Κυριακή 21 Μαΐου 2017

ΠΟΣΟΙ ΥΠΑΙΝΙΓΜΟΙ ΑΡΚΟΥΝ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΕΤΟΙΑ ΑΝΗΚΟΥΣΤΑ

«Είναι η ποίηση πρόσχημα της τρέλας;  Ή είναι η τρέλα πρόσχημα της ποίησης;  Ή μήπως και οι δυο τους είναι πρόσχημα κάτι άλλου,  κάτι άλλου υπέρμετρα αλάνθαστου που δεν μπορεί να μιλήσει;» Τα παραπάνω… διλήμματα από την Κατακόρυφη Ποίηση του Roberto Juarroz αξιοποιεί ως μότο στη δεύτερη ενότητα της συλλογής ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου. Καθόλου τυχαίος ο όλος προβληματισμός για το μαγικό χώρο της   ποίησης, αφού στη συγκεκριμένη ενότητα θαύματα αφόρετα  είναι ποιήματα που άμεσα ή έμμεσα σχολιάζουν τα ΠΡΩΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ, ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ αλλά και τις ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ της ποιητικής δημιουργίας. Ενώ στο ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ποιητή, στο ΛΑΓΩΝΙΚΟ ή η ΕΜΠΝΕΥΣΗ του, στην ΟΜΟΛΟΓΙΑ του στο ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΟ (με κεφαλαία τίτλοι από άλλα ποιήματα της ενότητας) καταγράφονται ενδιαφέρουσες πτυχές ποιητικών δοκιμών, που είναι κατά κόρον «δοκιμές νάρκης του άλγους, εν Φαντασία και Λόγω»: «Έστω και χάρτινοι… ματαιωμένοι και αδιευκρίνιστοι… με ασήκωτο το ελαφρύ χρώμα του καιρού να σκεπάζει τα λόγια μας, τις άκρες των σελίδων θα τσακίζουμε για να σφαδάζει το λευκό που αστόχησε…» (από το ποίημα ΣΤΑ ΡΑΦΙΑ ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΕΙΣ σελ. 76)    «Και όλα αυτά για έναν απλό συγκλονισμό –απλό που λέει ο λόγος- γιατί, αν το καλοσκεφτείς δεν θα την πεις και αναίμακτη τη σύλληψη του ποιητή…» (ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ σελ. 62). Κι άλλα σχόλια για τη «συνομιλία» της ποιήτριας με την ποίηση και τους ποιητές με ΚΛΙΚ στον πίνακα της Chiharu Shiota –που ένα άλλο θέμα της ίδιας κοσμεί και το εξώφυλλο της συλλογής. Έξοδος με ανθολογία Αφόρετων Θαυμάτων της συγκεκριμένης ενότητας: ΕΜΕΙΣ ΑΥΤΟΙ, ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΝΟΙΧΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΩΝ (ή ωκεανογραφία εσωτερικού χώρου). ΕΞΙΤΗΡΙΟ με σύντομο περιεκτικό σχολιασμό και αντιπροσωπευτικά ποιήματα και από τις άλλες ενότητες της συλλογής!..    [Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ, εκδόσεις Κέδρος 2017 – ART by Chiharu Shiota) 



Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΑΥΤΟΠΤΗΣ ΜΑΡΤΥΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΑΝΕΞΗΓΗΤΩΝ (που λαμβάνουν χώρα τα απογεύματα στους πίσω κήπους μιας λέξης): 
Στα όλα σχεδόν τα ποιήματα της 2ης ενότητας αξιοσημείωτες είναι οι μεταφορές και οι συμβολισμοί που συνδέουν την Ποίηση με την Νόσο:  «Πρόσεχε τον υδράργυρο! Μην τον πατήσεις! Είναι κατάκτηση –των λίγων- η αιώρηση κι αν γίνει αυτός ο στόχος σου, τότε η ώχρα –που σαν τη λοίμωξη σου ’χει προσβάλει τη ψυχή- θα θεραπεύεται απλά μ’ ένα τροπάριο βυζαντινό» (από ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ σελ. 57). Στο ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΣΘΕΝΟΥΣ (σελ. 59) πάλι, αφού απαριθμεί όλα τα προειδοποιητικά σημάδια της… «ασθένειας» (όπως για παράδειγμα τη «ξαφνική εμφάνιση χαμένων ανεξήγητα πραγμάτων» ή «το στυλωμένο βλέμμα στην έξοδο κινδύνου») στην κατακλείδα διαπιστώνει: «Ξέρετε, τώρα τι ύπουλα σε πλησιάζει η νόσος…»!..   Αφόρετα Θαύματα, λοιπόν, και τα ποιήματα, καθώς ΕΜΕΙΣ ΑΥΤΟΙ (οι Ποιητές), λέει η ποιήτρια, σκύβουμε με αφοσίωση πάνω από την αλήθεια, για να φέρουμε στο προσκήνιο κάθε φορά μια πιο ολισθηρή εκδοχή της. Ή «στους πίσω κήπους μίας λέξης» λύνουμε γρίφους και αινίγματα που ξεσκεπάζουν τη φθορά!..  Ωστόσο στο επόμενο ποίημα αυτής της ενότητας με το χαρακτηριστικό τίτλο «ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΝΟΙΧΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΩΝ ή ωκεανογραφία εσωτερικού χώρου» εστιάζει -έστω μέσα σε παρένθεση- στη ματαιότητα της προσπάθειας των ποιητών: «χαλάνε τελευταία συνεχώς και άπατα μες τα ποιήματα πηγαίνουνε τα λόγια» (σελ. 68). Μάλιστα, οι επανωτές λυρικές ερωτήσεις με τις οποίες κλείνει η… ωκεανογραφία του εσωτερικού χώρου, ενισχύει το κλίμα της αμφισβήτησης: «τι είναι αυτό που επαίρεται και κλαίγεται συγχρόνως; Τι σπινθηροβολεί κι αμφισβητεί και στη βροχή τρομάζει; Τι φλέγεται; Τι ψεύδεται; Τι διάτρητο κρυώνει κι εμπρός μας συνωμοτικά ρίχνει τα αντικλείδια τα θαυμαστά να μας φανερωθούν τα τρομερά να λάμψουν;» (από τη σελ. 69)  Αμφιβολίες πολλές και κάποια μορφή δυσπιστίας για τη σκοπιμότητα ή την αποτελεσματικότητα της έμπνευσης εκφράζονται και στο ποίημα όπου η «θεά»   αυτή των ποιητών, η Έμπνευση,  χαρακτηρίζεται στον τίτλο  ως Λαγωνικό, που όμως άλλοτε εμφανίζεται ίσως απρόσκλητη κι άλλοτε πάλι φεύγει. Άλλοτε σαλπίζει υποχώρηση όμως «την ύστατη στιγμή θριαμβικά επέστρεφε κρατώντας μες τα δόντια της –θήραμα άχρηστο ακριβό- το ρίγος ενός βλέμματος ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες…» (σελ. 70). Και τι μ’ αυτό αφού, τελικά οι λέξεις του ποιήματος «ελάχιστη σχέση έχουν μ’ εκείνο που σημαίνουν» (σελ. 71) Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν και οι επισημάνσεις/ διαπιστώσεις της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου για την ιδεοληψία της προσκόλλησης των ποιητών σε κάτι που οι ίδιοι τόσο έντονα αμφισβητούν. Επιμένουν να γράφουν ποιήματα και, μάλιστα, πιο πολύ επιμένουν κάθε φορά να γράφουν ποιήματα για τις αμφιβολίες τους γύρω από την ποίηση. Αυτήν την αρρωστημένη εμμονή κωδικοποιεί η ποιήτρια με το στίχο: «η κατ’ εξακολούθηση εμφάνισή σας στον τόπο του εγκλήματος εγείρει υποψίες περί ενοχής ή νοσηρότητάς σας…» (από το ποίημα ΣΤΟ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΟ σελ. 72)  και απευθυνόμενη σε δεύτερο ενικό πρόσωπο στον ποιητή ευθέως τον προτρέπει: «συνεργαστείτε  θλιβερέ μου ποιητή όσο ακόμα είναι καιρός ή διαφορετικά ομολογήστε» (σελ. 73). Και η ΟΜΟΛΟΓΙΑ (τίτλος του ποιήματος που ακολουθεί) είναι ανατριχιαστική: «Να είσαι ήσυχος, μου έλεγαν σχεδόν ψιθυριστά να κλαψουρίζεις κι εμείς θα αναλάβουμε διακριτικά να σε παρηγορούμε σσσσσς, σσσσσς, σσσσσς…  παίξ’ το όσο μπορείς αδιάφορος, όπως αν πηγαίνεις στο τελωνείο με λαθραία…» (σελ. 74 και 75).  Έρχεται όμως κάποια στιγμή το ξέσπασμα του ποιητή:  «Άκου στο τελωνείο με λαθραία! Μα πώς αναρωτιόμουν. Άσε που εγώ συνήθιζα χωρίς βαριές αποσκευές να ταξιδεύω… Πού να κρυφτούν τα αβάσταχτα; Κι αν πεις λεφτά για υπέρβαρο πού θα ’βρισκα να δώσω;» (σελ. 75). Υπάρχει λύση; Κάποια μορφή κάθαρσης; Άλλοθι για την με «υπεροψία και μέθη», αλλά και με «κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων» (που θα έλεγε κι ο Καβάφης), υπεράσπιση της χαμένης υπόθεσης των ποιητών; Η διαπίστωση είναι κατηγορηματική: «Το μόνο που μένει τελικά» είναι «να πάρουν» οι ίδιοι οι ποιητές «την υπόθεση στα χέρια τους».    Νότες αισιοδοξίας εντοπίζουμε στο προσκλητήριο  που ακολουθεί: «άντε, παιδιά… όλοι μαζί και δυνατά να υφάνουμε την απόδραση… Όλοι μαζί και δυνατά… Να ανέβει κι ο τελευταίος… Να τους ξεφύγουμε. (από το ποίημα ΕΜΕΙΣ ΑΥΤΟΙ – ανθολογείται ολόκληρο στη συνέχεια) Και στο ΕΞΙΤΗΡΙΟ (σελ. 77), τελευταίο ποίημα της ενότητας  η Ευτυχία- Αλεξάνδρα Λουκίδου βάζει μια άνω τελεία στην αδιέξοδη (;)επαναλαμβανόμενη αυτή ανακύκλωση αυτό-αναφορικών προβληματισμών γύρω από τη σκοπιμότητα της ποιητικής δημιουργίας λέγοντας: «τέρμα πια οι αναμονές, τα «θα δούμε» και τα «βλέπουμε»… «…θα τα καταφέρω»!.. λέει με σιγουριά στον τελευταίο στίχο ο … «μόνο λιγάκι αφηρημένος» ποιητής που είναι «όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ»!     
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΑΦΟΡΕΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ  από τη δεύτερη ενότητα της συλλογής της Ευτυχίας –Αλεξάνδρας Λουκίδου:
ΕΜΕΙΣ ΑΥΤΟΙ
Εκδοχή Α
Άλλοι χορεύουν με τα μάτια τους κλειστά
πάνω από μια πρόταση
-κύριας ή δευτερεύουσας κραυγής
δεν έχει σημασία-
αρκεί να υπαινίσσεται αποχαιρετισμό
ή να δηλώνει ήττα.

Εκδοχή Β
Άλλοι εγκαταλείπουν τις μεταφορές
και σκύβουν με αφοσίωση
πάνω από την αλήθεια.

(Εδώ αντηχεί σαρκαστικό
το γέλιο απ’ την πλατεία)

Αγωνιούν να φέρουν στο προσκήνιο
κάθε φορά μια πιο ολισθηρή εκδοχή της
να απαγγείλουν το άλλο φτεροκόπημα
που κατοικεί παμπάλαιο στη ραχοκοκαλιά
-εκ φύσεως αποδημητικό κι ανέκαθεν φοβισμένο-
να μιλήσουν χωρίς καμιά συστολή
για ό,τι κωπηλατεί στο σύμπαν τους
νωχελικό κι ακαριαίο…

Ξέρουν
ότι μια κίνηση
ή μια ασήμαντη στιγμή αρκεί
να μαραζώσει η άνοιξη
τα τεθλασμένα είδωλα να συνθλιβούν
να ταραχθεί της φύσης τους η κλίση.

Καμιά φορά με νόημα χαμογελούν
όταν τους αναφέρουν για το αταίριαστο.

Θυμούνται…
λίγο το ρούχο που άνοιγε
λίγο ο γιακάς που στένευε
λίγο και το μανίκι που τραβούσε
τους έβαλε τότε σε υπόνοιες
μα πιο πολύ τους τάραξαν εκείνες οι καρφίτσες
που άλλαζαν θέσεις μόνες τους
λίγα λεπτά αφού τελείωνε η πρόβα.

Και τώρα πια
 τι τους προτείνει το ένστικτο;

Χωρίς αγάπη
χωρίς μια τρικυμία ιδιωτική
όλα τα αχειροποίητα που τους αναλογούν
θα καταλήξουν σύμβαση και συνενοχή
μες τον αδιάφορο συνωστισμό.

Πώς να το αγνοήσουν;

Άσε που τράβηξε πολύ η ανούσια καρτερία
για τις αόρατες κλωστές
που δήθεν θα έραβαν γι’ αυτούς
μια φορεσιά στα μέτρα τους
να μην τους παίρνουν για σαλούς
στα μπαρ, στις εκδρομές, στις διαλέξεις…

Το μόνο που απομένει τελικά
να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους.

Θα συλλαβίζουν δυνατά κι όλοι μαζί
την ίδια την απόδρασή τους.
Όλοι μαζί και δυνατά
α, όπως άνθος σε απόγνωση
νε, σαν ανορθόγραφη αποδοχή
μο, όπως μόλις και μετά βίας
σκα, όπως σκαρώνω επιτήδεια φυγή
και τέλος λα
έτσι για μια παραλλαγή
να μη φανούν ότι συνωμοτούν
αλλά πως τραγουδάνε.

Άντε παιδιά…
Όλοι μαζί και δυνατά…
Να υφάνουμε την απόδραση
να την εγκαταστήσουμε
να γίνουμε για μια φορά κι εμείς
το σπίτι και η γωνία του
κι η αράχνη που υφαίνει τον ιστό της
και που τον ανεβαίνει
να τον ανέβουμε
να ανεβούμε…

Όλοι μαζί και δυνατά…
Να ανέβει κι ο τελευταίος…
Να τους ξεφύγουμε.

ΕΞΙΤΗΡΙΟ
Θα φύγω!
Να φύγω, μου είπαν.
Μ’ αφήνουν τελικά να φύγω.
Μετά το πρωινό, ελεύθερος, μου είπαν.
Το φαντάζεστε;

Τέρμα πια οι αναμονές
τα «θα δούμε» και τα «βλέπουμε»
και πια δεν θα ’μαι απαρηγόρητος
μόνο λιγάκι αφηρημένος
όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ

μα θα τα καταφέρω!



ΕΔΩ ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ (εδώ προέλευση και καταγωγή χέρι με χέρι ανταλλάσσονται): 
«Τέτοιος που ήμουν με ιδιότητες πετρωμάτων κεχριμπαρένιων απαλά που φωσφορίζουν Ζήτησα από παντού ακόμα κι από τα αποφάγια ενός οράματος Τη λίγη πιθανότητα (έστω κι αδυναμία) να προφέρω το πρώτο γράμμα κάθε πράγματος Το θήτα»!.. Αυτό το απόσπασμα από ποίημα του Δ.Π. Παπαδίτσα (Όπως ο Ενδυμίων, "ΙΙ", 1970) προτάσσει η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου ως μότο στη νέα 7η ποιητική συλλογή της ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ. Έχουμε λοιπόν, εκ προοιμίου, μια έμμεση πλην σαφέστατη ομολογία, για τη δυσκολία της ποιήτριας να προφέρει κάθε πράγμα που η πρώτη συλλαβή του ή ακόμα και το πρώτο-πρώτο γράμμα του είναι το Θήτα!.. Μένει να δούμε, επομένως ποια είναι αυτά τα δύσκολα ονόματα που τα κωδικοποιεί ευθύς εξαρχής ως «αφόρετα θαύματα». Μια πρώτη χαραμάδα φωτός για την αθέατη κι υποσυνείδητη  αυτή πραγματικότητα έχουμε ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΝΕΡΟ, το ποίημα με το οποίο αρχίζει η αναμέτρηση της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου με τις «σκιές» της: «Ποιος πριονίζει τη σκιά;» ρωτάει και προλαβαίνει να μας ενημερώσει πως «δεν είναι μια – είναι η δική μου κολλημένη στη δική σου. Σφάγιο ιερό που δεν ανήκει σε κανέναν». Ο φόβος εντοπίζεται στις λέξεις που θα χρησιμοποιηθούν στο ποίημα για να δοθεί υπόσταση σ’ αυτό που βρίσκεται κάτω απ’ το νερό «γλιστρά από το σώμα» και «ραγισματιές απλώνονται στην πρώτη όρασή μου – ήμουν παιδί κι οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν –…». Οπότε, συμπέρασμα:  «ας μείνουν αμετάφραστα τα δύο ονόματα μου. Μια εκδοχή θα' ναι κι αυτή άλλοτε εντός κι άλλοτε εκτός τοπίου μία οξύμωρη προοπτική για αυτό το άλλο νόημα το αιφνιδιαστικό που αποχωρίζει το προφίλ  όσο καμία λάμπα...» (από τη σελ. 10). Αναπόφευκτα όμως μέσα στις ιστορίες που φτιάχνονται με λέξεις γεννιούνται απορίες σαν κι αυτές που υποβάλλονται στο αμέσως επόμενο ποίημα με τίτλο ΥΠΑΡΧΗΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΚΥΠΡΟΥ 17: «Τι ελάχιστο διάστημα  ανάμεσα στο «λείπουμε» και στο «φριχτά πονούμε» πόσο αθώος τελικά ο κόσμος  που ορίζεται απ' το θάνατο- μια παρουσία έρωτα -θαρρείς υπόδειγμα άνοιξης- μια απληστία ουρανού στεφανωμένη χώμα κι η μετρημένη έκταση πλέον  όλη δική σου..». Εδώ αξίζει να υπογραμμίσουμε την απουσία δισταγμού στο να προφέρει δυνατά η ποιήτρια μια λέξη με πρώτο γράμμα το Θήτα για «τον κόσμο μας που ορίζεται από το θάνατο». Η σχεδόν  ταυτόχρονη  παρουσία όμως του Έρωτα, της Άνοιξης και του άπληστου Ουρανού μηδενίζουν την όποια επιφύλαξη.    «Η ευπιστία φταίει προφανώς και η εμπιστοσύνη που έτσι ασυλλόγιστα η οριζόντια γραμμή για κάθετη σου μοιάζει…» (αποσπάσματα από το ποίημα ΥΠΑΡΧΗΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΚΥΠΡΟΥ 17 σελ. 11 και 12). Το διάχυτο φόβο για ένα παρόν που δεν είναι πια «ακέραιο και στιλπνό» αλλά όλο και πιο «απροσδιόριστο και αμφίβολο» διαλαλεί η Λουκίδου στην ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ (σελ. 24, 25): «παλιά με φόβιζε πολύ η εισβολή στα υπόγεια της υγρής ακινησίας, η επικείμενη έξωση δια των μεγαφώνων, η εκκαθάριση του αχρηστευμένου χρόνου…»!..  Πώς φτάσαμε ως εδώ; Περιφραστική απάντηση στα επόμενα ποιήματα της πρώτης ενότητας: ΤΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ ή ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΕΔΩ και ΚΟΛΑΖ ή η ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΗ του ΑΠΟΚΟΛΛΗΘΕΝΤΟΣ, που ανθολογούνται στη συνέχεια της ανάρτησης. Εντωμεταξύ, στο ποίημα με το συμβολικό/ μεταφορικό τίτλο ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ έχουμε περιγραφή της  «κρίσης» πολιτισμού και των αποτελεσμάτων της: «Αποσυντίθενται τα σύμβολα χάνουν τα περιγράμματα τους οι αξίες μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν –γιατί αρρωσταίνουμε βαριά όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε- παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά και βάζει πλώρη ολοταχώς για νέες αμνησίες» (από τη σελ. 20). Η αλλοτρίωση είναι δεδομένη και η πρόγνωση για μια κάποια λύτρωση αβέβαιη ή όπως η πρόγνωση του καιρού «στον τόπο αυτόν που ήρθατε πάντοτε πέφτει έξω» (ΞΕΝΟΙ σελ. 22) Αλλά έρχεται καιρός που πρέπει να κάνουμε τον απολογισμό, να «κλείσουμε ταμείο». Τα ερωτηματικά είναι αμείλικτα και η απάντηση  δύσκολη: «τι παίρνεις πίσω; Τι αφήνεις; Σε ποια μετάληψη νυχτερινή τα χείλη θα σφραγίσεις;» όταν ό,τι και να κάνεις «πάλι τα κρίματα και η μοναξιά θα γέρνουνε στο ζύγι» (από το ποίημα ΕΛΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΟΥΜΕ ΤΑΜΕΙΟ στη σελ. 23). Δεύτερες σκέψεις δεν χωρούν, τα προσχήματα και οι φαντασιώσεις  δεν μπορεί να διαιωνίζονται, ούτε «μπορεί επ’ άπειρον του φόβου το βατράχι να κοάζει»!.. «Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις που αποδειχθήκατε σοφές διδάσκοντάς μας άρνηση και υποταγή κι αθώα οπισθοχώρηση… Μας μάθατε για τα καλά πως ό,τι δεν μας συναντά αυτό στο τέλος μας διασχίζει» (ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ σελ.28-30)    

ΤΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ ή ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΩΣ ΕΔΩ (από τη σελ. 16)
Είχαν βλαστήσει από καιρό
οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας
Μια ιχνηλασία άκαρπη
πάνω από τέλματα αχανή
υπαίθρια κηρύγματα
και φρούτα που τα ανάθρεψαν
αυξητικές ορμόνες.

Τώρα
μας κυνηγούν οι μεσολαβητές
με τα κρυμμένα μάγια στο μανίκι…
Για μια στιγμή κάνουν ότι μας συμπονούν
για μια μοναδική στιγμή
τη σωτηρία των σωμάτων διακηρύσσουν
μα η συνέχεια άγνωστη
κι ανεξιχνίαστο προς το παρόν
μένει το πεπρωμένο
αφού ό,τι μετριέται
πάντα φαίνεται λειψό
κι ό,τι ονομάτίζεται
ως απουσία υπάρχει…

-Τι μου ζητήσατε να κάνω αγαπητέ;
Να γράψουμε στον πίνακα ένα παράδειγμα;
Να γράψουμε!
Να χρησιμοποιήσω και παραβολές;
Να αναφέρω και τις εξαιρέσεις;

Γράψε λοιπόν:
Δασύνεται η αρπαγή
και οξύνεται το μίσος.

Παρακάτω:
Χειμωνιάζει.
Να μη βασίζεστε σ’ αυτούς
μονάχα στη συγκίνηση.
Και με την οικειότητα
λίγα τα πάρε δώσε
ούτε στα ελαφρυντικά
να προσμετράτε τις προθέσεις.

Και, τέλος, να προσθέσετε κι αυτό:
Αρκεί μια τόση δα παρέκκλιση
απ’ ό,τι λες προορισμό
μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν, αφηρημάδα
και καταρρέει σαν τράπουλα
το σκιάχτρο που προστάτευε
τους κήπους και τα όνειρα.

Να, ναι, το σκιάχτρο αγαπητοί…
Σκόρπια τα ρούχα, τα καπέλα, τα άχυρα
μια συντριβή θριαμβευτική
αριστοκράτη θυρωρού
που έλαμπε σαν επαίτης…

Γεμίζει ο ουρανός μαύρα πουλιά
εκλείπει παντελώς η απειλή
χάνονται οριστικά και δια παντός
το φωτοστέφανο
και η αντανάκλασή του.

ΚΟΛΑΖ ή Η ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΠΟΚΟΛΗΘΕΝΤΟΣ (από τη σελ. 26):
Διαθέτω έναν φάκελο-συμπιεσμένο δάσος
συλλογή κατοικίδια παλιάς ανθοφορίας
δοξαστικό του ετερογενούς και των αποκομμάτων
μικρές εικόνες πτώματα και ανάπηρες ιδέες
που ένοχα τις αφαίρεσα από το σύνολό τους
με την υπόσχεση δεύτερου βίου ανώτερου
σε προηγμένο φόντο.

(Σελίδες περιοδικών
-στο όριο του περιττού
πρόχειρα διπλωμένες-
φωτογραφίες γυναικών
γερόντων αγαλμάτων
παιδιών πάνω σε καρουζέλ
μα και μεταθανάτιες βικτωριανές
-αγκαλιασμένοι οι συγγενείς με τον νεκρό
πάνω στον καναπέ του-
και κείμενα που με μία βίαιη ψαλιδιά
σώπασε τη ροή τους)

Τώρα, στη σκοτεινή αναμονή
τη σιγουριά παρέχουνε
του από μηχανής Θεού
για κείνη τη μοναδική φορά
που η έμπνευση θα έχει δυστοκία.

Μια ομηρία άθλια
που με προσχήματα φαιδρά
κρατά για χρόνια ανενεργό
το ήδη παρωχημένο.

Μόνο που εγείρονται κάποτε κι αυτά
σύσσωμα συμμετέχοντας
στην έγχρωμη παρέλαση των ασημαντοτήτων.

Είναι η στιγμή
που θραύσματα συστρεφόμενα
επιχειρούν ομαδικά
χειρόγραφη την έκπληξη να κάνουν
με απώτερο φυσικά σκοπό
το αίνιγμα να παραμείνει άλυτο.

Θέλει να τσαλακώσεις ασημόχαρτα πολλά
για να βρεθείς με ασφάλεια ανήμερα του Λόγου.

Εκβάλλει η τυφλότητα
από βαθύ πηγάδι


ΑΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΙΓΗ ΠΟΣΟΥΣ ΘΑΝΑΤΟΥΣ ΔΙΕΣΧΙΣΕΣ ΝΤΥΜΕΝΗ ΦΩΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΙ (προτού σε βενετσιάνικους καθρέφτες εισχωρήσεις…)
«Είναι μεγάλα ζώα ανάμεσά μας, είναι
Βαθιά ποτάμια, δεν μπορούμε να πλησιάσουμε.
Δεν πρέπει ν’ αργοπορήσουμε, χτυπάει το τύμπανο
Ο έρωτας είναι βιαστικός, όπως η φωτιά,
όπως ο γρήγορος ήσκιος του θανάτου»
Δυναμική εισαγωγή στην Τρίτη ενότητα της συλλογής με το παραπάνω μότο από τις Φωτοσκιάσεις IV του Γιώργου Θέμελη. Καθόλου τυχαίο κι εδώ το σχήμα λόγου που συνδέει  τη φωτιά του βιαστικού Έρωτα με το γρήγορο ήσκιο του Θανάτου. Το Σώμα, έννοια που γεφυρώνει την μεταξύ τους απόσταση, κυριαρχεί στα περισσότερα ποιήματα της τελευταίας ενότητας: «Πλέουν τα σώματα ματαιωμένα κι ακριβά μες την ανάμνηση του σχήματος που πια δεν είναι. Ανεξημέρωτες φωνές φωταγωγούν με πυρκαγιές αγιάτρευτες του τόπου το αδιαπέραστο που δεν ιχνηλατείται… Μη φοβηθείς… Η γενναιότητα του ιλίγγου ουδόλως απελπίζεται» (ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ σελ. 86). «Και άξαφνα κληθήκαμε να βγούμε έξω από τα λόγια σαν να χωρίζαμε το σώμα μας από τη λύπη που του αναλογούσε σαν να αφήναμε να γλιστρήσει η μουσική  έξω απ’ το λιμπρέτο ν’ αρχίσει η άγρια μοιρασιά της θάλασσας που απότομα τραβήχτηκε και της στεριάς που μεγαλύνθηκε να υποδεχθεί ξενιτεμένους…» (ΤΟ ΝΕΟ ΟΝΟΜΑ σελ. 88)

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ (από τη σελ. 92)
Στης νύχτας τα βαθύκοιλα
η ασφυξία των ανίδεων θηραμάτων…

Ένας ορίζοντας ορίων
που εκτείνονται
μια ντελικάτη ύφανση
ματιών σβησμένων σε όνειρο
και συλλαβών
που σπρώχνουν τους σφυγμούς
στο αποκορύφωμά τους.

Γαλήνια και η παράδοση
των ύστατων αντιστάσεων
θαρρείς και θνήσκει η ψυχή
και μένει η σάρκα άχρονη
μες στη γυμνότητά της

Άγια του σώματος σιγή
πόσους θανάτους διέσχισες
ντυμένη φως δαμασκηνί
προτού σε βενετσιάνικους καθρέφτες

εισχωρήσεις…


ΜΑΖΕΥΤΗΚΑΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΕΔΩ ΝΑ ΑΠΟΔΩΣΟΥΜΕ ΤΙΜΕΣ ΣΤΗ ΝΕΚΡΗ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ (να αποχαιρετήσουμε με ύφος ανάλαφρο τις μάταιες διαβαθμίσεις του φωτός, ν’ ανταλλάξουμε τα θαύματα με την επιείκεια) ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ κι άλλων ποιημάτων και από τις τρεις ενότητες της συλλογής με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο:

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

ΑΝΤΙΚΡΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΤΑ ΜΕΤΩΠΟ ΤΟΝ ΓΚΡΕΜΟ, ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ...

εκεί όπου «η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή

(δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας)

Εισχωρώντας στον πυρήνα της ποιητικής λειτουργίας και επιχειρώντας τη μύηση στο αμετουσίωτο του βιώματος, εύκολα και ανυποψίαστα ο ποιητής μπορεί να εισέλθει σ’ ένα λαβύρινθο  ή  σ’ ένα Γολγοθά. Γιατί μια τέτοια μύηση μπορεί να οδηγήσει βαθύτερα στη γνώση της ποιητικής λειτουργίας αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει και σ’ ένα αδιέξοδο…

Κι αν ακόμη ο ποιητής κερδίσει την έμπνευσή του, δεν θ’ αποφύγει τον κίνδυνο η έμπνευση αυτή σαν ένας Πήγασος να ξεπηδήσει από μια Όψη που δεν αντέχει κανείς κατάματα να βλέπει. Η πλήρης γνώση ίσως είναι άβατη στον άνθρωπο, γι’ αυτό καλύτερα με φρόνιμη ταπείνωση να δέχεται τη γνώση του εαυτού του και του άλλου...

Τι γίνεται όμως όταν ο ποιητής «αυτό που γυρεύει είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου, του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση»;

Και ποιά θα είναι η ποίηση του ποιητή που υπερασπίζεται αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να μορφοποιηθεί, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί;

Μοιραία θα οδηγηθεί σε μια καταλυτική αντίφαση και σε μια ιδιαίτερη ποίηση τόσο γόνιμη όσο και το πάθος της υπεράσπισής της.

Ο Βύρων Λεοντάρης έχοντας συνείδηση αυτού του πάθους γράφει στο δοκίμιο του για τον Καρυωτάκη πως είναι

«οριακός Ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα  – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας»

καθώς δεν περπατούσε   «στο χείλος του γκρεμού» γράφοντας,

αλλά είχε «αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό»,

εκεί όπου «η Ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή»

(Εύα Μοδινού ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΝΕΙΠΩΤΟ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ   ή  Γράφοντας ποιήματα ως δοκίμια αυτογνωσίας.

Παρακάτω κι άλλα αποσπασματικά σχόλια για τον «ποιητή της ήττας», Βύρωνα Λεοντάρη,  δημιουργό του περίφημου τραγουδιού

«Η Ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι»,

δοκιμιογράφο που τόλμησε να τα δει κι αλλιώς, γιατί

«Θα ’ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή – άνθρωποι που πέθαναν χωρίς μια αμυχή»,  

Ποιητή μ’ απίστευτα πυκνό και τεράστιο επί της ουσίας έργο άξιο προς εξερεύνηση – ART by Hong Sungchul)





ΤΟ «ΑΝΕΙΠΩΤΟ» ΕΠΙΜΟΝΑ ΚΑΙ ΑΕΝΑΑ ΘΑ ΞΕΓΛΙΣΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

και κυρίως από τη συνείδησή του:

 «Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα
κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει.
Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.
Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης
ποιητής μιας ποίησης που δε μπορεί να υπάρξει
μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω.
Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν.»    («Έως…»)

Οι στίχοι αυτοί του Βύρωνα Λεοντάρη μπορούν να διαβαστούν σαν ένα μανιφέστο οριοθέτησης της ποιητικής λειτουργίας, σαν ένας άδηλος αφορισμός της ποίησης που απομακρύνεται από την ουσία της και γίνεται «λογοπαίγνιο, κήρυγμα, πολιτική, ιστορία – δηλαδή εφαρμοσμένη ποίηση»…

Στο «Έως…»  δεν ανιχνεύεται ούτε ένα στιγμιαίο είδωλο που θα μπορούσε να παρασύρει το βλέμμα έστω για λίγο έξω από τον ανελέητο καθρέφτη που στρέφει ο ποιητής πρώτα στον εαυτό του και κατ’ επέκταση στον αναγνώστη. Ο ποιητής αρνείται να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε πλουμίδι, μεταμφίεση ή πρόσχημα για να εκτρέψει το βλέμμα από την αληθινή πληγή. Γιατί το πρόσωπο που πάσχει, όσο βιώνει εκ βαθέων το πάθημα και την οδύνη που επισύρει, δεν μπορεί να συνταυτιστεί με κανένα είδωλο.

«-Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω, ανίατα μεσοπόλεμος…

Ας πάμε λοιπόν κι απόψε,

ας πάμε πάλι κάπου να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…»

 «Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε λέξεις

και δεν κλαίμε δάκρυα

Ά, δάκρυα, που είστε δάκρυά μου…»

 

Τι είναι ποίηση λοιπόν, τι μη ποίηση και τι ανάμεσά τους; Μπορεί να υπάρξει οριστική απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα;  

Η Εύα Μοδινού σχολιάζει: Μα και να υπάρχει κάποια απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα «Ίσως και να μην πρέπει πάντοτε ο άνθρωπος να επεξεργάζεται τον κάθε λογισμό του ως το ακρότατο λογικό συμπέρασμα». Γιατί εύκολα μπορεί να πέσει σε μια παγίδα: «στον παραλογισμό της καθαρής λογικής»…  

Ο Βύρων Λεοντάρης στο δοκίμιό του «Η αγωνία του αμετουσίωτου» γράφει:

«Ότι η ποίηση είναι «συμβάν»  για τον ποιητή είναι αναντίρρητο, αλλά αναντίρρητο είναι και το πρόβλημά του και η αποτυχία του ως προς την καθολική βίωσή του». Κι αν λέγοντας «καθολική βίωση» εννοεί τη μέθεξη του ποιητικού βιώματος, τότε αρκεί ν’ αναλογιστούμε πόσο και τι αποδίδουν οι ποιητές στο ποίημα από τη στιγμή της σύλληψής του έως την τελική μορφοποίηση.

«Από το εξουθενωτικά απέραντο είναι του   ο άνθρωπος βιώνει μόνο ένα μέρος του. Γι’ αυτό μπορεί και να σωπαίνει. Το άλλο το λέει». Ο Βύρων Λεοντάρης λέγοντας αυτό το άλλο στην ποίησή του, υπερασπίζεται συγχρόνως αυτό που σωπαίνεται…

Αυτό ακριβώς το όριο της ποιητικής λειτουργίας φέρνει αντιμέτωπο τον ποιητή με το αδιέξοδό της να γίνει «καθολική βίωση» ή «ατελής συνείδηση». Ποια θα είναι η αντίδραση στην αποκάλυψη ενός τέτοιου αδιεξόδου; Η συντριβή ή το άλμα; Μήπως και τα δύο; Κι αν η συντριβή είναι δεδομένη, το άλμα πώς πραγματοποιείται; Αφού η ποίηση όσο κι αν είναι «άρνηση του συνειδητού και συντριβή της πρακτικής γλώσσας, ωστόσο δεν είναι ούτε επαναστατική πράξη ούτε η έκφρασή της. Επαναστατική είναι μόνο η πράξη ως χαίνουσα πληγή· η ποίηση, έτσι κι αλλιώς, είναι έκκριμά της, ανήκει πάντα στον δεύτερο όρο της αντίφασής της»

«Έτσι μην περιμένεις η φωνή σου ν’ αλλοιώσει το μπετόν και
το γυαλί και το σιδερωμένο πρόσωπο».

Αν η ποίηση λοιπόν, δεν έχει τη δύναμη να γίνει επαναστατική πράξη και ν’ αλλάξει αν όχι τον κόσμο, τουλάχιστον τον ίδιο τον ποιητή, λυτρώνοντάς τον, τότε δεν είμαστε τα ποιήματά μας. Σαν τα κομμάτια ενός παζλ διασκορπισμένα από τις εσώτατες Συμπληγάδες, είμαστε περισσότερο το «ανείπωτο» στην ποίησή μας παρά το ειπωμένο, τα

«Λόγια που σηκώθηκαν κι έφυγαν στη μέση μιας συνομιλίας

 ανείπωτα»…

Γιατί η ποίηση δεν μπορεί να υιοθετήσει μεθόδους αποκωδικοποίησης της αλήθειας της. Δεν μπορεί να σταθεί έξω από το ποίημα για να το αναλύσει, δηλαδή να εκλογικεύσει το «άπιαστο εκείνο σκίρτημα» που είναι η ψυχή του. Η ουσία της βρίσκεται ή μάλλον μορφώνεται σ’ ένα μεταίχμιο λόγου ανάμεσα σε ό,τι μπορεί να εκφραστεί και σ’ αυτό που παραμένει ανέκφραστο, σε μια αμφισημία, εκεί όπου οι συντεταγμένες του «γνωστού» καταργούνται. Μπορεί οι λέξεις να είναι η πρώτη ύλη της, όμως αν οι λέξεις δεν εκταθούν έως ή και έξω από τα σημαινόμενά τους, έξω από τις συντεταγμένες που τις καθορίζουν - το νόημα, το ηχόχρωμα, τη δυναμική συνειρμών, τη διασύνδεση τους - τότε δεν μπορούν να εκπέμψουν το βαθύτατο ρίγος της ποίησης. Κι είναι εκεί ακριβώς που ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος μ’ ένα τείχος: τη Σιγή.

Όμως 

«Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει

από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής».

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει

«στη χώρα που την κατοικούν οι αντιλέξεις

Τόσο πυκνές που έλκουν πίσω και ρουφάν το νόημά τους

 Καμιά απολύτως μαρτυρία δεν έχουμε γι’ αυτές

Και δεν αρκεί να ονοματίσεις κάτι για να υπάρξει». 

 

Ό,τι είμαστε πραγματικά, τις περισσότερες φορές πεθαίνει μέσα στην ασφυξία μιας έμμονης ανάγκης ή επιθυμίας ή αυταπάτης. Κι η ποίηση, αν και αποκαλύπτει αυτήν την αιχμαλωσία, λίγες φορές - ίσως και ποτέ - κινεί τον ισχυρό εσωτερικό μοχλό ώστε να μας λυτρώσει από αυτήν. Συχνά απονευρώνεται από την ματαιοδοξία του ποιητή, αφού

«Πίσω από τις τελετουργίες των λέξεων σφάζονται ψυχές»

Διαβάζοντας ξανά τα ποιήματα και τα δοκίμια του Βύρωνα Λεοντάρη ανακαλύπτω, λέει η Εύα Μοδινού, ένα «γεφύρι» πάνω από τα ορμητικά χιμαιρικά νερά της ζωής, που επειδή ακριβώς δεν φτάνει στην απέναντι όχθη, προσφέρει τόσα διαφορετικά επίπεδα ανάγνωσης και μαζί διαφορετικά επίπεδα αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας. Συγχρόνως διαπιστώνω μια συνειδητή συνέπεια ανάμεσα στα δοκίμια για την ποίηση και στην ίδια την ποίησή του, μια αξιοθαύμαστη συμφωνία λόγου και έργου θα έλεγα. Κι επίσης μια σθεναρά αδιαπραγμάτευτη υπεράσπιση του αμετουσίωτου, αυτού που δεν υπόκειται στην ανατομία της κριτικής ούτε στην «εξουσία της γλώσσας» όταν «μάς μιλάει». Γιατί

«ανεξιχνίαστο μένει πάντα το υπαρκτό»,

«αυτό το μυστικό που ήσουν και ήμουν» .

 

Αν ποίηση είναι η άδηλη συνείδηση μιας πραγματικότητας που δεν μετουσιώνεται, αν είναι ένα ποτάμι φωνών που ξεγλιστράει από τη σκέψη μας καθώς πασχίζουμε ν’ αδράξουμε μια αστραπιαία λάμψη του, τότε ο ποιητής, σαν βασιλιάς χωρίς τον μύθο του, ζει κι αναπνέει σ’ ένα ακρότατο όριο ύπαρξης. Εκεί υφίσταται διαρκώς την αμφισημία της αντίληψής του, τη διχοστασία των τοπικών και χρονικών προσδιορισμών. Κι όταν η κατάσταση αυτή εντείνεται υπερβολικά, τότε ο ποιητής έχει ανάγκη μια άλλη γλώσσα για να μιλήσει. «Να μιλήσει μέσα και έξω από το ποίημα.  Όπως μέσα και έξω από τα πράγματα συντελείται κατ’ εξαίρεση η δική του αποξένωση»… Γιατί

«Κλειστό είναι το ανοιχτό βιβλίο που κρατάς.

Αλλιώς θ’ ανοίξει.

Και τότε είναι που θα διαβάσεις το κενό

– γιατί,  ποιο άνοιγμα χωρίς κενό;

Έτσι κι όταν ανοίγω την ψυχή μου.

Για το κενό του ανοίγματος και μόνο.

Όλα τ’ άλλα είναι γνωστά. Σαν «ανοιχτό»  βιβλίο». 

 

Ενθυμούμενοι πάντα έστω εκείνο το ελάχιστο:

«Την αμαρτία της δημιουργίας έτσι πληρώνουμε

που ό,τι δωρεάν μας δόθηκε

παλεύουμε να το κρατήσουμε για έργο δικό μας

– τί αντιζηλίες,  τί καυχήσεις,   τί φιλοδοξίες…

 Και τώρα ιδού. Τί μας ανήκει από τη δωρεά της τέχνης,

ποιό δικό μας, ποιό των άλλων;

Φύγετε οι παρηγορητές, οι τεχνοκρίτες και οι συντηρητές

και μην παιδεύεστε σε ανόσιες πράξεις

παίζοντας πάζλ με τα κομμάτια της ψυχής μας.

Δεν ξεδιαλέγονται, δεν ανορθούνται τα κατερραγμένα.

 Αντίγραφα και καρτ-ποστάλ θα μείνουμε.

Πάρτε όμως ένα θρύψαλό μας

 κρατήστε το   μ’ αυτό κρυφά να μας θυμάστε».

 

ΤΟΛΜΩΝΤΑΣ ΕΩΣ ΤΑ ΑΦΑΝΗ ΟΡΙΑ

(… ή ο Ποιητής χωρίς είδωλο…)

 Ο Βύρων Λεοντάρης δεν παρηγορεί τον αναγνώστη ούτε αναπαύεται και ο ίδιος στην ποίησή του. Η παραμυθία που χαρίζει η χάρη της ποίησης έχει δώσει τη θέση της σε μια δίκοπη λεπίδα που διαπερνά τόσο τον ίδιο τον ποιητή όσο και το ποίημα. Κι αυτή τη δίκοπη λεπίδα νιώθει κι ο αναγνώστης επίσης να τον ανατέμνει σε κάθε στίχο φτάνοντας έως τον σκοπό και το αποτέλεσμα του ποιήματος.

«Αλλά ποιός οιακίζει τον σκοπό και ποιος το αποτέλεσμα;»

Ιδού λοιπόν ο ποιητής αντικρίζοντας το όριο ανάμεσα στη ζωή και στην ποίηση χωρίς περιστροφές και άμυνες. Εκεί όπου η σκέψη και ο λόγος έλκονται στο κέντρο τους από τη δύναμη της βαρύτητας, αφήνοντας το ποίημα σαν το μοναδικό χνάρι αυτής της εσώτατης συντριβής. Λίγοι τολμούν ένα τέτοιο βάπτισμα πυρός, φέρνοντας στο φως την εικόνα τους χωρίς το είδωλό της. Οι περισσότεροι ενστικτωδώς αποφεύγουν τις επικίνδυνες εσωτερικές καταβάσεις και αποτολμούν τις ασφαλέστερες εξ αυτών (άλλωστε η εξωστρέφεια είναι και πιο επικοινωνιακή). Εκτός αν κάποιος είναι από τη φύση του εκστασιακός ποιητής οπότε

«δεν τίθεται έξω από το χάσμα που χαίνει στην καρδιά του συμβάντος. Γητεύεται από το αίσθημα ιλίγγου εμπρός στην άβυσσό του, ρουφιέται απ’ αυτήν, γίνεται ο ίδιος η άβυσσος.»

 

Όταν λοιπόν η ποίηση μπορεί να γίνει κι αυτή τρόμος και πόνος, τί μπορεί να προσφέρει σε ποιητές και αναγνώστες; Σ’ αυτήν την αγωνιώδη διαδρομή ανάμεσα στις Συμπληγάδες της ποιητικής πράξης, το πρόσωπο του ποιητή διασώζεται χωρίς την αντανάκλασή του σε κάποια ιδανική και γαλήνια επιφάνεια∙  χωρίς το είδωλό του.

 «Δεν ήθελα χρησμούς κι οράματα,

ζητούσα άλλο πια να μην παρασταίνεται το δράμα.

Να τελείται.

Να βγουν τα πρόσωπα από τη μορφή τους

να βγουν τα λόγια από τον ήχο τους

με σάρκα και οστά

να’ ρθουν να μ’ ανταμώσουν…

Και δεν ήρθαν.

Στο ψυχοχάρτι ήταν σβησμένο τ’ όνομά μου

Το φύλλο που έπεσε μπροστά μου…

Το σήκωσα και το ξανάδωσα στο δέντρο

Κι εκείνο δεν το πήρε»

Ίσως το πανίσχυρο τετελεσμένο που έχει απολιθωθεί απορροφώντας το τώρα και το ύστερα να είναι ακριβώς αυτό:

«όλα όσα δε θέλησα να πράξω κι έπραξα

όλα όσα δε θέλησα να γίνω κι έγινα»

ή το ανεξιχνίαστο ίζημα της ύπαρξης με το οποίο μάχεται η συνείδηση του κάθε ανθρώπου:

«όχι αυτό που ξέρω και δεν είμαι

μα αυτό που δεν το ξέρω κι είμαι»

Κι αυτό ακριβώς το τετελεσμένο που είναι η αστοχία μας ή η άγνοιά μας, κρυσταλλώνει στο κέντρο της ύπαρξης ένα οδυνηρό βίωμα∙ ένα βίωμα που απονευρώνει την ψυχή. Σαν ένα όριο να ορθώνεται ανάμεσα στο εν δυνάμει του προσώπου και στην πραγματικότητα, όριο αμετακίνητο, πανίσχυρο, τόσο ώστε να χάνει το νόημά της η αποφασιστικότητα ή η γενναιότητα ν’ αναμετρηθεί κανείς μαζί του…

 «Μοιράζεται το φταίξιμο στο πάρε-δώσε των ανθρώπων

μα η λύπη είναι του καθενός,

λύπη του άλλου∙

ο πόνος που δώσαμε πίσω δεν παίρνεται.»

Αυτή η λύπη και ο πόνος είναι ένα βίωμα διαρκές, επαναλαμβανόμενο, σαν μια φωτιά που πρέπει πάση θυσία να τιθασεύσουμε αφού

«Εάν η φωτιά πέσει σε λήθαργο

ή αν ξεφύγει από τα όρια

το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό…»

Πώς θα κατορθώσει αυτός που φθάνει μπροστά σ’ αυτόν τον τετελεσμένο, αμετακίνητο πόνο να προχωρήσει πέρα από εκεί; Πώς θα μπορέσει να ζυμωθεί μέσα από την αστοχία και την απώλεια χωρίς να καθηλωθεί ή να καταστραφεί; Να αποκτήσει δηλαδή μια τέτοια δυναμική αλλαγής εκ των έσω έτσι ώστε ούτε να ξεφύγει από τα όρια και να καταστραφεί ούτε να πέσει σε λήθαργο και να καθηλωθεί.

Δεμένοι στη ροή ενός χρόνου ανεπίστρεπτου πασχίζουμε να τιθασεύσουμε την ορμή της ζωής και μαζί τη φωτιά του πόνου που δώσαμε (η φωτιά του πόνου που πήραμε δεν τυραννά τη συνείδηση μιας και δεν συνοδεύεται από ενοχή). Κάποτε ίσως να αποκτούμε σοφία και πείρα, ωστόσο και τότε ακόμη δεν μπορούμε πια ν’ ανακαλέσουμε το χρόνο μας και να επαναλάβουμε διαφορετικά έστω και μια στιγμή της ζωής μας.

 

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ: 

βιογραφικό μιας μεγάλης ποιητικής διαδρομής:

Ο Βύρων Λεοντάρης (1932- 2014) γεννήθηκε στη Νιγρίτα της Μακεδονίας. Πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Σάμο, από όπου καταγόταν και το 1939 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1952-1956) και εργάστηκε ως δικηγόρος. Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε με την ποίηση, ενώ δημοσίευσε επίσης κριτικά δοκίμια. Πρωτοεμφανίστηκε το 1954 με την ποιητική συλλογή «Γενική αίσθηση». Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Κριτική», «Εφημερίδα των Ποιητών», «Επιθεώρηση Τέχνης» και άλλα. Το ποιητικό του έργο τοποθετείται στο χώρο της μεταπολεμικής ελληνικής ποιητικής γενιάς. Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, αγγλικά και τουρκικά.

Ανάμεσα στα έργα του, οι ποιητικοί κύκλοι: «Γενική αίσθηση» (1954), «Ορθοστασία» (1957), «Ομίχλη του μεσημεριού» (1959), «Ανασύνδεση» (1962), «Κρύπτη» (1982), «Εκ περάτων» (εκδ. Ύψιλον, 1986), «Εν γη αλμυρά» (εκ. Έρασμος, 1996), «Κείμενα για την ποίηση» (εκδ. «Νεφέλη», 2001), «Έως…» (εκδ. «Νεφέλη», 2003), «Ψυχοστασία» (εκδ. «Ύψιλον», 1983, 2006), «Μόνον δια της λύπης» (εκδ. «Έρασμος», 2006) και τα δοκίμια: «Η ποίηση της ήττας» (εκδ. Έρασμος, 1983), «Καβάφης ο έγκλειστος’ Δοκίμιο υπεράσπισης του ποιητή έναντι της ποίησης» (εκδ. «Έρασμος», 1985), «Δοκίμια για την ποίηση» (εκδ. «Έρασμος, 1985), «Γραφή και βιβλίο. Θεσσαλονίκη, Χειρόγραφα» (1990), «Κείμενα για την ποίηση» (εκδ. «Νεφέλη», 2001)…

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

ΜΕΣΑ Σ’ ΕΝΑ ΛΕΠΤΟ γαμ* ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΝΙΩΣΕΙΣ ΟΤΙ ΑΓΑΠΑΣ ΑΙΩΝΙΑ:

Τι είναι το ΓΑΜ.μυθιστορήματα του ενός λεπτού;
Είναι τότε που η λέξη γαμώτο τρώει μια τσεκουριά
και σπάει στα δύο  (ακριβώς όπως η λέξη γάμπα);
Η συγγραφέας, Κατερίνα Έσσλιν,  ευχαριστεί για την κατανόηση
και για το ότι δεν σκεφτήκατε τη λέξη γάμος στην ηλικία σας.
Παρακαλούμε, συνεχίστε την ανάγνωση κανονικά…
από τη σελίδα 57 του βιβλίου όπου υπάρχουν
κι άλλες εξηγήσεις για  τον… περίεργο αυτό τίτλο:
 Γαμ. μυθιστορήματα ενός λεπτού, εκδόσεις Απόπειρα 2012:
 «το τρίτο γράμμα από τρίτο γράμμα της αλφαβήτου
γίνεται πρώτο και τελευταίο   (α!  και ω!  μαζί)
και από αρχικό αγαπημένου ανδρικού ονόματος
μετατρέπεται σε προστακτική  βήτα ενικού
 ενός πολύ ωραίου ρήματος…».
Αλλά το παρόν βιβλίο της Κατερίνα Έσσλιν,
που κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο
φοράει κόκκινο κραγιόν,
δεν είναι για μια απλή ανάγνωση. 
Πρέπει,   μας λέει στην παραπάνω σελ. 57,
κλείνοντας το μάτι πονηρά,
να το αισθανθούμε παρά να το διαβάσουμε!..
 
 ΓΑΜ, λοιπόν, μια λέξη σε εκκρεμότητα.
Βάζει τον αναγνώστη στη διαδικασία
να συνδιαλλαγεί με το κείμενο και να συμπληρώσει
ό,τι λείπει με το μάτι   (ή τα υπόλοιπα αισθητήρια).
Όμως μη φανταστείς ότι επειδή ο τίτλος είναι μισός
κάνει και μισές δουλειές:
το βιβλίο έρχεται με «λυσάρι»,
καθώς εξοπλίζει με ποικίλα συναισθήματα τον αναγνώστη
(ώστε, όταν αποφασίσει μόνος του τι θα πει Γαμ.,
να πέσει μέσα).
Αλλά θα σας δώσω και κάποια hints:
Γαμ. μπορεί να σημαίνει γαμέτης
(αν ο άλλος ασχολείται με τη φυτολογία)
ή γάμος    (αν κάποιος θέλει να νοικοκυρευτεί)
ή να σημαίνει το άλλο, το ξέρετε ποιο,
(αν ο άλλος είναι ρομαντικός και θέλει να πάει να… «αγαπηθεί»)
ή να προέρχεται απλώς από το «και γαμώ».
 
Δεν θα μπορούσε να μη λέγεται έτσι αυτό το βιβλίο.
Πρώτον, έχει σχέση με όλα τα παραπάνω
(διαφόρων ειδών παντρέματα και αναπαραγωγές)
και δεύτερον σου δίνει μια συμβουλή:
τη στιγμή που πας να πεις «Γαμώτο»
να φροντίζεις η λέξη να τρώει μια αόρατη τσεκουριά
και να σπάει στη μέση.
 
Πιστεύω πως η ζωή ακόμη κι όταν είναι σκληρή σαν βράχος
 έχει αμέτρητα ωραία βοτσαλάκια γύρω - γύρω.
Σιγά μην κάτσουμε να χάνουμε τον χρόνο μας
λέγοντας συνέχεια   γαμώτο  και  γαμώτο!.
 
Επί της ουσίας, τώρα,  το ΓΑΜ. περιέχει 24 μυθιστορήματα του ενός λεπτού:
Η ΚΟΠΕΛΑ   που κρύβει κάτι απ’ το Όνειρό της στον υπνόσακο,
η ΒΡΟΧΗ   από σιλικονούχα ενθέματα και ροζ γόβες στιλέτο,
οι ΜΑΓΙΚΕΣ ΑΝΘΟΔΕΣΜΕΣ   της Ανθής – Φυτά-Δαρέμα,
η ΛΗΓΜΕΝΗ ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ   της Επανασύνδεσης και τελευταία ιστορία
Ο  ΥΠΟΛΟΙΠΟΣ,  που αποτελεί συνέχεια της ιστορίας
ΜΙΣΟΣ ΒΕΣΠΑ  από το ομότιτλο προηγούμενο βιβλίο,
που κι αυτό «Μυθιστορήματα του ενός Λεπτού» είχε…
 
 Ιστορίες της πόλης, δηλαδή, και όχι μόνο,
σουρεαλιστικές αλλά και βαθιά ανθρώπινες,
κυνικές αλλά και συγκινητικές,
 εκεί που το γλυκό συναντά το πικρό.
 
Με τη μοναδική γραφή της Κατερίνας Έσσλιν,
που παίζει με τη γλώσσα σαν τη γάτα με το ποντίκι
και σίγουρα παραμένει… γκρινιάρα γάτα,
 γιατί από την πρώτη κιόλας σελίδα παραπονιέται πως
«κάποιοι μετατρέπουν τις λέξεις της από μονοκατοικίες σε τριώροφα»!..
 
Γιατί όμως αυτή η εμμονή σε ιστορίες ενός λεπτού;
Ιδού η εξήγηση από την ίδια:
 Είναι πιστεύω πρόκληση να πετύχεις να κάνεις
τον αναγνώστη να νιώσει κάτι δυνατό,
να διαβάσει μόλις 3-4 σελίδες και να του φάνηκε
σαν να διάβασε μυθιστόρημα.
 
Στο ΓΑΜ οι άνθρωποι παντρεύονται σε ένα λεπτό,
μεγαλώνουν σε ένα λεπτό,    γεννάνε σε ένα λεπτό,
αλλάζουν ζωή σε ένα λεπτό.
 
Επί της ουσίας, η εμμονή στο λεπτό έχει να κάνει
με τη σκέψη μου ότι η ποιότητα ενός συναισθήματος
δεν σχετίζεται με το πόσο διαρκεί.
Προσωπικά νομίζω πως μέσα σε ένα λεπτό
μπορείς να νιώσεις λες και αγαπάς χρόνια.
 
Ακολουθούν κι άλλα αποσπάσματα από μια συνέντευξη της συγγραφέως  και φυσικά, για να πάρουμε μια γεύση,
 «ΜΕΤΡΩ»,   μια ιστορία από το βιβλίο
όπου η γυναίκα   «που καθόταν
στην απέναντι θέση από μένα στο μετρό
φορούσε ένα αδιάφορο φόρεμα σ’ ένα χρώμα
που δεν ήξερα καν ότι υπάρχει και…
τίποτα σ’ αυτό το φόρεμα δεν είχε ήχο,
τίποτα δεν φώναζε βγάλε με τώρα… ART by…………)






α] ΛΙΓΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ της Κατερίνας ‘Εσσλιν για το βιβλίο της ΓΑΜ*
ΒΙΟΣ και ΠΟΛΙΤΕΙΑ: Δυναμική, πάλλουσα, πυκνή, σύγχρονη. Η Κατερίνα Έσσλιν μπορεί να είναι καινούργια στον χώρο της λογοτεχνίας, η γραφή της όμως ξεχωρίζει. Στον χώρο της λογοτεχνίας μπήκε το 2011 με το βιβλίο Ο ΜΙΣΟΣ ΒΕΣΠΑ, μυθιστορήματα του ενός λεπτού. Το 2012, το δεύτερο βιβλίο της με τίτλο ΓΑΜ.υθιστορήματα του ενός λεπτού   ήταν υποψήφιο στην κατηγορία καλύτερη συλλογή διηγημάτων της χρονιάς των λογοτεχνικών βραβείων του «Αναγνώστη». Το τρίτο της βιβλίο έχει τίτλο 32 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ   και περιεχόμενο… «ιστορίες που λάμπουν σαν φωτάκια νυκτός, αθωώνοντας το σκοτάδι».
«Για μένα δεν χρειάζεται να ξέρουν απαραίτητα κάτι κι αυτό φροντίζω να το κάνω σαφές και στα βιογραφικά μου σημειώματα όπου ως πληροφορίες-σταθμό αναφέρω αοριστίες, επί παραδείγματι ότι δεν γνωρίζω λέξη φλαμανδικά, ότι δεν έχω δει ποτέ ελέφαντα, ότι δεν έχω πάει ποτέ στο Βερολίνο ή ότι δεν έχω αγοράσει ποτέ κάτι από τον φούρνο εδώ πιο πάνω. Για κάθε ήρωά μου, αφού διαβάσουν τα βιβλία μου, θέλω να λένε «Α, τον ξέρω αυτόν». Κάθε χαρακτήρας βιβλίου για μένα πρέπει να είναι γραμμένος σαν υπαρκτό πρόσωπο που σε μισή ώρα από τώρα θα σε πάρει τηλέφωνο…»

ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΜΣΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:
Θεωρείς ότι η πολύχρονη επαγγελματική εμπειρία σου στη διαφήμιση σε έχει επηρεάσει ως προς τις περιεκτικές, αποτελεσματικές και έξυπνες ατάκες ή και λογοπαίγνια που συχνά χρησιμοποιείς στις ιστορίες σου;
Αν με ρωτούσατε γιατί κάνω διαφήμιση θα σας απαντούσα γιατί μπορώ. Αν με ρωτούσατε γιατί γράφω θα σας απαντούσα γιατί δεν μπορώ αλλιώς. Δεν ξέρω αν η γραφή μου έχει επηρεαστεί από τη διαφήμιση, αλλά δεν το νομίζω (αν κρίνω από το ότι η γραφή μου ήταν και “από πριν” έτσι, και μάλλον έτυχε να “κουμπώνει” με το επάγγελμα αυτό). Δεν το αποκλείω βεβαίως, γιατί στο τέλος άντε να διαχωρίσεις τον σούπερμαν από τον Κλαρκ Κεντ. Το μόνο που με βεβαιότητα μπορώ να πω είναι ότι όταν γράφω λογοτεχνία νιώθω σαν να αναπνέω κι όταν γράφω διαφημιστικά νιώθω σαν να κρατάω την αναπνοή μου (και ομολογώ μου αρέσουν και τα δύο, με “γυμνάζουν”).
Η βασική ομοιότητα, η πρόκληση έντονου συναισθήματος σε μικρό χρονικό διάστημα και με πρωτότυπο τρόπο, είναι και λίγο οφθαλμαπάτη πάντως, μια και συνοδεύεται από μια μεγάλου χάσματος ειδοποιό διαφορά: στα διαφημιστικά σποτάκια συνήθως θες να αιφνιδιάσεις και πάντα πουλάς λύσεις, τσιρότα. Στα βιβλία μου δεν έχω σκοπό να αιφνιδιάσω πάση θυσία ή να πουλήσω λύσεις γιατί αυτό μπορεί να εντυπωσιάσει φτηνά και ίσως να αποξενώσει – δεν είναι αληθινό. Στην αληθινή ζωή συνήθως τα τσιρότα τραβιούνται απότομα και συχνά πριν κλείσει η πληγή.

Ρομαντισμός και κυνισμός συμβαδίζουν μέσα σου, όπως και στο έργο σου; Αυτό τον καιρό υπερισχύει κάτι απ' τα δυο; Ή κάτι άλλο; Όλοι ας πούμε δηλώνουν θυμωμένοι…
Στην προσωπική μου ζωή είμαι πολύ ρομαντική και ταυτόχρονα μπορεί να τραβήξω με βία το χαλί κάτω από τα πόδια του ροζ χρώματος. Το έχω αποδεχτεί πια και δεν θυμώνω: για κάθε υπόγειο η ζωή σού επιφυλάσσει ένα ρετιρέ. Στη συναισθηματική μου αποθήκη, η κούτα με τα κοντομάνικα δάκρυα έχει και μακρυμάνικα γέλια. Αλλά τι να κάνουμε; Δεν γίνεται να έχουμε μονίμως φτερά – και τα κομμένα πόδια χρήσιμα είναι, το παν είναι η ψυχραιμία: δεν γίνεται να απαιτείς να έχει συνέχεια ήλιο γιατί το φεγγάρι τι θ’ απογίνει στο τέλος (κυριολεκτικά) της ημέρας; Θα βγει στη σύνταξη; Ρομαντισμός και κυνισμός μόνο να συνυπάρξουν λοιπόν μπορούν μέσα μου– και μάλιστα στη ίδια πρίζα. Τον θυμό τον θεωρώ ιδιαίτερα χρονοβόρο συναίσθημα και πραγματικά δεν έχω καθόλου χρόνο να κλαίω πάνω από το σπασμένο ποτήρι με το χυμένο νερό, προτιμώ να καταναλώσω την όποια ενέργειά μου για να πάω στη βρύση (κι αν έχει χαλάσει να την επισκευάσω, κι αν δεν επισκευάζεται να τη φανταστώ).

Τι είναι αυτό που σε ωθεί και σε κρατά στη συγγραφή και ποιά τα μελλοντικά σου σχέδια;
Η γραφή έχει ποινή – αλλά ευτυχώς η φυλακή της είναι στα σύννεφα. Εκεί δεν μου βάζει κανείς πρόστιμο αν φέρ’ ειπείν γράψω μια ιστορία όπου η θάλασσα βρίσκεται κάθετα μέσα στο σπίτι σου, σαν ταπετσαρία πίσω από τους καναπέδες, ή αν γράψω για δυο ανθρώπους που κάνουν μαζί παιδί λίγα λεπτά μετά τη γνωριμία τους. Αυτό με κρατά στη συγγραφή: το ότι δεν με κρατάει τίποτα απ’ το λαιμό, αυτή η αίσθηση ότι ο δεσμοφύλακας είναι το σύννεφο. Αλλά και το άλλο: αυτό που το κείμενο είναι γραμμένο ήδη χωρίς να το ξέρεις κι εσύ το υπαγορεύεις στον εαυτό σου. Στα μελλοντικά μου σχέδια είναι ένα τρίτο βιβλίο (το εγκυμονώ), ενώ ετοιμάζω και διάφορα θεατρικά κείμενα με στόχο να ανέβει μια “συλλογή από παραστάσεις του ενός λεπτού”, όπως θα τις λέω.

Μετρώ

(μια ιστορία από το βιβλίο Γαμ. υθιστορήματα του ενός λεπτού της Κατερίνας Έσσλιν 2012)

Τίποτα σ’ αυτή τη γυναίκα, που κάθεται στην απέναντι θέση από μένα στο μετρό, δεν μου εξηγεί κάτι, τίποτα απολύτως – ούτε καν τα μάτια της. Τίποτα στα μάτια αυτής της γυναίκας δεν μαρτυρά εικόνες που να μου δίνουν να καταλάβω γιατί. Φοράει ένα αδιάφορο ραντέ φόρεμα σ’ ένα χρώμα που δεν ήξερα καν ότι υπάρχει, κι ακόμα δεν ξέρω πώς λέγεται αυτό το χρώμα. Ίσως γκρενά. Η τσέπη του είναι ελαφρώς ξηλωμένη κι έχει έναν σχεδόν αόρατο λεκέ κοντά στο στρίφωμα, που ίσως και να τον κατασκευάζουν τα μάτια μου. (Τίποτα σ’ αυτό το φόρεμα δεν έχει ήχο, τίποτα δεν φωνάζει βγάλε με τώρα)

Το βλέμμα της είναι βαρύ, και κάπως σαν να έχει κι αυτό στρίφωμα, μάλιστα ελαφρώς κοντό, κάποια ξέφτια εξέχουν απ’ τα μάτια της, λίγο μπλε πάει να στάξει –αλλά τίποτα. Η μύτη της δεν ανοίγει κανένα διάλογο με τα γούστα μου: είναι άκομψη, άνιση και με ελαφρύ ύβο. Δεν διακρίνεται καμία λαχταριστή μυρωδιά από καλομαγειρεμένο φαγητό μέσα στο συρμό, τίποτα σ’ αυτή τη μύτη δεν μαρτυρά αν η γυναίκα ξέει να περιποιείται έναν άνδρα, ένα σπίτι, ένα παιδί.

Στα χέρια της κρατάει μια γυναικεία τσάντα που τη βλέπω σαν κανονική γυναικεία τσάντα μόνο και μόνο για να μην την προσβάλω, ενώ είναι απλώς μια σακούλα συνοικιακού σουπερμάρκετ μέσα από την οποία διακρίνεται ένα πακέτο χαρτοπετσέτες (ίσως με γαλάζια λουλουδάκια). Τίποτε σ’ αυτές τις χαρτοπετσέτες δεν μου εξηγεί γιατί δεν θέλω να προσβάλω αυτήν τη γυναίκα.

Τα χέρια της γυναίκας μοιάζουν σαν να τα ’χει ξεχάσει σπίτι. Δεν υπόσχονται τίποτα. Τα δάχτυλά της δεν είναι δάχτυλα γυναίκας που ξέρει να καθησυχάζει. Τίποτα σ’ αυτά τα δάχτυλα που κρατάνε αυτή τη σακούλα που περιέχει αυτές τις χαρτοπετσέτες δεν εξηγεί γιατί θέλω να λύσω το (ίσως γκρενά) ραντάκι, ν’ αγγίξω τη μεταχειρισμένη σιωπή του. Η γυναίκα έχει τα μαλλιά της πιασμένα κοτσίδα. Μερικές τούφες κολλάνε στο ιδρωμένο της μέτωπο, μοιάζει άλουστη από προχθές, η μυρωδιά πικραμύγδαλου προέρχεται από το σαμπουάν κάποιας άλλης που κατέβηκε στην αμέσως προηγούμενη στάση και ίσως ήταν άνδρας, δεν πρόσεξα τίποτα (τίποτα στα μαλλιά αυτής της γυναίκας δεν δίνει μια ικανοποιητική εξήγηση στο γιατί δεν προσέχω ποιος κατεβαίνει, ποιος ανεβαίνει, πόσες στάσεις έχουν περάσει, αν δίπλα μου κάθεται ή δεν κάθεται κάποιος, τίποτα σ’ αυτά τα μαλλιά δεν με κάνει να καταλάβω γιατί οραματίζομαι πως, αν λούσω τη γυναίκα που κάθεται απέναντί μου στο μετρό, θα νιώσω σαν να γυρίζω στο σπίτι μου μετά από χρόνια).

Τα χείλη της γυναίκας είναι άβαφα, δεν είναι ούτε ροζ ούτε κόκκινα ούτε ροδιά ούτε απαλά ούτε κατά διάνοια μισάνοιχτα. Τίποτα σ’ αυτά τα χείλη δεν μου εξηγεί γιατί θα ήθελα ο γιος που θα κάνω ν’ αποκαλέσει κάποτε μαμά αυτή τη γυναίκα, να παρηγορηθεί στην αγκαλιά της (Οι ώμοι της είναι στενοί. Τίποτα πάνω τους δεν μαρτυρά ότι η γυναίκα ξέρει ν’ αγκαλιάζει το γιο μου ή την απογοήτευση που μου δίνει η δουλειά μου).

Χτυπάει το κινητό της. Η γυναίκα απαντάει χωρίς χρώματα, λέει ναι, ναι, ναι, όχι, ναι – και το κλείνει χωρίς γεια. Τίποτα στο ναι ή στο όχι της δεν μου εξηγεί γιατί ποθώ τη μονολεκτική της απόσταση, τίποτα απολύτως δεν μου εξηγεί γιατί στον ώμο αυτής της γυναίκας που απαντάει ναι, ναι, ναι, όχι, ναι, είναι γερμένος στοργικά ένας άνδρας που αφότου άρχισα να μετράω έχει διακόψει ανεξήγητα το διάβασμά του δύο φορές για να πει σ’ αυτή τη γυναίκα σ’ αγαπώ.

Όλα τα σ’ αγαπώ που το στόμα αυτού του άνδρα πυροβόλησε πάνω μου μου εξηγούν πώς ακριβώς να ζυγίσω τις στάσεις της ζωής μου μέχρι σήμερα, πριν κατέβω στη σωστή.

[ήταν ένα από τα είκοσι τέσσερα «μυθιστορήματα του ενός λεπτού» που συμφιλιώνουν τη γλυκά της ζάχαρης με το ξινό του λεμονιού, από το βιβλίο της Κατερίνας Έσσλιν ΓΑΜ.υθιστορήματα ενός λεπτού, εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2012]

 

ΠΑΝΩ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΑΝΕΒΑΣΕΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΝΑ ΔΑΚΡΥΑ ΣΤΟ ΠΑΤΑΡΙ…

(… άρχισε πάλι να ψιχαλίζει τ’ όνομά σου!.. Το μισό αλφάβητο πλημμυρίσαμε…)

Έχει γεμίσει το υπόγειο με ωμέγα, θα πνιγούμε χωρίς άλφα. Με είδες κι εσύ στο όνειρό μου χτες; Βάλε επιτέλους ένα ζακετάκι στον έρωτα σου είπα. Κάνει ρεύμα -δεν ακούς που φταρνίζεται; Μετά άρχισα να τσακώνομαι με τη μοναξιά σου. Λουζόταν με μπετόν η χαζή. Δεν καταλαβαίνω, είπα. Θες να γιατρέψεις τα δάχτυλά σου πάνω στο δέρμα μου; Οι ανοργάνωτοι εμπρησμοί σου στο σώμα μου έχουν αρχίσει να λήγουν. (Την πυρκαγιά δηλαδή εσύ εκεί στο υπόγειο δεν την βλέπεις που καίει συνέχεια; Θα φτάσει στον πρώτο όροφο και θα τη δουν όλοι στο τέλος. Δυο χρόνια έχεις να φωνάξεις την πυροσβεστική) Μόνο να διχάζεις τις τελείες μου ξέρεις -και να μ αφήνεις να ξυπνάω αγκαλιά με το σπασμένο σου ποδηλατάκι (λες κι αν ενηλικιωθούμε θα πεθάνουμε)…. Όποιο σώμα κι αν δοκιμάσω εκτός από το δικό σου, μου πέφτει φαρδύ.
[Κατερίνας Έσσλιν, Ο Πεζός λόγος στην Ποίηση]