ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΙΔΕΕΣ ΑΛΛΑ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ (μια σημείωση για τον Νίκο Καρούζο και επτά ποιήματα από ισάριθμες συλλογές):

«Το να καταλάβεις την ποίηση του Νίκου Καρούζου σημαίνει περίπου να μοιραστείς μαζί της μια πολυέξοδη ελπίδα σχετικά με το μέλλον της τέχνης που, σύμφωνα με τους εμπνευστές του σουρεαλισμού, δεν μπορεί να είναι άλλο από το χαρούμενο τραγούδι της αναμονής, το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο…»!.. Αυτά συμπεραίνει για το Νίκο Καρούζο ο Ευγένιος Αρανίτσης στο εισαγωγικό σημείωμα με το οποίο προλόγιζε την Ανθολογία Ποιημάτων που επιμελήθηκε στις εκδόσεις Άκμων τη δεκαετία του ’80.     Η τέχνη του Καρούζου, γράφει στην αρχή, «είναι μια τέχνη συνειρμών κι όχι μια τέχνη συγκεκριμένων νοηματικών κατασκευών στις οποίες θα είμαστε πιθανόν αναγκασμένοι ν’ αναγνωρίσουμε τις κατηγορίες ενός βάθους, μιας ομορφιάς ή μιας αληθοφάνειας… Στον Καρούζο η ποίηση δεν είναι μόνο μια παράθεση σημασιών που ξεγελάνε το μάτι, είναι ένα σύμπλεγμα από λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στη φύση της γλώσσας και την επινόηση, ισορροπίες ανάμεσα στην έμπνευση και το Λόγο, στοιχείο που μας οδηγεί ξανά στη βασική προβληματική της λογοτεχνίας, που είναι η αναζήτηση μιας οριακής πυκνότητας, ενός χαμένου παράδεισου του λεκτικού ιδιώματος ή για να το θέσουμε πιο απλά και σύμφωνα με την αλληγορική διατύπωση του Μπόρχες: η αναζήτηση της Λέξης που περιέχει στο σύμπαν…». Ανθολογούνται: Ο Φίλος ενάρετος του Ονείρου, Του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ ανωφέρεια, Υλοτόμος της Θεότητας ο χρόνος, Ρομαντικός Επίλογος, Το Εύκρατο Σκοτάδι του Saint Just, Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα και το Υπεραστικό Στιχούργημα, ένα από κάθε συλλογή που είχε εκδώσει ο ποιητής μέχρι το 1980. Ανάμεσα στα ποιήματα κι άλλες ενδεικτικές σημειώσεις του Ευγένιου Αρανίτση  για τη μαγεία στην ποίηση του Καρούζου έτσι ώστε ο αναγνώστης να γίνει κοινωνός μιας γοητείας  εξαιρετικά τολμηρής και ασφαλώς ενοχλητικής για τους καθωσπρέπει. Ο Καρούζος είναι ο τελευταίος ιδιοφυής ρομαντικός: Κι όσο για τον ίδιο το ρομαντισμό, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, πρόκειται για μια πολύ σκληρή λέξη: τρέλα, μανία, μοναξιά, μελαγχολία, χίμαιρα, χιούμορ, αλλόκοτο, μυστήριο, ειρωνεία, παραλήρημα συνθέτουν τον πιο σκληρό μύθο που φτιάχθηκε ποτέ με θέμα την ανθρώπινη συνείδηση και πολύ περισσότερο την ανθρώπινη επιθυμία– ART by  PANCERO gabriel the-little-mermaid)



Ο ΦΙΛΟΣ ΕΝΑΡΕΤΟΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ (από τη συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1961)
Στην αττική ερημιά ένα βιβλικό αμπέλι
καθώς η νύχτα φέρνει τα τριζόνια
με κρατά σιωπηλόν.
Βασιλείς Ιουδαίοι γυναίκες του Άσματος
κάτι απ’ τον Παράδεισο
στα δώδεκα λιτά της λησμοσύνης
εγώ με στεγνωμένο ιδρώτα-
όλοι περπατούμε στο πλακόστρωτο μόνοι
με μια δύναμη μαγεία στους κύκλους των οφθαλμών.
Οι θεοί μας είναι από πηλό – είπε ο πρώτος
βασιλέας ανοίγοντας τον κίτρινο χιτώνα του.
Ακόμη περιμένετε λοιπόν; - ρώτησε άλλος βασιλέας.
Εμείς ακούγαμε σαν βγαλμένοι απ’ το σώμα
κι άλλοι που μίλησαν
αντίκρισαν τη σιωπή μονάχη-
ενώ παιδικοί άνεμοι έπνεαν απ’ την Ιερουσαλήμ
κι ο Ιησούς επίκειται
τραγουδούσε το τριζόνι στο μεγάλο κλήμα.
Αλήθεια φίλε ήτανε ο αμπελώνας που αφύπνιζε
το πράο φύσημα της αρχαίας Παλαιστίνης

ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΜΙΑ ΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ (Ρολάν Μπαρτ)
Ολόκληρη η σύγχρονη ποίηση είναι θεμελιωμένη πάνω στο φαινόμενο που ο γάλλος κριτικός παρατηρούσε πολύ εύστοχα: κάθε λέξη δεν είναι παρά μια έκρηξη που η σημασία της προεκτείνεται μυστηριακά στην επόμενη. Οι λέξεις εδώ, όπως και τα ποσά στην υπερμιγαδική άλγεβρα, αλλάζουν αξία ανάλογα με τη θέση τους. Ο Μπρετόν το είχε αντιληφθεί πάρα πολύ σωστά: «Από την κατά κάποιο τρόπο τυχαία προσέγγιση δύο όρων ξεπήδησε ένα ιδιαίτερο φως, φως της ημέρας, στο οποίο δειχνόμαστε απέραντα αισθαντικοί. Η αξία της εικόνας εξαρτάται από την ομορφιά του σπινθήρα που προκύπτει. Πρόκειται συνεπώς για διαφορά δυναμικού ανάμεσα σε δύο αγωγούς. Όταν η διαφορά είναι ελάχιστη, όπως στην παρομοίωση, δεν παράγεται σπινθήρας…». Στη μοντέρνα ποίηση που είναι μια διαρκής αναπαραγωγή τέτοιων σπινθήρων, η «αλήθεια» της λέξης δεν πηγάζει πια απ’ τα λεξικά αλλά μέσα από αυτό το εφήμερο και περιπετειώδες παρόν της γραφής, δηλαδή από την αλλόκοτη σχέση της κάθε λέξης με τις διπλανές: οι λέξεις συγχέονται σ’ ένα δίχτυ υπονοούμενων αληθειών που η καθεμιά τους δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την προηγούμενη ή την επόμενη κι αυτή η επικίνδυνη συνύπαρξη δεν είναι παρά μια αλχημεία σχετικά με την επιτυχία της οποίας καμιά αισθητική δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα. Παράδειγμα Σύντομον από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Η ΕΛΑΦΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ 1962: «Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες / είμαι των άστρων ο σκύλος / με τα μάτια κοιτάζω ψηλά / με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη» (απόσπασμα από το κείμενο ΜΙΑ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ, που προλογίζει την ανθολογία ποιημάτων του από τις εκδόσεις ΑΚΜΩΝ)

ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΜΠΑΧ ΑΝΩΦΕΡΕΙΑ (από τη συλλογή Η ΕΛΑΦΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ 1962)
Άνοιξη φθινόπωρο καλοκαίρι χειμώνας
ο Μπαχ ανεβαίνει πάντα στους αιθέρες
γελαστός άγγελος του δρυμού
μεγάλος ιδιοκτήτης
ο Μπαχ ανεβαίνει την ουράνια σκάλα
ιερέας των ήχων
απ’ τη βροχή νεότερος
αγιόκλημα φυτρωμένο στ’ όργανο της εκκλησίας
η θαλπωρή μες στην ανάγκη του θεού μεγάλη.
Παντρεύει τις φωνές με την καθαρότητα
πέρ’ από κάθε εποχή πετά νομίσματα χρυσά στους λυπημένους
δείχνοντας την ειρήνη ψηλά στα γαλανά τ’ αμπέλια
ψηλά στον ηδυόνειρο χρόνο της λησμονιάς.

Άγγελος της πηγής μοιράζει το νερό σε τόσους διψασμένους
κόβει με γαλανή ρομφαία τον καιρό
κι ανοίγει με γαλανή ρομφαία τον καιρό ως την έλπισση.
Βλέπω τους ήλιους είναι σταλαγμένοι σ’ ένα βόρειο κορμί
τη θλίψη κομίζοντας των άστρων.

Ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι
διαβάτες που θέρισαν ένα-ένα
τα χαμηλά έργα τ’ ανθρώπινα στην καθημερινή ζωωδία
και στάθηκαν
ακούοντας τους ουράνιους ήχους –
ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι.
Ένα ψηλό χαρούμενο στάχυ βλέπω μες στην ουράνια την Αττική
μετρώντας ήσυχα το θάνατο
μικρές ζωές τους κυματισμούς ανθρώπινους
ένα ψηλό χαρούμενο σταφύλι
μεθώντας την καρδιά μου σ’ άγνωστην αλήθεια
στις ερημιές της αγάπης όταν περπατώ μ’ ένα κλωνάρι τόσον ανθισμένο
πέρα που ο άνεμος έχει σταματήσει
εκεί που τ’ όνειρο δε βρίσκει τους λειμώνες του ύπνου
κι η κορασιά κοιμάται μόνη.
Ένα ψηλό χαρούμενο δένδρο δίχως όνομα
ρίχνει τις μεγάλες σκιές ένα δένδρο
πώς καθρεπτίζεται στη στέρνα της γαλήνης!
Κι ο ήλιος με φύλλα και αθώα έντομα
τον ηχηρό Παράδεισο στ’ αμίλητα νερά μοιράζει.

Κρασί των αιθερίων
χύθηκε μες στους μίσχους ένθεων ψυχών
έρωτας ο γλυκύτερος του πόνου κάτοικος
ειρήνη και ο θάνατος όμαιμος ως τα πλάτη.
Χαίρε ο χλοερός ήλιος του χειμώνα
χαίρε ο ακατάλυτος κι όταν φύγω απ’ το σώμα
συ θα τραγουδάς υιός εύοσμος
Ιωάννης.

Ήχοι την αρμονία χύνετε στους κύλικες της ακοής
και προρυρίζονται τα όνειρα με το αίμα.
Σύγκορμος ο θνητός ανέφελα τα στήθη
κι η ορμή του σώματος περ’ απ’ το σώμα.

Στο φαράγγι του τρόμου στη χαρά των λουλουδιών
ας ονομάσουμε την αγάπη αντήχηση του Πατέρα
μόνος ο θάνατος αλλάζει τη φωνή μας.
Ένας βαθύς άγνωστος εορτάζει στα νεύρα
ηχώ της βροχής
όταν ο αέρας μυρίζει καρπούς και χώμα.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΞΟΡΙΣΑΝ ΒΙΑΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΤΟΥ ΗΛΙΚΙΑ (Σαρτρ)
Ο Καρούζος δείχνει να ενδιαφέρεται για τα μυστικά του χρόνου με τον τρόπο που ένας φυλακισμένος περιεργάζεται το κελί του – ακριβώς γι’ αυτό: επειδή, όπως όλοι οι φυλακισμένοι, φιλοδοξεί να είναι ένας δραπέτης, δηλαδή, στη γλώσσα της ευαισθησίας, ένας νοσταλγός…
Ύστερα, αυτή η χαρά της απόδρασης ανακαλύπτει πως της έχουν φράξει όλες τις πιθανές διεξόδους. Ο Καρούζος, εξαιρετική περίπτωση ποιητικής νοημοσύνης, φαίνεται να έχει αποκλειστεί σ’ ένα παρόν εφιαλτικά στεγανό, κι ο διαρκής λόγος για το χρόνο είναι ακριβώς η ειρωνεία, δηλαδή η απόσταση που κρατάει ενστικτωδώς απ’ την καταδίκη του… Φαίνεται να ζει τα δευτερόλεπτα που συνθέτουν τη φυλακή του. Είναι ωραίο να ξεχνάς, αλλά είναι εξίσου ωραίο να λυτρώνεσαι μέσα στις άπειρες γοητευτικές πιθανότητες της ανάμνησης. Αυτή η εκλογή είναι βέβαια μια αυταπάτη, και σε τούτη τη φανερή αλλοτρίωση κανένας ποιητής δεν μπορεί να αντιπαραθέσει τίποτα περισσότερο από την ίδια τη ποίηση.
(απόσπασμα από το κείμενο ΜΙΑ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ, που προλογίζει την ανθολογία ποιημάτων του από τις εκδόσεις ΑΚΜΩΝ)

ΥΛΟΤΟΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΑΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ (από τη συλλογή Ο ΥΠΝΟΣΑΚΟΣ 1964)
ΩΣ ΛΥΠΟΥΜΕΝΟΙ ΑΕΙ ΔΕ ΧΑΙΡΟΝΤΕΣ
Βλέπω την έρμη θάλασσα και λείπουν οι μνηστήρες
ασάλευτη καθώς ο διαυγής Διόνυσος ή το μεγάλο διανόημα.
Είναι νύχτα και λείπουν οι αγέρηδες
πώς έφυγαν οι ουράνιοι και χώθηκαν στη γη
σαν τα ζούδια ταπεινωμένοι.
Θα ’λεγα βλέπω το πρωί της εκστάσεως ή μεσημέρι από σελήνη
κι η τρεχαντήρα με πανιά σαν αγιασμός στα μάτια.
……………………………………………
ΕΝΑΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Μουσική που ορμάς απάνω στο θηρίο της αγάπης
με γαλάζιο κόπο και τον ατίμητο Μάιο
νίκησε πάλι τους κεραυνούς
αντίκρυ στο όνομα της νύχτας
όπου η λάμψη γίνεται σκληρή ελεημοσύνη
τις κουρούνες που φτερουγάνε μαύρα πετάγματα στους τάφους.
Εκεί παγώνει βαθιά σε κάθε λάκκο κι ένα θηκάρι
με την ψυχή ξιφουλκημένη σε τρεις λάμψεις
και τη μεγάλη βυσσινιά σαν αερόστατο.
Δένδρο καλό πώς πέταξες αρρίζωτο στα ύψη
σα δείπνος των πράσινων φύλλων
όμορφο δένδρο που κάρπισες αληθινά παγόνια.
ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΑΡΑ ΣΤΗ ΘΛΙΨΗ
Φύλλωμα σαν από διαμάντι χείμαρρος από γυναίκες
να λένε την έρημη δροσιά σε χλοερά λιοντάρια
τι όμορφο που ήτανε το όνειρο στα θρύψαλα του Απριλίου
νύχτα και η μοναξιά μου στην αιθάλη.
Τώρα δεν έχω τη Μαρία με τους αθώους υετούς
στο στήθος της
ούτε θα λάμψει πάλι η πρώτη νεότητα στον ύπνο της φωνής.
Θεέ μου να ’παιρνα το ραβδί και λαμπερός ν’ ανηφορίσω
να θυμηθώ πως είναι το σκοτάδι για να γεννηθεί το φως
με λέαινες ενάντιες των άστρων.
Όχι λοιπόν η χαραυγή που βλέπουμε, όχι το γαλανό μας κράτος
αλλά βαθιά τα σήμαντρα βοερών Παραδείσων
όπου μονάχη τέρπεται η αηδών και τέρπει τους αποθαμένους.
Όχι λοιπόν ο έρωτας που καίει τα σωθικά και φέρνει ομορφιά στις ώρες.
Εδώ περιμένω την αδάμαστη ορμή
που αλλάζει σε φέγγος ένα σώμα.

Η ΑΒΥΣΣΟΣ ΤΟΥ ΣΤΗΘΟΥΣ… ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ Ο ΧΩΡΟΣ ΟΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΕΙ Η ΑΓΩΝΙΑ ΠΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΡΟΥΖΟ ΑΠΟΚΤΑΕΙ ΠΑΝΤΑ ΤΙΣ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΕΔΙΟΥ ΜΑΧΗΣ ΑΝΑΜΕΣΑ Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗ «ΔΥΣΠΟΙΑ» ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗΣ ΑΓΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ…
Όντας ακριβώς αυτό το πράγμα –μια «βαθιά διανοητική εκπνοή», ένα είδος γιόγκα της έκφρασης – η Ποίηση είναι επίσης, στην περίπτωση του Νίκου Καρούζου, ό,τι απαλλάσσει το στήθος απ’ την τρομακτική πίεση του αγχωτικού αδιεξόδου. Ωστόσο, εδώ το σώμα φθείρεται με πολλούς τρόπους: στη μυθολογία αυτού του ποιητή υπάρχει πάντα ο σπόρος μιας λαίμαργης διαλεκτικής που οδηγεί το κορμί, μέσα από κλυδωνισμούς ή ανάλαφρες ωθήσεις, προς το θάνατο… Στην ποίηση του Καρούζου υπάρχει διαρκώς ένα σώμα που πεθαίνει, αλλά αυτό το σώμα δεν είναι του Χριστού-Άδωνη, όπως στο Σικελιανό, ούτε του Οδυσσέα (του ανθρώπου που αναζητάει τις ρίζες του), όπως στο Σεφέρη, ούτε του Οιδίποδα (εκείνου που κατασπαράζεται  απ’ τις ενοχές), όπως τον Έλιοτ. Πρόκειται αντίθετα για το θάνατο ενός πλάσματος καφκικού, ενός ανθρώπου που φτάνει σ’ ένα τέλος σχεδόν μεταφυσικό, δίχως να ξέρει πώς και γιατί υπάρχει εδώ η δύσκολη μετακίνηση μέσα απ’ τους άγονους χώρους μιας απορίας που δεν οδηγεί στην εξέλιξη, ούτε ξεπέφτει στη συγκατάβαση, μιας απορίας όχι εντελώς απαλλαγμένης από μαγεία, χιούμορ κι ένα είδος σαρκαστικής πίκρας που, ωστόσο, επιδιώκει ν’ ακούγεται πάντοτε έμμεσα…
(απόσπασμα από το κείμενο ΜΙΑ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ, που προλογίζει την ανθολογία ποιημάτων του από τις εκδόσεις ΑΚΜΩΝ)

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ (από τη συλλογή ΠΕΝΘΗΜΑΤΑ 1969)
Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αητό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγκο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΣΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε
όταν έχετε δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα…

Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.

Ο ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΟΥΖΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗΣ:
Είναι ένα σύνολο ακρωτηριασμένων πόθων, όχι όμως και μια συλλογή από φετίχ. Γι’ αυτό έχει πολλά απ’ την αγνότητα του Σολωμού και του Παπαδιαμάντη, γι’ αυτό μοιράζεται με το θάνατο την εμπειρία μιας αλλόκοτης καταδίκης. Ο έρωτας του Καρούζου είναι ένας έρωτας προς ένα κορίτσι που ενηλικιώθηκε απότομα μέσα στην οδυνηρή λάμψη του ανεξήγητου, δηλαδή ο έρωτας προς τη Μήδεια, προς την επικίνδυνη εξωτική ομορφιά, προς την υπέροχη σκοτεινή ενσάρκωση του θηλυκού προτύπου. Όμως –πράγμα σημαντικό- αυτή η εικόνα καθορίζει ακριβώς  μια ανακουφιστική γενίκευση, γιατί έτσι είναι πάντα η γυναίκα όταν απουσιάζει… Η γυναίκα στην ποίηση του Καρούζου είναι μια φιγούρα, ένα σημείο αναφοράς που κρύβει πίσω του το πραγματικό πλάσμα, δηλαδή το συγκεκριμένο αντικείμενο του πόθου, με τρόπο έντεχνα αφηρημένο, σχεδόν φιλοσοφικό.
(απόσπασμα από το κείμενο ΜΙΑ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ, που προλογίζει την ανθολογία ποιημάτων του από τις εκδόσεις ΑΚΜΩΝ)

ΤΟ ΕΥΚΡΑΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ του Saint-Just (από τη συλλογή ΧΟΡΤΑΡΙΑΣΜΕΝΑ ΧΑΣΜΑΤΑ 1974)
Ένας ακοίμητος επαναστάτης μεταφέρει στο κεφάλι του
το πεπτικό του σύστημα και χωνεύει περίφημα
τα πικρά ιδεώδη και θεωρήματα
φορώντας το πορτοκαλί σακάκι του Μαγιακόφσκι.
Τέτοιος υπήρξε και ο σκοτεινός Άδωνις του παρόντος ποιήματος
μ’ εκείνη την ανοιχτόχρωμη εικασία στην όσφρηση
ρεκάζοντας ή κάλλιο ρεμβάζοντας
ανάμεσα στους αέρηδες του Γιώργη Couthon και του Ροβεσπιέρου
Δεν πρόφτασε κανέναν κίνδυνο για καρδιοπάθεια
ή νεφρίτιδα ή συκώτι λόγου χάρη
στην πηχυαία ζωή του την απέραντη
μερικές πιθαμάδες απ’ την άδηλη κούνια.
Είχε πράξει το μέλλον όταν έβαλε
τον τρυφερό του τράχηλο στην ακόπαστη καρμανιόλα
τη λάμψη του σκότους με τέτοια καθαρότητα λουσμένος…
-Μια τρομερή κλωτσιά τι ξάστερη! Το ίδιο κι ένα χάδι;
Μα, κάτι σκεφτότανε, που φέρνει συνήθως
ημικρανία στα τριαντάφυλλα
κι η συχνότητα της αηδόνας αλλάζει…
Μα όμως ό,τι κρύσταλλο και να σπάσει κανένας
το στήθος είναι το πτηνό στον άνθρωπο
το δώρο του θηλαστικού στην Ιστορία
το πήλινο δοχειάκι που δέχεται την ταραχή των αθώων.
Είχε βραδιάσει στο Παρίσι της Convention και οι κότες ενοχλούσαν τη νύχτα κουρνιάζοντας.
Ένας μεγάλος νερόλακκος είχε κιόλας αρχίσει
να καθρεφτίζει τ’ αστέρια.

Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΜΙΑ ΑΠ’ ΤΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΣΑΝ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ
Γιατί εδώ η εικόνα, (που δεν είναι πια ένα «εικαστικό» προϊόν αλλά μια κάπως συγκεχυμένη υποβλητική σχέση ανάμεσα σε λέξεις) μεταμορφώνεται σε μια οθόνη όπου προβάλλονται τα πιο προσωπικά υλικά: το γούστο, το όνειρο, η παιδική ηλικία, οι εμμονές, τα φετίχ, οι ψυχώσεις, η καλλιέργεια, το λόγιο παρελθόν και οι ιδιαίτερες χρήσεις της φαντασίας. Ο ποιητής του Υπνόσακου είναι ποιητής ακριβώς κατά τούτο: προεκτείνει μυστικά το λεξιλόγιο μέσα σε μια χιμαιρική αναζήτηση –αναζήτηση που αντιπροσωπεύει τελικά το ίδιο το φιλοσοφικό πεπρωμένο της γλώσσας κι αυτή η αντίφαση είναι ό,τι ακριβώς κάνει την τέχνη να ηχεί μοντέρνα ακόμη κι απ΄ τη μοναξιά που την παράγει.
(απόσπασμα από το κείμενο ΜΙΑ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ, που προλογίζει την ανθολογία ποιημάτων του από τις εκδόσεις ΑΚΜΩΝ)

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΕΚΔΙΚΟΥΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ (από τη συλλογή ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ 1979)
Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ’λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο-: τη νύχτα είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χθες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα…
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαρακτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα: ξερόκλαδα στην ερημιά κι η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ΄λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου βαρβαρότητα.
Μα όμως νάτην η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
όπου της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.

ΕΝΑ ΠΛΗΘΟΣ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ ΣΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ:
Τώρα να ιδούμε τι είναι τα ποιήματα. Ο θάνατος τα βόσκει κι αυτά τα μαύρα μηρυκάζουν ένα χόρτο απόρθητο που ειπώθηκε στήθος!.. Μαβιά προς το σούρουπο κι απόμερα κούτσουρα… Ήτανε λέει, δουλειά μας η Ποίηση κι αφήναμε την αλήθεια να τρέχει απ’ το χαλασμένο καζανάκι!.. Την αλήθεια, που προκύπτει στο δρόμο κι είναι ολάξαφνη… Παράξενο μα η ζωή αστράφτει περισσότερο στην εξαθλίωση! Αχ να ο κόσμος στα βρεγμένα πέρατα μετά την έξαλλη καταιγίδα όπου σωριάστηκε ο έρμος μοσκολαβωμένος!.. Διαβάζοντας απ’ το τέλος –ανάποδα- προς την αρχή –κατάντικρυ- την αλήθεια μαστορεύουμε ανέκαθεν το μέγα ψευδός… Μάθε το σύγνεφο: ποτέ του δεν αντιτάχθηκε στην αιθρία κι η καταφρόνια της αιωνιότητας από μόνη της οδηγεί στο πράγματι αιώνιο!.. Στίχοι και στίχοι –λαμπυρίθρες στ’ ουρανού το κάρβουνο… Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα! Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη)… Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει τα ρολά της, δεν κλείνει Κυριακές ή τα Χριστούγεννα... Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς να ρημάξω, τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα… Μα όμως να ’την η γυναίκα η κατάφυτη η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα όπου της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας «κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω»!   [κτερίσματα στίχων  από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ, 1979]

ΤΟ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΣΤΙΧΟΥΡΓΗΜΑ (από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ-ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1979)
Σκοντάφτοντας ενυπάρχουμε στην άπεφθη κίνηση
και κάπου εκεί για λίγο ευαγγέλιο
θαμποχαράζει ο καταγάλανος Τειρεσίας
γυναικωτός αόμματος ιερομάντης μαστοφόρος
με νότες από ηχολαλία στα μάγουλά του
τυρβάζει σ’ ένα χιλιόγραμμο ανάγλυφα συγκροτημένο
σέρνει τα δάχτυλά του στο χαρτί και ψέλνει
κανένας μουσικός δεν του συμπαραστάθηκε στα μάτια του
τον Οιδίποδα τον αγκάλιασε μια μέρα καιόμενος
εκείνος τα ’χασε τυφλός επίσης κι απροσπέλαστος
τυρβάζει πάντα τυχερός ο Τειρεσίας
εκτιμημένος απ’ τους έντρομους θιάσους ωσάν έρημος ρόλος
απώλεια όντας με σάρκα γιομάτη φλογίτσες ακατόρθωτες
το μίασμα του έρωτα της μάνας
απολαμβάνοντας τόσους αιώνες πιο πριν απ’ τους ψυχιάτρους
τα σπιτικά της ανάσκελης Θήβας τρομοκρατώντας
δολιχοδρόμος που έπαιζε κρυφτούλι με τον Απόλλωνα
πότε-πότε έπαιζε και κουτσό και ντρίλια.
Δεν είχε στην ψυχή του πλάνημα σαλέματα στα φρένα
πλάνης με ράκη από φως υμνούσε το περήφανο σκοτάδι
βροτός που δεν τον χάρηκαν τον κοκκαλιάρη τα σκουλήκια
μ’ ένα παλιόραβδο στα χέρια του φαγκότο
σαρίδια δεν τα συλλογίστηκε (του Δαμοκλή την αιτιοκρατία)
ο ίδιος είχε μελανιάσει από έλλειψη διαιρέτη
τσακώθηκε πολλές φορές με την ευκλείδεια γεωμετρία
-το πιστεύετε;-

ω τλάμον ω τλάμον
ιώ των θνητών γενεές
όπου εγώ με τηλεοπτικό nihil
εσάς εξισώνω.

«Σαν βγεις στον πηγαιμό για το ρυάκι να μην εύχεσαι τίποτα μονάχα το νεράκι να ξαναδοξάζεις» (Λιχναράκι στο απερινόητο)

«ΕΧΩ ΣΧΕΔΟΝ ΑΠΟΔΗΜΗΣΕΙ ΣΤΑ ΕΝΑΥΣΜΑΤΑ ΜΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ ΣΤ’ ΑΓΡΙΛΟΥΛΟΥΔΑ»: Ο Καρούζος φαίνεται να ακολουθεί ως τα άκρα την πιο τολμηρή απ’ τις ευθύνες που ανέλαβε, την ειλικρίνεια. Έτσι, στα τελευταία βιβλία του, μια λογοτεχνία ερμητική και απρόσιτη, βυθισμένη στις παραξενιές της ίδιας της μοναξιάς: μια φύση άγρια και αναρχική, όπου εναλλάσσονται με αλλόκοτο και φυσικά πολύ ενδιαφέροντα τρόπο ψίθυροι, υπαινιγμοί και πυρετικά ξεσπάσματα. Ο Καρούζος δεν φτάνει σ’ αυτό το όριο χάρη σε κάποια διάθεση να μας σοκάρει ή να μας φανεί εκκεντρικός, αλλά αντίθετα χάρη στη σιγουριά κάποιου που μίλησε για την ανθρώπινη κατάρα με τρυφερό τρόπο, για την ανθρώπινη βλακεία με ιδιοφυή: εδώ η μοναξιά αποδεικνύεται παράδοξα γόνιμη (από Μια Σημείωση για την Ποίηση του Νίκου Καρούζου του Ευγένιου Αρανίτση)
με εικόνες «PANCERO gabriel the-little-mermaid»

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ 33 ΔΙΑΣΗΜΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ Σ’ ΕΝΑ ΔΩΜΑΤΙΟ:

 «Τι είναι η μυθοπλασία; Είναι να γράφεις μια απλή ιστορία με κοινότοπους ανθρώπους αλλά να τη γράφεις τόσο ζωντανά, με τόση ένταση και τόση αυτοσυγκέντρωση, ώστε ο αναγνώστης να τη νιώθει, να την κάνει δική του. […] Αυτό κάνει ο καλλιτέχνης με τον κόσμο. Παίρνει κάτι το συνηθισμένο και, μολονότι δεν το μετατρέπει σε κάτι ασυνήθιστο, δείχνει καθαρά πόσο ασυνήθιστο είναι το κάθε αντικείμενο στην κοινοτοπία του. Αυτή είναι τελικά η δουλειά της τέχνης: να δείχνει πόσο εκπληκτική είναι η κοινή εμπειρία». (Τζον Μπάνβιλ) Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει τα πολιτικά δεδομένα; Όταν ο Λιόσα αναρωτήθηκε, όπως φανταζόταν πως κάνουν ακόμα πολλοί νέοι του Τρίτου Κόσμου, αν, από ηθική και πολιτική άποψη, είναι σωστό να αφιερώνεις τη ζωή σου στη συγγραφή, ειδικά όταν προέρχεσαι από χώρα με τόσα άλυτα προβλήματα, εμπνεύστηκε από τον Σαρτρ που έλεγε πως ναι, πως άξιζε τον κόπο, διότι η λογοτεχνία ήταν μια μορφή δράσης, διότι οι ίδιες οι λέξεις είναι πράξεις. Ο Εντσενμπέργκερ, αντίθετα, υποστηρίζει πως δεν πρέπει να υπερτιμούμε το ρόλο της λογοτεχνίας: «Αν θέλω να καταπολεμήσω, για παράδειγμα, την πείνα στον πλανήτη, ένα ποίημα δεν είναι το πιο κατάλληλο μέσο. Η λογοτεχνία και η ποίηση είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτόνομες, δεν υπάρχουν για να εκπληρώνουν κάποιο πολιτικό ή κοινωνικό πρόγραμμα. Οι ρίζες της λογοτεχνίας έχουν σχέση με αυτά που έχει ανάγκη ο άνθρωπος, και σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που είναι πιο διασκεδαστικά, πιο ωραία και πιο αστεία από την πολιτική»!..  Κι άλλες πολλές παραλλαγές απόψεων γύρω από ερωτήματα παρόμοια ερωτήματα και προβληματισμοί για το  πώς γεννιέται ένας συγγραφέας και γιατί αρχίζει να γράφει; Επειδή του αρέσει να διηγείται ιστορίες ή επειδή θέλει να μιλήσει για τον εαυτό του μέσω των ιστοριών που επινοεί; Πώς επιλέγει τα θέματά του και πώς καταλαβαίνει ότι μια ιδέα μπορεί να γίνει μυθιστόρημα και μια άλλη όχι; Ξεκινάει το γράψιμο ενός βιβλίου έχοντας την πλοκή ή την ιδεολογία του; Όταν γράφει σκέφτεται τον αναγνώστη; Πότε η βιογραφία γίνεται λογοτεχνία; Πότε αυτό που εμείς έχουμε ζήσει αποκτά ενδιαφέρον και για τους άλλους; Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία; Επειδή θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή άλλη από την αληθινή μας; Μήπως επειδή θέλουμε να μάθουμε μέσα από τις ζωές άλλων τι είναι η ζωή; Με ΚΛΙΚ στην εικόνα «Τα κατά σπουδαίων συγγραφέων ευαγγέλια» (ART by Jeannette Woitzik)



Τα κατά (σπουδαίων) συγγραφέων ευαγγέλια
Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα πιστεύει πως αν έχεις διαβάσει καλή λογοτεχνία, ο τρόπος με τον οποίο βιώνεις π.χ. τον έρωτα είναι πιο πλούσιος σε σχέση με αυτόν που δεν έχει μια τέτοια εμπειρία: «Η λογοτεχνία έχει αντίχτυπο στη ζωή μας, στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα: αναπτύσσουμε μια περισσότερο κριτική στάση, δεν μένουμε ικανοποιημένοι από το αληθινό κόσμο, θέλουμε να τον αλλάξουμε. Γι’ αυτό και όλοι οι δικτάτορες, αριστεροί και δεξιοί, προσπαθούν πάντα να ελέγχουν τη λογοτεχνία».

Η Μάργαρετ Άτγουντ υποστηρίζει πως το διάβασμα επιτρέπει στους ανθρώπους να κοιτάξουν τη δική τους ζωή με πιο προσεκτικό τρόπο, τους δίνει ένα μέτρο σύγκρισης, ακόμα και τη σκέψη πως η δική τους ζωή είναι καλύτερη, πως μπορούν να αισθάνονται ευτυχείς εφόσον αυτό που διαβάζουν – τουλάχιστον όσον αφορά δυστυχείς καταστάσεις – δεν τους έχει συμβεί ακόμα.
Για τον Ίνγκο Σούλτσε η λογοτεχνία γεννά κάτι το εντελώς καθημερινό που έχει όμως ταυτόχρονα τη δύναμη να ξεπερνά τον εαυτό του και να διασπά το αυτονόητο της καθημερινότητας: «Και τότε, ξαφνικά, αντιλαμβάνεται κανείς το θαύμα της ζωής, πόσο μεγάλο θαύμα είναι ότι ζούμε, ότι ακούμε, βλέπουμε, γευόμαστε, αισθανόμαστε – πράγμα που ούτε καν σκεφτόμαστε στην καθημερινότητά μας».
Για τον Αντόνιο Ταμπούκι η λογοτεχνία προσφέρει «αυτό το κάτι περισσότερο σε σχέση με αυτά που η ζωή μας παραχωρεί – εδώ συμπεριλαμβάνεται η ετερότητα, το μικρό θαύμα που μας επιτρέπει να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε «άλλοι». Μας βάζει να ταξιδεύουμε στον κόσμο, στις ζωές των άλλων, στον ίδιο μας τον εαυτό».

«Το μυθιστόρημα είναι ένα από τα ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου δύο άγνωστοι συναντιούνται κάτω από απολύτως οικείους όρους. Αναφέρομαι στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Μαζί φτιάχνουν το βιβλίο. Δεν είναι μόνο ο συγγραφέας. Είναι και ο αναγνώστης που επινοεί ένα βιβλίο. Κάθε αναγνώστης διαβάζει ένα διαφορετικό βιβλίο. Διότι φέρνεις όλη σου τη ζωή σε ό,τι διαβάζεις» λέει ο Πολ Όστερ και οι περισσότεροι συγγραφείς συμφωνούν για την αυτονομία της κάθε ανάγνωσης. Σύμφωνα με τον Χάρι Μούλις το βιβλίο δεν ανήκει τον συγγραφέα, αλλά στον αναγνώστη: «Το χαρακτηριστικό ενός καλού μυθιστορήματος είναι ότι μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί ποτέ να είναι σωστό ή λάθος, όπως μια επιστημονική πραγματεία». Για τον Μάρτιν Βάλζερ ο κάθε αναγνώστης διαβάζοντας το μυθιστόρημα κάποιου άλλου δημιουργεί το δικό του μυθιστόρημα. «Μου γράφουν συχνά πολυσέλιδα γράμματα για κάποιο μυθιστόρημα μου: είναι άντρες και γυναίκες κάθε επαγγέλματος και καταγωγής, που πιστεύουν ότι μου γράφουν σχετικά με κάποιο κείμενό μου. Στην πραγματικότητα μου γράφουν για τον εαυτό τους, γι’ αυτό που οι ίδιοι νιώθουν σημαντικό όταν διαβάζουν ένα μυθιστόρημά μου».

Όσον αφορά τη σχέση Ιστορίας και λογοτεχνίας, ο Χαβιέρ Θέρκας υποστηρίζει ότι υπάρχει μεν μια αλήθεια, αλλά κατά πάσα πιθανότητα είναι το άθροισμα όλων των εκδοχών της πραγματικότητας. «Αυτό μπορεί να ισχύει για την Ιστορία, δεν ισχύει όμως για την ηθική: υπάρχει μια τεράστια ποικιλία ηθικών αληθειών. Εκεί δεν υπάρχει μια αλήθεια, αλλά πολλές. Εξαρτάται από την εποχή, την οπτική γωνία, το πρόσωπο που διερευνά». Ο ίδιος ομολογεί πως στα βιβλία του τον ενδιαφέρει περισσότερο να κατανοήσει (αλλά όχι και δικαιολογήσει) τους εχθρούς του, παρά τους φίλους του και να ερευνήσει γιατί οι καλύτερες προθέσεις και τα καλύτερα ιδανικά μετατράπηκαν σε τερατωδίες και δημιούργησαν μια επίγεια κόλαση αλλά και ποιος είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα.

Για τον Μούλις η μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία δεν είναι λιγότερο υπεύθυνη για τα εγκλήματα των καθεστώτων. Αν δεν μιλήσουμε για τις συλλογικές ευθύνες όσων ανέχτηκαν τη φρίκη, υποστηρίζει, θα έχουμε πάντα ανοιχτή την πόρτα σε άλλα παρόμοια εγκλήματα του μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση η Ιστορία είναι άτεγκτη, δεν ενδιαφέρεται για τα ατομικά δράματα, σε κάθε της στροφή δεν υπάρχουν αθώοι και ένοχοι, όλοι είναι αθώοι και ταυτόχρονα ένοχοι. Για τον Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ ιστορική πηγή δεν είναι μόνο ό,τι βρίσκεται στα ράφια, αλλά και ό,τι κρύβεται στο πίσω μέρος του μυαλού μας.

Οι συγγραφείς εκφράζουν τις σύγχρονες πολιτικές τους ανησυχίες αλλά και πολλές διαπιστώσεις σε σχέση με το παρελθόν. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου παραμένει πιστός στην φράση του Γκράμσι πως πρέπει να είμαστε απαισιόδοξοι στη λογική μας και αισιόδοξοι στη βούλησή μας· άλλωστε οι τελευταίες του λέξεις στο blog του ήταν ένα «Ευχαριστώ, Μανκέλ», που απευθυνόταν στον μόνο διάσημο συγγραφέα που μπήκε στα «πλοία της ειρήνης» για να σπάσουν το ισραηλινό εμπάργκο της Γάζας. Κατά τη γνώμη του η ελευθερία λόγου δεν αρκεί όταν περνάμε σε μια περίοδο όλο και πιο αυταρχικών δημοκρατιών· μπροστά δε στην παγκοσμιοποίηση, που είναι ο φασισμός της εποχής μας, χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τους όρους που χρησιμοποιούμε και να ξαναδούμε τι σημαίνουν διεθνισμός και ελευθερία.

Σύμφωνα με τον Κάρλος Φουέντες, η εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν επιτρέπει τις ένοπλες επαναστάσεις με την κλασική έννοια του όρου. Αν δεν καταφέρει η Δημοκρατία να προσφέρει φαγητό, μόρφωση και στέγαση στα εκατομμύρια των μη προνομιούχων τότε οι κατακτημένοι δημοκρατικοί θεσμοί θα κινδυνεύσουν. Στο ίδιος μήκος κύματος ο Ίνγκο Σούλτσε δίνει έμφαση στα οικονομικά θέματα και τις σχέσεις ιδιοκτησίας καθώς εκεί κρίνεται η ελευθερία μας, έννοια ανύπαρκτη όταν δεν υπάρχει κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη. Ο Τζον Λε Καρέ είναι απογοητευμένος που χάθηκε το τρένο όταν τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος και εξοργισμένος με τις ΗΠΑ που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς πολέμους, αλλά και τους Βρετανούς που γίνονται σκλάβοι της εξωτερικής της πολιτικής. Για τον Άμος Όζ το βασικό πρόβλημα του 21ου αιώνα θα είναι ο φανατισμός· το γεγονός ότι είμαστε συνεχώς και απόλυτα πεπεισμένοι ότι οφείλουμε να αλλάξουμε τον άλλον:. «Ο φανατικός είναι πάντα αλτρουιστής: θέλει να σε αλλάξει, ακόμα κι αν εσύ δεν το θέλεις. Κι αν δεν σε σώσει, σε σκοτώνει για το καλό σου. Ο συμβιβασμός είναι ζωή. Το αντίθετο του συμβιβασμού είναι ο φανατισμός και ο θάνατος».

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει τα πολιτικά δεδομένα; Όταν ο Λιόσα αναρωτήθηκε, όπως φανταζόταν πως κάνουν ακόμα πολλοί νέοι του Τρίτου Κόσμου, αν, από ηθική και πολιτική άποψη, είναι σωστό να αφιερώνεις τη ζωή σου στη συγγραφή, ειδικά όταν προέρχεσαι από χώρα με τόσα άλυτα προβλήματα, εμπνεύστηκε από τον Σαρτρ που έλεγε πως ναι, πως άξιζε τον κόπο, διότι η λογοτεχνία ήταν μια μορφή δράσης, διότι οι ίδιες οι λέξεις είναι πράξεις. Ο Εντσενμπέργκερ, αντίθετα, υποστηρίζει πως δεν πρέπει να υπερτιμούμε το ρόλο της λογοτεχνίας: «Αν θέλω να καταπολεμήσω, για παράδειγμα, την πείνα στον πλανήτη, ένα ποίημα δεν είναι το πιο κατάλληλο μέσο. Η λογοτεχνία και η ποίηση είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτόνομες, δεν υπάρχουν για να εκπληρώνουν κάποιο πολιτικό ή κοινωνικό πρόγραμμα. Οι ρίζες της λογοτεχνίας έχουν σχέση με αυτά που έχει ανάγκη ο άνθρωπος, και σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που είναι πιο διασκεδαστικά, πιο ωραία και πιο αστεία από την πολιτική».

Ο Βάλζερ είναι βέβαιος πως ο ναζισμός αποτελεί οριστικό παρελθόν και πως δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να ξαναγίνει κάτι παρόμοιο: «Θεωρώ γελοίο, επειδή κάποιοι μισότρελοι ή δυστυχισμένοι νεαροί τρέχουν δεξιά κι αριστερά με τις σβάστικες στον ώμο, να πιστεύουμε ότι θα επαναληφθεί κάτι που συνέβη κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες». Η Ναντίν Γκόρντιμερ τονίζει πως οι Έλληνες της Νοτίου Αφρικής δεν έδειξαν την παραμικρή ευαισθησία σε όσα συνέβαιναν στην μεγάλη πλειονότητα του λαού της και δεν ύψωσαν ποτέ φωνή διαμαρτυρίας, αλλά αντίθετα επιθυμούσαν την διατήρηση του καθεστώτος ανισότητας και ανελευθερίας. Ο Νικολό Αμανίτι διαπιστώνει ότι όλα όσα έμαθε από μικρός ως κακά πράγματα, την ανηθικότητα, την γελοιότητα, την χυδαιότητα, τώρα πια θεωρούνται συνηθισμένα και νόμιμα και ηθικά και δεν εκπλήσσουν πλέον κανέναν.

Χρυσοστομίδης αφηγείται περίτεχνα και το περιθώριο των συνομιλιών: τις εντυπώσεις του από την υποδοχή, την επικοινωνία, την περιποίηση, τις απαιτήσεις τους αλλά και το σαλόνι τους, το γραφείο τους, την περιοχή όπου ζουν , με την ζωντανή γραφή μιας λογοτεχνίας ταξιδιωτικής– ταξιδιωτικής όμως όχι μόνο όσον αφορά τις γειτονιές των συγγραφέων και τους καθημερινούς τόπους της έμπνευσης, της δημιουργίας και της προσωπικής τους μυθολογίας. Επιπρόσθετα, καθώς διαθέτει την απαραίτητη γνώση του έργου τους, η συζήτηση επεκτείνεται σε ιδέες που πηγάζουν από συγκεκριμένα βιβλία κι έτσι ο αναγνώστης αποκτά έναν δεύτερο, ειδικότερο οδηγό ανάγνωσης. Οι υπόλοιποι συγγραφείς: Μωρίς Αττιά, Γκαμάλ Αλ Γιτάνι, Αντρέα Καμιλέρι, Ντάνιελ Κέλμαν, Χανίφ Κιουρέισι, Κλαούντιο Μάγκρις, Βλαντίμιρ Μακάνιν, Ιάν ΜακΓιούαν, Νόρμαν Μανέα, Ορχάν Παμούκ, Τζορτζ Πελεκάνος, Σέρχιο Πιτόλ, Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Π.Ντ. Τζέιμς, Ντάριο Φο, Γιασμίνα Χάνρα και Άλαν Χόλινγκχερστ.

Δεν είναι λίγες οι φορές οι συγγραφείς εκφράζονται με αυτοσαρκασμό για το έργο και την εποχή τους, όπως ο Άμος Όζ, που παραδέχεται πως όταν γράφει τα βιβλία του ο νους του πηγαίνει καμιά φορά στους ανθρώπους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί: «Σκέφτομαι ποια άραγε γνώμη θα έχουν για μας, αν τύχει να μας διαβάσουν. Αν θα μας αγαπήσουν ή αν θα μας αντιμετωπίσουν ως τους απόλυτους ηλίθιους». Ή παραδέχονται με συγκινητική ειλικρίνεια τους λόγους που τους ωθούν στη γραφή, όπως ο Ταμπούκι: «Ίσως περισσότερο η αίσθηση ότι η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή. Είναι η διάθεση να πλάσεις μια άλλη πραγματικότητα. Είναι ότι η ίδια η ζωή δεν είναι αρκετή για τους συγγραφείς. Γράφουμε κυρίως επειδή η ζωή δεν μας αρκεί».

[Πλήρης τίτλος: Οι κεραίες της εποχής μου. Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ’ ένα δωμάτιο, εκδόσεις Καστανιώτη, 2012, σελ. 589  αναρτήθηκε στο ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ] 

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ του κόσμου ξένοι μέσα στο σπίτι μας αναζητώντας τον ΧΡΟΝΟ ΤΟΤΕ:

Τα ποιήματα, σύμφωνα μ’ ένα στίχο του Χρίστου Λάσκαρη (που προτάσσει ως μότο στη συλλογή της ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ η Ελένη Μαρινάκη), ξεθάβονται με μιαν αξίνα τα μεσάνυχτα αφήνοντας κι από ’να λάκκο. Προηγείται, στην ίδια εισαγωγική σελίδα, μια σκέψη του Αλμπέρτ Καμύ για την αναζήτηση κοιτίδας  από τον άνθρωπο που ειδικά σήμερα αισθάνεται ξένος παντού: «Δεν είμαι από εδώ –ούτε από πουθενά άλλωστε. Κι ο κόσμος δεν είναι πια παρά ένα άγνωστο τοπίο, όπου η καρδιά μου δεν βρίσκει στήριγμα. Ξένος – ποιος μπορεί να ξέρει τι σημαίνει αυτή η λέξη;». Η Ελένη Μαρινάκη με το πρώτο κιόλας ποίημα στη συλλογή ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ (2007) είναι σαν να επιδιώκει μια περιγραφή του αποκομμένου από τις ρίζες του πολιτισμού ανθρώπου αφήνοντας να αιωρούνται και στοιχεία από μια εναγώνια προσπάθεια αναζήτησης διαύλων επιστροφής: «ένα-ένα κόβω τα κλαδιά μου, τα ξεραίνω σαν τα αισθήματα που πνίγω κάθε βράδυ μη βγάλουν φύλλα και με τυλίξουν. Έπειτα με ευλάβεια τα ακουμπώ στο έδαφος, τους τραγουδώ ένα δημοτικό και τα θάβω στο μεγάλο άνοιγμα του κήπου» (σελ. 9)   Η προσπάθεια αυτή, όμως, δεν αποδίδει γρήγορα και εύκολα τους προσδοκώμενους καρπούς.  Έτσι ο άνθρωπος μοιάζει με την ΑΠΡΟΣΕΚΤΗ ΠΕΑΤΑΛΟΥΔΑ, δεύτερο ποίημα στην επόμενη συλλογή της ποιήτριας Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ (2013) που  αναζητά πλέον βοήθεια από ψηλά: «Κύριε, δώσε μου τα φτερά που έχασα στους κήπους, τα πέπλα που ξήλωσα τις νύχτες, τη σκόνη που σκόρπισα εδώ κι εκεί. Τα χρώματα δώσε μου πάλι που εμπιστεύτηκα σε τοκογλύφους κυνηγούς ονείρων. Γύμνωσα την ψυχή μου και κρυώνω». Ακολουθεί, σ’ αυτή την ανάρτηση, μια παράλληλη αντιπαράθεση ποιημάτων από τις δύο συλλογές με βασικό κριτήριο επιλογής και σχολιασμού τις παραπάνω εισαγωγικές σκέψεις για την πολύτροπη αλλοτρίωση που συντελέστηκε ανεπαισθήτως «σε παγερά τοπία, σε διπρόσωπους καιρούς». [Ελένη Μαρινάκη Εδώ στο Λίγο, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2007 και Ο Χρόνος Τότε, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013 – ART by Yusuke Sakai]  




Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΦΟΝΤΟ ΛΕΥΚΟ ΟΛΟ ΚΑΙ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ: Κομμένες μουσικές οι μέρες μου, εγκαύματα από χαμένα καλοκαίρια (στίχοι από συλλογή  Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ σελ. 7 και 9):
Τα περισσότερα ποιήματα στην συλλογή Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ (2013) είναι σύντομα και έχουν συνήθως μονολεκτικό τίτλο που από μόνος του σηματοδοτεί ή τουλάχιστον αφήνει κάποια υπονοούμενα για τα πλαίσια στα οποία κινείται η έμπνευση της ποιήτριας: Βύθισμα, Προετοιμασία, Απορία, Αμφιβολία, Απειλή, Δρομέας, Φυγή, Κάλεσμα, Άλωση, Αποπομπή, Σιωπή, Μετατόπιση, Εξορία, Επανάληψη, Απουσία και άλλοι παρόμοιοι τίτλοι που συνήθως υποδηλώνουν δυσάρεστα αισθήματα, απογοήτευση, μόνιμη ψυχική καθίζηση, μοναξιά, απουσία.  Στο ίδιο μήκος κύματος και, οι λιγότεροι πάντως, περιφραστικοί τίτλοι: Απρόσεκτη Πεταλούδα, Βαθιά Σκαλίσματα, Από το Παρελθόν, Αιώνες του Βυθού, Μαύρα Στίγματα, Στην αγκαλιά της Ιστορίας κ.α.  Από το Βύθισμα και την Προετοιμασία, το 1ο και το 3ο ποίημα της συλλογής, επιλέχθηκαν οι στίχοι για τον τίτλο αυτής της ενότητας. Το λευκό φόντο του ουρανού είναι το πλαίσιο της Προετοιμασίας για το Βύθισμα στη νέα πραγματικότητα «ας έρθει μια βροχή να με κοιμίσει, να με περάσει απέναντι…».  Αντίθετα, όλα τα ποιήματα στη συλλογή ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ 2007 είναι άτιτλα, όπως το παρακάτω από τη σελ. 10 στο οποίο φαίνεται να συνεχίζει την περιγραφή του «Ξένου» που λέγαμε στην εισαγωγή, που τώρα ταξιδεύει «χωρίς παπούτσια, με τη φανέλα κατάσαρκα», λαθρεπιβάτης «σε ξένα ταξίδια» εξαργυρώνοντας σιωπές με «μετάλλια απονομής χάριτος»:

Δεν χωράω πουθενά.
Το σπίτι από νωρίς
κλείνει τα παράθυρα
κλείνει το φως
ανατέλλει μια νύχτα
να την περπατήσω.

Γλιστρώ στις λέξεις
πέφτουν κομμάτια κίτρινα
από το παρελθόν
τότε που προετοίμαζα
μικρά βήματα
για να φτάσω
τότε που το ελάχιστο
γινόταν χάρτης
και με πήγαινε
στις μικρές κουκίδες
των πόλεων.

Τώρα ταξιδεύω
λαθρεπιβάτης

σε ξένα ταξίδια
εξαργυρώνω μετάλλια
απονομής χάριτος.
[ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 10]

ΦΟΒΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΩΝΙΑ, ΤΟ ΣΚΛΗΡΟ ΕΝΔΥΜΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ («Εδώ στο Λίγο» σελ. 15):
Η μοναξιά και η ερημία του «ξένου» δύσκολα μπορούν να χωρέσουν σε στίχους. Πονάνε οι φόβοι πιο πολύ στις λυρικές εικόνες των ποιητών. Μεταφορές και σύμβολα, αμυδρά μόνο την επιφάνεια φωτίζουν «ενός αθέατου τραύματος που συντελείται εις τους αιώνες». Στον κλειστό κύκλο της μοναξιάς «φυσά ένα ανοιχτόχρωμο σκοτάδι» κι «όλο σκουραίνει ο ουρανός» Σαν βρεθείς στη σκάλα της «που κατεβαίνει στο βυθό» τρέμοντας από αγωνία, θα «διπλώνεις πόνους στο σχοινί… κουκούλι θα επωάζεις μνήμες», μετρώντας στην κόψη της «τις υποθηκευμένες μέρες, τα στίγματα στα χέρια»  (Ο Χρόνος τότε σελ. 21). Και μόνο «ο τρελός σκύλος της νύχτας» σαν τον τρελό λαγό από το ποίημα του Σαχτούρη «μαζεύει το αίμα από τα όνειρα και το βάζει στις λέξεις», «μοναδικό μάρτυρα» για το «πώς κουλουριάζεται η επιθυμία σαν έμβρυο» (Εδώ στο λίγο σελ. 15-17). Εντωμεταξύ στον άγονη γραμμή του Χρόνου Τότε θα ταξιδεύει μ’ ένα καράβι φάντασμα, σπαρταρώντας, «τυφλή γοργόνα μ’ αυτό το μάταιο ερώτημα: «ζει ή δεν ζει κάποιος Αλέξανδρος;» Αναπάντητη απορία, εξόριστη παραδοχή. Μετέωρες λέξεις «γλιστρούν όπως σε όνειρο  όπου πετάς σ’ ένα τοπίο τρύπιο…». «Ποιαν ιστορία να πιστέψουμε; Άγραφη ακόμη η αλήθεια περιγελά τις σημειώσεις μας…» για «πένθη που δεν ιστορήθηκαν» ακόμη…, για ώρες δανεικές κι αγύριστες. «Στο μεταξύ, προφτάσαν άλλοι…» Έτσι «σβήνει αθόρυβα το μέλλον»!..  (στίχοι από τα ποιήματα ΑΠΟΡΙΑ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ και ΠΑΡΑΔΟΧΗ, συλλογή Ο Χρόνος Τότε σελ. 12, 13)    

ΒΑΘΙΑ ΣΚΑΛΙΣΜΑΤΑ
Η ερημιά
είναι ένας τόπος κοντινός
ένα πηγάδι άδειο.

Είναι ξεκρέμαστο πουκάμισο
που δεν φοριέται πια
πόρτα που εφαγώθηκε
απ’ τους βοριάδες
ξεφλουδισμένα δάχτυλα
επάνω σε θωπείες
βαθιά σκαλίσματα στο χώμα
που όμως δεν φυτρώσανε.

Φεγγάρια νόθα των καιρών
καντήλια στραγγισμένα.

Όλο το λάδι το κατάπιε η σιωπή
[Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ  από τη σελ. 18]

Εγώ θα πάω στα βουνά
να στείλω μικρά λουλούδια
και κλαράκια λυγαριάς
για λόγια που δεν έμαθες ακόμα
μη μιλάς
μέχρι να βρεις της νύχτας το μαχαίρι.

Τρέχει ο δρόμος
και σκοντάφτω στο γυαλί
το πρόσωπό σου γέμισε σκοτάδι…
και δρόμο γυρισμού δεν βρίσκει
δεν μπορεί

Ο άνεμος μου παίρνει τα μαλλιά
και τα’ ακουμπάει στο πλάι σου τραγούδια
είδες στον ύπνο σου
τ’ αστέρια και την πούλια
και ξύπνησες στο κύμα Αυγερινός

Νύχτα θα ’ρθω την ώρα που κοιμάσαι
να πάμε βόλτα
σε λευκούς καιρούς
να μπούμε σε λειμώνες δροσερούς
είναι η ζωή μας χίμαιρα και ζάλη
[ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ από τη σελ. 16]

ΑΠΟΥΣΙΑ
Έχεις μια χαραμάδα έγχρωμη μου είπες
και μαύρισε η θάλασσα.

Τι να την κάνω τώρα αυτή τη χαραμάδα
το άνοιγμα της μέσα μου ζωής
αφού δεν ξέρω να μιλώ.

Έκλεισα όλα τα παράθυρα
κοιμήθηκα στο περιθώριο της μνήμης
στο άσπρο που αφήνουν οι πληγές
στερέωσα τις μέρες μου.

Και πέρασε η άνοιξη
[Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ  από τη σελ. 55]

ΩΣ ΤΟ ΜΕΔΟΥΛΙ ΠΑΛΛΕΤΑΙ Η ΛΑΧΤΑΡΑ ΝΑ ΒΓΑΛΕΙ ΡΙΖΕΣ ΚΑΙ ΚΛΑΔΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΠΩΣ ΗΜΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ Η ΘΑΛΑΣΣΑ («Ο Χρόνος Τότε» σελ. 23):
Όσο βαθύ κι αν ήταν το πηγάδι στη σκοτεινή αυλή με τα μαχαίρια της μοναξιάς, όσο «άδειος κατήφορος κι αν γλιστρά στις φλέβες», «σε ανοιγμένους τάφους τα κτερίσματα σπασμένα», η προετοιμασία επανόδου στην κανονικότητα καταγράφεται σχεδόν ταυτόχρονα με την πτώση. Ο εναγκαλισμός του σκότους ετοιμάζει «μέσα μου να κατοικήσει ο ουρανός». Η λαχτάρα «ξένη φωνή ταράζει τη δική μου, ζητά επίμονα παραχωρήσεις…». Το κάλεσμά της αντηχεί σ’ όλο το βυθό: «Έλα να με τραβήξεις από εδώ… Έλα δεν ξέρεις σε τι βάθος ζω, πόσο με πλησιάζει το σκοτάδι…»… (στίχοι από τα ποιήματα ΩΣ ΤΟ ΜΕΔΟΥΛΙ, ΚΑΛΕΣΜΑ από τις σελ. 23, 25 συλλογή Ο Χρόνος Τότε) Έλα, «και πετάγονται φωτιές», έλα «να σου μάθω τα βήματα, δεν είναι τίποτα…». Έτσι, σ’ όλα σχεδόν τα ποιήματα και των δύο συλλογών, συνεχίζεται αυτή η διελκυστίνδα, από τη μια η ανεπανόρθωτη φθορά που προκαλεί η απομόνωση κι η μοναξιά τραβάει το σχοινί και ο ανυποψίαστος τις περισσότερες φορές ακροβάτης από την άλλη βάζει όλες του τις δυνάμεις να κρατήσει λίγο ζωτικό χώρο!..   «Κάποτε κόβεται το νήμα απότομα χωρίς να το τραβήξει κανείς…», «κάποτε ουρλιάζει για λίγο χώρο αθανασίας»!..   (στίχοι από τη συλλογή Εδώ στο Λίγο σελ. 21, 23, 25)

ΑΛΩΣΗ
Ποιος πόνος ανεμίζει στα χέρια σου
φουρτούνες
ποιος άνεμος διέρρηξε το σώμα σου;

Είναι απόκρημνα τα μάτια σου
βλέμμα που άνοιξε στο σκούρο
Αλλού πετούσες κάποτε.

Τώρα με κίτρινο νερό
λεκιάζεις τ’ απογεύματα
στάζουν οι φθόγγοι πυρετό
σκουριάζουν τα ταξίδια σου

Οι ώρες σχίζουν βιαστικά
πουλιά ενθύμια εκδρομών
η τσάκιση στη φούστα σου χαράδρα
ρήγμα βαθύ
που το αλώνει ο χρόνος
[Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ  από τη σελ. 26]

Έχω ένα τραύμα
στην αυλή σου
ένα κόκκινο λουλούδι
στο περβάζι του παραθύρου σου.

Τις νύχτες ανάβει
αστέρι αγνώστου γαλαξία
που ξέφυγε απ’ την τροχιά του
πουλάκι που κρυώνει
και το ζεσταίνουν οι ανάσες μας

αφού η δική σου σταμάτησε
με τη σειρήνα του παραδείσου
να ουρλιάζει
για λόγο χώρο αθανασίας
[ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ από τη σελ. 24]

ΠΩΣ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΕ ΧΑΛΕΠΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΠΟΛΥΠΛΕΥΡΗΣ ΚΡΙΣΗΣ:
Το ερώτημα δεν είναι νέο κι έχει τεθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από πολλούς ποιητές σε διαφορετικούς καιρούς. Από την Ποίηση 1948 του Εγγονόπουλου που ως εποχή εμφύλιου σπαραγμού «δεν ήταν εποχή για ποίηση κι άλλα παρόμοια» έως σήμερα έχουν καταγραφεί πολλές παραλλαγές παρόμοιων προβληματισμών που όταν φτάνουν στο «δια ταύτα» οι διαφοροποιήσεις των θέσεων είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή. Από τον ακροτελεύτιο στίχο «ποιος θα μιλήσει για όλα αυτά», αν όχι οι ποιητές, που έσπευσε, την αμέσως επόμενη χρονιά 1949, να γράψει από τις φυλακές του Γεντί Κουλέ ο Μανόλης Αναγνωστάκης έως σήμερα που πάλι οι γενικότερες πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις επαναφέρουν έντονα αντίστοιχους προβληματισμούς. Το σημειώνει εύστοχα και ο Δημήτρης Αγγελής στο εισαγωγικό του σημείωμα για την παρουσίαση της συλλογής Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ της Ελένης Μαρινάκη: «Συνθήκες  καθημερινές περιστάσεις της ζωής φέρνουν επίμονα στο νου, θα έλεγα με τον τρόπο που σκαλίζει κανείς μια πληγή, το εύχρηστο και σχεδόν κοινότοπο, εάν δεν έκρυβε μια τρομερή αλήθεια, ερώτημα: Γιατί γράφουμε και πώς γράφουμε ποιήματα σήμερα;»

Και προεκτείνει τον προβληματισμό του σε άλλα παράλληλα θέματα που, επίσης, απηχούν, γενικότερους προβληματισμούς σχετικούς με την ίδια την καλλιτεχνική δημιουργία αλλά και με τα μέσα που αξιοποιεί για να φέρει σε πέρας. Γράφει λοιπόν ο Δημήτρης Αγγελής:  «…πώς να γράψει κανείς ποιήματα που ν’ ανταποκρίνονται στην εποχή του χωρίς να προδίδει συγχρόνως τις προσωπικές του αγωνίες, πώς μπορεί να κάνει την ποίησή του κατανοητή σ’ ένα ευρύτερο κοινό χωρίς να εκποιεί την πνευματική του σκευή; Τα δύο ερωτήματα είναι εξίσου καίρια, τις περισσότερες φορές όμως ο ποιητής δίνει προτεραιότητα στο ύφος  – κι ίσως τελικά να έχει δίκιο: καταστατικά το ποίημα ως δημιουργική πράξη καταφάσκει στη ζωή, ακόμα κι αν το ύφος ή το περιεχόμενό του φαινομενικά την αρνούνται…».

Τι σχέση, όμως, έχουν όλα αυτά με τα ποιήματα στις δύο συλλογές της Ελένης Μαρινάκη; Αρχίζοντας από τους τίτλους ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ (2007), Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ (2013) διαπιστώνουμε την πρόθεση της δημιουργού να οριστούν από την αρχή  με κάποιους δικούς της προσδιορισμούς ο Τόπος και ο Χρόνος.    Ειδικά για τη δεύτερη συλλογή ο Δημήτρης Αγγελής διαπιστώνει από τον τίτλο «μια σπουδή πάνω στο θέμα της μνήμης, αναδρομή σ’ ένα τότε που οπωσδήποτε μοιάζει καλύτερο από το νυν…». Και παρακάτω: Αυτή « η σπουδή στη μνήμη αποδεικνύεται πως είναι περισσότερο μια σπουδή στη διάψευση, την οποία επιτείνει ένα, μερικώς γυναικείο θα έλεγα, αίσθημα θυματοποίησης –χωρίς όμως συγκεκριμένο θύτη ή καλύτερα με θύτη την απουσία ή τον ίδιο τον χρόνο τότε»
Μια άλλη παρατήρηση που έχει τη σημασία της είναι τα ποιήματα που είναι αφιερωμένα σε αγαπημένους ποιητές: Στον Ηλία Λάγιο και στο Μιχάλη Γκανά στη συλλογή Εδώ στο Λίγο και το ποίημα Δίχως Πυξίδα στη συλλογή Ο Χρόνος Τότε που έχει γραφεί στη μνήμη Αργύρη Χιόνη:  

ΔΙΧΩΣ ΠΥΞΙΔΑ (μνήμη Αργύρη Χιόνη)
Δεν ξέρω πώς να περιγράψω την ομίχλη
που σε σκεπάζει σήμερα
τη δύσκολη αναπνοή σου
το πάγωμα του κήπου σου.

Άσπρα μπαμπάκια γύρω σου
οι πέτρες
και πώς να καθαρίσεις το χωράφι
χωρίς αξίνες
δεν πήρες τίποτα μαζί σου
έστω τα απαραίτητα.

Εσύ που ξέρεις όλους του τρόπους
να ανασταίνεις τα φυτά
τις λέξεις να καλλιεργείς με επιμέλεια
δεν πρόφτασες τη φοβερή κακοκαιρία
το βίαιο αέρα που σε σήκωσε.

Δίχως πυξίδα ανέβηκες σε βροχερόν
ορίζοντα μόνος
και ούτε ένα φθόγγος γνώριμος
μια πρόταση να μεταφράσεις.

Σε άγνωστη πατρίδα ξενιτεύτηκες
[Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ  από τη σελ. 49]

Τύμπανα, ζουρνάδες
αναθρώσκων φόβος αρχαίος.

Υποδύομαι ρόλους
άλλες γυναίκες δίπλα μου πετούν
πεταλούδες ημίαιμες
διχαλωτά σκαθάρια.
Κόβω την κίνηση στη μέση.

Τα πόδια μου σπασμένα
απ’ το κυνηγητό
γύρω-γύρω όλοι
δε βρίσκω τίποτα να σας απαντήσω

το έργο έμεινε μισό
όπως η ζωή μας
σταματά κάθε μέρα
στο καλύτερο σημείο
όπως τα γράμματα μας
μικραίνουν ολοένα
γίνονται κείμενα αμφίσημα
σκιές σ’ ένα σκοτάδι
που μας προσπερνά.
[ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ από τη σελ. 35]

ΤΑΧΥΔΑΚΤΥΛΟΥΡΓΟΣ
Δύσκολο πράγμα η ποίηση
κι εγώ δεν άφηνα να ανοίξουν  τα φτερά μου

Κρατούσα σκορπισμένα φύλλα
λαγούς μικρούς μες το σαλόνι μου.

Έπαιζε μόνη της η μπάντα
στις επετείους άνοιγα δειλά τα μάτια
χωράφια με ελιές σκίαζαν το καπέλο μου
μια κούνια με παρέδινε στο χάος

Έτσι, με ψίχουλα μεγάλωνα
κάνοντας ακροβατικά
κέρδιζα το ψωμί μου

Γι’ αυτό φοβάμαι από τότε τις ευθείες
το τέλος του ορίζοντα
το γρήγορο ξεθώριασμα του άστρου.

Τώρα, σε γέφυρες κουρνιάζω
σε ξεραμένους ποταμούς.

Να ’χω κι εγώ ένα δικό μου τίποτα
[Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ  από τη σελ. 29]

ΜΟΝΙΜΑ ΠΑΡΟΥΣΑ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΓΗ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΠΟΥ ΑΦΗΝΟΥΝ ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ, ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΠΟΥ ΣΤΑΖΕΙ ΚΙΤΡΙΝΟ ΕΩΣ ΜΙΑΝ ΕΠΑΡΣΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ:
Βασικά μοτίβα στα ποιήματά της Ελένης Μαρινάκη είναι κρυμμένα στις λέξεις: χρώματα, άνεμος, όνειρα, ταξίδι! Το ποίημα στη σελ. 14 είναι μια επιτομή αυτής της εμμονής της: «Έχεις το χρώμα του χωρισμού στο φουστάνι σου, σκόνη από το τελευταίο μου όνειρο στα μαλλιά σου!.. Περνάς απέναντι μ’ ένα καράβι και χάνονται τα νερά. Θα ταξιδέψω με τον άνεμο να σε προφτάσω στην άλλη παραλία» [ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 14]. Και βέβαια η πολύ συχνή εναλλαγή αντίθετων χρωμάτων βασικό πλαίσιο:  το άσπρο/λευκό χρώμα από τη μια σε αντιπαράθεση ή και σε παράλληλη πορεία με το σκοτάδι/σκότος σκιά: Η μέρα είναι «εσώκλειστη βροχερή» στο ένα ποίημα, γι’ αυτό, «βγάλε το άσπρο τραπεζομάντηλο να στρώσουμε πάνω καντήλια, μικρές φλόγες που τρέμουν». Αλλά λίγο παρακάτω «δένδρα μισάνοιχτα στη σκιά με συντροφεύουν σαν μεσημέρια» (ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 39 και 41). Στο ποίημα Αιώρες του Βυθού η εναλλαγή συντελείται από τη μια στροφή στην άλλη: «άσπρισα προσεκτικά τους τοίχους για να διαβάσεις εύκολα το παρελθόν, συμμάζεψα τα χάρτινα κουτιά στην αποθήκη που σου θυμίζουνε μετατοπίσεις, το παρανάλωμα των δύσεων. Έκλεισα όλες τις βρύσες που στάζουνε βροχή. Και τώρα χάρισμά σου οι νύχτες, εκείνες οι αιώρες του βυθού που πνίγουνε σιγά-σιγά τα όνειρά σου» (Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ σελ. 35).

Τώρα που έχει ήλιο
γλιστρά από τις πόρτες
το σκοτάδι

ντύνεται
κίτρινα ρούχα
σαν πιερότος
μας ξεγελά
πως τάχα πάει
στην πλατεία

μα μόλις στρίψει
τη γωνία
πετάγεται
μαύρο κάρβουνο
και μας κεντάει
το δάχτυλο
σαν αδράχτι.
[ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 45).

Δεν θα μπορούσε να λείπει το κόκκινο χρώμα από ποιήματα που «στριφογυρίζοντας» εδώ στο Λίγο του Κόσμου αφουγκράζονται μνήμες από ανοιχτές πληγές του παρελθόντος.  Ζητούμενο η αναζήτηση τρόπων να κλείσουν ανοιχτοί λογαριασμοί με το Χρόνο Τότε. Ο φόβος να μετακυλήσεις στα ίδια μονοπάτια διάχυτος. Αίμα γενεών πανταχού παρόν μεταγγίζεται: «της γυναίκας του πρωτομάστορα, της θείας που τη βρήκε το μαχαίρι ακριβώς στα δεκαοκτώ». Ατέλειωτη κίνηση μιας κόκκινης γραμμής που διασχίζει οριζοντίως και καθέτως, σε πλάτος και σε βάθος τραύματα σωμάτων, πληγές ψυχής: «το κόκκινο στο χέρι σου πώς σε προδίδει, κρατάς και κρύβεις χρόνια ένα αντικλείδι».  [ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 12-13] Αντικλείδι που ξεκλειδώνει πόρτες, που μέσα από όστρακα σιωπής ξετρυπώνει πολύτιμα μαργαριτάρια και «μια κρυφή υγρασία κόκκινη ανάβει ξαφνικά και ποτίζει τις λέξεις με αίμα». (σελ. 31).  «Αλμυρό το αίμα σαν το αλάτι της θάλασσας. Βγαίνει από μέσα μου κι έχει ακόμα τον πυρετό που τρέμει στο κορμί μου της γεύση της επιθυμίας» (σελ. 33)    «Έχει μιαν έπαρση το κόκκινο, αλλοιώνει τον αέρα. Μόνο όταν γίνεται αίμα, χτυπά σαν τρελό την πόρτα να την σπάσει από το φόβο του μήπως κυλήσει στο πάτωμα και γίνει λίμνη η καρδιά του» (σελ. 43) «Δεν θυμάμαι τίποτα. Γρήγορος ο χρόνος τυλίγει πρόχειρα όλα τα πρόσωπα όλα τα χρώματα. Ως το πρωί μαραίνονται οι μέρες που σε γνώρισα» (ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 48)

Από το βάθος ακούγονται
οι παιδικές μας φωνές.

Μικρά τρωκτικά τα βιολιά
καταπίνουν τις νότες
το πιάνο τρώει δάχτυλα
για να τραγουδήσει

και η δασκάλα
όλο και μου θυμίζει
με το αριστερό της μάτι
πως θα τη δώσει τη θέση σε άλλον
αν δεν ψάλλω τώρα εδώ
μπροστά σε όλους
τον Ακάθιστο Ύμνο!..

Φυσάει  αέρας
κόβεται ανάμεσα στους καθρέφτες.
Μουσκεύουν τα δευτερόλεπτα
κόκκινο γάβγισμα.

Τρυπά η ανάσα
φόβους βωβούς
μέσα στα σπλάχνα πυκνώνει
άγραφη μελάνη

Για τους επικείμενους αποχαιρετισμούς
(ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 46-47)

ΑΣ ΓΙΝΩ ΙΣΟΒΙΑ ΠΛΗΓΗ, ΜΟΝΟ ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΝΕΡΟ ΝΑ ΜΕ ΚΕΝΤΗΣΕΙ (ακροτελεύτιος στίχος στη συλλογή ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 50) ΣΕ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΘΕΤΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΟΥΛΑ ΜΙΑ ΨΕΥΤΙΚΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑ (κατακλείδα στο ποίημα Αλλοιώσεις στη συλλογή Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ σε. 34)
Οι στίχοι από το ποίημα Σιωπή Ι και ΙΙ επιλέγονται για να κλείσουν αυτή την αποσπασματική παράλληλη παρουσίαση ποιημάτων από τις δύο συλλογές της Ελένης Μαρινάκη, ίσως διότι και με το τίτλο και με την ιστορία  που εκτυλίσσεται σ’ αυτό το ποίημα επαναλαμβάνονται βασικά στοιχεία –σύμφωνα με τη δική μας ανάγνωση - του αποκομμένου από τις ρίζες του πολιτισμού ανθρώπου και υπονοείται κάποιο «νόστιμον ήμαρ» - άξονας πάνω στον οποίο στηρίχθηκαν και όλες σχεδόν οι προηγούμενες επιλογές αποσπασμάτων   

ΣΙΩΠΗ Ι και ΙΙ
Πού γύριζες πάλι και σήμερα;

Εδώ, σταγόνες από ναφθαλίνη
κρύβονται ακόμα μέσα στα ρούχα σου.

Υγρό τοπίο το σεντούκι, ενυδρείο,
καλλιεργεί τη σιωπή.

Ψάρια πετούν στην κάμαρα
και κάθε μεσημέρι ακριβώς στις δώδεκα
κάθεται στο τραπέζι κάποιος που σου μοιάζει
και τρώει απ’ το πιάτο σου.

Έτσι ψιθυριστά σχεδόν
πέρασες απ’ τη ζωή μας
με μεσημέρια ήμερα
και φοβισμένα βράδια.

Με άγρια ξημερώματα.

Από καιρό το καταλάβαμε
πως έχεις άλλο σπίτι τώρα
πως ξένοι σε φροντίζουνε.

Κι εγώ που ψάχνω να σε βρω
αφήνω πάνω στο κρεβάτι σου
ένα πιατάκι προσφοράς.

Μα μπαίνουν μέσα τα πουλιά
ραμφίζουνε τα μαξιλάρια
τρώνε σπυρί-σπυρί τις ώρες σου.

Δεν είπε τίποτα.
Κλειστό το στόμα και τα μάτια σου
κρατούνε ορεινά τοπία
βρυσούλες και ποτάμια που στερέψανε
πολέμους, μάχες, φονικά.

Τώρα που βρήκες λίγη ησυχία
και πήγες να ξεκουραστείς
μη μου θυμώνεις σε παρακαλώ
που δεν κατάλαβα
πόσο μονάχος ήσουνα.
[Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ  από τη σελ. 30-31]

ΕΛΕΝΗ ΜΑΡΙΝΑΚΗ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ (ΒΓΗΚΕ ΠΑΛΙ ΝΑ ΘΕΡΙΣΕΙ ΟΝΕΙΡΑ): «Παρασκευή γεννήθηκα απόγευμα με τις καμπάνες να ηχογραφούν το καλοκαίρι». Σπούδασε γραφιστική και ζωγραφική στην Αθήνα όπου και εργάστηκε αρκετά χρόνια. «Το μάθημα το διάβασα όλο σου λέω, ξεχνώ μόνο τον τίτλο. Δεν πειράζει, ένα λάθος επιτρέπεται θα περάσω γρήγορα στην επόμενη σελίδα». Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Περνώντας βάφεσαι μπλέ, Πλέθρον 1987, Τις Νύχτες που κατεβαίνω, Έρεισμα 1998, Πλανόδιος Άνεμος, Πλέθρον 2000, Τώρα Αίμα, Γαβριηλίδης 2005, Εδώ στο Λίγο Γαβριηλίδης 2007, Σε Ξένο Ουρανό, εκδόσεις Ερατώ 2011, και Ο Χρόνος Τότε, Γαβριηλίδης 2013 «Ένα ποίημα να πονά με συμβούλεψες κάποτε να γράψω. Και τι ξέρω εγώ από πόνους… Εγώ γραμμές τραβώ ευθείες και πιάνομαι από τη σκιά τους. Ζογκλέρ ζυγίζομαι κάθε δευτερόλεπτο σε ανύπαρκτο σχοινί (σελ. 32). Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό μου είναι... Ο ενθουσιασμός μου για πολλά πράγματα μαζί. Το μεγαλύτερο μειονέκτημά μου... Η αναβλητικότητα. Η αγαπημένη μου απασχόληση... Η διαδικασία του γραψίματος, η σχέση μου μe τα χρώματα, το διάβασμα. «Κι ας έχω κοιμηθεί με τόσες λέξεις στο πλάι μου, δεν έμαθα ποτέ ορθογραφία,,, Λάθος αποστήθισα τον ουρανό, τρίζοντας τα δόντια μεγάλωσα το κενό ανάμεσα στις νύχτες». Η αρετή που θαυμάζω περισσότερο σε έναν άνθρωπο... Η ακεραιότητα, το αίσθημα δικαιοσύνης. Θεωρώ σημαντικό στους φίλους μου...Το να μου λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Θεωρώ έσχατο βαθμό δυστυχίας... Την ανέχεια, τον πόλεμο, τον άνισο καταμερισμό του πλούτου σε σημείο απανθρωπίας, τους εξευτελισμούς που υφίστανται άνθρωποι από ανθρώπους, την έλλειψη δυνατοτήτων, την έλλειψη οραμάτων, την άγνοια, που βεβαίως όλα μεθοδεύονται από τις κάθε είδους εξουσίες. θα ήθελα να γίνω... Να το θέσω κάπως αλλιώς: Θα ήθελα να διατηρήσω ό,τι καλό μπόρεσα και πήρα από τη ζωή, ό,τι συναισθήματα ένοιωσα παρ' όλο που πολλά απ' αυτά με τσάκισαν. Θα ήθελα να μαθαίνω συνέχεια για να πληγώνω λιγότερο τους ανθρώπους και τον εαυτό μου. Συχνά αναρωτιέμαι... Ποιοί είμαστε στ' αλήθεια, τι κρύβουμε από τον εαυτό μας που μας εμποδίζει να προχωρήσουμε, τι να γίνεται άραγε σ' αυτό το ασυνείδητο που διαρκώς το βρίσκουμε μπροστά μας και όμως παραμένει άγνωστο για μας. Μισώ... Την απάθεια, την έλλειψη φροντίδας προς τους άλλους, τα σκοτεινά παίγνια των εξουσιών με τις εγκληματικές τους συνέπειες… Εύχομαι...Να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση. Ονειρεύομαι... Ποίηση... Το έχω ξαναπεί: το αντίδοτο του θανάτου… Γιατί μου κάνατε αυτές τις ερωτήσεις; «Στο αντικρινό κλαδί κοιμούνται ήσυχα τα πουλιά. Μόνο ο λύκος υποψιάζεται την παγίδα, το κενό που άνοιγες τόσες νύχτες μέσα σου και μεγάλωσε. Όλος ο δρόμος ένα χαντάκι, δεν περνά απέναντι. Εδώ, στο λίγο, θα μάθεις να περπατάς»