τη συλλογή της Γεωργίας Μακρογιώργου ΤΟ ΦΩΣ ΟΤΑΝ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΕΤΑΙ, εκδόσεις Βακχικόν 2019]

 

ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΣΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑΣ 

(από τη συλλογή της Γεωργίας Μακρογιώργου ΤΟ ΦΩΣ ΟΤΑΝ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΕΤΑΙ 2019)

Χαϊδεύεις τα πέταλα,

ποτίζεις με γλυκόλογα,

φροντίζεις να τη λούζει φως.

Πριν αρχίσει ν’ ασφυκτιά

στην πλαστική γλάστρα,

τη μεταφυτεύεις την κατάλληλη εποχή

σε ύψωμα, κατά προτίμηση   με θέα θάλασσα,

ώστε οι ρίζες   ν’ αγγίξουν τους βυθούς σου

κι αυτή να βλέπει ηλιοβασιλέματα.

Ποτέ μην την αρπάξεις απ’ το μίσχο

γιατί θα ματώσεις

και τότε ο πλούτος του βυθού σου

θα μείνει ανεξερεύνητος.

 

(ΕΙΚΟΝΕΣ από το ΦΩΣ όταν ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΕΤΑΙ…)

 

Άγγιγμα χιονιού   παίζει κρυφτό με ήλιο   ανοιξιάτικο (ΧΑΪΚΟΥ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΟ σελ. 46)

 

Ομπρέλα πήρες απ’ το πανηγύρι   για ήλιο και βροχή,

κατάσαρκα τη φόρεσες,

προστασία   ακόμα κι απ’ τα ουράνια τόξα.

Πίσω σου το φως   μήπως είναι κεραυνός;  (ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ σελ. 15)

 

Φλέγεται του ποδηλάτη η ονειροπαγίδα.

Πλημμυρισμένη η διαδρομή.

Το ποδήλατο στον φράχτη

κι αυτός πιασμένος από κόκκινο μπαλόνι

πλησιάζει τον ήλιο επικίνδυνα.  (ΠΟΔΗΛΑΤΗΣ σελ. 26)

 

Πανσέδες   σε γλάστρα κεραμοπλαστικής   

 με φόντο τη θάλασσα.

Μετά τη θύελλα ο πίνακας 

εκτέθηκε σε μουσείο    ξεριζωμένων (ΜΕΤΑ ΤΗ ΘΥΕΛΛΑ σελ. 51)

 

Καταβροχθίζω  «στιγμές μαζί».

Καμήλα αν ήμουν   θ’ αποθήκευα στη ράχη αποθέματα (σελ. 58)

ΗΛΙΟΣ ΜΠΛΕΓΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΚΑΤΑΡΤΙ ΜΕΤΡΑΕΙ ΤΙΣ ΑΠΟΥΣΙΕΣ (Χαϊκού Ηλιόλουστο σελ. 63)

Η ΠΟΜΠΗ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΤΗ ΜΕ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΟΝ ΗΛΙΟ.  Το νεκρό κορμί παιδιού ακολουθούσαν σωσίβια που σχημάτιζαν τη σήμα της ειρήνης, ανοιχτά πορτοπαράθυρα, ποιήματα, τραγούδια, δάκρυα ζωγραφιές, ναΐφ εκπρόσωποι των τεχνών με πολυεργαλεία που γκρεμίζουν τείχη, οι κατατρεγμένοι κι ευαίσθητοι των χωρών και τα πονεμένα ζωντανά της φύσης. Νεράιδες κι ακτιβιστές, οικολόγοι ανθρωπιστές, η επίγνωση και η ενσυναίσθηση αγκαζέ. Μπροστά - μπροστά, η αλληλεγγύη μ’ ανοιχτή αγκαλιά. Ο φωτογράφος που απαθανάτισε το γεγονός άρχισε ν’ απογειώνεται  [ΠΟΜΠΗ από τη συλλογή της Γεωργίας Μακρογιώργου ΤΟ ΦΩΣ ΟΤΑΝ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΕΤΑΙ, εκδόσεις Βακχικόν 2019]

(Θαλασσογραμμές ενώνουν καλοκαίρια κι εξατμίζονται ΧΑΪΚΟΥ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ 64)

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ: (μια αξιόπιστη μέθοδος αναζήτησης απαντήσεων και Οι Χυδαίες Ορχιδέες της Έλενας Μαρούτσου):


Οι Χριστιανοί του παλιού καιρού συνήθιζαν, όταν δεν είχαν εύκαιρο τον πνευματικό τους, να ανοίγουν στην τύχη την «Αγία Γραφή», σε μια οποιαδήποτε σελίδα της, και να αναζητούν, στην πρώτη φράση στην οποία έπεφτε το μάτι τους, παρηγοριά και ανακούφιση, προστασία από τον πειρασμό ή, ίσως, απαντήσεις σε όποιο ερώτημα βασάνιζε τον νου τους. Και, ως εκ θαύματος, η παρηγοριά και οι απαντήσεις βρίσκονταν πάντα εκεί.
Το παράξενο αυτό φαινόμενο, που εφαρμόζεται, εννοείται, και με οποιοδήποτε άλλο βιβλίο, ονομάζεται Άγγελος της Βιβλιοθήκης κι είναι αρκετά κοινό στους κύκλους των βιβλιόφιλων.
Εγώ εδώ και πολλά χρόνια έχω τη συνήθεια κάθε πρωτοχρονιά, μετά τις εορταστικές εκδηλώσεις, να εμπιστεύομαι τον Άγγελο της Βιβλιοθήκης, ζητώντας του να μου υποδείξει τις απαντήσεις στα ερωτήματα που του θέτω σχετικά με τον νέο χρόνο – ακόμα κι αν καμιά φορά δεν έχω κανένα συγκεκριμένο ερώτημα να του θέσω.
Το ίδιο κάνω και σε άλλες κρίσιμες ώρες της ζωής μου, όταν έχω δηλαδή ανάγκη από μια δεύτερη γνώμη, αλλά και σε στιγμές βαρεμάρας ή εκνευρισμού.
Στις «Χυδαίες ορχιδέες», τη συλλογή διηγημάτων της Έλενας Μαρούτσου, ο Άγγελος της Βιβλιοθήκης κάνει δύο φορές, αν θυμάμαι καλά, την εμφάνισή του. Η πρακτική εδώ ονομάζεται, με μεγαλύτερη σαφήνεια, βιβλιομαντεία και περιγράφεται ως εξής:
«Όταν με απασχολεί κάτι», λέει μία από τις ηρωίδες του βιβλίου, «ανοίγω ένα οποιοδήποτε βιβλίο σε μια τυχαία σελίδα και με κλειστά τα μάτια βάζω το χέρι πάνω σε μια γραμμή. Εκεί βρίσκω την απάντηση».
Αποφάσισα, ξεκινώντας να γράφω αυτό εδώ το κείμενο, να ζητήσω τη συνδρομή του Άγγελου της Βιβλιοθήκης χρησιμοποιώντας, βέβαια, τις «Χυδαίες ορχιδέες».
Άνοιξα λοιπόν το βιβλίο τυχαία σε μια σελίδα -ήταν η σελίδα 111- και διάβασα την πρώτη φράση στην οποία έπεσε το μάτι μου:
«Απώτερος στόχος μας», λέει ένας από τους ήρωες του βιβλίου, «ήταν να γράψουμε μόνοι μας το σενάριο του θεατρικού που θα ανεβάζαμε. Τους είχα αναθέσει μάλιστα να φέρουν διάφορα κείμενα που τους ενέπνεαν ώστε, βασισμένοι σε αυτά, να φτιάξουμε κάτι σαν κολάζ. Το θέμα των κειμένων είχαμε αποφασίσει να είναι οι οικογενειακές σχέσεις»
[η μέθοδος, λοιπόν είναι απλή: ΚΛΙΚ σ’ ένα βιβλίο της φωτογραφίας και ο ΑΓΓΕΛΟΣ της ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ θα βρει τις λέξεις-κλειδιά που πετυχαίνουν διάνα στον πηγαιμό τους για το «παγκάκι» με τις «Χυδαίες Ορχιδέες», τη συλλογή διηγημάτων της Έλενας Μαρούτσου, εκδόσεις Κίχλη 2015 – για τη συλλογή γράφει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος και εμείς διαβάζουμε την παρουσίασή του]


ΝΟΜΙΖΩ πως ο ΑΓΓΕΛΟΣ της ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ πέτυχε διάνα, και αυτή τη φορά.
Τα κείμενα, καταρχάς, που εμπνέουν τους ήρωες του αποσπάσματος και θα τους βοηθήσουν να συνθέσουν το δικό τους έργο, η μέθοδος,  ύστερα, του κολάζ την οποία θα χρησιμοποιήσουν για να το ολοκληρώσουν και οι οικογενειακές σχέσεις, τέλος, που θα είναι το βασικό τους θέμα βρίσκονται, τηρουμένων των αναλογιών εννοείται, και στις «Χυδαίες ορχιδέες» της Έλενας Μαρούτσου. Ας τα δούμε ένα-ένα.
Όποιος διαβάζει τις κριτικές που δημοσιεύονται στις εφημερίδες και τα περιοδικά ξέρει πως όταν γίνεται λόγος για μια συλλογή διηγημάτων, η συζήτηση, αργά ή γρήγορα, αναπόφευκτα όμως απ’ ό,τι φαίνεται, φτάνει τελικά στην ικανότητα ή όχι του συγγραφέα να γράψει και μυθιστόρημα. Η Μαρούτσου το τεστ αυτό φαίνεται να το έχει περάσει με επιτυχία, καθώς στα τέσσερα βιβλία που είχε δημοσιεύσει μέχρι τις «Χυδαίες ορχιδέες» περιλαμβάνονται μεν δύο συλλογές διηγημάτων, το 1998 και το 2004, και μία νουβέλα, το 2010, αλλά και ένα βραβευμένο μυθιστόρημα, το 2008. Σε αυτό μάλιστα το τελευταίο, με τον οικείο τίτλο «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας», η ηρωίδα που είναι συγγραφέας δέχεται τη μομφή πως ποτέ δεν θα μπορέσει να γράψει ένα μυθιστόρημα, αλλά είναι καταδικασμένη να ζει γράφοντας σκόρπιες, ασύνδετες ιστορίες – ένας φόβος που κατέτρεχε, ενδεχομένως, και τη Μαρούτσου, εκείνη την εποχή τουλάχιστον.

Συλλογή διηγημάτων είναι βέβαια και οι «Χυδαίες ορχιδέες». Τα έντεκα συνολικά διηγήματα που συγκροτούν τον τόμο μπορούν να χωριστούν σε δύο ομάδες ανάλογα με την έκτασή τους: έξι από αυτά είναι εκτενή, φτάνοντας ή και υπερβαίνοντας τις πενήντα σελίδες, έτσι που προσεγγίζουν το μέγεθος της νουβέλας και δίνουν στη συγγραφέα τη δυνατότητα να χτίσει έναν οιονεί μυθιστορηματικό κόσμο που προσφέρεται και για ανάλογη αργή και διεισδυτική ανάγνωση· ενώ τα υπόλοιπα πέντε είναι σύντομα, το μικρότερο από αυτά μόλις που ξεπερνάει τις δύο σελίδες, στοχεύοντας περισσότερο στην αστραπιαία εντύπωση κατά την ανάγνωση και στο στοιχείο της έκπληξης και της ανατροπής που συχνά εμφανίζεται στην τελευταία φράση του κειμένου.
Το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί, ωστόσο, το βιβλίο της Μαρούτσου από άλλες συλλογές διηγημάτων είναι ότι τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα διηγήματα που συγκροτούν τις «Χυδαίες ορχιδέες» συμπλέκονται μεταξύ τους με δύο τουλάχιστον τρόπους. Απ’ τη μία, πολλοί χαρακτήρες μεταφέρονται από τη μία ιστορία στην άλλη άλλοτε δίνοντάς μας μια διαφορετική οπτική των γεγονότων, μια άλλη διάσταση της αφηγημένης πραγματικότητας, και άλλοτε διηγούμενοι ένα άλλο επεισόδιο, συμμετέχοντας σε μια διαφορετική ιστορία, χρονικά προγενέστερη ή μεταγενέστερη της πρώτης, συμπληρωματική εκείνης ή όχι. Κι απ’ την άλλη, κοινή είναι σε όλα τα διηγήματα η θεματική μήτρα και η ιδεολογική, ας την πούμε έτσι, θεώρηση της συγγραφέως. Έτσι που, θα έλεγε κανείς, το σε άλλες περιπτώσεις ετερόκλητο αφηγηματικό υλικό των διηγημάτων, συνδέεται στις «Χυδαίες ορχιδέες» δημιουργώντας μια νέα σύνθεση, αν όχι κάτι σαν μυθιστόρημα, ίσως όμως «κάτι σαν κολάζ», όπως ήταν η διατύπωση που συναντήσαμε νωρίτερα με τη βοήθεια της βιβλιομαντείας.

Την αίσθηση του κολάζ ενισχύει και η διακειμενικότητα που προγραμματικά και ομολογημένα χαρακτηρίζει τη συλλογή. Όλα τα διηγήματα του βιβλίου συνομιλούν με ποικίλους τρόπους με γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι», τη «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάιλντ, τον «Έρωτα στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη, τον «Βασιλιά Ληρ», το δημοτικό τραγούδι «Του γιοφυριού της Άρτας», το μικρό πεζό του Κάφκα με τον τίτλο «Γέφυρα», το «Ένα δικό σου δωμάτιο» της Βιρτζίνια Γουλφ και άλλα ακόμη, τα περισσότερα από τα οποία με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο δηλώνονται από τη συγγραφέα.

Η διακειμενικότητα δεν είναι, εξάλλου, κάτι καινούριο για τη Μαρούτσου: στο μυθιστόρημά της «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας» κάθε κεφάλαιο βασίζεται σε έναν πίνακα, διαφορετικό κάθε φορά, του βέλγου υπερρεαλιστή ζωγράφου Ρενέ Μαγκρίτ, ενώ η εκτενής νουβέλα της «Το νόημα» στήνεται πάνω στα δύο μυθιστορήματα του Λιούις Κάρολ «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» και «Μες στον καθρέφτη». Ο τρόπος, ωστόσο, που λειτουργεί το διακειμενικό παιχνίδι στις «Χυδαίες ορχιδέες» δεν είναι αυτός της αντιγραφής αλλά ούτε αυτός της αντίθεσης. Η Μαρούτσου ούτε πατάει με ακρίβεια πάνω στα περασμένα έργα ούτε όμως επιχειρεί να τα αναποδογυρίσει. Κατά περίπτωση τα παραλλάσσει, τα επεκτείνει, τα ερμηνεύει, τα μεταφέρει και τα επανεγγράφει στο παρόν. Οι ιστορίες που διαβάζει τελικά ο σημερινός αναγνώστης, ακόμη κι αν παραπέμπουν στο παγκόσμιο λογοτεχνικό παρελθόν, είναι ιστορίες σημερινές.

Μια γυναίκα που ζει τη συνήθη τακτοποιημένη, όπως λέμε, ζωή των περισσότερων ζευγαριών δίνεται ερωτικά στον κηπουρό που φρόντιζε τις ορχιδέες στο θερμοκήπιό της, κι η γυναίκα αυτή είναι η εγγονή της Λαίδης Τσάτερλυ και του εραστή της: «Μέχρι σήμερα σκεφτόμουν», μας εκμυστηρεύεται η ίδια, «πως ο άντρας μου είχε κάποια κοινά με τον κηπουρό: τη ρώμη, την απλότητα, την ευθύτητα του χαρακτήρα. Του έλειπαν όμως το μυστήριο, το σκοτεινό παρελθόν και η λαγνεία που πότιζαν κάθε κίνηση του εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ και που τώρα τα έβρισκα στον δικό μου εραστή ή -ας είμαστε ακριβείς- στον επίδοξο εραστή μου». Μια νεαρή χορεύτρια, δεκαεπτά χρονών, γοητεύεται, στις διακοπές που περνάει με τον πατέρα της στη Ρόδο, από την προσωπικότητα μιας χορεύτριας και πόρνης από την Αφρική και τον οδηγεί στο μπαρ όπου εκείνη εκτελεί το ερωτικό της σόου. Μια ελληνίδα φοιτήτρια φωτογραφίας στο Λονδίνο συναντιέται και ελκύεται από μια γυναίκα που δραστηριοποιείται στον αγώνα για την ισότιμη θέση της γυναίκας στην κοινωνία μας, ενώ ένας ψυχολόγος και ένας σκηνοθέτης, σε δύο διαφορετικά διηγήματα, αφήνονται να παρασυρθούν από τα λάθος κατά τα φαινόμενα πρόσωπα μιας νοσοκόμας, στην πρώτη περίπτωση, και μιας τοξικομανούς, στη δεύτερη.

Νομίζω όμως πως καλύτερα είναι να μην επεκταθούμε περισσότερο στις ιστορίες του βιβλίου, καθώς πολύ συχνά η ανατροπή και η έκπληξη, όπως και οι απρόβλεπτοι αφηγητές κάποτε, παίζουν σημαντικό ρόλο στην αναγνωστική απόλαυση – όχι βέβαια τον κύριο. Να επισημάνουμε μόνο το τελευταίο κείμενο του τόμου που με τον τίτλο «Η μοναδική απόχρωση του λευκού» αποτελεί μια αναφορά σε όλα τα προηγούμενα διηγήματα ενισχύοντας έτσι την εντύπωση της ενότητας που χαρακτηρίζει έτσι κι αλλιώς, όπως είδαμε, τη συλλογή. Κι ας βασίζεται, όπως εγκαίρως μας ειδοποίησε ο Άγγελος της Βιβλιοθήκης, σε διάφορα κείμενα που ενέπνευσαν τη συγγραφέα.

Οι οικογενειακές σχέσεις, το τελευταίο στοιχείο που ήρθε στην επιφάνεια από τη χρήση της βιβλιομαντείας που επιχειρήσαμε, δεν αποτελούν, είναι η αλήθεια, το μοναδικό ή το κύριο θέμα του βιβλίου της Μαρούτσου. Ωστόσο σε κάθε σχεδόν διήγημα εμπλέκονται μέλη μιας οικογένειας οι σχέσεις των οποίων δύσκολα θα χαρακτηρίζονταν αποκλειστικά ως οι ιδανικές σχέσεις αγάπης και αλληλοκατανόησης που συνήθως ευχόμαστε και επιδιώκουμε. Γονείς και παιδιά, μητέρες κατά κύριο λόγο με τις κόρες τους, σύζυγοι και εραστές, συμπλέκονται, συγκρούονται, συμβιώνουν και απομακρύνονται, αναγνωρίζονται και αντιτίθενται, δημιουργούν και αισθάνονται ενοχές, μετανιώνουν και επαναστατούν σε κάθε σελίδα του βιβλίου και αποτελούν, έτσι, την κύρια πληθυσμιακή ομάδα που εμφανίζεται στα διηγήματα.

Βασικό θέμα του βιβλίου, ωστόσο, δεν αποτελούν οι οικογενειακές σχέσεις αλλά, σύμφωνα και με τη διατύπωση που βρίσκουμε στο οπισθόφυλλο του, «η ταυτότητα των χαρακτήρων» και «ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται, μεταβάλλεται ή ανατρέπεται». Ήδη, πιστεύω, από τα λίγα διηγήματα την υπόθεση των οποίων σκιαγραφήσαμε προηγουμένως, φαίνεται ξεκάθαρα η αναζήτηση της προσωπικής ταυτότητας που οι ήρωες των ιστοριών επιχειρούν ή της μεταβολής της προσωπικής τους ταυτότητας με την οποία έρχονται αντιμέτωποι. Πρόκειται, στις περισσότερες ίσως περιπτώσεις, για τη σεξουαλική τους ταυτότητα, έτσι που το βιβλίο να γίνεται μια τοιχογραφία ερωτικών πραγματώσεων και μεταμορφώσεων και να εμφανίζεται σε αυτό κάθε μορφή έρωτα – υπερβάλλω φυσικά, αφού ως γνωστόν υπάρχουν τόσες μορφές ερωτικής επιθυμίας και πράξης όσες και οι άνθρωποι και οι μεταξύ τους συνδυασμοί. Γεγονός που δεν μειώνει καθόλου την αναγνωστική απόλαυση που χαρίζει η ερωτική τόλμη της Έλενας Μαρούτσου, γνωστή και από τα προηγούμενα βιβλία της εξάλλου.

Όπως γνωστή είναι, και αποδεικνύεται άλλη μια φορά στις «Χυδαίες ορχιδέες» και η ικανότητά της να ισορροπεί ιδανικά μεταξύ προκλητικού και αποδεκτού, ας το πούμε έτσι, ερωτισμού, μεταξύ κωμικού και τραγικού στοιχείου, μεταξύ μικρής και μεγάλης φόρμας, μεταξύ του αναμενόμενου και του αναπάντεχου. Και σε αυτό το «μεταξύ», όπως ξέρουμε, έχουν γραφτεί μερικά από τα ωραιότερα έργα της λογοτεχνίας
[έγραψε ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος για το βιβλίο της Έλενας Μαρούτσου Χυδαίες Ορχιδέες, εκδόσεις Κίχλη 2015]

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Η ΑΓΙΑ Χ. στα ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ του Μίλτου Σαχτούρη ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ στον ΠΑΛΙΟ ΔΡΟΜΟ απ’ τη συλλογή Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ του ίδιου Ποιητή:


«Ήταν εκείνο το φθινοπωρινό απόγεμα που
η Αγία με πήρε απ’ το χέρι και με οδήγησε
στο μικρό σκοτεινό δρόμο, που στην πραγματικότητα
δεν υπήρχε καν.
Γιατί αν υπήρχε τότε τι ήταν αυτά τα αίματα
κι οι στρατιώτες που ξεπετάχθηκαν από τους γύρω δρόμους
και με δέσανε σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι, τέσσερις μήνες,
κι όταν πια με λύσανε ήτανε χειμώνας,
έβρεχε συνέχεια κι η Αγία χάθηκε
κι ούτε που ξαναφάνηκε πια».

Ο Χρήστος Μπράβος σ’ ένα κριτικό κείμενό του σχολιάζοντας το παραπάνω ποίημα γράφει:
«Στο προσκήνιο του ποιήματος μια γυναίκα, που αναγορεύεται σε αγία απ’ τον ποιητή, τον οδηγεί σε «μικρό σκοτεινό δρόμο». Το ποίημα μας βεβαιώνει με τον τρόπο του πως τα αίματα, οι στρατιώτες, η καθήλωση στο ξύλινο κρεβάτι, συνιστούν  την αντιστροφή και, εν τέλει, την ακύρωση όσων προσδόκησε ο ποιητής όταν αφέθηκε στο χέρι της «Αγίας». Η σχέση των δυο τους, ωστόσο, παραμένει θαμπή κι αδιευκρίνιστη.
Με μαγνητίζει η αναφορά- αφιέρωση: Χ. Υποθέτω πως είναι το αρχικό του ονόματος εκείνης που, στην έξοδο τους ποιήματος, «χάθηκε κι ούτε που ξαναφάνηκε πια».
Απ’ τα σκοτάδια της μνήμης τότε, αναδύεται το ποίημα «Στον Παλιό Δρόμο» απ’ τη συλλογή Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ 1960»
 [σχόλιο του Χρήστου Μπράβου – απόσπασμα από το κείμενο «Μίλτου Σαχτούρη: Εκτοπλάσματα» – περιέχεται στο βιβλίο ΒΡΑΧΝΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ, Ποιήματα και Κριτικά κείμενα 1981-1987 – παρακάτω ένα πολύ παλιότερο ποίημα του Σαχτούρη και οι σημειώσεις του Χρήστου Μπράβου για την παράλληλη εξέταση των δύο ποιημάτων: Η Αγία, συλλογή Εκτοπλάσματα 1986 και Στον Παλιό Δρόμο, συλλογή Ο Περίπατος 1960 - Art by RUDIRUTH]



ΑΠ’ ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ «ΣΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΔΡΟΜΟ»:  
«Ένα θηρίο έφαγε την αγαπημένη μου. Είχαμε βγει περίπατο όπως πάντα, είχαμε δει και το σπίτι με τους μαιάνδρους κι άρχισε να ψιλοβρέχει.  Τότε βγήκε ένας σαλτιμπάγκος ντυμένος χρώματα παρδαλά να κάνει τούμπες και να γελάει μέσα στο δρόμο κι ούτε που ζητούσε χρήματα καθόλου. Πιο πέρα ένας άνθρωπος έπαιζε βιολί κοιτώντας κάτι παράξενα κόκκινα σύννεφα στον ουρανό.
Κι όταν δυνάμωσε η βροχή γίναν πολλά αυλάκια με νερό και παρασέρναν το αίμα» (από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ 1960)
Το δράμα των δυο ποιημάτων, γράφει στο κριτικό του σημείωμα ο Χρήστος Μπράβος, «παριστάνεται στην ίδια σκηνή, που στήνουν: ο δρόμος (μικρός σκοτεινός στο ένα, παλιός στο άλλο)· η βροχή· το αίμα. Εδώ «Αγία», εκεί «αγαπημένη», η γυναίκα χάνεται απ’ τη ζωή του ποιητή, για να εμφανιστεί ως μνήμη και μαρτύριο του. Ως αντίτιμο, θα ’λεγα, του ποιήματος. Αντίτιμο συμφωνημένο από παλιά· απ’ όταν ο Σαχτούρης δήλωνε υποταγή στο Θηρίο της ποίησης:
«Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια
…………………………
θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις
………………………………….
θα σου βρω πάλι το ίδιο κορίτσι
να τρέμει δεμένο στο σκοτάδι το βράδυ
………………………………….
(ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ, από τη συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Πιστεύω, συνεχίζει το σχολιασμό του ο Χρήστος Μπράβος, πως τα δύο ποιήματα και οι αναφορές – αφιερώσεις τους υποδεικνύουν αυτό «το ίδιο κορίτσι»… Και, παραπέρα, πως η «Αγία» του πρόσφατου ποιήματος και η «αγαπημένη» του προγενέστερου αποτελούν μετωνυμίες ενός και του αυτού προσώπου· που δεν είναι ποιητικό εφεύρημα. Ο Γιάννης Δάλλας, σε κείμενό του για το ποίημα ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ, μεταφέρει σχετική μαρτυρία του Σαχτούρη:
«Το κορίτσι υπήρξε στην πραγματικότητα. Είχα το βράδυ ραντεβού μαζί του. Και ξαφνικά ξεσπά η αιμόπτυση. Έστειλα και το ειδοποίησα να μη με περιμένει μες στο σκοτάδι»
Προχωρούμε: Απ’ τη Χ.Ν του «Παλιού Δρόμου» έμεινε μόνο το Χ. του ονόματός της. Το αρχικό του επώνυμου της καταργήθηκε: Το κορίτσι, ως βορά του «θηρίου», πληροί την αρχετυπική προϋπόθεση για την ένταξη σε κοινόχρηστο ή ιδιωτικό αγιολόγιο· και οι άγιοι δεν έχουν επώνυμο. Μετατοπίζω την αναφορά-αφιέρωση Χ. στην αράδα του τίτλου και διαβάζω: Η ΑΓΙΑ Χ.
Η οποία, αν οι λογαριασμοί μου γίναν σωστά, είναι το ερωτικό εκτόπλασμα στον χορό εκτοπλασμάτων (Ντύλαν Τόμας, Κάφκα, Εμπειρίκος κλπ.) που στήνεται στην τελευταία ποιητική κατάθεση του Μίλτου Σαχτούρη.
[Μίλτου Σαχτούρη: Εκτοπλάσματα, κριτικό κείμενο του Χρήστου Μπράβου στο βιβλίο του ΒΡΑΧΝΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ, Ποιήματα και Κριτικά Κείμενα 1981-1987, εκδόσεις Μελάνι  2018 – Art by RUDIRUTH ]

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΦΙΛΤΡΑΡΟΝΤΑΣ ΤΗ ΛΥΠΗ ΜΟΥ ΝΑ ΦΤΙΑΞΩ ΚΑΝΑ ΔΥΟ ΩΡΑΙΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ.


«Το ωραίο το φτιάχνεις» είναι ο τίτλος της νέας συλλογής της Κυριακής Λυμπέρη που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2019.
Κι από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής ίσως μπορούμε να ανιχνεύσουμε μέσα σε λέξεις ή στίχους, σε εικόνες ή μεταφορές, τις ενδείξεις εκείνες που φανερώνουν τη συνειδητή ή υποσυνείδητη προσπάθεια αναζήτησης δρόμων δημιουργίας που δυνητικά καθιστούν εφικτή την κατάκτηση του ωραίου.
«Το Ωραίο το φτιάχνεις δεν υπάρχει από μόνο του»,  είναι ο τίτλος της συλλογής και του 2ου ποιήματος όπου κι ο παραπάνω στίχος: πρώτος βασικός άξονας  
«κι αφού / φιλοσοφία, ποίηση τρέλα / λένε πως είναι η αναμενόμενη σειρά…», μένει ακολουθώντας το μονοπάτι να εφαρμόσεις τη σωστή συνταγή. 
«καλύτερα τα φρένα μου μες στα δικά μου δάση να σαλέψουν / στα γνώριμα αδιέξοδα μου να χαθώ»,
είναι οι καταληκτικοί στίχοι στο πρώτο ποίημα της συλλογής («Δρόμοι στο Δάσος - Holzwege» σελ. 9 – αναφέρεται στους αδιέξοδους δρόμους στο δάσος Χάιντεγκερ) και αμέσως μετά ακολουθεί το ομότιτλο ποίημα όπου διαβάζουμε τις προθέσεις της ποιήτριας:  
«Είναι που ήθελα να είμαι με τους καλύτερους. / Κι έτσι κάποτε παρέδωσα / στο νοτιά τα μυστικά μου ανοίγματα…» («Το Ωραίο το φτιάχνεις» σελ.10)
Οι στίχοι που επιλέχθηκαν να τιτλοφορήσουν αυτή την ανάρτηση είναι από «Το Κλειδί της Μουσικής» σελ. 13: «Να μπορούσα τουλάχιστον φιλτράροντας τη λύπη μου / να φτιάξω κάνα δυο ωραίους στίχους…»!.. Φαίνεται να «συνομιλούν» με το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας που υπονοείται στο τελευταίο ποίημα της συλλογής: «Θέλοντας να γιατρέψω τις πληγές μου / εκεί που άλλοι φοβούνται να κοιτάξουν / χτίζω στέρνες με δάκρυα / σπίτια με ξύλα που σαπίζουν…» (Ησυχα κοιμάται το Σκοτάδι σελ. 48)  
Κλίνη και κλίση του Προκρούστη/ ποιητή «που τραντάζεται από την ανορθογραφία των ερώτων» (Το πένθος ταιριάζει στη Γυναίκα σελ. 47)
Αφορμές για Ποιήματα  και εύστοχος τρόπος να υποδηλωθεί από την αρχή η δυσκολία του όλου  εγχειρήματος.
Δεύτερος  άξονας λοιπόν, στην προσπάθεια αναζήτησης του ωραίου, τα ποικίλα «εμπόδια», οι «συμπληγάδες» που πρέπει να διαβείς, όντας ανυπεράσπιστος:
«ένδεια, δουλεία, αυτολύπηση, εξέγερση / με ποια σειρά; (Η Πάπια που πετάει» σελ. 15)
«Και μήπως οι υλοτόμοι θα μας συμπονέσουν;
Το μονοπάτι θα μας δείξουν το σωστό;
Πιο πιθανόν / ένα τσεκούρι τα μυαλά μας να πλανίσει / ή ένας βάλτος να μας καταπιεί.
Μα αν εύρισκα εύκολα το δρόμο / ίσως να έχανα την περιπέτεια του δάσους» (Δρόμοι στο Δάσος σελ. 9)
«Βάστα με να σκαρφαλώσουμε στον ίλιγγο… Με τα όνειρα από το χάος θα δραπετεύσουμε…» (Αφορμή για Ποίημα σελ. 30)
«στα βάθη των ωρών / θα γράψω με φιλιά την άβυσσο» (σελ. 47)
«Μα σ’ ένα ξέφωτο ουρανού που απομένει / βρίσκεις το μονοπάτι / προνοεί / η αγάπη χρυσαφιά αχτίδα…» (Η Πάπια που πετάει» σελ. 15).
Στο ποίημα με τον περιφραστικό τίτλο «Πόσο μακριά χρειάζεται να πας για να συναντήσεις τον εαυτό σου» έχουμε την ομολογία της ποιήτριας για τη δυσκολία συνάντησης με το ωραίο. Μπορεί βέβαια, ένας ποιητής ας πούμε, να χειρίζεται επιδέξια τον εξάντα «για να αποφεύγει τ’ ουρανού τους γκρεμούς» ωστόσο εξίσου εύκολα πέφτει στην παγίδα του αυτοθαυμασμού: «ωστόσο καμαρώνεις ανόητα / σαν ιδιοκτήτης δήθεν του ορθού νοήματος»
Στη σελίδα 14 διαβάζουμε «Το άλλο μισό»:
«Όταν ο δαίμονας του λείπει / ταράζεται ο άγγελος / υποφέρει.
Την αρετή του / δεν ξέρει πώς να εξασκήσει.
Λουφάζει σε μιαν άκρη τ’ ουρανού / και κλαίει».
Έχει προηγηθεί με εμφανείς συμβολισμούς η «Μια Συνταγή για Πυρκαγιά στην Αίγινα» σελ. 11:
«Δυο σπίρτα κι ένα βοηθητικό. / Η βλάστηση να παίρνει να ξεραίνεται.
Ελπίδα για βροχή να μην υπάρχει.
Το έξυπνο πουλί / ν’ αφήνεται να πιαστεί από τη μύτη του.
Η φλόγα δήθεν να παρουσιάζεται / ωσάν αντιπερισπασμός στο μέτριο.
Μέσα στη στάχτη ύστερα / της πεινασμένης μέλισσας ο βόμβος ακούγεται / ή η μουσική των αστέρων»;
Κάπως έτσι, σ’ όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής «διατηρείται το παραμυθάκι» αυτής της προσπάθειας να φτιαχτεί το ωραίο μέσα από τις λέξεις του ποιήματος  
«Γι’ αυτό λοιπόν / σαν βγεις στων άστρων τις βοσκές / που ορίζει ο μέγας κυνηγός / μην πας απροετοίμαστος·
να ’χεις τις φλέβες ανοιχτές / το φόρο σου να δώσεις» (Στων Άστρων τις Βοσκές σελ. 20)
Και όπως στα παραμύθια στο τέλος πρέπει να διαλέξουμε:
«το δράκο ή τον κυνηγό του. / Από το δάσος εύκολα δε δραπετεύεις λέει / και μέλει έτσι κι αλλιώς να φαγωθούμε» (Σαν Παραμύθι σελ. 12)
Τι είπε όμως το Δένδρο;
«Με τις ρίζες μου σ’ αγκαλιάζω σφιχτά / καθώς σ’ ανάερο γέρνουμε γκρεμό
μα κι εσύ απ’ τη μανία του ανέμου με φύλαγες
χώμα μου, χώμα μου! (Τι είπε το Δένδρο σελ. 28)
Δοκιμές Δημιουργίας Ωραίου με τη δύναμη των λέξεων, με τον Έρωτα της Ζωής, με το μαγικό ραβδί της Ποίησης:
«Με μια αόρατη σκάλα θ’ ανέβει ως τις ιδέες. / Από το χώμα ως εκεί, απόσταση σημείου…
Δεν ομιλούν σε όποιον κι όποιον οι άγγελοι. / Μες στα πολύπτυχα ενδύματά τους / λιώνουν τα νοήματα…
Το ξύλο πώς γίνεται καρπός / κι ύστερα πάλι σπόρος / το ξέρει μόνο ο Έρωτας…» (Απόσταση Σημείου σελ. 40)
 Η προσπάθεια αυτού του πηγαιμού έχει Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, έχει και τελικό σκοπό. Η Ιθάκη δε σε γέλασε, καθώς «άξια πλησιάζεις τις ομιλίες των αιώνων» σελ. 48
«Πιο νέος γίνεσαι καθώς γερνάς. /Η σάρκα σου αλλάζει από αγκάθι σε λουλούδι / στα δάση όπου σε βρίσκει η νύχτα / της ομορφιάς θηρεύοντας το είδωλο…» (Οι ηλικίες του Κυνηγού σελ. 44)
 (Κυριακή Αν. Λυμπέρη Το Ωραίο το φτιάχνεις, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2019 – ακολουθεί μια επιλογή ποιημάτων από τη συλλογή όπου με τον έναν ή τον άλλο τρόπο,  υπηρετούνται ή επαληθεύονται «προϋποθέσεις, προθέσεις και ευγενείς φιλοδοξίες» (Παρ-εξηγήσεις σελ. 22)
Έχει, λοιπόν, όνομα η δημιουργία του Ωραίου:
Ποίηση τη λένε, εν Φαντασία και λόγω «κυνηγάει παιωνίες και ντροπαλές ανεμώνες» (Οι δυσκολίες του Δον στα δάση σελ. 17).  
Είναι μια δια βίου μαθητεία, ένας δρόμος συνάντησης με τον άλλο εαυτό «μονίμως στην αρχή»
«Από στροφή σε στροφή χορεύοντας / πετάω τα επτά μου πέπλα. / Ηδύτητες διαφόρων ειδών / αγγίγματα από δάχτυλα βαριά…» (Σαλώμης Άγος σελ. 37) «Θροϊσματα μαΐστρου και ντροπαλές αφές…» σελ. 39
Τη λένε και «Πρόβα Θανάτου» γιατί ονομάζει «το τίποτα με πάρα πολλούς τρόπους» (σελ. 18)
«κι έτσι μου φαίνεται οι αιθέρες με οδηγούν στης ταπεινότητας την καρδιά» (σελ. 21)



ΑΣΤΕΓΕΣ ΝΥΧΤΕΣ
Με άδεια μάτια στους δρόμους περιφέρεται
σε κάποιο παγκάκι
το πολύ-πολύ να εμπιστευτεί τη λύπη.
Άστεγες νύχτες δίχως άστρα
μόνο ερωτηματικά
όπως, πού θα σε βρω επί τέλους
μήπως δεν έχεις καρδιά
μικρέ μου πρίγκιπα και τα τέτοια.
Δε σώζεται το πάθος εύκολα
αν θέλει το όνομά του να δικαιολογήσει.
Σταγόνα-σταγόνα μόνο κυλάει
στις πλάκες αλμυρό και η γη από κάτω
ανακλαδίζεται κι ετοιμάζει τους σπόρους της.
[από τη συλλογή της Κυριακής Αν. Λυμπέρη ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ Οι Εκδόσεις των Φίλων 2019]

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΟΥ ΔΟΝ ΣΤΑ ΔΑΣΗ  (από τη συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ Οι Εκδόσεις των Φίλων 2019)
Άλλη εποχή, άλλο δάσος, πίθηκοι, παπαγάλοι
αλλά γαυγίζουν σκυλιά τα χρόνια και περνούν
μια απροθυμία στο τέλος μένει της φαντασίας
να κυνηγάει παιωνίες και ντροπαλές ανεμώνες.

Τώρα που οι πλαγιές της κόλασης δίπλα μας φωσφορίζουν
σπαθί του χάους μη μ’ ακουμπάς, αβύσσου νύχι·
μόνος ο ποιητής μέσα στα όνειρά του κινδυνεύει
σκέπασέ με καλά φίλε Σάντσο και νυχτώνει

ΠΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΠΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ
Στην ατέλεια της ύλης
έχω ανάγκη από ένα συνομιλητή.
Η πτήση είναι άθλημα για δύο νομίζω
στα νέφη ας σεργιανίσουμε λοιπόν και παραπέρα
στη μαγική που εκπέμπουν οι κόσμοι να χαθούμε μουσική.
Ομολογώ, φίλε, τον εξάντα χειρίζεσαι επιδέξια
για ν’ αποφεύγεις τ’ ουρανού τους γκρεμούς
ωστόσο καμαρώνεις ανόητα
σαν ιδιοκτήτης δήθεν του ορθού νοήματος
που ετοιμάζεται να πέσει στο κεφάλι μας.
Εγώ πάλι στη μαθητεία των άστρων
βρίσκομαι μονίμως στην αρχή
τη μια στιγμή πως ανεβαίνω νιώθω και την άλλη
βαθύτερα βυθίζομαι στου σκότους τον ωκεανό.
Στριφογυρίζουν στο κεφάλι μου
με έναν άτακτο ρυθμό τρόποι και τόποι
μετέωρα τα σφάλματα μου προς αποφυγή
α, σκοντάφτει εύκολα κανείς στις κορυφές!
Κι έτσι μου φαίνεται οι αιθέρες με οδηγούν
στης ταπεινότητας ολόισα την καρδιά!
Μπροστά λοιπόν εσύ και πίσω εγώ
στης Βερενίκης τον κόμη να πιαστούμε
και στου Κενταύρου την οσφύ
λίγη χαρά ακόμη, ναι
-ευγενική απασχόληση ν’ ακολουθεί κανείς το φως –
αλλά να ξέρεις πως έχω ήδη μελετήσει
να συναντήσω τον άλλο μου εαυτό
που επιστρέφει από τα ύψη.
[από τη συλλογή της Κυριακής Αν. Λυμπέρη ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ Οι Εκδόσεις των Φίλων 2019]



ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑ
Και ο τρόπος που με κοιτούν τα μάτια σου
αφορμή για ποίημα. Σωτηρία όμως υπάρχει;
Βάστα με να σκαρφαλώσουμε στον ίλιγγο
ψίθυροι νερών, βατόμουρα για χείλη, να!
Με τα όνειρα από το χάος θα δραπετεύσουμε.
Ένα πουλί δείχνει το δρόμο και κάτω
στα παγκάκια άνεργοι, στις πλατείες ζητιάνοι
στους δρόμους μαθήτριες με βιβλία και τακούνια.
Μαστροποί απολαμβάνουν το τσιγάρο τους
των αχρήστων οι πλασιέ κουράζουν τα πόδια τους
μες στους κάδους η ζωή μας πεταμένη σαπίζει
πιο πολύ κάθε που απεργούν οι οδοκαθαριστές.
Κάποιοι ταΐζουν περιστέρια όμως.
Λες η αθωότητα ν’ ανθίζει ακόμα πουθενά;
Τα βρέφη δύσκολα ανασαίνουν στις θερμοκοιτίδες
την ώρα που οι δαίμονες χωρίς ντροπή
στις ταράτσες παίζουν στα ζάρια την ελπίδα.
[από τη συλλογή της Κυριακής Αν. Λυμπέρη ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ Οι Εκδόσεις των Φίλων 2019]

ΜΕ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ (από τη συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ Οι Εκδόσεις των Φίλων 2019)
Όταν έχει πανσέληνο
το παλικάρι γίνεται πιο εκδηλωτικό:
τη βγάζει βόλτα να λουστεί στην αστρόσκονη.
Η άλλη τότε κατεβαίνει στο υπόγειο
δε θέλει να δει κανέναν
αρραβωνιάζεται το χώμα
κάνει παρέα στα σκουλήκια.

ΤΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΑ ΔΕΝΔΡΑ
Απειλές διαγράφονται στο τοπίο· φαίνεται
η αλήθεια πια πως μελετάει τη στάχτη.
Κορμοί που κούρνιαζαν πουλιά ομιλητικά
φυλλώματα σκιερά για μινυρισμούς
πάει τώρα το δάσος που ονειρεύτηκα.
Ρίζες στις φλόγες, τρίζουν οι κορμοί
κλαδιά που απλώνονται – χέρια κλαδιά –
μέσα στο χαλασμό δοκιμάζουν αποστάσεις.
Μακριά, πιο μακριά κι όλο πιο εκεί, αχνίζοντας
το τελευταίο άγγιγμα τελείται· σου λέω
εύκολα καίγονται τα ερωτευμένα δένδρα.
[από τη συλλογή της Κυριακής Αν. Λυμπέρη ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ Οι Εκδόσεις των Φίλων 2019]

ΣΑΛΩΜΗΣ ΑΓΟΣ (από τη συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ Οι Εκδόσεις των Φίλων 2019)
Από στροφή σε στροφή  χορεύοντας
πετάω τα επτά μου πέπλα.
Ηδύτητες διαφόρων ειδών
αγγίγματα από δάχτυλα βαριά
-θα μπορούσα να ονομάσω κι άλλα-
ώσπου στο τέλος να μείνω γυμνή
αθώα ως τα πιο βαθιά μου σπλάχνα.
Γιατί εγώ
στο πιάτο δεν ζητάω το κεφάλι κανενός
-κοιμήσου, κοιμήσου Ιωάννη ήσυχος! –
και μόνο το δικό
και μόνο
το θάνατό μου ονομάζω.


ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΣΗΜΕΙΟΥ (από τη συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ Οι Εκδόσεις των Φίλων 2019)
Με μια αόρατη σκάλα θ’ ανέβει ως τις ιδέες.
Από το χώμα ως εκεί, απόσταση σημείου.
Χώμα μη δείχνεις τα σαγόνια σου.
Αυτή ζητάει ησυχία τώρα.
Να κρατηθεί στο ανάποδο δένδρο
με προσοχή να σκαρφαλώσει στο φως.
Της αγρυπνίας τα μάτια δώρο.
Δεν ομιλούν σε όποιον κι όποιον οι άγγελοι.
Μες στα πολύπτυχα ενδύματά τους
λιώνουν τα νοήματα σαν σοκολατάκια στη ζέστη.
Το ξύλο πώς γίνεται καρπός
κι ύστερα πάλι σπόρος
το ξέρει μόνο ο έρωτας.
Αυτή παλεύει ν’ αγαπήσει σωστά.
Ο χρόνος την κρατάει σαν πατέρας.
Από το χέρι εννοώ, αλλά
δεν ωφελούν όλες οι αγάπες.
Πνίγεται εύκολα κανείς στ’ αβαθή τ’ ουρανού.
Το ύψος την εκσφενδονίζει σαν μπάλα.

ΟΙ ΗΛΙΚΙΕΣ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ
Πιο νέος γίνεσαι καθώς γερνάς.
Η σάρκα σου αλλάζει από αγκάθι σε λουλούδι
στα δάση όπου σε βρίσκει η νύχτα
της ομορφιάς θηρεύοντας το είδωλο
που αν το σιμώσεις χάνεται
κι όσο το ακολουθείς εκείνο ξεμακραίνει.
Στα φρέσκα χνάρια όμως συναρμόζοντας τα πέλματα
η σάρκα σου ανθίζει κι ευωδιάζει
στο χώμα τρέχουν, λάμπουν οι χυμοί
πιο νέος όλο γίνεσαι καθώς γερνάς
[από τη συλλογή της Κυριακής Αν. Λυμπέρη ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ Οι Εκδόσεις των Φίλων 2019]

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ (από τη συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ Οι Εκδόσεις των Φίλων 2019)
Ποιος ουρανός δανείστηκε το σώμα σου;
Θα έλειπα εγώ.
Και πέφτουν σαστισμένοι άγγελοι
σκοντάφτοντας σε περιοδεύοντα φεγγάρια.
Α, γυμνόποδη σε ξαναβρίσκω
ανυπεράσπιστη
το πένθος λες και μου ταιριάζει·
η κλίνη μου, η κλίση μου
τραντάζεται
από την ανορθογραφία των ερώτων.
Θα μείνω όμως λέω γυναίκα αμετανόητη
τα ξέπλεκα μαλλιά μου θα δωρίσω στους ανέμους
και στα ξεθωριασμένα μου φορέματα
στα βάθη των ερώτων
θα γράψω με φιλιά την άβυσσο.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΥΟΜΑΙ ΑΚΟΜΑ (το λέμε τώρα έρωτα του ουρανού και των άλλων άστρων):
 «Ζητήματα Ύψους» είναι ο τίτλος της 4ης ποιητικής συλλογής της Κυριακής Λυμπέρη που κυκλοφόρησε το 2015 στη σειρά Λάλον Ύδωρ από τις εκδόσεις Τυπωθήτω. (Προηγήθηκαν οι συλλογές:  «Κοιτούσα μέσα στο ποτήρι», 2009, «Εμαυτού», 2010, και «Το κάλλος και το τραύμα», εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012, ενώ το 2017 κυκλοφόρησε και η συλλογή «Ορμητικοί οι Φθόγγοι ως το Χάνομαι», εκδόσεις των Φίλων).
«Ζητήματα ύψους πραγματεύομαι ακόμα…» δηλώνει η ποιήτρια στον πρώτο στίχο του τελευταίου ποιήματος της συλλογής.  Και ακολουθεί  μια εικόνα που αντιστοιχεί εν πολλοίς με την ιδέα του «Κληρονόμου Πουλιών» στον Ελεγκτή του Σαχτούρη που πρέπει «έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει και να ελέγχει τ’ αστέρια»!..  Έτσι και η Κυριακή Λυμπέρη, φαντάζεται εαυτήν ψηλά, να επιβλέπει από το «αιωρόπτερό» της τα επί γης φαινόμενα και μαζί με τ’ αστέρια, ν’ αναρωτιέται για «το ύψος το σωστό» από το όποιο θα γίνει ο έλεγχός τους… «στις γυμνές βραγιές στο χώμα», «στο δάσος» των ανθρώπων!.. Γιατί μόνο από ψηλά, όπως τ’ αστέρια, ρίχνοντας «ματιές συμπονετικές…» μπορεί να φυτεύει «χρυσαφιές ανταύγειες».  Το τελευταίο αυτό ποίημα και ο πρώτος στίχος έδωσαν τον τίτλο στα  σαράντα ένα ποιήματα που περιέχονται στη συλλογή με τα οποία η ποιήτρια εξωτερικεύει συναισθήματα που «εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας» (σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση της Ανθούλας Δανιήλ).  Οι βάσεις της εξωτερίκευσης τίθενται με τις υποθέσεις στο πρώτο-πρώτο ποίημα της συλλογής: «κι αν καμιά φορά μετρώ τα ύψη, είναι τα βάθη που συλλογιέμαι. Κι αν ρίχνω δίχτυα για πουλιά, είναι γιατί με θέλγουν τα φερσίματά τους, του κότσυφα ο κελαηδισμός και ο χτύπος του φτερού. Αν μ’ αγαπάς, να ξέρεις πως κρατώ κάποιας αόρατης πόρτας τα κλειδιά… Και αν ακούσεις ουρλιαχτό, να με πονάς, αλλά μη ζητήσεις να επιστρέψω αμέσως, ώρες που με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ. Μα όταν βγαίνω από εκεί, πόσα κομμάτια ουρανού μπορώ και θέλω να χαρίζω» (Με άγρια Βότανα σελ. 9). Προσηλωμένη, λοιπόν,  η Κυριακή Λυμπέρη, στα θέματά της, Σώμα, Ψυχή, Αγάπη, Όνειρα «στους ορίζοντες πετάει σχοινιά, θηλυκώνει τα τέσσερα σημεία τους» και τιτιβίζει με τα ποιήματά της ευχές για να αποτινάξει από πάνω της «ό,τι ως έρμα καθιστά το άγγιγμα του επάνω δύσβατο», γιατί «και στα σύννεφα όταν ανεβαίνω –δώσε γαλάζιο και σκοινιά- ύστερα από λίγο βουλιάζω σε βάθη άπατα. Αρμυρή, αρμυρή απ’ τον καιρό κι όμως αθώα, ξανακερδίζω την πρώτη μου ψυχή» (Χαρμολύπης Εγκώμιον σελ. 24). Στην πατρίδα της τον Ουρανό, «διπλώνει μαλακά τις λύπες, ραντίζει με βροχούλες τα ερωτήματα» και αφήνεται στην εξαίσια αυτή αναμονή του Κάλλους- «το λέμε και υποταγή στην ομορφιά που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει». Ποιήματα για ζητήματα ύψους και βάθους είναι, λοιπόν, η συλλογή αυτή της Κυριακής Λυμπέρη. Η αρχή μιας διαδρομής αναζητήσεων εκεί ψηλά στ’ αστέρια που είναι παράλληλα γλυκιά επιστροφή «στις γυμνές βραγιές στο χώμα»      [ποιήματα από αυτή τη συλλογή και με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο]