(…κάτοικος είμαι του μηδενός…)
Από ένα σύμπαν
που ράγισε πετάχτηκε η γυναίκα.
Από το πόδι του
αντρός της από τα δάκρυα του ποδιού του.
Τώρα πλέκει
ερωτήματα: Το άπειρο με περιέχει;
(Από το γόνατό
του τρεφόμουν·
από την τρύπα
αυτή του γαλαξία)
Εγώ ειμί η Λόγος
στη σαγήνη στο μέσα του καρπού
αποσπασμένη επιστρέφω στην
καταγωγή·
εκεί με είχαν
ονομάσει η δοτικότητα!..
Εγώ ειμί η φως
πάνω απ’ τον
φθαρτό μου πυθμένα έπλεα
-έφευγαν τ’ άστρα τα σπίτια μου.
(Κάτοικος είμαι του μηδενός για να κλέβω μάτια)
Να φορέσω τον
κλέφτη μάτι που με σύλησε.
Αχ μάτι - μάτι
μου - κλέφτες ματιών είμαστε
γι’ αυτό
λυπημένοι.
Σαν τις λαμπάδες
των γέρων τρέμουν τα λόγια μου,
κεράκια μυστικά στου
έρωτός μου την καρδιά.
Εγώ ειμί η
νυμφίος
Χαίρεται εις το
όνομα της δοτικότητας.
Αλλά πιο κάτω
στα πικρά λιβάδια αντηχεί
ο έρως των
σωμάτων.
Γι’ αυτό θα το πω
να μοιάζει μ’ εκείνο
που έλεγε ο
ποιητής και τ’ αγαπήσαμε –κάποτε:
Έλα λοιπόν
Παναγιώτη Πανά Παναγιώ – αχ έλα - έλα.
Στις αψίδες σου
στέκομαι – ονειροβατώ -
Παναγιώτη φιλί
μου Πα - των μυρίων αναπνοών
Πανα - γιώτη της
μυρωδιάς πούπουλο Πανα - γιώ-
(φεγγαράκι τι
λες πως μου χάρισες τον Παναγιώτη)
είσαι ο τρύγος
της κάθε μέρας στόμα που με μιλάς
Πανα- σαν χαλίκι
στην άβυσσο στην υπομονή
Παναγιώτη ο
αίγαγρος από αίματα να πιαστώ
να χορεύω στο
τρίχωμα του παν -
τός Παναγιώτη αχ
στο μάτι σου μη
με φοράς αγάπη μου
(Νύχτα στο βάραθρο
των ουρανίων πηγών
γευόμουν ένα
κορμί από ροδάκινο.)
Κλέβει την
ομιλία ο άντρας η γυναίκα πεινάει
σαρκοφάγος των
ξένων ονείρων.
Αλλά τώρα με
διάλεξε
το μήλο κυλά
κατρακυλά
κατέβηκε το
πράγμα χαμηλά.
Εδώ στο στόμα
πιάνεται η αυγή (η σιγή υπομένει)
κι απ’ τη μιλιά μου γεννώ τα
παιδιά μου
(Λέει η γυναίκα:
Στην πιο καλή μου βρύση πως στομώνω
κι η σταγόνα του
τίποτε γλιστρά)
Εγώ ειμί η Λόγος
–
προϋπήρξα αλαβάστρινο
αυτί στην περισυλλογή.
Τώρα τρέχουν τα
σωθικά μου σα γατιά που σκούζουν
τρέχουνε τα
λογάκια μου σαν ποντικοί.
(Ά -πει-ρο ά-πει-ρο τι εστί; )
Μες τα νερά - φιλιά του
μου ’παιρνε τη
μιλιά ο Παναγιώτης,
στο σπιτάκι της
γλώσσας άδειαζα τη γλώσσα –
να χορεύω να
φεύγω να χορεύω να μένω
(στο χορό σου θα
γίνω χορευτής του απείρου;)
Πάρε λοιπόν το πιο καλό μου μήλο:
Ένας Παράδεισος σαν μαύρο γάλα
κι η Κόλαση
στρογγυλή.
Δαγκώνεις
δαγκώνω.
[Η ΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΑ
από τη συλλογή της Κλεοπάτρας Λυμπέρη
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ
ΣΦΑΙΡΩΝ εκδόσεις Άγρα 2007:
Όταν η γλώσσα με
πολλούς ελιγμούς
μαζεύει απ' τους
φτωχούς ο, τι έχει περισσέψει,
εκεί θα βρεις τη
μουσική των σφαιρών.
Είναι παιδάκι
του κόσμου αυτή η μουσική
-όπως ακριβώς τα
πουλιά είναι σύμβολα μαθηματικά με φτερά –
και άλλα
ενδεικτικά αποσπάσματα από την ίδια συλλογή
και ενδιάμεσα αποσπάσματα
από κριτική του Αλέξη Ζήρα για την εν λόγω συλλογή
Η φωτογραφία με το μήλο είναι του Παν. Παπαθεοδωρόπουλου)
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ
ΛΥΜΠΕΡΗ, ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΠΟΥ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΑΚΙΝΗΣΙΑ:
Αν προσέξουμε την ως τώρα διαδρομή της Κλεοπάτρας
Λυμπέρη, το πρώτο που μας έρχεται στον νου είναι ότι πρόκειται για μια ποιήτρια
που αρνείται την ακινησία, την παγίωση του λόγου και της μορφολογίας του.
Μάλιστα σε τούτο κυριολεκτώ, στο ζήτημα δηλαδή της εγγενούς, της υπαρξιακής
αδυναμίας να αφήσει τη φωνή της να κρατηθεί σε κάποιο σχήμα, έτσι ώστε να γίνει
ευκρινές το στίγμα της. Το αεικίνητο υπάρχει ως απόφαση και διάθεση, ακόμα και
από τις πρώτες συλλογές της. Ο αισθησιασμός και η εκπληκτική ερωτική πλησμονή
εξαλλάσσονταν απότομα σ’ ένα αίσθημα άγριας, επηρμένης και ενίοτε θριαμβευτικής
μοναξιάς, κατά τρόπο που να αντιλαμβανόμαστε ότι για την ποιήτρια δεν υπάρχει
αντίφαση μεταξύ λάμψης και σκοταδιού, αρχής και τέλους, πόνου, θλίψης και
χαράς. «Ωσάν πανί φουσκώνει στους αρμούς ο έρωτας / ώσπου να πληρωθεί το σώμα
με την ύλη του θανάτου». Δηλαδή, το ένα στοιχείο προϋποθέτει αλλά και
διαδέχεται το άλλο, το ζωοποιό περνάει στο φθοροποιό, ή αντίστροφα, σε μια κυκλική ή παλίνδρομη
φορά, η οποία όπως θα δούμε στα επόμενα βιβλία της Λυμπέρη επανέρχεται και
μάλιστα ενισχυμένη. Και όντως στο αφήγημα Φλάουερ ή στα ποιήματα της Μουσικής
των Σφαιρών, πίσω από τη φαινομενική μορφική αναρχία και τον διαμελισμό της
γλώσσας, γίνεται αντιληπτή η πολυσπερμία της ανθρώπινης καθολικότητας, όχι μόνο
του αισθήματος, αλλά και της γνώσης που αποκτά ο άνθρωπος από την μοναδική
εμπειρία του υπάρχειν.
Αναμφισβήτητα η
μετακίνηση της ποιητικής τέχνης της προς μια, όσο γίνεται πιο πολυεπίπεδη
σύλληψη του κόσμου, με έμμεση ή άμεση αναγωγή στη στοχαστική διαχρονική παράδοση
των ποιητών που ήταν φιλόσοφοι-μύστες (από τον Παρμενίδη και τον Ηράκλειτο ως
τον Βούδα, τους Γνωστικούς και τον Νίτσε) έγινε μέσα από τον επίμονο διάλογο
που ανέπτυξε τα τελευταία χρόνια κυρίως με τους έλληνες λυρικούς του
μεταφυσικού βιώματος. Υπαινίσσομαι εδώ τους εκκοσμικευμένους λυρικούς μας, που
κακώς τους έχουν συνδέσει ορισμένοι με τον ευρωπαϊκό ιδεαλισμό: τον Τάκη
Παπατσώνη, τη Ζωή Καρέλλη, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Δημήτρη Παπαδίτσα και
οπωσδήποτε τον Νίκο Καρούζο, το έργο και η ανθρώπινη παρουσία του οποίου
υπήρξαν σταθμός στη διάπλαση της Λυμπέρη. Οι αναφορές συγκλίνουν: «Και ιδού με
χίλιους σπάγκους/ δεμένος αιωρείται ο Ηράκλειτος/ στην άχρωμη αποκριά της
λογικής» λέει ο Καρούζος στις «Επιδεινώσεις του αόρατου», στα Πενθήματα (1969).
«Όταν το ποίημα έλκει την ετερότητα / γίνεται φίδι. Τυλίγεται σιγά σιγά στο
σώμα. Το σώμα τρώει και πίνει /από το φίδι του» απαντά η Λυμπέρη στέλνοντάς μας συνειρμικά τη γνωστή
απεικόνιση του ουροβόρου όφεως
(απόσπασμα από την κριτική του Αλέξη Ζήρα για τη Μουσική
των Σφαιρών της Κλεοπάτρας Λυμπέρη)
ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ ΜΟΥ
διότι σε κάθε ναυμαχία
αυτό που μένει είναι η κίνηση
των νερών ενώ εγώ ήθελα να
διαρκέσω στον πόθο
κρατημένη απ’ την πρώρα κι
ας μ έκοβες με τα χέρια
κι ας μ έκοβες με τα
δόντια κι ας μ έκοβες.
Εκεί στα κλάματα βρήκε
μια περιοχή με
παλιοσίδερα.
Τότε ο θάνατος έλαβε σώμα
και της μίλησε:
Μονάχα το λίγο λιγοστεύει.
Από τόσο μικρή αγάπη
βγαίνει ένας κυνηγός
όποιο πουλί σκοτώνει
δεν τ’ αγγίζει.
Με ποια λέξη λοιπόν τον
καλείς; Kι από ποιες γλώσσες
κι από ποια φτιάχνεις το
σώμα οστά; Και ποια σε
φτιάχνουν αλλιώς; Με ποιο όμικρον κάνεις στρογγυλό
τον πόθο, με ποιο ζώο
κουλουριάζεσαι γύρω στο
ζώο; Να περνάει ο επιτάφιος στις στοές του λαιμού
με σπασίματα πιάτων να
χάνονται οι λέξεις
ώσπου το έαρ να πηδήσει
μέσα στον πεθαμένο.
Σε λέξεις που τις βάρυνε
το περιττό φυσάει μέσα τους
σαράκι. Πιο μέσα φυσάει ένας κριτής. Σου
μιλάει από στήθους· δεν
έχεις ζυγαριά να τον ζυγί-
σεις. Στις άλλες λέξεις, αυτές που στέκονται
στα κόκαλά τους, βρίσκεις
από κάτω μια νωθρή
θρησκεία. Περνούν τα εξαπτέρυγα κι απ’ το
φρενάρισμα του νου
πετιέται μαύρο ράσο.
Φόβος: όλα παίζονται σε μιαν αντιστροφή
να είσαι ο άλλος ή αυτός να είναι εσύ;
Νόσος: νοσούν οι νεοσσοί θα πει
έχουν μαμά ελαττωματική.
(Χάνεται διαρκώς ο
πνιγμένος κι οι άλλοι που
φέρνουν το σπόρο μιας
γνώσης, δηλαδή, τι
φτουράει ένα λάμδα μπροστά
σε φιλί)
Ο όφις έλεγε: από λέξη σε λέξη η φύση αλληθωρίζει.
Τι απαλό το σάλπισμα και
πως χαϊδεύει το
αυτί, πώς διασχίζει
τραύματα ξεριζώνοντας άφωτο
από τον αφαλό της –τη μάνα
της την προγιαγιά της
τη γυναίκα του Διονύσιου
Σολωμού.
Γυρίζει τριγυρίζει η τρελή
μες τον τρελό
παράδεισο, γυρίζει
τριγυρίζει μες στο σ’ αγαπώ
πολλά ονόματα του έλεγε
απ’ τις αισθήσεις
κατεβαίνοντας σαν ασανσέρ
Μητέρα σεις είστε ο όφις σ
αυτή την άνοιξη
και ό,τι ρέει από μένα ο,τι φτάνει
στο σκοπό μου, επιστρέφει
στο δικό σας τόπο
στη φωνή μου τρίζει ο
κρεμασμένος, στην
κοιλιά σου το σχοινί
αγαλλιάζει φριχτά.
Κι από το άλλο, εκείνο που
το λένε ματαιότητα
παίρνω το νέο μου μάτι,
δηλαδή, το παλιό
που φόραγα τότε στα
παιδικά μου:
Το λιβάδι βόσκει μες στ’ αρνί
καθόλου δεν με νοιάζει
για το μωρό που βελάζει
ή
για το λύκο που έφαγε τ’ αρνί
που έφαγε το μωρό
που έφαγε τη μάνα του
πριν γεννηθεί.
Το μάτι είναι ο θυρωρός·
μπαίνει στην κόψη από
την όψη. Ύστερα βγαίνει με
βαριά καλάθια
φρούτα και σφάγια που στο
τέλος σαπίζουν όταν
μείνουν για πολύ στον ίδιο
καιρό.
Ο πατέρας μου έλεγε: Εκείνο που μοιάζει
με ό,τι φοβάσαι, το
φοβάσαι γιατί σου μοιάζει·
αλλά εσύ κοιτάζεις αλλού
κι αχρηστεύεις την όραση.
Αυτό που δεν βλέπεις
υπάρχει; Aυτό που δεν είσαι
σε βλέπει; Η μητέρα σου ήθελε να είναι πατέρας
κι έβαζε το κεφάλι της στο
μαξιλάρι μου.
Με ποια λέξη λοιπόν τον
καλείς; Με ποιο βέλασμα
γίνεσαι κάμπος; Mε ποια βρύση του στάζεις
κοριτσάκια στα μάτια, τι
σάβανα πετάς
και πέφτει σαν μήλο ή σαν
πρόβατο;
(Ο εραστής: Άσε με να σε καταστρέφω για να
σε κατέχω στην καταστροφή
κι απ’ τα κομμάτια σου
να στέλνω τα σκυλιά μου.
Κρύβεις για να κρύβεσαι
στα κρυμμένα· ψυχή που δίχως το χαμό της μυρίζει
σαν πράγμα, ώσπου το
πένθος να την κάνει
μέσα στον άλλον άλλο.)
Μπαίνω και μπαίνεις. Ν ανάψουν οστά.
Να βρω στο σάλιο μου
πετρώματα ορυκτά του
τρόμου που τα φοράει ο
νεκροθάφτης
κατάσαρκα για ζεστασιά -
εννοώ
από τις φτέρες σου ως την
εξώθυρα της
ομιλίας κάτι πλαγιάζεις
μέσα στη φωνή.
Όταν το ποίημα έλκει την
ετερότητα
γίνεται φίδι. Τυλίγεται
σιγά-σιγά
στο σώμα. Το σώμα τρώει
και πίνει
από το φίδι του.
Αναρωτιέμαι
το φύλο γυναίκα θ απαλλαγεί ποτέ
από
το σώμα; ( O – χι;)
(από τη συλλογή της Κλεοπάτρας Λυμπέρη Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ
ΣΦΑΙΡΩΝ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 2007)
ΣΑΝ
ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΑΙΩΡΕΙΣΑΙ, ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ:
Νομίζω ότι στη ΜΟΥΣΙΚΗ
ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ η Λυμπέρη συνεχίζει πάνω
στο μοτίβο της ψηλάφησης του ερωτικού άλλου, το οποίο υπάρχει ασφαλώς και σε
προηγούμενα βιβλία της, αλλά όχι με εκείνη την κατακτητική βουλιμία και ένταση
που θυμίζει ο στίχος
«ποια ζώα να πνίξει
η γλώσσα για να γίνει γυναίκα;».
Η επιθυμία υπάρχει πάντοτε («Φεύγεις αλλά η πλάτη σου ξαναγυρίζει σε μένα»), αλλά ήδη η διαφορά είναι αλλού:
στο ότι χωρίς να αφήσει τις θεωρητικές συλλήψεις για τον
χρόνο, τη μουσική, το άνοιγμα προς τον κόσμο, να κάνουν τη γλώσσα της ψυχρή και
αφηρημένη, η Λυμπέρη έφτασε σε ένα σημείο να συνθέτει τη δική της ποιητική. Και
πάλι ριψοκινδυνεύοντας, γιατί επιχειρεί κάτι πραγματικά δύσκολο: Προσπαθεί με
μια συνειδητά αποδιοργανωμένη στιχουργική να απεικονίσει τις πιο παθητικές και
μυστικές ενοράσεις της:
«Σαν
αντίγραφο της ιδέας / αιωρείσαι / δεν είσαι.»
Όλο το βιβλίο
είναι τελικά μια μουσική ή μια δραματουργική σύνθεση, ένα, ας πούμε, πολυφωνικό
ορατόριο, με προοίμιο, ενδιάμεσες σκηνές και έξοδο, ένας οίκος αρμονίας,
καμωμένος με εικόνες, φράσεις, συνηχήσεις, επιφωνήματα, ερωτήματα, συνειρμούς
και άλλα, που εν πολλοίς στα μάτια μας φαίνονται – και όχι αδίκως– σαν αδέσποτα
και παράταιρα υλικά. Κάτι σαν ταξίδια σε
ένα πολύχρωμα αλλά και άναρχο σύμπαν. Η αινιγματική φύση αυτού του υλικού, που
κατά τα άλλα είναι διαθέσιμο στον καθένα μας, αφού αποτελείται από ψηφίδες
λέξεων και φράσεων που τις μιλήσαμε και τις θελήσαμε όλοι μας, με τον ένα ή με
τον άλλον τρόπο, το αίνιγμα, λοιπόν, και η μαγεία αυτού του υλικού βρίσκονται
στον τρόπο σύνθεσής του, στο πώς συσσωματώνονται τα παράταιρα. Εδώ πιστεύω πως
φωλιάζει και η μοναδικότητα της ποιητικής φωνής της Λυμπέρη, στο ότι
μεταμορφώνει προσφυώς σε παραμυθητική και γαληνευτική εικόνα την διαδοχή του
χρόνου:
«O παππούς μου έχτιζε τον τοίχο
του σπιτιού
πάνω
στην κούνια του πατέρα μου
κινούσε
το χέρι (ευλογούσε;)
ή
μήπως άφηνε λόγια στα θεμέλια
να
κόβουν τα παιδιά του και να τρώνε.»
(απόσπασμα από την κριτική του Αλέξη Ζήρα για τη Μουσική
των Σφαιρών της Κλεοπάτρας Λυμπέρη)
ΔΙΕΡΩΤΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΘΟΜΑΙ ΑΕΡΓΗ
Ti είναι ο
έρως; Σάλπιγξ η
λυγξ; H κρουνός χάριτος
του Πατρός μου;
O
σωματικός της αγάπης δεν
ομιλεί· φθείρει
τις ανάγκες του όλες
μες στη διαρκή
π ρ ά ξ η.
Αν γίνω αυτάρκες πτηνό;
H αγάπη: αντί νύχια αυγά.
Διορθώνω την ύπαρξη:
Σε μια κρύπτη σε γεννώ
απ’ τις σάρκας μου τ’ αυγό
σε φωτίζω με νόημα:
σ’ α γ α π ώ.
Τα καλούδια του έαρος
με λιγώνουν. Της γάτας
η προσφιλής ελευθερία
περιπαίζει τη δική μου ναυτία
-η γάτα δεν
μένει
στα νύχια της
φεύγει
η ουρά της
μαζεύει
το φεγγάρι
που στάζει
Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΟ ΧΕΡΙ:
Είναι παράξενη γιορτή τα
δάχτυλα του
ανθρώπου - παράξενη
η δοτικότητα των χεριών·
διότι με τα χέρια φωτίζεις
αυτό που
στο τέλος πάντα
επιστρέφει.
Και δεν είναι πράγμα το
κάτι αυτό
όπως θα έλεγες - πράγμα
των χεριών.
Έρχεται να σε βρει σαν
μύγδαλο με ψυχή.
Τότε που είμασταν ακόμη
παιδιά
έστελνα τα δάχτυλα στον
κήπο μαζί με
τα πουλιά· δεν φόραγε
δαχτυλίδια - τότε -
το χέρι μου· κρατούσε το μύγδαλο
και μου φαίνεται τύλιγα τα
δάχτυλά μου
έτσι που έμενα ολόκληρη
γύρω - γύρω
να συγκρατώ την ουσία.
Τι ωραία που σήμαινα· σαν
καμπανούλα:
συγκρατώ - συγκρατώ
ώσπου να γίνω εγώ αυτό.
Κάτι ποθούσε το χέρι μου
και τα δάχτυλά του
κουδουνάκια
επέμεναν στο σκοπό του
θέλω - πάντοτε
επιμένει να πάρει αυτός
που δεν έχει.
(Kοιτάζει στη λίμνη του
απαλά βουλιάζει· θα πνιγεί; )
Tέλος πάντων· έλεγα
για δάχτυλα
που κουδουνίζουν.
Εκεί που ξυπνούσα μες τα
πουλιά που
τιτίβιζαν αργοπορημένα - ενώ
όλα τ' άλλα πράγματα
έμοιαζαν τόσο ανυπόμονα -
εκεί είδα το όνειρο αυτό
κι ερμήνευσα
πως το χέρι μου ήταν - τάχα - μια
μαρτυρία από αυτές που
μένουν:
Ο παππούς μου έχτιζε τον
τοίχο του σπιτιού
πάνω στην κούνια του
πατέρα μου·
κινούσε το χέρι· (ευλογούσε;)
Η μήπως
άφηνε λόγια στα θεμέλια
να κόβουν τα παιδιά του και να τρώνε.
Εκεί που ήταν η κουζίνα
έτρεχαν μαύρα συκώτια
πουλιών
και σάπια νερά με τις
πιατέλες
(κι από πάνω έτριζε το
γραμμόφωνο)
έτσι το σπίτι μεγάλωνε
το χώρεσα όλο στη φωλιά
μου.
Αχ η κυπάρισσος του παππού
μου
-η σκιά του - ψιθύριζε λέξεις
για το χέρι αυτό που
φύτεψε το κυπαρίσσι
και τώρα ψηλώνει ως τον ουρανό.
Κοίταζα - κοίταζα - οι βολβοί μου πονούσαν.
(Γλίτωσα ξαπλωμένη στο
θαύμα).
Μέσα στον ύπνο
ευλογεί το χέρι του παππού
μου
όπως όταν γυμνώνονται
σπαθιά.
Το χέρι του σύμπαντος
παράξενα όλα
τ' αγκαλιάζει· παράξενα
δείχνει
ν' αφήσεις τα τέσσερα
πόδια σου για να
πας (όπως ο κόκκος του ρυζιού
που έφτασε στο πιάτο). Έτσι, η κόρη
σιγά - σιγά
με τα χέρια γευόταν
τη νέα κατάσταση του
ανθρώπου:
η δοτικότητα
(Να σου δώσω αυτό που δεν
πήρα
γίνεται; Να σου δώσω και
πάλι να έχω
γίνεται; Είναι παράξενο το
κάτι αυτό
η δοτικότητα.)
Αλλά το χέρι αυξάνεται
πάντοτε προς τα
εκεί που του λείπει.
Πηδά χοροπηδά το χέρι ν' αγκαλιάσει
το
άλλο
πηδά στον αέρα σαν ελάφι
μικρό ή σαν
ψάρι ή σαν φλοίσβος - το χέρι -
ξεβράζει τα χάδια του τα
γιατί δεν
με θέλεις χέρι μου
Έτσι λίγο - λίγο
ετοιμάζεται ν' αγαπήσει.
Πηγαίνει ν' αγαπήσει και
φορά το
γάντι του (πριν γίνει δοτικό
να είναι κάτι ακριβώς
πριν τη δοτικότητα). Ύστερα
το χέρι δωρίζεται
(πρώτα γδύνεται).
Κάτι χτίζουν τα δάχτυλα
με το χάδι· με τα χάδια
αλλάζουν
(με τα ίδια τα χάδια τους - τα δικά τους -
παράξενο). Το χέρι τότε
ανάβει σαν βεγγαλικό.
Σκαρφαλώνω προς τα πάνω ή
προς τα κάτω
-λέει το χέρι - εννοώ
με βρίσκει το πνεύμα
Κάποτε με τα χέρια στα
δάχτυλα
φτάνεις σ' ένα υγρό των
ματιών.
( Άλλοτε στέλνεις τα
δάχτυλα πιο νωρίς και δεν
βρίσκουν).
Όταν κυλήσει το υγρό αυτό
κάτι σημαίνει για το χέρι.
Σκαρφαλώνω προς τα κάτω·
φοβάμαι - λένε τα δάχτυλα.
(Το σκαρφάλωμα προς τα
κάτω
θέλει τη μεγαλύτερη τέχνη.
Σ' αυτό το γκρεμό πρόσεξε
χέρι μου
πρόσεξε μη χαθείς πρόσεξε
μέχρι να
βγεις
στη δοτικότητα).
Να τρέφεται το χέρι απ' τη
χαρά του:
Σ' αυτή τη στάση ακριβώς
ευλογεί
η δοτικότητα
(από τη συλλογή της Κλεοπάτρας Λυμπέρη Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ
ΣΦΑΙΡΩΝ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 2007)
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΚΟΡΗ
ΠΟΥ ΕΥΛΟΓΕΙ
(στη συλλογή της Κλεοπάτρας Λυμπέρη
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ, 2007)
Στην κομητεία τ' ουρανού,
επάγγελμά μου
να στολίζω των κομητών το
στέμμα.
Σαν αίμα γίνομαι από
τρυφερά γαρύ-
φαλλα κομμένα για το κορίτσι αυτό
που από τη γη κοιτάζει.
Ως προστάζει το χέρι της
νερά και ζώα τρέχουν προς
τα πάνω.
Τι παράδοξη - λέω - αναλογία
(κι έχω σκύψει) μου ταιριάζει
αυτή η ιδιοτροπία
του χεριού που πόθησε τα
ύψη
Η ΠΡΟϊΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΕΡΙΟΥ
Φρικιά η νύχτα· μες τα
ερέβη
σε προσκαλώ Αδάμ να
με χορέψεις
(φάρμακο για την πλήξη μια
καντρίλια).
Μ' αυτό το χέρι θέλω να με
στέψεις
δέσποινα της σκιάς· έχω στα χείλια
το σχήμα της αβύσσου που
σου πάει.
(Το φίδι μια ωραία
προσωδία·
τυλίγεται σ' εκείνον που
αγαπάει)
Εμπρός λοιπόν. Απ' την
ευδία
της σαρκός δρέψε.
Φάε το μήλο, ακριβέ.
Τα σημαινόμενα του χάους
δεν θα μάθεις
αν δεν πάθεις.
Ε Ξ Ο Δ Ο Σ
Mητέρα ωραίο ψωμί το
κορμάκι σου.
Δώσε λοιπόν μια μπουκιά
-να δαγκώσω το μπούτι ή τ’
αυτιά;
(Διότι - λένε - ο ποιητής
γράφει το σώμα της μητέρας του)
Ενώ γράφω το σώμα σου Πα-
Πανα-
ενώ γράφω το γυμνό σου
ζώο
ενώ πέφτω στο στόμα σου
- πιό φθαρτή
κι απ’ το ένδυμα μιας
αιδημοσύνης.
Κήπε κήπε μου - η γλώσσα
κρούει του θανάτου την
περιττή
ανησυχία.
Έρχεται ο Πα-
Παναγιώτης
(για να θρέψω σκουλήκι ή
αϊτό;)
Tον μιλώ μέσα σ’ ένα
καρπό.
Αχ λαμπάδα μου Λόγε
φέξε τώρα στα πατρικά οστά
χαχαχα
Το νόημα νοηματοδοτεί
την κόπωση μιας λάμψης
που κείται νυσταγμένη στο
χαλί.
Τι να σας πω (γαβγίζει το
σκυλί
του σκότους). Εις τα δάση
η άνοιξις έχει περάσει
ο χειμών διοικεί
εις την υπομονή των νεφών.
Ο αιών παις στους πεσσούς.
Τον ξυλεύω· ως ξυλοκόπος
που έφτασεν ασκόπως
απ’ άκρου εις άκρον της αυγής.
Αγνοώ τους αιθέρες
-το κορμί νομίζω πως γεννά
το ποίημα αυτό.
Ως μήτηρ σας μιλώ
Πιστέψτε με
Το άπειρο προβάλλει εις
την ερημία
των φωνών: η πράξη
(από τη συλλογή της Κλεοπάτρας Λυμπέρη Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ
ΣΦΑΙΡΩΝ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 2007)
ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΔΑΚΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΥΤΗ Η
ΜΟΥΣΙΚΗ:
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ, εκτός από επίκληση της Κλεοπάτρας Λυμπέρη σε
μια μυθική αίσθηση και γνώση που ήταν ασύλληπτη («Όταν
η γλώσσα με πολλούς ελιγμούς μαζεύει απ’ τους φτωχούς ό,τι έχει περισσέψει,
εκεί θα βρεις τη Μουσική των σφαιρών. Είναι παιδάκι του κόσμου αυτή η μουσική,
όπως ακριβώς τα πουλιά είναι σύμβολα μαθηματικά με φτερά», σελ. 41), εκτός δηλαδή από ποιητική πραγμάτωση
γνωρίζουμε πως ιστορικά είναι ένα θεώρημα που χάνεται στα βάθη της όψιμης
αρχαιότητας. Στο μακρινό εκείνο γνωσιακό ιστορικό πεδίο, όπου η ποίηση, η
επιστήμη, η φαντασία, η μουσική, η μαγεία, η θρησκεία και ανθρώπινη ζωή ήταν
ένα αδιαίρετο σύνολο. Όπως λοιπόν μας παραδόθηκε από τους Πυθαγόριους, που κι
αυτοί κατά τα φαινόμενα υιοθέτησαν θεωρήματα των ασσυροβαβυλωνίων, οι πλανήτες
περιστρεφόμενοι στο σύμπαν προκαλούν μουσικούς ήχους που είναι ανήκουστοι στ’
αυτιά μας. Το σύνολο όλων αυτών των ήχων ονομάζεται «αρμονία των σφαιρών», μια
μουσική έκφραση, ας πούμε, της συμπαντικής ευταξίας που για την αρχαιότητα
σήμαινε ταυτόχρονα δυο πράγματα, δυο συναφείς έννοιες: ευταξία του κάλλους και
ευταξία των αριθμών. Ένα θεώρημα που είτε ως μουσική υπερβατική είτε ως
παλίντονος αρμονία, όπως την προσδιόρισε ο Ηράκλειτος στα Περί φύσεως αποσπάσματά του, νομίζω ότι υποκίνησε την εξής
εκστατική εμπειρία στον Νίκο Καρούζο,
όταν άρρωστος ταξίδεψε στο Λονδίνο: «Μέσα
στη νύχτα του Λονδίνου τα κόκκινα κι άσπρα φώτα στ’ αεροπλάνα με τον
εντεινόμενο βόμβο, επιβλητική λειτουργία». Ή αρκετά πιο πριν, αλλά και πολύ πιο ρητά, έκανε τον Ζήση
Οικονόμου, τον πλησιέστερο για μένα στον τύπο του ασκητή και του μύστη
(ουδέποτε όμως μεταφυσικού) ποιητή, να πει στην «Αιφνίδια επίσκεψή» του
θέλοντας κι αυτός να μεταφέρει την ουράνια απειροτατική αρμονία πάνω στη γήινη
ζωή: «Eν σιγή στη γη αλγεί το αίσθημα/μουσική των σφαιρών/και
τόνος μέσα στον τόνο». (απόσπασμα από την κριτική του Αλέξη Ζήρα για τη Μουσική
των Σφαιρών της Κλεοπάτρας Λυμπέρη)
Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2026
