Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2025

ΚΑΙ ΝΑ, ΠΟΥ Μ’ ΕΦΕΡΕ Η ΕΣΧΑΤΗ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ…

 (… τα σαλεμένα φρένα, μου είπαν να σε πάρω 

-πάντα της πράξης προηγείται η φαντασία -  

μαζί μου απόψε – ερημιά,  νύχτα -  στο Φάρο…)

 

Σε βλέπω μπρος μου, μες το μαύρο φορεμά σου

ψυχρή σαν μέταλλο, αγέρωχη κι απλώνω

γυμνό τον πόθο να ντυθεί τʼ αγκάλιασμά σου

λες κι έχω απλώσει τα δυο χέρια μου για φόνο!

 

Σʼ αγίζω…τρέμεις….τρέμω…τρέμουμε  απʼ τον πόθο

δειλά, όπως γέρνουν τα καλάμια όταν φυσάει

πάνω απʼ τη λίμνη ∙ τα ματόκλαδά σου νιώθω

στο πρόσωπό μου, σαν μετάξι που μεθάει.

 

Σκίζω τα χείλη σου… η γλώσσα μου άγριο χέλι

μες απʼ τα δόντια σου, ρουφάει την ψυχή σου

-πάνω απʼ το κάστρο το φεγγάρι ανατέλλει –

σκάβω τα σπλάχνα σου και λες:  «είμαι δική σου…

 

Κράτα με… σφίξε με…»   βογκάς κι εγώ σπαράζω

πονάς… συστρέφεσαι… τα νύχια σου στην πλάτη

μου μπήγεις - ξέσπασε ο αφρός- αίματα στάζω…

Σπέρμα φωτιά, που καίει τα φύκια, σπάει τʼ αλάτι!

 

Γέρνεις στο στήθος μου μετά λαχανιασμένη

κλαις τρυφερά και ψιθυρίζεις τ΄όνομά μου

σαν μια θηλιά απʼ το λαιμό μου κρεμασμένη

το στόμα ανοίγεις για να πιεις το φίλημά μου.

 

Και πίνεις… πίνεις τα φιλιά… τα δάκρυα πίνεις

«κράτα με… σφίξε με…»   μου λες ξανά.  Αχ, μίλα…

Μέσα σου μπαίνω… κι όλη νύχτα ανάβεις… σβήνεις

γιομάτη γλύκα… φως…. σκοτάδι… ανατριχίλα!

 

Κι εκεί, στην τέλεια ηδονή, στον οργασμό σου

«πεθαίνω… χάνομαι…»   μου λες  «κι εσύ μαζί μου…»

Μαζί σου, αγάπη μου…(Βυθίζω στο λαιμό σου

μια το μαχαίρι κι άλλη μια μες το κορμί μου!)

 

Τʼ άλλο πρωί, κάτι ψαράδες θα μας βρούνε

αγκαλιασμένους, να φιλιόμαστε στο στόμα…

«Είναι νεκροί εδώ και ώρα… « έτσι θα πούνε

αντί να πουν πως…  αγαπιόμαστε ακόμα!

……………………………………………………………

Πάντα της πράξης προηγείται η φαντασία!

Τα σαλεμένα φρένα, μου είπαν να σε πάρω

Μαζί μου απόψε -ερημιά, νύχτα- στο φάρο

Να, πού με έφερε η εσχάτη απελπισία!

 

[Ήταν το ποίημα  ΣΤΟ ΦΑΡΟ, ένα από τα ωραιότερα ερωτικά  ποιήματα, σύμφωνα με το σχόλιο της Σοφίας Κολοτούρου στο επίμετρο της δημοσίευσής  του στο ΠΟΙΕΙΝ. 

ΑΠΟΡΙΑΣ ΑΞΙΟ   που η συλλογή του Δημήτρη Σολδάτου     ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΓΙΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΥΤΣ,  Λευκάδα 2003 είναι εκτός εμπορίου!..

Το 2004 από τις εκδόσεις Ηλία Κοντογεώργη στη Λευκάδα κυκλοφόρησε η συλλογή ΚΑΦΕ ΡΕΤΡΟ όπου ο Δημήτρης Σολδάτος   χρησιμοποιεί πάλι τον παραδοσιακό ομοιοκατάληκτο στίχο, με διάφορες φόρμες

και τις απλές τετράστιχες ομοιοκατάληκτες στροφές,

αλλά με απολύτως σύγχρονη γλώσσα και έκφραση.

Σε αυτή τη συλλογή έχει επίσης μεταφράσει ξένα ποιήματα διασκευάζοντας τα με το δικό του ξεχωριστό τρόπο.  

Αντιπροσωπευτικό δείγμα η έμμετρη διασκευή της εισαγωγής του Ρεμπώ από το  ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ (ανθολογείται παρακάτω)

Σε ένα από τα γράμματα της προς τον Δημήτρη Σολδάτο η Κική Δημουλά αναφέρει  

«…. Τέλος πάντων, είσαι ανυπόφορα αξιοζήλευτος,

γι’ αυτό και είσαι έξω, «απόβλητος από τις αγορές του αιώνος»… είδε Καρυωτάκης,   Παπατσώνης  και  άλλοι… Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι πόσα πολλά και ανάξια αφήνεις πίσω...».

 

 


ΣΥΝΗΜΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ:  Δημήτρης Ε. Σολδάτος «Ποιητής και Μαραθωνοδρόμος»

Στο εξώφυλλο του βιβλίου ο Δημήτρης Ε. Σολδάτος, με τον αριθμό 202 στη μέση, με το πρόσωπο στραμμένο ψηλά, κουρασμένος και πλήρης, απεικονίζεται σε σχήμα σταυρού με τα χέρια απλωμένα σε έκταση, ολόκληρος πάνω σε χειρόγραφους στίχους της Σοφίας Πόταρη, να τρέχει καταπάνω μας με το ένα πόδι στη γη και με παρρησία να συστήνεται:

«Ποιητής και Μαραθωνοδρόμος»

 

 

 

 

ΡΕΜΠΩ – ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ (εισαγωγή)
(μια έμμετρη διασκευή από τον Δημήτρη Σολδάτο) 

Καλά αν θυμάμαι, κάποτε η ζωή μου

ήταν μεθύσι, γλέντι! Το ελιξίριο

της ομορφιάς με γέλασε ένα βράδυ

κι όπως το ήπια πίκρισε η πνοή μου!

Με γλώσσα φιδινή απʼ το δηλητήριο

τους δαίμονες καλώ μες το σκοτάδι:

 

Ω, Φθόνε, Μίσος, ύπουλο εσύ Ψέμα!

Γεμίστε μου με λάσπη κι άμμο το αίμα,

των δήμιων τις κάνες να δαγκάσω

στʼ απόσπασμα μπροστά όταν θα φτάσω.

Σαν ύαινα πεινασμένη θα ουρλιάξω,

κάθε χαρά χιμώντας να σπαράξω!

 

Απόγνωση - θεά, σκορπιών μητέρα,

στου εγκλήματος στεγνώνω τον αέρα!

Την τρέλα ξεγελώ με φρικαλέο

κι ηλίθιο γέλιο. Σάπια άνοιξή μου,

σʼ αρχαίο συμπόσιο ψάχνει η όρεξή μου

κλειδί συμπόνοιας…Διάολε, τι λέω;

 

Στεφάνι πλέξε μου από παπαρούνες

αιμάτινες, στο θάνατο να τρέξω

και δος μου , Σατανά, φρίκες να παίξω:

οχιές φαρμακερές, μαύρες κουρούνες,

παχιές ορέξεις δος μου  - άγριες γουρούνες –

να κυλιστώ στην κόλαση απέξω!

 

Και όσοι τέτοιο ύφος αγαπάτε,

κεντρί, απʼ του θανάτου τη ρομφαία,

την πένα μου έχω κάνει, για να πάτε

στην κόλαση  – αναγνώστες, αν τολμάτε –

ενός καταραμένου συγγραφέα,

μες από τις σελίδες που κρατάτε…

(από  τη συλλογή του Δημήτρη Σολδάου  ΚΕΦΕ ΡΕΤΡΟ, εκδόσεις Ηλία Κοντογεώργη, Λευκάδα  2004  (βραβείο «Λάμπρου Πορφύρα» της Ακαδημίας Αθηνών, 2007).

 

ΑΛΛΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ:

ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΣ, 1988,    ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΝΕΚΡΟΙ  1989.

Nobel λόγω ατεχνίας, 2008, 
Nobel because of artlessness, 2009  (μετάφραση ορισμένων ποιημάτων στην Αγγλική γλώσσα).

Χ(ε)ίλια δίστιχα, 2010.

ΣΑΝ-ΤΑ ΜΑΥΡΑ ή Μούσα Λευκα(η)δία, 2010
ΛΗΓΩ  ΑΠ’ ΟΛΑ  (εκτός εμπορίου)  2012.

ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΒΙΒΛΙΩΝ  (στην ποιητική ευφορία)
ΣΟΝΕΤΑ   (εκτός εμπορίου)  2013
Ελευθερόψυχα  (εκτός εμπορίου)  2014
ΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, 2015
ΔΙΣΕΚΤΑ ΣΟΝΕΤΑ    (εκτός εμπορίου) –2016


ΕΠΙΛΕΚΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ απ’ όλα τις αναρτήσεις του Ποητή μπορεί να διαβάσει κανείς στο ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ με το όνομά του:  

ΔΗΜΗΤΡΗΣ  Ε.  ΣΟΛΔΑΤΟΣ 

(ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΘΕΩΡΩ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ)

https://dimsol.blogspot.com/

 

 

 

 

ΚΑΘʼ ΟΔΟΝ 

(από τη συλλογή του Δημήτρη Σολδάτου  ΚΑΦΕ ΡΕΤΡΟ, 2004)

Στων οδών τις άκρες κάποια εικονοστάσια

μοιάζουν δεήσεις στις ψυχούλες εκεινών

που σε κάμπους, σε βουνά , σ’ ακροθαλάσσια

συναντήσαν τη σιωπή των ουρανών.

 

Ορισμένα έχουν στιχάκια συγγενών

στο κρύο μάρμαρο ή της θλίψης λίγες λέξεις

«Εδώ αγκάλιασε το θάνατο ο Αλέξης,

που δεν ήταν ούτε είκοσι χρονών».

 

Όταν νύχτα ταξιδεύεις, τ’ αναμμένα

φαναράκια τους μην σε μελαγχολούν.

Οι φλογίτσες  - σαν γλωσσίτσες που μιλούν -

σιγοτρέμοντας προσεύχονται για σένα.

Κόψε γκάζι κι άκου!  Αυτοί που φύγαν ήδη,

οι νεκροί οδηγοί σου λεν: Καλό ταξίδι!

 

 

ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ

(από την εκτός εμπορίου  συλλογή του Δημήτρη Σολδάτου ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΓΙΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΥΣ 2003)

Και περιμένω στο ταμείο να πληρώσω

τα λίγα πράγματα που ψώνισα και λέω:

«αν βιάζεσαι έλα πιο μπροστά» - στον τελευταίο

και μεγαλώνει η χαρά μου άλλο τόσο.

 

Έτσι μπορώ να σε κοιτάζω, που τα ψώνια

κρατάς, τα πλήκτρα σαν χτυπάς στη μηχανή σου

«δέκα κι εξήντα…»  λες, κι ακούω τη φωνή σου,

βλέπω τα χέρια σου που δίνουν τα κουπόνια.

 

Παρατηρώ τους μορφασμούς, το φέρσιμό σου,

όταν ψιλά τα ρέστα δίνοντας γυρεύεις.

Χαριτωμένα που γελάς, που σοβαρεύεις

-διαβάζω πια κάθε γραμμή στο μέτωπό σου.

 

Ξέρω πως φτιάχνεις τα μαλλιά σου σαν βαριέσαι

ξέρω τα χείλη πως δαγκώνεις όταν λάθος

κάνεις μια πράξη και φαντάζομαι τι πάθος

θα ’χει το στόμα σου την ώρα που φιλιέσαι!

 

Ξέρω αν χαίρεσαι κρυφά κι αν υποφέρεις

ξέρω τι άρωμα φοράς - πότε τ’’ άλλάζεις

ξέρω ακόμα απʼ το θυμό σου πότε βράζεις

με ένα δύστροπο πελάτη. Μα δεν ξέρεις

 

κι εσύ πως έρχομαι για σένα κάθε βράδυ,

άγνωστος μέσα σε αγνώστους, να ψωνίσω

μήπως και βρω μια αφορμή να σου μιλήσω

και τʼ άγγιγμά σου το τυχαίο νιώθω…χάδι!

 

Πέρασε η ώρα…φτάνω μπρος απʼ το ταμείο

Κανείς ξωπίσω μου να δώσω τη σειρά μου.

Πάει…τελείωσε κι απόψε η χαρά μου…

«Οκτώ και πέντε…ευχαριστώ κύριε…αντίο…»

 

ΟΛΑ ΞΕΝΙΟΥΝΤΑΙ ΚΙ ΑΥΤΟ ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ
Δημήτρης Ε. Σολδάτος «Ποιητής και Μαραθωνοδρόμος»

(γράφει στο FRACTAL η Μαρία Μαραγκουδάκη)

Πρόκειται για το τελευταίο βιβλίο του ποιητή, ένα βιβλίο για το αδιαίρετο, για το όλον της ύπαρξης σαν σύνολο αδιάσπαστο. Διαβάζουμε στη δεύτερη σελίδα:  «Ο ποιητής έχει μπροστά του 24 γράμματα,   Ο Μαραθωνοδρόμος 42 χιλιόμετρα   Απλώς αντιστρέφεις τον αριθμό…»   Ο Δημήτρης Ε. Σολδάτος έχει και τις δύο ιδιότητες.   Ο Μαραθωνοδρόμος ποιητής αν και έχει τερματίσει επανειλημμένως στα 42 χιλιόμετρα, είναι ένας εσαεί δρομέας μεγάλων αποστάσεων.    Ο ποιητής του Μαραθωνίου, αν και βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών το 2007 με το βραβείο  Λάμπρου Πορφύρα για την ποιητική του συλλογή ΚΑΦΕ ΡΕΤΡΟ,  δεν τερματίζει ποτέ,  είναι κατ’ αντιστοιχία, ένας εσαεί ποιητής – δρομέας - αγωνιστής που έχει μπροστά του 24 γράμματα, μιας «.. και η ποίηση οφείλει να είναι μαραθώνια / Ειδάλλως ηττηθήκαμεν ομαδικώς».   Ο Δημήτρης Σολδάτος, στο τελευταίο του βιβλίo ανθολογεί ποιητικές συλλογές του,  γράφει στίχους,  διηγήματα,   διασκευές,    μνήμες,   αφιερώματα.   Δεν είναι τυχαίο που το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στην ποίηση.   Επιδιώκει με τον τρόπο αυτό να δώσει κατευθείαν το στίγμα του.    Η ποίηση του Δημήτρη Σολδάτου έχει φως,  έχει αμεσότητα και είτε πεζόμορφη, είτε έμμετρη έχει πάντοτε ρυθμό, ακούμε τον ήχο των λέξεων, γιατί οι λέξεις του είναι μία παρτιτούρα μουσικής.   Υπάρχει μια διακειμενικότητα στη γραφή του. Ανιχνεύονται καταβολές από την λαϊκή παράδοση και επιρροές από τους μεγάλους μας ποιητές.   Ενίοτε συναντούμε λέξεις ή και παραλλαγές στίχων μιας ποίησης που πλέον υπάρχει στο συλλογικό ασυνείδητο, θα μπορούσαμε να πούμε πως κουνάει απαλά ένα μαντήλι, σαν χαιρετισμό στον Παλαμά,   στον Ελύτη,   στον Σικελιανό,   στον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη,   στον Σουρή,   στον Καρυωτάκη,    στον Σεφέρη  «όπου και να σε χαϊδέψω, το κορμί σου με πληγώνει».    Η ποίηση του δεν είναι χαμηλών τόνων και ο ποιητής δεν κρύβεται πίσω από λέξεις, αντίθετα έχει και δυναμισμό και δύναμη, τολμά να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους «..θα σας μιλήσει κάποιος που πέταξε απ’ το παράθυρο την αβρότητα / γεμίζοντας το στόμα με μπαρούτι».    Έχει μια εκπληκτική ικανότητα άλλοτε να παίζει με τις λέξεις,   «Λόγω στιγμής»   να  τις διασπά,   να τις συνθέτει,   άλλοτε πάλι να μετατοπίζει τις έννοιες των λέξεων και συχνά να αιφνιδιάζει τον αναγνώστη, όμοια με ταχυδακτυλουργό   «…Αλλά πιο εύκολα αλλάζεις νούμερο / Αν τα  παπούτσια σε στενεύουν / Παρά την ζωή σου / Ακόμα κι όταν έχει γίνει νούμερο…».   Ο Δημήτρης Σολδάτος σχολιάζει εύστοχα την εποχή, σχολιάζει πρόσωπα και καταστάσεις, γίνεται ανατρεπτικός,  αιχμηρός,   συχνά αναπάντεχος,    σαρκάζει:    «Οι ποιητές των Αθηνών   γράφουν κάτι στενάχωρα ποιήματα   σαν τα διαμερίσματά τους…   Οι ποιητές  των Αθηνών   γράφουν για το μηδέν και για το τίποτε   αλλά περισσότερο απ’ οτιδήποτε   ποθούν εκείνο που πάντοτε ήθελαν  κι   ας λένε πως το ‘χουνε χεσμένο:   την υστεροφημία…»  και αυτοσαρκάζεται:  «Από παιδί “την ψώνισα” μεγάλος πως θα γίνω   και προετοιμαζόμουνα σ’ έναν καθρέφτη μπρος;   εσπούδαζα το ύφος μου συνέντευξη να δίνω,   μα η τύχη δεν το θέλησε κι απόμεινα μικρός».     Ο ερωτικός Σολδάτος είναι γήινος ρεαλιστής και λυρικός συγχρόνως,  οι λέξεις του αναιρούν το βάρος της ύλης,   έχει πάθος,   σωματοποιεί το συναίσθημα.    Η συλλογή του με τίτλο   ΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ   είναι ένας ερωτικός χείμαρρος, ένας κατακλυσμός συναισθήματος και λέξεων. Εδώ η ποίηση και ο έρωτας ταυτίζονται σαν ένα αδιαίρετο ζευγάρι.  «Μην μιλάς   Τα λόγια σε λάθος χείλια   μοιάζουν περίστροφα σε λάθος χέρια.   Εύκολα σχίζεται τ’ όνειρο   σαν τσιγαρόχαρτο στα δάχτυλα άπειρου καπνιστή.   Λόγω στιγμής.   Μην μιλάς.   Συντονίζω το τύμπανο της καρδιάς μουσικής   στη μουσική των βημάτων σου…»   Στην ποιητική του συλλογή με τον αμφίσημο τίτλο  «Χ(ε)ίλια δίστιχα»   επιχειρεί να κερδίσει ένα στοίχημα και το κερδίζει.    Με ρίζες από τη μαντινάδα και την παράδοση γενικότερα, γράφει χίλια δίστιχα για τα χείλια,  για τα φιλιά,   για τον Έρωτα τελικά,   την κινητήρια αυτή δύναμη της ζωής.    Ένα κατόρθωμα ποιητικό που μόνο αν έχεις πείσμα και αντοχές ποιητή  -μαραθωνοδρόμου μπορεί να επιτευχθεί. Κάθε δίστιχο μια ολοκληρωμένη και διαφορετική κάθε φορά εικόνα, χίλιες ολοζώντανες και απολαυστικές εικόνες, με συνδετικό νήμα τα χείλια:   «Τα δυο σου χείλη με φιλιά θα αιματοκυλήσω,  κι   αν βάλεις μαύρο φόρεμα, εγώ θα στο χιονίσω…   Με το κεφάλι χαμηλά, ψηλόλιγνη, περπάτα,   τα χείλη σου γεμίσανε με πυρκαγιές τη στράτα…»!..   Με δικά του χειρόγραφα γράμματα κλείνει το βιβλίο στη σελίδα 509: «Φεύγω προς το παρόν,   μιας και μάλλον δεν μπορώ   να φύγω προς το μέλλον»   Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:  «Όλα ξεχνιούνται   κι αυτό να το θυμάσαι…»

Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2025

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2024

ΕΙΜΑΙ ΑΠΟ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

 (… με ένα νου άνθος  κι  από την άλλη μου όψη είμαι τα μελίσσια…)


Με ένα στόμα κρυστάλλινα νερά   να ξεδιψούν της ακοής οι μαύρες ρίζες. 

Είμαι αυτοκράτορας ως εκεί που φτάνουν οι αισθήσεις μου

και ακόμα μακρύτερα, γιατί δεν έχω προκαταλήψεις…

(εισαγωγική στροφή στο πρώτο ποίημα του Μανόλη Πρατικάκη στη συλλογή του ΣΑΤΟΡΙ  ή   Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗΣ,

που σύμφωνα με τη σημείωση του ίδιου του ποιητή,

είναι το τρίτο μέρος μιας τριλογίας,

αρχής γενομένης από την ΚΙΒΩΤΟ και στη συνέχεια με τον ΛΙΘΟΞΟΟ,

που  αποτελούν έναν ενιαίο άξονα , τόσο θεματικά όσο και αισθητικά, με τη φύση στο κέντρο, τους φυσικούς φιλοσόφους  (τους λεγόμενους προσωκρατικούς)  σε συνδυασμό με την ανατολική σκέψη και φιλοσοφία  που κατά βάθος είναι μεγάλη ποίηση μπολιασμένη με τη σύγχρονη ευαισθησία. 

Τα ποιήματα αυτής της συλλογής συνομιλούν με αυτά των προηγούμενων συλλογών  με μια σημαντική διαφορά: σ’ αυτά υπερέχει η επίδραση της Ανατολής,

η προσπάθεια  συρρίκνωσης του Εγώ  ως την πλήρη του εξαφάνιση για έναν κόσμο  λιγότερο άπληστο  και αλαζονικό,  λιγότερο αλλοτριωμένο και υποταγμένο  στη σύγχρονη αγριότητα…   

 

ΣΑΤΟΡΙ, λοιπόν,  ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗ

καθώς μέσα του εμπεριέχει όλα τα προηγούμενα…  

Η Ελένη Γκίκα σχολιάζει στο Fractal:

«Η ποιητική πορεία του Μανόλη Πρατικάκη υπήρξε μια μακριά πορεία με πολλούς πειραματισμούς, μα ωστόσο την ίδια εσωτερική γνώση…

Ολόκληρο το ποιητικό σώμα μοιάζει με μυστική προσευχή…

Έτσι ή αλλιώς η σχέση του Ποιητή με τη Φύση είναι σημαντική, καθώς και ο πόνος του για τ’ ανθρώπινα και το κοινωνικό γίγνεσθαι…

Κι έτσι θα μπορούσα μετά λόγου γνώσεως να πω πώς «εκείνα που παραμένουν τα ίδια είναι

η πίστη στη δημιουργία,   η αγάπη στα φυσικά όντα και τη γλώσσα,

η βαθύτερη γνωριμία του γενέθλιου τόπου…

Και τέλος το πείσμα να μη σβήσει από μέσα μας η παιδική αθωότητα και αμεριμνησία.

Εκείνα που μας εμπιστεύτηκαν να τα καλλιεργήσουμε στο έπακρον για τις επόμενες γενιές…


«Κιβωτός», «Λιθοξόο» και  «Σατόρι ή Η στιγμή της φωτοσύνθεσης»,  όλα μαζί ένα κάλεσμα σε καιρούς χαλεπούς να σωθεί ό,τι είναι αυθεντική πηγή ζωής.

Ένα κάλεσμα από τον «ασπρομάλλη Νώε που γεμάτος γνώση ακούει της αφθονίας και της αποξένωσης τον επερχόμενο κατακλυσμό» για να διασώσει τα Τιμαλφή…»

 

«Μόνο μέσα από την αναπηρία μπορούμε κάποτε να ξαναβρούμε την αρτιμέλεια του Είναι μας

Όταν  τα έργα και οι ημέρες μας αναβλύζουν από τέτοιο βάθος ζωής ,

τότε το ζω θα σημαίνει τροποποιώ κατά τι το πεπρωμένο μου,  δηλαδή το πεπρωμένο μας,

Τότε που τα παλιά μας τραύματα θα ’ναι φωλιές λουλουδιών

επιστρέφοντάς μας το άρωμα ενός λησμονημένου κόσμου

από εκείνο το ανεκλάλητο  έπος όπου ανασαίνουν οι χαμένες ζωές των ανθρώπων 

(τελευταία στροφή στο πρώτο ποίημα της εν λόγω συλλογής)

 

*ΣΗΜ.  Σατόρι είναι ο ιαπωνικός βουδιστικός όρος για τη φώτιση στο Βουδισμό Ζεν. Η κυριολεκτική σημασία της λέξης είναι «κατανόηση».

Η συνημμένη εικόνα του εξωφύλλου δημιουργήθηκε από το ζωγράφο Νίκο Γιαλαμάκη   

 



 

 Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΑΣ ΒΑΘΙΑ  ΤΗ ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΕΧΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ 

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΣΑΤΟΡΙ  ή  Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗΣ 2023)

Ό,τι αγαπάς βαθιά δεν έχει χρόνο.  Κι όλα τα ρήματα

ανθίζουνε στον ενεστώτα.

Ό,τι αγαπάς είναι η περιουσία που σε δένει με το μενεξεδί των πρωτοπλάστων

Όμως το εκπορνευμένο μας πνεύμα,  αποκομμένο από άξονα  και  κέντρο,

οφείλει να  δοθεί στους καθαρμούς του Ακραγαντίνου.

Με συνεχή σφυροκοπήματα  κι  οδυνηρές αποσβέσεις.

Με ζοφερή γονιμότητα  και  συνεχείς κλονισμούς

για να ξανάβρει  της πρωταρχικής του φύσης την ουσία.

Τον άρτο  και  τον ύμνο  της ακόμη αξόδευτης κι αδαπάνητης νιότης.

Ό,τι  ιερό και  σταθερό  χρησιμεύει σαν όρκος.

Η φωτιά κοιμάται ατάραχη  μέσα στα ξύλα

για ένα μακρινό φεγγοβόλημα.

Ως την τρομερότερη απόσβεση

«κατά την του χρόνου τάξιν»,  φθέγγεται ο Αναξίμανδρος!..

 

Σαν αετού φτερά λίγο πριν την ώρα του θανάτου

και είναι όλα αστραφτερά.

 

Το νερό γίνεται υδρατμός,  χιόνι,  βροχή ανυψώνεται,

αλλά πάντα επιστρέφει στους υδροφόρους του ορίζοντες∙

καθώς τα ποτάμια γυρνάνε πάντα πίσω  (κι ας λένε)

με μια στάση τους στον ουρανό.

Όλα μεταβάλλονται  πάρεξ  παραμένουν αμετάβλητα

όκωσπερ  χρυσού χρήματα  και  χρημάτων χρυσός.

Ό όρκος που κρατιέται  είναι η αρχή της αφθαρσίας   της ύλης.

Η αρχή του ειδικού βάρους   ως σύνεσις αυτοφυής.

Ως βούλησις αυτόφορη.

Από πριν γνωρίσει το εκτόπισμα

καθρεφτίζει το σώμα  σου και θυμάται.

Είσαι εκείνο που σου επιστρέφει. 

Εκείνο που εκτοπίζοντας  σε υψώνει  και  σε κρίνει.

 

Ανασαίνει μια γόνιμη εκδίκηση μέσα στον εξευτελισμό.

Μια άπτερη δόξα,  μέσα στη χαμέρπεια

που ετοιμάζει το δικό της υπερώον.

 

Για ιδέστε.  Έγινε λουλούδι αιώνιο

στα χείλη του το κώνειο.

Αγαθό μνημείο εκεί που ο φόβος του θανάτου

δεν μπορεί να ρίξει   στο καναβάτσο τη ζωή!..

 

Από εκεί που χλεύαζε το θάνατο.

Από εκεί που πάει να πάρει  παράμερα το δείπνο του.

Από εκεί ξημερώνει.

 

Η ΘΛΙΒΕΡΗ ΕΠΟΠΟΙΊΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ

Το θίξιμο στον Άλλον

 

είναι ένας σκοτεινός  έπαινος.

 

Ο φθόγγος είναι κρυμμένος

 

θαυμασμός,

 

Και τι μίσος∙    α τι μίσος∙  η αγάπη

 

των ηττημένων!..

 

ΠΡΟΠΑΔΕΙΑ

Αυτό είναι δύναμη αφομοίωσης και εξαγνισμού

Να μπορείς να προσθέσεις

του προσωπικού σου βάραθρου τα ρίγη στη

φωνή σου∙  την έρημο που σου αντιστοιχεί

στου κορμιού σου την καρποφορία.

Αυτό είναι δύναμη∙  να μπορείς

ν’ αφαιρείς την πανοπλία  που μέσα της βουίζει

ο Μεσαίωνας!..

Ν’ αφαιρείς  και  να λιγοστεύεις  ώσπου να γίνεις

δυσδιάκριτος μέσα στο πλήθος.

Μια παλιά πέτρα  χτισμένη ανάμεσα    στις άλλες.

Ν’ αφαιρείς τις πράξεις σου από τις σκέψεις σου

κατά πως το στάρι   από τ’ άχυρο

στο λίκνισμα.  Αυτός είναι ο τρόπος

του ανέμου.

 

(Η πληγή του βάρους  και  της αλαφράδας)

Ν’ αφεθείς του ανέμου.   Εκεί είναι

η Απάντηση.

 

Να μιλάς μόνο όταν είναι αναπόφευκτο!..

[από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΣΑΤΟΡΙ  ή  Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗΣ, 2023]

 

Ο ΣΟΦΟΣ ΣΑΜΑΝΟΣ  ΓΙ  ΓΟΥΈΙ

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη  ΣΑΤΟΡΙ  ή  Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗΣ, 2023)

Δεν έχει πρόσωπο,  δεν έχει μορφή.  Σαν το νερό που κάθε φορά

παίρνει τη μορφή του δοχείου  ή  του τόπου που το φιλοξενεί.

Έτσι όπως ο σοφός προσαρμόζεται  και  μπαίνει στη θέση εκείνου

που τον φιλοξενεί.  Και μετρά το εκτόπισμα   και  το ειδικό βάρος εκείνου

που βυθίζεται.  (Μιας τέτοιας γενναιοδωρίας η απόσβεση)

Κάθεται όπως ένα πεταμένο κούτσουρο στην άκρη του δρόμου. 

Μα τι λέτε;

«Κάθεται πάνω σ’ ένα κοιμισμένο λιοντάρι.  Η χαίτη του

μόλις ξυπνήσει  είναι οι κόκκινες γλώσσες της φωτιάς

που κοιμούνται χρόνια  μες στο ξύλο∙

βαθυχαιτήεις  έως το ξαφνικό τους φεγγοβόλημα,  με βρυχηθμούς.

Κάθεται  όπως ένα πουλί  πάνω  σε κλαδί  και με τον τρόπο

των πουλιών για να μπορούν να κελαηδούνε.

Δεν έχει πρόσωπο γιατί  έχει γίνει ένα με τα χώματα

και τα χορτάρια.  Με τον άνεμο  και  την βροχή.

Έχοντας χάσει κάθε έννοια ατομικότητας  δεν μπορεί

να ξεχωρίσει τι είναι δικό του  ή  δικό σου.

Ό,τι ακούει  ή  οσφραίνεται αφομοιώνεται  αθόρυβα σε σώμα.

Το χωρίς προσκόλληση  απελευθερωμένο του πνεύμα

τον  εμποδίζει  να διαιρεί  και  να ξεχωρίζει.

Καθώς γνωρίζει ότι όλα έχουν  βγει  από την ίδια μήτρα.

 

Τον οδηγεί στο να μη βλέπει     μέσα στο κάθε τι

παρά μονάχα  την παγκόσμια   ψυχή

και μόνον αυτή

 

ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ ΤΟ ΚΕΛΑΡΙ  

Θυμήσου ακόμα.  Ό,τι περισσεύει από σένα είναι κλεμμένο  απ’ του φτωχού το κελάρι.

Με ψαροκόκκαλα δειπνούν οι γλάροι. 

Και με γαρμπόνα  στριδόφλούντζες   και  σουπιοκόκκαλα.

Είμαστε η αθλιότητα της απληστίας μας γιατί θυμόμαστε μονάχα αυτά που δώσαμε,

κι όχι το ασήμι που πήραμε από την κάθε μας  προσφορά.

Είμαστε μονάχα αυτό που δίνουμε.

Κι εκεί που στεκόμαστε, με τόσα πλούτη δε βρίσκεται κανείς.

Αυτοί οι καιροί μας δίνουν εκείνο που αδειάζει όλη μας τη ζωή.

Σκοτεινοί μαγνήτες μας σέρνουν στης αφθονίας το βουλιμικό κάτεργο.

Θέλεος αθέλεος, που λέει κι ο Αισχύλος  (άγρια μυρίζει το ψαχνό σα σκύλος)

Σ’ ένα συνεχές σηπτικό φαγοπότι  - του κενού κόκκινο μενού.

Η αγιάτρευτη πείνα είναι η αφθονία.

Γι’ αυτό όσο τρως αδειάζει,  μ’ ένα συνεχές μαράζι.

Μ’ εκείνη την παράδοξη απέχθεια στον εαυτό μας.

Κι όλο ζητάμε κι όλο ψάχνουμε αυτό που λάμπει στο κοσμικό χοιροστάσιο.

Της Λαίδης Κίρκης  το αστραφτερό εργοστάσιο∙  σόπινγκ – ξεσόπινγκ, μ’ ένα σωρό μαϊμούδες στο σβέρκο,  μες στις αγορές με τις πρόστυχες ουρές.

Ιδού θεραπεία, καταναλωτικά πρεζόνια.

Γλυτώσαμε απ’ τους λύκους μα θα μας φάνε τα τριζόνια.

Ένας μεγαλόσωμος θόρυβος σαν ουρακοτάγκος μας

φτύνει αυτοκόλλητα  εδώ κι εκεί – είναι όλοι βιαστικοί

Κάθε προσπέρασμα χρονικό παράβολο στα δυστυχήματα…

[από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΣΑΤΟΡΙ  ή  Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗΣ, 2023]

 

ΤΟ ΠΙΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΡΟΣΩΠΟ   ΤΙ ΤΕΛΕΙΑ ΦΩΤΙΖΕΙ Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη  ΣΑΤΟΡΙ  ή  Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗΣ, 2023)

Μονάχα αυτός  γυμνή την ποταπότητά μας καθρεφτίζει.

Μονάχα αυτόν την άβυσσο μας δείχνει  και  δείχνοντας μας παραστέκει:

Να δούμε αυτό που είμαστε χωρίς φτιασίδια.

Πίσω από χίλιες σφαλισμένες πόρτες που το κάθε τραύμα αυτόματα κλειδώνει.

Κάτω απ’ τα πέπλα της Σαλώμης, έως την άγρια γύμνια του χορού,

μέχρι  στο δίσκο να σερβιριστεί του Βαπτιστή το αιμόφυρτο κεφάλι.

Λοιπόν όχι στην κίβδηλη , την τσιμεντένια εικόνα που μισούμε.

Που όμως όλοι οι άθλιοι απόλυτα υιοθετήσαμε κι εμείς.

Γιατί η εύνοια μας έραινε με τα φλουριά της.

Όχι στο νόθο πια μωρό μου.

Καθώς πίσω απ’ τη μάσκα  και  τις φυλλωσιές του στήθους μας  τρέφουμε χίλιες μαϊμούδες.

Όχι στην πλαστογράφα εικόνα του θεάτρου.

Που υψώναμε με αθώα,  τάχα,  έπαρση σαν άσκηση της αρετής.

 

Θυμηθείτε.  Στημόνι: το αρχικό ανυπεράσπιστο μας τραύμα.

Υφάδι:  Ο φόβος που το κρύβει και το υφαίνει στην ειρκτή του.

Σαϊτα ή Χελιδών, μαύρο ψαλίδι.

Που το κοστούμι μας σχεδιάζει και το ράβει.

Όπως ορίζει ο παντεπόπτης Μόδιστρος – Προκρούστης.

Και το κοστούμι πέτρινο το λουλουδένιο ρεύμα  της ζωής μας μεταβάλλει

 

ΦΡΑΓΜΕΝΤΑ 

(Στους πνευματικούς μου προπροπάππους 

Βιτσέντζο  και  Διονύσιο, 

από μένα το μικρό τους τρισέγγονο,  με τον τρόπο τους,

από το μαγικό γαϊδουρονήσι όπου γράφτηκαν)

(Ι)

Δεν έχει αυτή η έρημος τίποτα να σου δώσει.

Εξόν τα φτερουγίσματα της απεραντοσύνης.

Κι αυτά τα νεκρά δένδρα να λαμπαδιάσουν

μέσα στη νύχτα των ανθρώπων

για να κατορθώσουν ένα χάραμα.

Σαν αετού φτερά λίγο πριν την ώρα

του θανάτου κι είναι όλα αστραφτερά.

Κι αυτές τις καμήλες σαν πτυσσόμενες γέφυρες

πάνω απ’ τους αόρατους γκρεμούς.

Εξόν αν μέσα απ’ τη σιωπή των άμμων

ένας αιφνίδιος τυφώνας ξεσκεπάσει στα σπίτια

το θαμμένο σκελετό σου.

 

Αυτό το άγαλμα που σου αναλογεί.

(ΙΙ)

Ξασπρισμένα οστά  -  ωλένες, κλείδες –

έξω απ’ τη σάρκα, έξω από το χρόνο

-τέτοια ανάστημα δεν είδες  -  ζευγαρωμένα με τον αρχαίο πόνο.

(ΙΙΙ)

Η νύχτα είχε σίδερα  ο τόπος πέτρες κι άδεια

μα εκείνοι φέραν την αυγή  μια γλώσσα απ’ τα σκοτάδια

Μεστή, λιτή κι ολόδροση σαν το ψηλό χορτάρι

που εμέτραγε ό,τι περπατά  με τ’ουρανού τη χάρη.

(ΙV)

Άλλη άρθρωση,  άλλο δέσιμο,  άλλη πνοή ν’ αφήσει.

 

Είναι στιγμές που η τέχνη τους ετρόμαξε τη φύση.

(V)

Πιάνουν τη λέξη που περνά σαν αστραπή μπροστά τους

άγνωστο ελάφι του ουρανού βόσκει στην κάμαρά τους.

(VΙ)

‘Ερμοι ακούν τα μακρινά και τα βαθιά γνωρίζουν

Στην κάμαρά τους  έγκλειστοι  στα πέλαγα αρμενίζουν

(VΙΙΙ)

Μόνο χωρίς υπάρχοντα το ανάστημα ψηλώνει

Χωρίς αγάπη και στοργή  ποτέ δεν ξημερώνει

(ΧΙ)

Λέξη τη λέξη αστρική λαλιά στο στήθος αβγαταίνει

Πορτούλα στον Παράδεισο του ανοίξανε και μπαίνει

(ΧV)

Η πρώτη αληθινή χορεύτρια της γης είναι η φλόγα

που τη συμπαίνει το δαδί του έρωτα το πάθος σαν κάρβουνο

στην παραστιά που το σκεπάζει ο Άθως…

[από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΣΑΤΟΡΙ  ή  Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗΣ, 2023] 

 

Ο ΙΔΙΟΣ ΡΥΠΑΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ… που τάχα πολεμούμε…  ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΕΝΤΟΣ ΜΑΣ…

(… και από εκεί μάς στέλνει τις αδιάκοπες ανταποκρίσεις του…)

«Δεν καραδοκεί πλέον    στα στενά της Κακιάς Σκάλας ο μυθικός Προκρούστης.   Αλλά το άρρωστο μυαλό μας   εγκαλεί προκρούστεια το κάθε καινοτόμο»   (Μανόλης Πρατικάκης, Σατόρι*   ή  Η Στιγμή της Φωτοσύνθεσης, εκδόσεις Αρμός 2023)    «Θα μπορούσε να πει κανείς ότι   το «Σατόρι  ή  Η στιγμή της φωτοσύνθεσης»   είναι το Ποιητικό Σύμπαν του Μανώλη Πρατικάκη,     η Περίληψη του Κόσμου του»,    σχολιάζει η Ελένη Γκίκα στο Fractal    «Καθώς περισσότερο από μια χώρα κατοικούμε μια γλώσσα…   Και πατρίδα μας πλέον η ξενιτιά…»,    ο Ποιητής ατενίζει κατάματα αυτή την πραγματικότητα   και  με τους στίχους του συνοψίζει τις αλήθειες της, όπως:   «Να αποσπάς το άφθαρτο    μέσα από των πραγμάτων   τη φθαρτότητα.    Απ’ το εφήμερο, εκείνο που φθέγγεται παντοτινό»   «Πιάνουν τη λέξη που περνά    σαν αστραπή μπροστά τους   Άγνωστο ελάφι τ’ ουρανού βόσκει στην κάμαρά τους»   «Μόνο χωρίς υπάρχοντα το ανάστημα ψηλώνει.   Χωρίς αγάπη και στοργή ποτέ δεν ξημερώνει»…   «Λέξη τη λέξη αστρική λαλιά    στο στήθος του αβγαταίνει.    Πορτούλα στον παράδεισο του ανοίξανε και μπαίνει»….   «Να μη θέλω να μου ανήκει τίποτα    ιδού το αυτοκρατορικό μου στέμμα»…   «Μόνο όταν δεν είσαι πια κανείς    όλη ανθρωπότητα θα βηματίζει μέσα σου»…   «Μόνο όταν δεν επιδιώκεις τίποτα    σου προσφέρεται το σύμπαν»…   Με θέα στο αθέατο, ακρόαση στο άφατο, ο Ποιητής Μανόλης Πρατικάκης στήνει το Ποιητικό του Σύμπαν γνωρίζοντας έστω και υποσυνείδητα   ότι:  «Το ποίημα είναι, κατά βάθος, το αυθεντικότερο,   το δραστικότερο πρόσωπό μας»      ότι  εμείς   «είμαστε πλάσματα πολυσύνθετα…»   και εγώ    «είμαι αυτό που δεν μπόρεσα να γίνω,    αυτή η εκκωφαντική και γεμάτη άλγος έλλειψη».   «Η Κόλαση είμαστε εμείς    που κατά βάθος είμαστε Άλλοι»…. αλλά    «Το Φως είναι παντού, αν δεν είσαι τυφλός.    Είναι το μόνο πράγμα που καταργεί το σκοτάδι»    και   «όλα έχουν μια συνέχεια, μια καταγωγή»    και   «η μνήμη είναι μια φαντασμαγορική αιωνιότητα»

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2024