Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

ΤΩΡΑ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΚΥΨΩ ΣΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΜΟΥ, ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΣΤΙΧΟΥΣ ΣΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥΤΟΥΣ: ΜΑΤΑΙΟΥΣ (γράψεις δεν γράψεις, φαρμακώνεσαι…)

«Με το κεφάλι μου βαρύ από φρόνηση, / Στόχους πετυχημένους, μπαγιάτικους / Και την ανάμνηση μιας μουσικής από κείνες / Που ενθουσιάζουνε σε γαλανές βραδιές / Έγειρα έξω απ’ το παράθυρό μου, /Να δω την πάνδημη κηδεία μου. // Πάγκοι απλωμένοι σ’ όλη τη λεωφόρο. / Ζαχαρωμένα φρούτα, λιβάνι, / Παιχνίδια πλαστικά και μικροτάματα. /Πίσω τους πωλητές χαμογελάνε / Σαν να ’χουν πόνο ξαφνικό στα πλευρά. / Με κάτι κέρματα ασήκωτα / Πασχίζουν οι αγοραστές να πληρώσουν. / Μικρά παιδιά τα κουβαλάνε ιδρωμένα, / Κι ο άγγελός μου τα χαρτζιλικώνει αδρά. // Τέλος, να ’μαι κι εγώ με τ’ αλογάκι μου! / Πώς μου πηγαίνει το αστρικό μου φόρεμα! / Ποτέ μου δεν υπήρξα ωραία κι όμως τώρα / Ένα φεγγάρι θα ήταν χλωμότερο. / Πλήθος θλιμμένοι πανηγυριστές / Ακολουθούν στον ρυθμό της μπάντας / Ως τη στιγμή που κλείνω το παράθυρο / Και μες στα ξέφτια του φωτός σκορπίζονται / Γλείφοντας καραμελωμένα μήλα. // Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου, // Να γράψω στίχους σαν και τούτους: Μάταιους».
Είναι «Το Πανηγύρι», δέκατο ποίημα στην 13η  συλλογή της Δήμητρας Χριστοδούλου ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ εκδόσεις Μελάνι 2017. Ίσως ένα από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα για να διαπιστώσει ο προσεκτικός κι υποψιασμένος αναγνώστης τη μαγεία της τέχνης να ντύνει με ανεξίτηλα χρώματα μικρά στιγμιότυπα της ασήμαντης ζωής μας. Τέχνη στην οποία διαπρέπει με ξεχωριστό τρόπο η Δήμητρα Χριστοδούλου.
Από αυτό το ποίημα «πιάνεται» και η Διώνη Δημηριάδου για να συνοψίσει με τα παρακάτω λόγια τη λειτουργία αυτή της ποίησης:   «Η παρατήρηση είναι μια αναγκαία συνθήκη για να αρθρώσει τον λόγο του ο ποιητής. Στρέφει το βλέμμα του γύρω, απομονώνει τα έμπλεα σημασίας κομμάτια μιας πραγματικότητας, που αν και μέσα της διαβιούν ίσως περνά απαρατήρητη για τους αδιάφορους και βιαστικούς. Για τη δική του οπτική, όμως, κάτι ελάχιστο μπορεί να αποβεί εξαιρετικά σημαίνον, με όλα τα σημαινόμενα που εμπεριέχει. Κι έτσι αποκόπτοντάς αυτήν την ψηφίδα από το όλον την ενσωματώνει στον δικό του πίνακα, να αποτελέσει κομμάτι του προσωπικού του τοπίου. Αυτονόητη διαδικασία που ενώνει απρόσκοπτα τον έξω με τον μέσα κόσμο, με την εσωτερική παρατήρηση να συμπληρώνει την άρρηκτη πλέον σχέση ιδιωτικής δημιουργίας και ιδιωτεύοντος πάθους  σε ένα νέο όλον…».
«Σύμπαν αναίτιο» η ποίηση; «Ένα ανομολόγητο σφάλμα;», «Το σπιτάκι του σκύλου;» Δαγκώνουν άραγε οι στίχοι;  «Γράψεις δεν γράψεις, φαρμακώνεσαι;», σκέφτεται η Δήμητρα Χριστοδούλου στο ποίημα Ο Κουασιμόδος ως Φυσιολάτρης Λόγιος (συλλογή Το Ελάχιστο ψωμί της Συνείδησης) και είναι σχεδόν έτοιμη να πετάξει το τετράδιο απ’ τα χέρια της «σαν να βρήκε στις σελίδες του ένα φίδι»… Ποιητικά ή ρητορικά τα ερωτήματα η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι!.. «Να ζήσουμε σαν να υπήρχε λόγος, να πεθάνουμε σαν ν’ αξίζει τον κόπο» η προσταγή προς εαυτόν… Έτσι ράβει τα κουμπιά της δημιουργίας της!.. Αυτή είναι η μοίρα της, το σπιτάκι του σκύλου: «εδώ είμαι στο σπιτάκι του σκύλου. Τρώω χώμα, πίνω φόβο, καμιά φορά κοιτάζω τ’ άστρα. Ποτέ δεν έχασα το σεβασμό μου προς αυτά. Κι αν τα γαυγίζω, δεν μου μένει πλέον άλλος τρόπος να γράψω στίχους» (Εγκατάσταση, 1ο ποίημα στη συλλογή Ελάχιστα Πριν 2005)  
Είναι μάταιοι, λοιπόν, οι στίχοι των ποιητών; Αλλά πάλι ποιος θα μιλήσει καλύτερα και με ουσία για τις «μικρές» κι «ασήμαντες» ανθρώπινες στιγμές;
Απαντήσεις πολλές και ερεθίσματα περισσότερα για ανάλογους προβληματισμούς με αποσπασματικά σχόλια σε αντιπροσωπευτικά ποιήματα από τις συλλογές: «Παράκτιος Οικισμός» 2017 και «Το Ελάχιστο ψωμί της Συνείδησης» 2014, Κατακλείδα «Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα», όπου η Δήμητρα Χριστοδούλου γράφει σε πρώτο πρόσωπο για τη συλλογή της «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι», εκδόσεις Πατάκη 2010 - στη φωτογραφία λεπτομέρεια από έργο του Μανώλη Αναστασάκου, που κοσμούσε το εξώφυλλο στο Ελάχιστο Ψωμί της Συνείδησης.



ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ ΤΗΝ «ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ»… ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙΣ… (ξέροντας όμως ότι εκεί στο βάθος του «χαμού» της θα είναι «κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυροί ναυαγισμένων πλοίων», η συγκομιδή μιας ζωής «επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας»)
Έξοχες οι επισημάνσεις της Διώνης Δημητριάδου για τις προεκτάσεις που μπορεί κανείς να βρει προσεγγίζοντας την ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου μέσα από το φακό του ποιήματος με σκηνές από ένα πανηγύρι που στοιχειώνει νοσταλγικά τις αναμνήσεις της ποιήτριας. Γράφει: «Η ποιήτρια… πλησιάζει προς το παράθυρο για να δει όχι την  Αλεξάνδρεια που φεύγει, αλλά την Αλεξάνδρεια που κάθε τόσο πρέπει να κερδίζει ως απότοκο των πολλών βαθιά βιωμένων χρόνων ζωής και ποιητικής κατάθεσης. Και αυτό που βλέπει κάτω στον πολυσύχναστο δρόμο είναι μια σκηνή πανηγυριού. Είναι όλοι εκεί: κι αυτοί που πουλάνε κι αυτοί που αγοράζουν. Είναι και ο άγγελός της, προσωπικά να ασχολείται με τις συναλλαγές. Είναι κι αυτή με όλη την αίγλη μιας εικόνας παραμυθένιας, ουτοπικής και απλησίαστης. Ένα παραμύθι παρηγορητικό και γεμάτο θαλπωρή, που αν κάνεις όμως να το αγγίξεις εξαφανίζεται. Δεν θα την ακολουθήσει μόλις αυτή κλείσει το παράθυρο. Θα πάρει μαζί της μόνον την εικόνα του και θα την αποτυπώσει στους στίχους. Μάταιους θα τους ονομάσει. Ίσως και να είναι έτσι, μέσα στην καταγραφή μιας εικόνας που εμπεριέχει τη μάταιη δόξα του προσωρινού και του ευφάνταστου. Ή πάλι, μάταιοι να είναι γιατί απευθύνονται σ’ αυτούς που στο πανηγύρι μέσα παρακολούθησαν την πάνδημη κηδεία της. Η ποιήτρια διαλύθηκε μέσα στο πλήθος – δεν ήταν η θέση της εκεί – και αποσύρθηκε στο κλειστό τοπίο της προσωπικής της μοναξιάς. Μονήρης πλέον γράφει και ενσωματώνει στον δικό της κόσμο τις πολύβουες εικόνες που μάζεψε απ’ έξω, από τον δρόμο»

Στον κόσμο της ποίησης χωρούν πολλές και διαφορετικές εικόνες που περιστρέφονται γύρω από τα συνηθισμένα και καθημερινά θέματα/ εμμονές των ποιητών: έρωτας, ζωή, μοναξιά, θάνατος. Ο πλούτος και η ομορφιά πηγάζουν από τη δημιουργική παρέμβαση του ποιητή να «ξαναδεί» τα «τετριμμένα» αυτά θέματα  από μια δική του μοναδική οπτική γωνία, από την ευρηματική μαεστρία του να εστιάσει στις λεπτομέρειες εκείνες που θα φωτίσουν άλλες εκδοχές και, φυσικά, από την εμπνευσμένη αξιοποίηση των μέσων της τέχνης του, τις λέξεις εν προκειμένω.  Χρήσιμα όπλα στη φαρέτρα του ποιητή και η κληρονομημένη παράδοση των ομοτέχνων, τα λόγια τους «παιδιά πολλών ανθρώπων» που, όπως προσφυώς είπε ο Σεφέρης «σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα» και έτσι εξασφαλίζουν την εξέλιξη και τη συνέχεια φυλάγοντας τη μορφή του ανθρώπου κι ας δεν είναι πια ο άνθρωπος εκεί!..  Για παράδειγμα η ποιήτρια  στον Παράκτιο Οικισμό της συνομιλεί με τον Νίκο Καρούζο, που τον χρειάζεται για να ανοίξει την πόρτα της συλλογής της στην προμετωπίδα:

«Έχουν αρχίσει να με κυκλώνουν επικίνδυνα οι ώρες. / Ακούω τα φυλλώματα σήμερα / γίνηκαν ανήσυχα χορικά… (Νίκος Καρούζος) αλλά και με τον Γιάννη Βαρβέρη του οποίου τους στίχους παραθέτει επίσης ως μότο: «… η μέτρηση των ημερών μας / ανήκει στους νεκρούς / με τα ανύποπτα συναισθήματα…»

Ο λόγος πάλι στη Διώνη Δημητριάδου: «Η ποίησή της, με όλο το φορτίο της συσσωρευμένης πείρας, έρχεται με τη γνώριμη γραφή να συνομιλήσει για μια ακόμα φορά με τους συνοδοιπόρους της ευαισθησίας της. Λεπτές επισημάνσεις, αδιόρατο χιούμορ στα όρια της ειρωνείας, κι ένας σαρκασμός προς εαυτήν… Σημάδια αναγνωριστικά μιας ποίησης που επιμένει να μας κεντρίζει και να μας στρέφει προς αυτά που αξίζει να δούμε, στον περιβάλλοντα χώρο και κυρίως μέσα μας»:

Η ΦΑΡΣΑ (από τη σελ. 38 της συλλογής)
Πετώ, πενθώ, δαγκώνω τα χείλη
Κι αρχίζω τη δημιουργία του κόσμου
Ως ξεκαρδιστική θεότητα
Με τα κατεστραμμένα μου αισθήματα
Και τα παραπανίσια μου κιλά.

Στο ποτάμι που περνά μπρος απ’ τα πόδια μου
Σπαρταρούν φοβερά καλαμπούρια,
Η γέννηση, η ενηλικίωσή μου,
Το δωδεκάθεο των ερώτων
Και άλλα αυτοάνοσα νοσήματα
Που έφτυσα μέσα στο νερό.

Τώρα, με ρόμπα μάλλινη και χάπια,
Κάθομαι και σκαρώνω υποσημείωση
Σε άγραφους, ανεπίληπτους στίχους.
Με προσπερνούν κουτσομπολεύοντας
Η Μούσα και η Καλή Υγεία αγκαζέ.
Να δεις που θα έχω ένα εύθυμο τέλος
Ως κάποιος που του τραβάνε την καρέκλα του
Και σωριάζεται φαρδύς πλατύς στο χώμα.

ΑΣ ΔΩΣΟΥΜΕ ΟΝΟΜΑ ΣΤΟ ΛΟΦΟ ΕΚΕΙΝΟ!.. ΑΣ ΟΝΟΜΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΕΛΞΗ… ΛΟΙΠΟΝ, ΑΣ ΠΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΓΕΡΣΗ ΘΡΥΛΟ (από το Φιλικό Πνεύμα σελ. 12)
Αξιοπρόσεκτες οι παρατηρήσεις του Κώστα Λαγαρά για τη γλώσσα της Δήμητρας Χριστοδούλου:  «Οι λέξεις της –μία και μία– συγκροτούν μια γλώσσα κρουστή, δυνατή. Σαν τη φυσική πνοή. Γι’ αυτό έχει κανείς την εντύπωση ότι παρακολουθεί έναν αγώνα αντοχής όπου το ποιητικό υποκείμενο κρατάει τον δυναμικό του ρυθμό αδιάπτωτο, ώσπου να φτάσει στο τέλος της ποιητικής του αφήγησης και να μπει η τελεία.» (Στην επόμενη ποιητική σύνθεση, το ίδιο). Η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου είναι χαμηλόφωνη αλλά με εσωτερική ένταση που οφείλεται, πιστεύω, σε δύο χαρακτηριστικά της γνωρίσματα: Πρώτον στην καθαρότητα των εικόνων της και δεύτερον στην ικανότητα να αφηγείται μια ιστορία με αρχή-μέση-τέλος με τη μέγιστη δυνατή ελλειπτικότητα, αλλά τόσο όσο να φτάνει ο ποιητικός λόγος στον αναγνώστη της και να τον κερδίζει…»

ΛΟΒΟΤΟΜΗ  (από τη σελ. 15 της συλλογής)
Αύριο θα συναντηθούν δυο αγόρια.
Θ’ αποτελειώσουν τον καβγά
Σ’ ένα χαμόσπιτο από κόκκινη λάσπη.
Καθένας έχει κιόλας στα μάτια του
Τον αποκεφαλισμό μιας γάτας.
Μα απόψε σμίγουν και τα δυο κουλουριασμένα
Στην αγκαλιά της ακατάδεκτης Μαίρης.
Θαμπό φεγγάρι τη μελαγχολεί
Και, μ’ ένα στεναγμό τους παραδίνεται.

Αν ζήσουν, το πολύ να γίνουν άνδρες.
Με χρήματα ή χωρίς. Σχεδόν ζωόφιλοι.
Να γεύονται το πατροπαράδοτο γεύμα
Σε σπίτι όλο ανεξιχνίαστους θορύβους.
Με αιμορροΐδες και προσβεβλημένη σύζυγο.
Τόσο θ’ αστράφτει πάνω απ’ τα ποτήρια το φεγγάρι
Που ολόκληρη η ωμή εφηβεία θα ημερεύει
Όσο κι ένα τουφεκισμένο γεράκι
Που το βαλσάμωσαν με τα φτερά ανοιχτά.


ΛΥΡΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ, ΣΦΥΡΟΚΟΠΗΜΑ ΕΝΟΧΗΣ: «είναι -ο Παράκτιος Οικισμός- το πλέον μαχητικό, ευφυώς στρατευμένο βιβλίο της Δήμητρας Χριστοδουλου» (Γιώργος Βέης)
Ο απροσδόκητος ίσως αλλά πολύ εύστοχος χαρακτηρισμός του βιβλίου της Δήμητρας Χριστοδούλου από τον πολύπειρο και πολυγραφότατο Γιώργο Βέη ως «το πλέον μαχητικό και ευφυώς στρατευμένο βιβλίο», μπορεί από μια πρώτη ανάγνωση να ξαφνιάζει αλλά, κατά την γνώμη μου, είναι μια πρώτης τάξεως αφορμή για να «διασκεδάσουμε» πολλές από τις ενστάσεις που εγείρονται μερικές φορές για το… «είδος» της ποίησης που γράφεται σήμερα ή για την υποτιθέμενη αποστασιοποίηση των σύγχρονων ποιητών από την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική συγκυρία. Το γνωστό δίπολο που επανέρχεται με διαφορετική προβιά κάθε φορά και απασχολεί «φιλοσόφους», στοχαστές και μη: τέχνη στρατευμένη, ενταγμένη στον άλφα ή βήτα βαθμό, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στην προσπάθεια του ανθρώπου να κατακτήσει την κοινωνική δικαιοσύνη και να κατοχυρώσει τις διαχρονικές εκείνες αξίες που δίνουν νόημα και ουσία στη ζωή του ή τέχνη για την τέχνη που ικανοποιεί ιδιαίτερες ανάγκες αισθητικής απόλαυσης μιας προνομιούχας καλλιεργημένης τάξης που μπορεί να αίρεται πάνω από τις τρέχουσες κοινές βιοτικές μέριμνες; Διαφορετικά: ποια πρέπει να είναι η ευθύνη και η αποστολή των πνευματικών ανθρώπων και των αληθινών καλλιτεχνών, αν έχουν υψηλή συνείδηση του χρέους τους απέναντι στην εποχή και στην τέχνη τους!..  Μπορεί και πρέπει να είναι η πορεία τους αυτόνομη μακριά από κάθε εφήμερη πολιτική σκοπιμότητα ή (ειδικά σε καιρούς κρίσιμους και δύσκολους που δοκιμάζονται ιδέες, αξίες και πολιτισμός) οφείλουν να είναι μπροστάρηδες στους όποιους κοινωνικούς αγώνες ξέροντας ότι «σήμερα έχουμε πόλεμο, κι όλα πρέπει να υποταχθούν στις προσταγές του πολεμάρχου μας. Αύριο, σαν τελειώσουμε, θα συζητήσουμε για την Τέχνη». Το δίλημμα όμως είναι τις περισσότερες φορές πλαστό και συνήθως εκπορεύεται από κάθε λογής φανατισμούς που υπηρετούν «αποστειρωμένες» ιδεολογίες ή μικροπολιτικές σκοπιμότητες που «θολώνουν τα νερά» με δημαγωγικά τσακίσματα. Πόσο γνήσιος κι αυθεντικός, δηλαδή, μπορεί να είναι ο όλος προβληματισμός όταν απροσχημάτιστα αμφισβητείται η αυτονομία της τέχνης και η ελευθερία έκφρασης;  Ο Σεφέρης ήταν κατηγορηματικός σ’ αυτό το ζήτημα και μάλλον είχε δίκιο, γιατί ήξερε καλά πόσο σημαντικό είναι για τη γνήσια καλλιτεχνική δημιουργία η πραγματική ελευθερία του πνεύματος!.. Έγραφε: «… δεν είναι λογικό να ρωτούμε αν η Τέχνη πρέπει να είναι αυτόνομη – η αυτονομία της Τέχνης είναι αξίωμα- αλλά αν πρέπει ο καλλιτέχνης, στην τυραννισμένη και κομματισμένη εποχή μας, ν’ αποφασίσει πως η Τέχνη είναι δευτερεύουσα υπόθεση και να την εξαρτήσει από τα κριτήρια και την επιτυχία μιας πολιτικής σκοπιμότητας της εποχής του… Ο μεγάλος καλλιτέχνης, όμως «δεν είναι της εποχής, είναι αυτός ο ίδιος η εποχή του»… «Είμαστε όλοι κληρωτοί της εποχής μας», που έλεγε και ο Auden… Υποστηρίζοντας αυτή την άποψη, δεν εννοώ διόλου πως ο ποιητής είναι ένας ανεύθυνος που κατρακυλά στο φύσημα της έμπνευσης ή της ιδιοτροπίας του. Απεναντίας, η ιδέα μου είναι πως ο γερός τεχνίτης είναι από τα πιο υπεύθυνα όντα που γεννιούνται επί γης. Σηκώνει την ευθύνη μιας πάλης ζωής και θανάτου. Από την ανθρωπότητα που μαίνεται ή σωπαίνει τριγύρω του τι θα διασώσει; Τι μπορεί να διασώσει; Τι πρέπει ν’ απαρνηθεί από την άμορφη ανθρώπινη ύλη, που είναι ωστόσο τρομακτικά ζωντανή, που τον παρακολουθεί ως μέσα στα όνειρα του: «Οι ευθύνες αρχίζουν από τα όνειρα…»

Μετά την μακροσκελή αλλά πολύτιμη αυτή παρέκβαση αξίζει να δούμε το σκεπτικό του Γιώργου Βέη που θεωρεί, όπως προείπαμε,  τον Παράκτιο Οικισμό «το πλέον μαχητικό και ευφυώς στρατευμένο βιβλίο». Γράφει στον ημερήσιο τύπο παρουσιάζοντας το βιβλίο: «Με τρεις τρόπους φρονώ ότι μπορούμε να μελετήσουμε το σημερινό πολλαπλό μήνυμα της δικαίως πολυβραβευμένης αυτής δημιουργού... Πρώτον, ως λυρική καταγγελία για τα όσα θλιβερά συμβαίνουν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Δεύτερον, ως εκ βαθέων εξομολόγηση μιας αναστοχαζόμενης ύπαρξης για τα όσα την αφορούν κατ' αποκλειστικότητα. Δηλαδή, άμεσα και διαχρονικά. Και τρίτον, ως μονόπρακτο δράμα του ανθρώπου εν γένει, ο οποίος πασχίζει να αποδείξει ότι όντως είναι ο ζωτικός φορέας πολιτισμικών αξιών… Από την άποψη αυτή, η εν λόγω συλλογή είναι το πλέον μαχητικό, ευφυώς στρατευμένο βιβλίο της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου. Τα ποιήματα συνοψίζουν, κατά τα άλλα, τα κυριότερα κεφάλαια της βιοτής, όπως τη σπουδάζει ένας ομολογουμένως βαθύνους παρατηρητής… Το τελικό αισθητικό προϊόν δεν αντανακλά, όπως θα περίμενε ο βιαστικός αναγνώστης, τη θλίψη ενός ισοπεδωτικού αφανισμού τού εγώ, αλλά την προοπτική της επανεμφάνισής του, μέσα από τα παρ' ολίγον ερείπιά του, ως του δικαιότερου κριτή των όσων δοκίμασαν να το παγιδεύσουν. Πρόκειται για την πνευματική αλκή, η οποία παραμένει αλώβητη και άφθιτη παρά τα όσα ενάντια έχουν κατά καιρούς υψωθεί…»

ΔΩΔΕΚΑ  (από τη σελ. 45 της συλλογής)
Το μεσημέρι στέκει πάνω απ’ την Τετάρτη
Με μια φωτιά από κακόβουλα βλέμματα.
Πώς είναι τόσο εχθρική η φύση
Απέναντι σε κάτι που πεθαίνει;

Μπρος απ’ το μηχάνημα της τράπεζας
Κυλάει ένας ασώματος ιδρώτας.
Το λεωφορείο φουσκωμένο επιβάτες
Τρέμει να κινηθεί. Περιμένει
Ν’ αδειάσουν εντελώς από την ύλη τους.
Μπορεί να μεταφέρει μόνο
Μικρά φορτία από λεφτά.

Κατακόκκινα σαν ρόδια σε κόλλυβα
Χώνονται στον αέρα δευτερόλεπτα.
Αν ήμασταν πουλιά, αν πετούσαμε,
Με ράμφη πεινασμένα καταπάνω τους
Πόσες ψυχές θα είχαμε σώσει.

Α, ΜΙΚΡΕΣ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΧΙΛΙΕΤΙΕΣ,
Πόνοι υποφερτοί, σχεδόν γελοίοι,
Ωστόσο ρυθμικοί κι ακατάπαυστοι,
Μια σαβούρα μαχαιριές του λεπτοδείχτη…
(τελευταία στροφή από την Ασήμαντη Αιωνιότητα ΙΙ στη συλλογή Το Ελάχιστο Ψωμί της Συνείδησης)
Ένα σχόλιο του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου για την προηγούμενη ποιητική συλλογή της Δήμητρας Χριστοδούλου, «Το Ελάχιστο Ψωμί της Συνείδησης», Μελάνι 2014, επιβεβαιώνει τις προηγούμενες διαπιστώσεις του Γιώργου Βέλη και ενισχύει την άποψη ότι η ποιήτρια με το έργο της διαχρονικά ταυτίζεται με την εποχή και τα προβλήματά της: «… Η αγωνία της ύπαρξης και ο κοινωνικός προβληματισμός, τα δυο αυτά στοιχεία, αποτελούν δύο ομόκεντρα, ακατάπαυστα αλληλοκαλυπτόμενα πεδία, στις μεταβαλλόμενες διαστάσεις των οποίων η ποιήτρια εναποθέτει το προσωπικό της πάθος, επιδέξια και πειστικά ενσαρκωμένο, παρά το επίφοβο και επίβουλο υλικό που είναι οι λέξεις. Μόνο που δεν πλαγιοσκοπείται απλώς, με λέξεις σύμβολα και λέξεις-οδοδείκτες, η νοσηρή πραγματικότητα, αλλά διεμβολίζεται κάποτε άμεσα και επιθετικά, με σαφή την πρόθεση να καταδειχτούν τα αίτια αλλά, κυρίως, οι δυσβάσταχτες, λανθάνουσες ή προφανείς, συνέπειες μιας κοινωνικής ασχημίας ή ενός σκοτεινού μηχανισμού που αδιαλείπτως παράγει και στοιβάζει στο κέντρο και στις παρυφές της πόλης τα κοινωνικά του απόβλητα: επαίτες, λαθρομετανάστες, άστεγους, που «πάνε για συσσίτιο / Με το μυαλό στα χαρτοκούτια της στρωμνής τους», άνεργους, υποσιτισμένους ή νηστικούς, εγκαταλελειμμένους συνταξιούχους, ρακένδυτες ψυχές και άλλους αναξιοπαθούντες, θύματα της εποχής, που αναγκάζονται να εφευρίσκουν νέους τρόπους για την αντιμετώπιση παλιών, πάγιων αναγκών τους, με το ενεχυροδανειστήριο να προηγείται του αρτοποιείου και του θεραπευτήριου.

Σε ένα της ποίημα μάλιστα δηλώνει ευθέως, απερίσπαστα, την αλλαγή, τη ρήξη μάλλον που αισθάνεται να έχει συντελεστεί μέσα της, με τη βίαιη εισβολή στη ζωή της εικόνων και ήχων μιας πραγματικότητας που σίγουρα γνώριζε την ύπαρξή της, της ήταν δύσκολο, ωστόσο, να τη φανταστεί τόσο κοντά της, τόσο στενά συνυφασμένη με την καθημερινότητά της και ως αιτία εσωτερικών ρωγμών και ανατροπών, που θα την οδηγούσαν σε υπαρξιακής βαρύτητας αναθεωρήσεις της σχέσης της με τον εαυτό της και με τους άλλους…»

ΛΑΙΜΑΡΓΗ ΦΛΟΓΑ  (από τη σελ. 32 της συλλογής)
Στάχτη και χαμηλός βρασμός κουβέντας.
Μόνα τους συνωθούνται στο σκοτάδι
Τα λόγια ανθρώπων που κρύβουν το πρόσωπο
Ρίχνοντας στη φωτιά χλωρά ξύλα
Θερισμένα μαζί με τα σώματα.
Αχ, εσείς, εσείς πεταλούδες…

Είχα κάποτε καταγωγή θηρίου,
Ορμούσα στην αθανασία ασυλλόγιστα,
Ξόδευα τόσο αίμα στο ψωμί
Που έμενα λευκή σαν την πείνα.
Τώρα σηκώνω τον ξένο πόνο
Όσο και τον δικό μου. Έκανα
Ξανά θνητό το ηλιοβασίλεμα.

Χαριτωμένοι εσείς κοντά στη θράκα,
Τι να φοβηθώ απ’ τους άλλους…
Όλοι στον τρόμο του δικαστηρίου…
Στη μαύρη θλίψη του επιούσιου.
Κουβέντα ή ροχαλητό ή παραλήρημα,
Εκεί που φύτρωσαν, εκεί σιγοκαίγονται

Οι αιώνες

Κάθε ποίημα, τουλάχιστον κάθε ποίημα απ' αυτά που ανταποκρίνονται στο κυρίαρχο πνεύμα της συλλογής, συνεχίζει τις διαπιστώσεις του ο Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, «είναι και μια λυπημένη μπαλάντα γραμμένη για ανθρώπους ηττημένους, χαμένους στον βυθό της πόλης… Ακόμα και όταν γίνεται απολύτως προσωπική, ακόμα και όταν βυθοσκοπεί -όπως πολύ καλά ξέρει και κάνει- ακόμα και τότε αισθάνεται κανείς να παρεμβάλονται, φανερά ή υποδορίως, σκηνές, ήχοι ή απόηχοι της καθημερινότητας φοβισμένων απλών ανθρώπων, που εναγωνίως επιζητούν να αυτό-επιβεβαιωθούν ως υπάρξεις μέσα από τα μάτια των άλλων. Και δεν σταματάει να επιχειρεί αφηγηματικές προσεγγίσεις πτυχών της αιωνιότητας, όπως και όπου διαισθητικά την εντοπίζει στην καρδιά και των πιο ασήμαντων εκδοχών της κάθε μέρας, στον «σπαραγμό των φαινομένων», στα «λόγια ανθρώπων που κρύβουν το πρόσωπο»… Έτσι, τα ποιήματα της συλλογής δημιουργούν έναν πολύ γοητευτικό, συχνά και ιδιαιτέρως συγκινητικό, συνδυασμό προσωπικής οδύνης, υπαρξιακής και κοινωνικής αγωνίας. Και ο αναγνώστης τους δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί με την καθαρότητα με την οποία αποδίδεται, μάλλον δημιουργείται μία ατμόσφαιρα ζόφου, καθώς η απελπισία τείνει να γίνει μία αρραγής και συμπαγής ουσία που όμως, παρά το συμπαγές της ουσίας της, μοιάζει να γίνεται ευπρόσβλητη σε κάποιες αιφνίδιες ριπές νοσταλγίας για κάποιαν άλλη εποχή, για μιαν εποχή αθωότητας, όπου τα πρόσωπα, τα πράγματα και οι καταστάσεις περιβάλλονταν προστατευτικά από το ακόμη ανόθευτο όνομά τους. Επίσης, δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί ο αναγνώστης από τη σπάνια καθαρότητα της έκφρασής της, από το πόσο αδιαμαρτύρητα οι λέξεις προσαρμόζονται στο κειμενικό τους περιβάλλον, σαν οικειοθελώς υποταγμένες στις προθέσεις της, με απώτερη συνέπεια να μη φαίνεται μόνο το μέσον απόλυτα κατακτημένο, αλλά και ο εκάστοτε στόχος να είναι ευκρινής στο κέντρο ακριβώς του πεδίου στόχευσης…»

ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΕΙΜΑΙ  (τελευταίο ποίημα στη συλλογή Το Ελάχιστο ψωμί της Συνείδησης)
Πενικιλίνη και θνητότητα
Και κάτι παλαιό και παράλογο
Καταγράφουν τα βιβλία μπροστά μου.
Τα μολύβια σαν βελόνη πυξίδας
Στρέφονται τρέμοντας προς το βορρά
Κάθε φορά που το γραφείο μου διατρέχει
Ο χλευασμός μιας καλής ιδέας.
Θα έγραφα ανεπανάληπτο έπος.
Αν δεν είχα αρχίσει να γερνώ.

Πόσο τις άφησα τις λέξεις μου να σέρνονται
Ανάμεσα στον χρόνο και τη δύναμη
Σαν να ’χα το δικαίωμα να ελπίζω
Σ’ έναν καταυγασμό της συνείδησης
Από άλλον κι όχι αυτόν που ζούσα βίο,
Σαν μου όφειλε το άστρο αλάτι
Για το ψωμί των ηρώων μου,
Την ώρα που μπαγιάτευε δίπλα μου
Το μυστήριο της έρημης νύχτας…

Πόσο αργά, πόσο λίγο κατάλαβα
Οποιονδήποτε στίχο…
Καθένας μόνος του αξιώνει
Μια κλονισμένη υγεία και κυρίως
Την ηλικία που έχει απόψε ο ουρανός…

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
(Η Δήμητρα Χριστοδούλου γράφει σε πρώτο πρόσωπο για τη συλλογή της «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, εκδόσεις Πατάκη 2010) 
Μπορούν αρχαίοι λαοί να επιβιώνουν ως ψυχικές διαδρομές; Είναι αρχοντιά ή παραφροσύνη; Επιλογή ή ψυχαναγκασμός; Κλίση ή τυφλότητα; Μπορούν οι ψυχικές διαδρομές να αισθητοποιούνται ...ως έπος; Το έπος της μιζέριας; Ή το έπος της επίμονης ανάνηψης; Πώς βιώνεται και πώς -το κυριότερο...- εκφράζονται η ντροπή, ο πόνος, η οργή, η αγωνία για την παρακμή και τον θάνατο ενός βαριά άρρωστου τόπου, ενός βαριά άρρωστου λαού, ενός βαριά άρρωστου πατέρα; Πόσο πολιτική είναι η πιο προσωπική μας θλίψη, πόσο προσωπική είναι η πιο πολιτική δυσπλασία; Αλλά το κυριότερο -πάντα το κυριότερο...- ποια μέσα, ποιοι φυσικοί μηχανισμοί, που να μην εκβιάζονται, αλλά να προκύπτουν και να λειτουργούν πηγαία ως συνεπής εξέλιξη μιας πορείας κάπου τριάντα έξι χρόνων πια, θα επιτρέψουν να μορφοποιηθεί αυτό το πλαίσιο ζωής σε ποίηση που να πείθει ως τέτοια;

Γράφοντας το Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι είχα να αναμετρηθώ με όλα αυτά τα ερωτήματα, που, όπως είναι φυσικό, ξεπηδούσαν κάθε λεπτό αυτής της διαδικασίας αναπόσπαστα δεμένα, σάρκα με κόκαλο, με κάθε φάση της, από τη βιωματική της αφόρμηση ώς τη στιγμή που αφήνει κάποιος το στυλό στο χαρτί και λέει «δεν πάει άλλο για τώρα» ή «δεν πάει άλλο για μένα». Είναι επίσης αυτονόητο ότι είχα να αναμετρηθώ και με την εύλογη (φαντάζομαι...) φιλοδοξία να μην ξαναμασήσω το Λιμό ή το Ελάχιστα πριν ή το Προς τα κάτω, για να αναφέρω μόνο τα τρία τελευταία βιβλία μου, που εγώ τουλάχιστον αισθάνομαι ότι σημειώνουν μιαν άλλη φάση, έναν νέο προσανατολισμό στη δουλειά μου. Η ανάγκη βέβαια της σαφήνειας του θέματος και η αναζήτηση της μεγαλύτερης δυνατής πυκνότητας, από τη μια, και από την άλλη, η παράλληλη αγάπη -ακριβώς όπως λέμε «παράλληλη σχέση» ή «διπλή ζωή»- προς το πεζόμορφο ποίημα παραμένουν. Όμως στο Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι πιστεύω πως και τα δύο αυτά στοιχεία διαφοροποιούνται αισθητά ως προς την αυστηρότητά τους. Τα μεν ολιγόστιχα ποιήματα γίνονται πεισματικά πιο ολιγόστιχα, τόσο που συχνά ο τίτλος στέκει ως άλλος Κέρβερος πάνω από τα κεφάλια τους, μπας και ξεφύγουν από το θέμα τους, από τον αρχικό παλμό που τα γέννησε, και το ρίξουνε στις λυρικές εξομολογήσεις, προς τις οποίες τόση κλίση είχα στα νιάτα μου. Τα δε πεζόμορφα ποιήματα συγκροτούνται γύρω από έναν ευδιάκριτο μύθο, μια μικρή περιπέτεια με αρχή, μέση και τέλος, με πρόσωπα που δρουν (;) σε χώρο και χρόνο, αλλά με ένα μουσικό στοίχημα, που, είτε κερδηθεί είτε χαθεί, πάντως τα τοποθετεί ευθέως στην περιοχή της ποιητικής πρόθεσης. Και, για να είναι ακόμη πιο στρατιωτική η πειθαρχία, το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, τα ολιγόστιχα μόνα τους και τα πεζόμορφα μετά. Χώρια, δηλαδή, το ιππικό, χώρια η πυροβολαρχία, και οι καλές μούσες να βάλουν το χέρι τους, να μην εξελιχθεί το όλο πράγμα σε εμφύλιο πόλεμο ή συμμαχία και των δύο για ανταρσία κατά της ποιήτριας. Αλλά κι αν έτσι συμβεί -έχω όλη την έπαρση να αμφιβάλλω- θα είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να διαπιστώσω αν ο σαρκασμός, που λίγο ώς πολύ, φανερά ή υπόγεια, διατρέχει τα τελευταία βιβλία μου, μπορεί να μου σταθεί και στην τέχνη τόσο αποτελεσματικός μηχανισμός άμυνας όσο μου έχει σταθεί ώς τώρα στη ζωή. Να δούμε... [Δήμητρα Χριστοδούλου στη Βιβλιοθήκη της πάλαι ποτέ Ελευθεροτυπίας]

ΜΑΚΡΙΑ ΣΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ: Ο Οικισμός, λοιπόν είναι Παράκτιος, το επιβεβαιώνει ο πίνακας με την αφρισμένη θάλασσα του Gerhaed Richter που κοσμεί το εξώφυλλο, το μαρτυρούν κι οι στίχοι για τη θάλασσα στο ομότιτλο ποίημα: «Η θάλασσα. Η αστρική της νύστα, Η δόνηση της άπαυτης πνοής της. Τ’ ακοίμητα μεγαλειώδη βράχια. Ω, προσπαθώ να διώξω από το νου μου τη μαύρη πόλη της καταγωγής μου…».  Από τη ΣΠΙΘΑ, το ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής, καταγράφουμε τα έξι «είναι» της ποιήτριας: «Είμαι ένα ρεύμα θερμό, ρόδινο, / Όπου κυλάνε τα πεσμένα φύλλα. / Και είμαι εκείνη που τραβάει τα δίχτυα / Και φέρνει πάνω τα θνητά. / Τ’ άλλα πηδούν και πάλι στο ποτάμι / προς την απέραντη χαρά. /  Είμαι τα ανέσπερα καντήλια / Πού κρέμασε ο αέρας σ' άδεια κάμαρα. / Κι είμαι ο σκύλος που κλεισμένος μέσα / Κουνάει την ουρά σ' ένα φάντασμα. / Με χίλια δυο μπουκέτα αστραποβόλα / Τραντάζει ο ήλιος τα μισόκλειστα παράθυρα. / Και είμαι εκείνη που κλαίει χαρούμενη, / Πώς ξέσπασε μια τόσο όμορφη μέρα; / Είμαι ο τυφλός με τη λάσπη στα βλέφαρα / που νιώθει τα θαυματουργά τα δάχτυλα». Με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο  διαβάζουμε έντεκα από τα σαράντα ποιήματα της συλλογής: Ο ΞΕΝΑΓΟΣ, ΚΑΤΑ ΚΑΝΟΝΑ, ΕΝΤΕΤΑΛΜΕΝΟΣ, ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ, ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ, ΕΝΑΣ ΡΟΛΟΣ, ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΑΥΤΑ, Η ΚΑΛΗ ΠΑΡΕΑ, ΖΗΤΗΜΑ ΧΡΟΝΟΥ, ΔΩΔΕΚΑ και το ΕΡΩΤΗΜΑ.]

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

ΕΤΣΙ ΕΧΕΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ: ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΙ ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΕΙΠΩΘΕΙ. ΜΑ ΜΟΥ ΞΕΦΕΥΓΕΙ (επειδή καμία λέξη δεν μπορεί να σπρώξει ως την κορφή της την ανάγκη):

«Αυτό που διαβάζετε είναι ένα χαμένο χειρόγραφο. Ή για να γίνω περισσότερο ακριβής, είναι λίγες χαμένες, εκτυπωμένες σελίδες, λίγα φύλλα χαρτιού μεγέθους Α4 που ανεξήγητα έπαψαν πια να βρίσκονται στα υπάρχοντά μου». Αυτή την, τρόπον τινά, σκηνοθετική οδηγία, διαβάζει κανείς ανοίγοντας το βιβλίο του Σταύρου Ζαφειρίου ΕΝΟΧΙΚΟΝ, Ο Μονόλογος ενός Δράστη, εκδόσεις Νεφέλη 2010. Ο βιαστικός ή προκατειλημμένος αναγνώστης ίσως αντιμετωπίσει αυτή την πρόταση σαν ένα γλωσσικό παιχνίδι. Είναι όμως μια «σύμβαση» που πρέπει να την αποδεχθεί, αν είναι αποφασισμένος να διαβάσει τα αποσπάσματα συμμετέχοντας ενεργά στις «συνθήκες» που προσδιορίζονται από το συγγραφέα στο πρώτο εισαγωγικό μέρος (Ι. corpus delicti σώμα του εγκλήματος): «παίρνω βαθιές ανάσες ανακούφισης όταν φαντάζομαι πως το γραπτό μου ίσως και να μην έχει απολεσθεί οριστικά, πως ακόμη και τούτη ακριβώς τη στιγμή κάποιος μπορεί να το κρατά στα χέρια του και να το ξεφυλλίζει. Όταν φαντάζομαι κάποιον ν’ αφοπλίζει μία προς μία τις φράσεις μου, αλώνοντας τα χαρακώματά τους. Μου είναι δύσκολο ωστόσο να προβλέψω πόσο ενδιαφέρουσες ενδέχεται να υπάρξουν για κάποιον αυτές οι λίγες εκτυπωμένες σελίδες, όπου δεν συντελείται το παραμικρό…» (σελ. 11-12). Σχήμα οξύμωρο ή μεταφυσική ανησυχία του συγγραφέα για την απήχηση του έργου του αντίστοιχη με τον προβληματισμό της ηρωίδας του Ρίτσου στη Σονάτα του Σεληνόφωτος; «μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι τα δίνω, μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω» «τα κοράλλια και μαργαριτάρια και τα ζαφείρια» που ήταν εκεί  το  «χαμένο –στα βάθη της νιότης- χειρόγραφο»!.. Το αληθινό χειρόγραφο όμως δεν χάθηκε ποτέ... Ενσωματώθηκε στα συμφραζόμενά του... Στη συνέχεια του βιβλίου διαβάζουμε τις πολύ ενδιαφέρουσες  πληροφορίες για την αφετηρία και  τον τρόπο σύνθεσης του… «χαμένου χειρογράφου»: «κρατούσα τότε επιμελώς σημειώσεις στο περιθώριο των κειμένων του Κάφκα, λεηλατώντας με ζήλο τα Μπλε Τετράδια και όσα σαν σύντομες σκέψεις ή σαν προσχέδια, κατέγραφε στα Ημερολόγιά του. Ανακάλυπτα αράδα-αράδα την Αποικία των Τιμωρημένων και ανεβοκατέβαινα λαχανιάζοντας τα σκοτεινά σκαλοπάτια των αλληλέγγυων, ταλμουδικών του κτισμάτων, ακούγοντας παράλληλα, σε ενστικτώδεις εντάσεις, τα πιανιστικά πρελούδια του Ντεμπυσσύ…» (σελ. 12-13)… Και η ομολογία της ψυχικής διάθεσης που συντέλεσε «στην αποκάλυψη των χειρογράφων»:
«Ήμουν καλά. Οι επιθυμίες μου περνούσαν για ζωή. Ευχόμουν, όποια στιγμή και ν’ άνοιγα την πόρτα μου,  ν’ αντικρίζω τα πράγματα για πρώτη φορά, σαν να ήταν η πρώτη φορά που έχουν έρθει στον κόσμο. Όλα εκεί… Το καθένα να υπάρχει καινούριο στην ουσία της φύσης του, μέσα στις συλλαβές του ονόματός του. Ο χρόνος μου επιζούσε των ενδείξεων, το αίμα είχε σχεδόν ξεθυμάνει στις φλέβες μου και των δαιμόνων μου το βλέμμα περιγελούσε τα μέλλοντα…» (σελ. 13)Το ΕΝΟΧΙΚΟΝ, Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΔΡΑΣΤΗ είναι από τη μια αφετηρία μιας ποιητικής κορύφωσης που θα συνεχιστεί στις δύο επόμενες συλλογές ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΟΥ (2012) και ΔΥΣΚΟΛΟ (2012) κι από την άλλη η συνέχεια μιας διαδρομής, «φιλοσοφικής και αυτοαναφορικής διερώτησης», που είχε αφετηρία την ΑΤΡΟΠΟ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ (1998) και τη συλλογή ΣΩΜΑΤΟΣ ΛΟΓΟΣ (2004). Δηλαδή, με κάποια έννοια,  σ’ αυτή τη συλλογή ο Σταύρος Ζαφειρίου συνοψίζει θέματα που τον έχουν απασχολήσει στα προηγούμενα έργα του συμπυκνώνοντας «σε ένα πρωτεϊκό ποιητικό υποκείμενο τον ΔΡΑΣΤΗ, που με το μονόλογό του κατευθύνει τον γνωσιοθεωρητικό προσανατολισμό κάθε μιας από τις δεκαπέντε ενότητες…» (Κατερίνα Κωστίου)   Η Τιτίκα Δημητρούλια περιγράφοντας τα χαρακτηριστικά της ποιητικής σύνθεσης λέει: «Πεζόμορφο, χωρισμένο σε ενότητες-σκηνές, δραματοποιημένο, το ποίημα του Ζαφειρίου, στηρίζεται στην ειρωνεία και αλλάζει βηματισμό όταν περικλείει το βίωμα.... Το κείμενο καταλήγει μια ετεροτοπία που επιδιώκει να γίνει τόπος, να ενταχθεί με ίσους όρους στο γεγονός: να γίνει το ίδιο γεγονός, έστω και άσκοπο, πράξη λόγου συντελεσμένη που κυρώνει το ανέφικτο του λόγου καθαυτόν». Στις «Σημειώσεις» σελ. 71 διαβάζουμε τη σχετική με τον τίτλο πληροφορία: «Παρά την επισήμανση φίλων νομικών, ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις τον τίτλο ΕΝΟΧΙΚΟΝ, σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.    (στη συνέχεια ενδεικτικά αποσπάσματα από το έργο με εμβόλιμες παραγράφους κριτικής από την Τιτίκα Δημητρούλια και   - στη φωτογραφία του εξωφύλλου προστέθηκε «η εικόνα του ανθρώπου που φωτογραφίζει, επαναληπτικά τους τόπους στο Άουσβιτς»: «Φωτογραφίζει, φωτογραφίζει, αλλάζει φακό, αλλάζει μπαταρίες, φωτογραφίζεται, μπροστά στα φουρνάκια φωτογραφίζεται, με την πρέπουσα βεβαίως συνθήκη του χώρου… ολόκληρη η μνήμη της φωτογραφικής μηχανής φορτωμένη από αυτή τη ψηφιακή βεβαιότητα της συνθήκης του χώρου, της συνθήκης του άπρεπου χθες και της συνθήκης του πρέποντος σήμερα…» (σελ. 22) 



ΠΩΣ ΕΚΠΛΗΡΩΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΟΥ; (το 3ο απόσπασμα από το χαμένο χειρόγραφο: ΙΙΙ. guarda e passa: βλέπε και πέρνα σελ. 20-22)
Θέλω να πω: πώς κάνει πράξη απρόβλεπτη το προσχεδιασμένο; Λίγο με νοιάζει ό,τι διδάσκεται γι’ αυτό ή όσα οι αγυρτείες της ανάγκης συμβουλεύουν. Λίγο με νοιάζει η γνώμη (η πεποίθηση) νόθων συλλογισμών.
Θέλω να πω:
με ποιον ώμο μπορεί να σπρώξει κανείς, να σωριάσει κανείς σε ερείπια το επόμενο τείχος;
Με ποιο πέλμα μπορεί να σκορπίσει τ’ οδόφραγμα και τους σάκους της άμμου στο πιο κάτω σημείο ελέγχου;
Με ποιο τρόπο μπορεί ν’ αφαιρέσει κανείς το πράσινο χρώμα από τις θλιβερές γραμμές της εγκατάλειψης;
Κατακτημένη πόλη, κατεχόμενη πόλη, πόλη κομμένη στα δυο, συρματοπλέγματα, ουδέτερη ζώνη, συρματοπλέγματα, κόκκινη οβάλ σφραγίδα εισόδου, γαλάζια τετράγωνη σφραγίδα εξόδου. Χαρτιά.
Ένας άντρας διαβάζει την πύλη τού Άουσβιτς.
Διαβάζει ψηλά, στην πύλη τού Άουσβιτς,
το καλαίσθητο, σφυρήλατο κύμα.
Περνά επιτέλους την ανοιχτόκαρδη
πύλη τού Άουσβιτς
και πιάνει αμέσως δουλειά.
Ξέρει καλά πως η δουλειά απελευθερώνει·
αυτός είναι ο λόγος που πιάνει αμέσως δουλειά.
Φωτογραφίζει:
τα σύρματα, τους προβολείς, τα φυλάκια,
τους χαλικόστρωτους δρόμους,
τα φροντισμένα κτίρια με τα νούμερα
και το κόκκινο τούβλο,
τον τοίχο των εκτελέσεων, τις κεραμοσκεπές,
το σιδερένιο Π του ικριώματος·
αλλάζει φακό, φωτογραφίζει:
στις βιτρίνες τις τούφες των μαλλιών,
τις βούρτσες των δοντιών και τις βούρτσες ξυρίσματος,
των παπουτσιών τις στοίβες,
τις βούρτσες γυαλίσματος, τα γυαλιά,
τις θήκες των γυαλιών,
τις χτένες των αντρών, τα χτενάκια,
τις βούρτσες των μαλλιών,
τ’ ακριβά δαντελένια ριπίδια,
τις ομπρέλες τού ήλιου· φωτογραφίζει,
στις βιτρίνες φωτογραφίζει:
τους ξύλινους βραχίονες, τους ξύλινους πήχεις,
τις ξύλινες κνήμες των αναπήρων,
τις σκουριασμένες ομπρέλες της βροχής,
τις σκουριασμένες λεπίδες ξυρίσματος,
τις βαλίτσες με τ’ άσπρα ονόματα,
τις ριγωτές ασώματες στολές,
τις τρομαγμένες φωτογραφίες των Häftlinge,
τον τρομερό στικτό τους αριθμό,
τους κοιτώνες, τα στρώματα από τσουβάλι και άχυρο,
τα σκεύη μαγειρικής και τα υπολείμματα
της τροφής στα τσίγκινα πιάτα·
αλλάζει φακό, φωτογραφίζει,
χωρίς να έχει διόλου κουραστεί φωτογραφίζει:
τα υπόγεια κελιά της τιμωρίας,
τον θάλαμο αερίων, τον προθάλαμο,
τους άφθαρτους πάγκους των ρούχων,
τα δίδυμα φουρνάκια από χάλυβα και πυρίμαχο τούβλο·
φωτογραφίζει, χωρίς να έχει διόλου κουραστεί
φωτογραφίζει,
χωρίς να έχει αντιληφθεί ή δίχως
να έχει ακριβώς συνειδητοποιήσει
πως οι εντολές μεταγωγής και οι λίστες πορείας,
τα υπερπλήρη δρομολόγια των τραίνων
και τα στοιχεία συσκευασίας του Zyklon-B
είναι γραμμένα σε στίχους·
λυτρωτικούς, φλογερούς, τολμηρούς
ανομοιοκατάληκτους στίχους.
Φωτογραφίζει, φωτογραφίζει, αλλάζει φακό,
αλλάζει μπαταρίες,
φωτογραφίζεται,
μπροστά στα φουρνάκια φωτογραφίζεται,
με την πρέπουσα βεβαίως συνθήκη τού χώρου,
ολόκληρη η μνήμη της φωτογραφικής μηχανής φορτωμένη
από αυτή την ψηφιακή βεβαιότητα της συνθήκης τού χώρου,
της συνθήκης τού άπρεπου χτες
και της συνθήκης τού πρέποντος σήμερα,
ενός ολόκληρου χτες και ενός ασυμπλήρωτου σήμερα,
όπου η καμένη σάρκα της ιστορίας θα εκτυπωθεί,
μετά την εξαήμερη εκδρομή,
στην υψηλή ανάλυση των οχτώ μεγαπίξελ.
[III. guarda e passa από την ποιητική συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου: Ενοχικόν – Ο μονόλογος ενός δράστη]

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (αποσπάσματα από την κριτική της Τιτίκας Δημητρούλια, Περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, Τεύχος 90, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2010)
… Το νέο σύνθεμα του Σταύρου Ζαφειρίου, ΕΝΟΧΙΚΟΝ, Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΔΡΑΣΤΗ, είναι ένα έργο στην ουσία του ηθικό, που πραγματεύεται τόσο το ζήτημα του γεγονότος, στις ιστορίες και την Ιστορία, όσο και εκείνο της αναπαράστασής του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος, πιο έντονα και δηλωμένα θεατρικός από ποτέ: από την αρχή του ποιήματος, με το οξύμωρο της ανάγνωσης ενός χαμένου χειρογράφου, ο ποιητής – αφηγητής κινείται σε έναν σκηνικό χώρο, σε μια mise en espace καλύτερα, μια στοιχειώδη σκηνοθεσία που στηρίζεται καταρχήν στις στερεοτυπικές εικόνες του καλλιτέχνη, τα «απαραίτητα» όπως τα ονομάζει: «το ανοιχτό παράθυρο, ο υπολογιστής, ένα σταχτοδοχείο» […]

Η πρώτη σελίδα της πρώτης ενότητας με τον χαρακτηριστικό τίτλο «corpus delicti», το σώμα του εγκλήματος, δεν παρουσιάζει απλώς το σκηνικό, αλλά θέτει και το θέμα του ποιήματος: τον αγώνα ανάμεσα στον αναγνώστη και στο κείμενο και ανάμεσα στο κείμενο με τον εαυτό του, που είναι συνέχεια της σύγκρουσής του με τον κόσμο. Από τη μια μεριά, ο κόσμος Ως θέατρο του γεγονότος· από την άλλη, οι εκτυπωμένες, χαμένες σελίδες. Από τη μια ο ηττημένος επόμενος κόσμος και οι αμείλικτοι καιροί· από την άλλη η εντροπία που περιγράφεται με έναν αναδιπλασιασμό της βίας, στο φυσικό κόσμο και σε εκείνον των ιδεών. Από τη μια η φοβερή εποχή του Ρεμπώ και από την άλλη η ρητή αναφορά στον Κάφκα, τα Ημερολόγιά του και στον Ντεμπυσσύ.

Το διακύβευμα είναι η κατάκτηση, με όρους αναπόφευκτα πολεμικούς, του νοήματος, της ύπαρξης και της ανθρωπινότητας, ένα νόημα που δεν αποκαλύπτεται με την εικόνα που καθηλώνει η φωτογραφία: η εικόνα του ανθρώπου που φωτογραφίζει, επαναληπτικά, τους τόπους στο Άουσβιτς αντιπαρατίθεται στους στίχους του Τσέλαν, στα λόγια του Πρίμο Λέβι και του Ρομπέρ Αντέλμ […]

Ο Ζαφειρίου περιγράφει το κείμενο ως τόπο, ως χώρο ανέφικτο, όπου η λέξη (mot) αντιπαλεύει –ή μάλλον επιδιώκει να καταφέρει να αντιπαλέψει– τον θάνατο (mort), να τον εξημερώσει. Αλλά ο θάνατος δεν περιγράφεται και δεν ονομάζεται, όπως και η ζωή και η ανθρωπινότητα η ίδια και η ζωική συνιστώσα της ανθρωπινότητας αυτής: τα αδέσποτα, επαναλαμβανόμενο μοτίβο και μοιραία θύματα του περάσματος στην πράξη, πάντα στο πλαίσιο της αναζήτησης του νοήματος, αναφέρονται τόσο στον ίδιο τον άνθρωπο και στην ερημιά του μέσα στον κόσμο, όσο και στη γραφή, που μιλά για τα πράγματα μόνο όταν ξεπερνά τα όρια, όταν ενσωματώνει την ενοχή της ίδιας της ύπαρξής της, ως ανώφελου καθρέφτη μιας αναπόδραστης καταστροφής, ως μοιραίας καταγραφής μιας προδιαγεγραμμένης τραγωδίας…

Η ποίηση του Ζαφειρίου, λυρική, αφηγηματική και δραματική, δοκιμιακή επίσης, τεντώνει τα είδη και προκαλεί τις αντοχές των λέξεων, σε μια πολύ επίκαιρη ανίχνευση της σχέσης του καλλιτέχνη με την εποχή του, του έργου με τα πράγματα. Ποίηση δύσκολη, απαιτητική, αποκτά προφανώς μια άλλη διάσταση όταν παριστάνεται, όταν προσλαμβάνεται ως ο αγωνιώδης μονόλογος μιας ένοχης συνείδησης, μιας συνείδησης που δοκιμάζει τα όρια του καλού και του κακού, του δέοντος και του ταμπού. Ποίηση της ηθικής και ηθική της ποίησης σε μια δύσκολη, αλλά κατορθωμένη και γόνιμη συναίρεση [Τιτίκα Δημητρούλια]

ΤΙ ΓΥΡΕΥΕΙΣ ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΕΡΗΜΟ; (το 9ο απόσπασμα από το χαμένο χειρόγραφο: ΙΧ. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη  – σελ. 45-48)
Τι γυρεύεις σε τούτη την έρημο; του είπα.
Σ’ αυτόν τον τόπο των σφαγών και των ενόρκων;
Τούτη η ήπειρος, σ’ όλες τις εποχές,
έχει ν’ απαριθμεί τον θάνατό της.
Τις τελικές της λύσεις, τις μεθόριους
και τις δογματικές της αυταπάτες.
Μπορείς να λαχανιάζεις την ανάσα σου
στης χήνας τον βηματισμό
ή να πλαγιάζεις ήσυχος
με ασκούπιστο το αίμα στους κοπτήρες.
Μπορείς να ιστορείς τα κενοτάφια,
τις βυθισμένες γέφυρες,
τα ερείπια και τους νεκρούς τού μίσους,
ή να διασχίζεις άπατρις
τον επηρμένο ωκεανό της ουτοπίας.
Μπορείς ν’ ανοίγεις πόρτες και παράθυρα,
για να δειχτείς ολόκληρος,
σαν εκλεκτός, στον κόσμο.
Τι γυρεύεις ανάμεσα στον ερπετώδη νου τού πλήθους;
Του όχλου τού αλαλάζοντος,
του εξαθλιωμένου,
του τρελαμένου από τα σκέλια της πυράς
και την οσμή της θηλυκής της σάρκας;
Αν δεις στα μάτια, λένε, τη φωτιά,
κατάματα κι αυτή θα σε κοιτάξει.
Ο φοβερός ανακριτής καλεί την άβυσσο
στη βιβλική της γλώσσα,
και οι πεπτωκότες άγγελοι το βιβλικό του μένος
από τις φλόγες της αβύσσου τού επιστρέφουν.
Τι γυρεύεις σ’ αυτόν τον λαβύρινθο
με του απόβλητου το ακέφαλο κουφάρι;
Τι αναζητάς στο λάθος χρώμα τού πανιού,
στον θεϊκό συνωστισμό, σε ό,τι απόμεινε
από τα θλιβερά εξάμετρα της δόξας·
σ’ αυτή την όμοια ειρκτή τού διφορούμενου,
όπου μονάχα όποιος λύσει
επιδέξια τους κύκλους της κλωστής
μπορεί να βρει το πέρασμα
στο ανάμεσα των μύθων;
Τι γυρεύεις, του είπα, σε τούτο το θέατρο;
Ούτε ο μονόλογός σου θ’ ακουστεί ούτε η σιωπή σου.
Ποιος παίρνει πια στα σοβαρά των τραγωδών τον ρόλο;
Τις ικεσίες τού χορού ποιος επωμίζεται;
Ποιος αμαρτάνει και πιστεύοντας στα λόγια των τυφλών
τυφλώνεται απ’ το ίδιο του το χέρι;
Στο άδειο τόπο της ανήλεης σκηνής,
χωρίς τον οίστρο και τις λάμψεις των θριάμβων,
σε μιαν ακρόαση κουφών
θα απαγγείλεις φωναχτά το κείμενό σου.

«Είμαι ο λύκος.
Αυτός που η όψη του μουδιάζει τις καρδιές σας,
αυτός που πνίγει τα νεογέννητα του ύπνου σας.
Στους ανέμους μου καίω το στέρνο μου,
στα φεγγάρια μου τα σπλάχνα μου αλλάζω.
Το δέρμα μου ανοίγει καταπάνω σας σαν φως.
Όταν μου λείπει τους χειμώνες η τροφή,
αναζητώ τα μονοπάτια μου που χάθηκαν στις πόλεις.
Όχι ασφαλώς στις εργάσιμες ώρες σας
ούτε με την πασίγνωστη στολή τού εαυτού μου.
Φορώ κουρέλια και σκουφί σαν πολυμήχανος,
ομοιώνομαι τον ναυαγό
που αντίκρισε τη γη των λωτοφάγων.
Κάνω πως τρέμω τάχα από τον φόβο μου,
όταν γρυλίζουν γύρω μου
τα υπόλοιπα αδέσποτα των δρόμων.
Καμιά φορά με πιάνετε στο δόκανο,
άλλες φορές σας πιάνω στο δικό μου.
Τότε πληρώνει, με τον τρόπο του ο καθείς,
τα οφειλόμενα.
»Είμαι ο λύκος.
Αυτός που υποδύεται τον λύκο σας,
το πιο πιστό σας ζωντανό,
το κατοικίδιό σας.
Ακολουθώ τον χρόνο σας και τον βηματισμό σας
χωρίς να δυσανασχετώ για το κολάρο μου,
για το γελοίο μου όνομα
και το λουρί της βόλτας.
Μ’ ευγνωμοσύνη τρώω απ’ τ’ αποφάγια σας,
ουρώ κι αποπατώ όπου μου πείτε.
Αν χρειαστεί θα γλείψω τις παλάμες σας,
θα φέρνω με τα δόντια τις παντόφλες σας
ή την εφημερίδα σας κάθε πρωί απ’ τον κήπο.
Αν χρειαστεί θα γίνω ο οδηγός σας.

Μαζί μου θα διασχίζεται με ασφάλεια
τ’ αυτιστικά σημεία των καιρών σας.
Αν χρειαστεί θα προστατέψω τις γυναίκες σας,
τ’ ανήλικα του οίκου σας
ή τα πολύτιμα κτερίσματα των τάφων σας
από τους τυμβωρύχους.
Αν χρειαστεί θα διακορεύσω τις γυναίκες σας,
τ’ ανήλικα κορίτσια σας
ή θα συλήσω τα κτερίσματα των τάφων σας
πριν απ’ τους τυμβωρύχους.
»Είμαι πια ο λύκος.
Τις νύχτες μου αποσύρομαι στα υπόγεια.
Στο υποσκήνιό μου.
Εκεί όπου μένω μόνος με τα έργα μου,
όπου μπορώ να μελετώ τα πτώματά σας».


Η ΕΝΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ: μια καταστατική συνθήκη στην ποιητική ανθρωπολογία του Σταύρου Ζαφειρίου (αποσπάσματα από την κριτική της Κατερίνας Κωστίου στο περιοδικό Ποιητική)
Η θεατρικότητα που συχνά διέπει την ποιητική του Σταύρου Ζαφειρίου, εδώ παίρνει τη μορφή της σκηνικής διευθέτησης του χωροχρόνου και της αυτοσκηνοθέτησης: το ποιητικό υποκείμενο σκηνοθετεί τον εαυτό του, ξεκινώντας με το παράδοξο της ανάγνωσης ενός χαμένου χειρογράφου ή μάλλον κάποιων εκτυπωμένων σελίδων Α4 που ανεξήγητα έπαψαν να βρίσκονται στην κατοχή του, σ’ έναν απροσδιόριστο χρόνο όπου εμπεριέχεται και η διαδικασία της γραφής τους.
Στη συνέχεια ξετυλίγεται με επιμονή και συνέπεια ως προς τους συμβολισμούς και τις αλληγορικές εκβολές του λόγου, ο προβληματισμός που ενοικεί στο χαμένο χειρόγραφο, εκ προοιμίου ακυρωμένος αφού κατά τον συντάκτη του δεν μπορεί να ενδιαφέρει κανέναν ένα κείμενο όπου «δεν συντελείται το παραμικρό». Μέσα σε μια καφκική ατμόσφαιρα ασφυκτικού εγκλεισμού, σε αόριστο χωροχρόνο ο οποίος περιγράφεται επιμελώς για να ακυρωθεί μέσα από τον διαχρονικό οντολογικό προβληματισμό που ακολουθεί, το ποιητικό υποκείμενο θα ορίσει εξαρχής τη διακειμενική του σταθερά, τα Μπλε Τετράδια του Κάφκα, ένα οδοιπορικό ανθρωπογνωσίας και αυτογνωσίας, και την Αποικία των τιμωρημένων, έργο γραμμένο ακριβώς πριν από έναν αιώνα, μια ανατομία των εννοιών της ενοχής, της τιμωρίας, της εξουσίας και κάθε μορφής ολοκληρωτισμού, εννοιών που διατρέχουν και την ποιητική σύνθεση του Ζαφειρίου…

Μέσα από οριακούς εννοιολογικούς διασκελισμούς και με καλά χορδισμένη ρητορική ο Ζαφειρίου ενορχηστρώνει μια ποιητική μεταγλώσσα δύστροπη, απαιτητική, κάποτε παράδοξη, διερευνώντας την καταγωγική σύσταση της ανθρώπινης φύσης, φύσης εν φύσει, κλεισμένης «στον κλοιό της ματαιότητάς της». Συνεχίζοντας με εμμονή την πορεία διερεύνησης του οντολογικού προβληματισμού του Κάφκα περί ενοχής, στο έβδομο κεφάλαιο που αυτοσαρκαστικά επιγράφεται «difficiles nugae» («δύσκολες φλυαρίες»), φράση από επίγραμμα του Μαρτιάλη, ο ποιητής συνδέει αριστοτεχνικά και στη σωστή δοσολογία τη φροϋδική σκέψη που υποστασιώνει το μοντέλο για το ένστικτο της καταστροφής με την καφκική οντολογία και με την Αποκάλυψη του Ιωάννη, για να μετατρέψει μέσα στη δική του κοσμολογία τον θύτη σε θήραμα και να δείξει πως «η ενοχή δεν υφίσταται ως μια αλληγορική –κατ’ ουσίαν άνομη και ανήθικη– πράξη τούτης της φύσης απέναντι στους άλλους ή και στον ίδιο της τον εαυτό, αλλά ως μια πράξη βιολογικά καταγωγική, φωτισμένη από όλους τους προβολείς του ανθρώπινου δράματος και υποταγμένης στους εικότες νόμους της ανάγκης». Γίνεται έτσι η καφκική τακτική μια ιδιοφυής πρακτική που φωτίζει «τη στρεβλή και ατελή ηθική σχέση της ενοχής με τον άνθρωπο και του ανθρώπου με την ίδια τη φυσική ανθρώπινη εμπειρία». Και η ποιητική γραφή μετατρέπεται στη μοναδική εφικτή, λυτρωτική και συνάμα σαρκοβόρα ποινή της καταγωγικής ενοχής του ανθρώπου. Στο απέραντο θέατρο του κόσμου, ο μονόλογος του δράστη ηχεί σαν μια απεγνωσμένη προσπάθεια ανασύστασης της πρωτογενούς φύσης του ανθρώπου, πριν χάσει το νήμα στον λαβύρινθο των μύθων: «Είμαι ο λύκος. / Αυτός που η όψη του μουδιάζει τις καρδιές σας, / αυτός που πνίγει τα νεογέννητα του ύπνου σας. […] Το δέρμα μου ανοίγει καταπάνω σας σαν φως! / Όταν μου λείπει τους χειμώνες η τροφή / αναζητώ τα μονοπάτια μου που χάθηκαν στις πόλεις. / Όχι ασφαλώς στις εργάσιμες ώρες σας / ούτε με την πασίγνωστη στολή του εαυτού μου. / Φορώ κουρέλια και σκουφί σαν πολυμήχανος / ομοιώνομαι τον ναυαγό / που αντίκρισε τη γη των λωτοφάγων.»…   [Κατερίνα Κωστίου, Περιοδικό «Ποιητική», τεύχος 17, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2016]

ΕΝΑΣ ΣΚΛΑΒΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΣΕ ΘΕΣΗ ΝΑ ΠΕΤΥΧΕΙ ΕΝΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΘΑΝΑΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ; (αποσπάσματα από τη 2η  ενότητα του Χαμένου Χειρογράφου: ΙΙ. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις σελ. 16-19)
Ο παλιός κόσμος δεν υφίσταται πια.
Κανείς δεν γέλασε με τον αφανισμό του
ούτε τον μοιρολόγησε κανείς.
Και σκέφτηκα:

Ο επόμενος κόσμος έχει ήδη ηττηθεί
μέσα στις δύσοσμες  εκκρίσεις του φόβου του,
Το κάθε βήμα προς τα εμπρός το επαληθεύει.

Σηματωροί εγκαταλείπουν ένας-ένας τη θέση του,
τα ρύγχη των δελφινιών εμβολίζουν τις πρύμνες
γαλάζιες μέδουσες χυλώνουν τις ακτές.
Εκατοντάδες γραπτά υπονομεύουν τις νομοτέλειες.
Ζούμε σε αμείλικτους καιρούς,
λυγίζοντας στο πρώτο χτύπημά τους.
Σκέφτηκα:

Θηλάζει η γη γάλα κακό απ’ το κακό της στήθος
μελάνι μαύρο λιγοστεύει το λευκό,
κερδοσκοπώντας.
Όπου κι αν στρέψουμε το πρόσωπο θα δούμε
την υποτιμημένη επιτάχυνση
μιας προδιαγραμμένης εντροπίας.
Φουσκονεριές κλονίζουν τα θεμέλια,
παρασύρουν στη λάσπη τους τα υλικά των σημείων.
Τίποτε αντίθετο απ’ αυτά δεν έχει γίνει.
καμίας Σίβυλλας χρησμός δεν έχει διαψευστεί
στη λογική της έκφραση ή
στο εκστατικό της παραλήρημα.

Περνούν τα σύνορα οι στρατιές των ψευδαισθήσεων,
φωτίζοντας τον μύθο τους στο φως των συνώνυμων.
Σαν όντα υποταγμένα στη φυγή τους,
το ίδιο ποτάμι κολυμπούν που τα διασχίζει.
Οι σκλάβοι ντύνουν με κουρέλια τα πόδια τους,
βαδίζοντας ανύποπτοι ανάμεσα σ’ ενέδρες.

Ένας σκλάβος πεθαίνει καλύτερα, σκέφτηκα,
όταν κινείται στον κατάντη της πυξίδας
σε τόπους όπου ο θάνατος αυτόματα
κεφαλαιοποιείται.

-Εξυπακούεται ασφαλώς πως ένας σκλάβος είναι πάντα σε θέση να πετύχει έναν καλύτερο θάνατο από τον θάνατό του, ακόμη κι έναν θάνατο εφάμιλλο της τέχνης του ως σκλάβου…
… και διατηρώντας κατά νου την έγνοια να γράφω μόνο εν ονόματι του ανήσυχου μου εαυτού, αναρωτιόμουν:
Τι είδους λέξεις πρέπει να υποθέσω
για να εναρμονίζω τα προσχήματα
στη νέα υβριδική χιλιετία;
Και σκέφτηκα:

Μεγεθυσμένες κλίμακες,
από το ασήμαντο ως το δραματικό,
τώρα ερμηνεύουν την καινούρια τάξη.
Σαν πρότυπο μορφοκλασματικό
στην πιο ανεστραμμένη αυτό-ομοιότητα.
Και αναρωτιόμουν πάλι:

Να είμαι άραγε αυτός που αβοήθητος
θα πρέπει να ορίσει
με ποια σειρά θα εμφανιστούν
τα ύψη, το αίμα, ο ουρανός,
ο ύπουλος υπαινιγμός του χρόνου;

Θα είμαι άραγε ικανός να φανταστώ
όλο το εύρος της σκηνής και της κουίντας
στο απόλυτο σκοτάδι του θεάτρου;
Όλους τους χαρακτήρες,
τη σιωπή τους, τα φαινόμενα,
σε ένα χώρο τόσο ανασφαλή,
όσο ο μηχανισμός των γεγονότων;

Σε τελευταία ανάλυση, θα είμαι άραγε ικανός να ενστερνίζομαι, αμέσως και χωρίς ενδοιασμούς, κάθε αναγωγή που επιχειρούν οι αντιφάσεις;
Και σκέφτηκα:
Όλες οι μαθητείες μου μαζί
συνηγορούν στη μέχρι τέλους παρανάγνωση της πλάνης.
Μου είναι ωστόσο αδύνατον  να εναντιωθώ
στο διαρκώς και πιο ακατανόητο
ούτε έχω λόγο ν’ αρνηθώ πως είμαι μέσα μου

όλα εκείνα που έξω μου, και φαινομενικά, αποποιούμαι!


ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΥΘΕΙΕΣ ΠΕΡΝΟΥΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ (έκανα ευλόγως τούτη τη σκέψη, καθώς διαπίστωνα πως η αρχική μου πρόθεση να μπω κατευθείαν στο θέμα είχε ουσιαστικά εκτροχιαστεί -(αποσπάσματα από τη 5η  ενότητα του Χαμένου Χειρογράφου: V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα σελ. 27):
Η διαδρομή που ακολουθούσα τώρα πια, ξεκινούσε από τα φαινόμενα, διακλαδίζονταν ανάμεσα σ’ αυτά, χωρίς καθόλου να είναι σίγουρο ότι θα έφτανε κάποια στιγμή στις αιτίες. Μετεωριζόμουν συνεχώς, κατά την προσφιλή μου συνήθεια, μεταξύ λογικής και παράδοξου, μεταξύ παιχνιδιού και πειράματος…
Έχοντας κιόλας αμφισβητήσει κάθε μεταφυσική ερμηνευτική, ότι τα πράγματα δηλαδή μπορεί ν’ αποκτήσουν οντότητα μέσω του λόγου –πολύ περισσότερο βέβαια μέσω ενός λόγου δηλωτικού-, και μην έχοντας παρακάμψει παράλληλα ούτε για μια στιγμή την ιδεοληψία του εφικτού
εγκατεστημένος επιπλέον, και μάλιστα εσκεμμένα, στο ανώγειο μιας κατηφούς οικοδομής, ανεγερμένης στην αντιπαροχική δεκαετία του ’60, τηρούσα στάση επιφυλακτική απέναντι στο πολλαπλό των μύθων…
… ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, σκεφτόμουν!.. Ένας άνθρωπος του οποίου η σκέψη ακολουθεί έναν ειρμό υποταγμένο στις περιστάσεις
ένας άνθρωπος ο οποίος αποκαλύπτει ξαφνικά ότι η μέχρι τώρα ενασχόλησή του με το θέμα υπήρξε επιπόλαιη και μάταιη, επειδή επιπόλαιο και μάταιο υπήρξε και το ίδιο το θέμα του, τόσο επιπόλαιο και τόσο μάταιο,
ώστε όταν ήρθε η στιγμή να το αναπτύξει στις σελίδες ενός χειρογράφου του ήταν αδύνατο να το πράξει…
ένας άνθρωπος ο οποίος αναζητούσε τους τρόπους να ελέγχει διαρκώς κάθε είδους χρονική προβολή της αιτίας και αποτελέσματος, πάνω στην οποία θα στήριζε το θέμα του και την ανάπτυξή του
αυτός ο σκεπτόμενος άνθρωπος όφειλε τώρα ν’ αμφισβητήσει, να επανεκτιμήσει καλύτερα, ό,τι ως τότε με παρρησία πρόκρινε σαν τη μοναδικά ενδεδειγμένη του επιλογή. Αρκετά!...

HOMO HOMINI LUPUS (μια περιγραφή της διαδρομής των αδέσποτων από τη μια πλευρά του οδοστρώματος στην άλλη, από το ένα πεζοδρόμιο στο απέναντι, ακολουθώντας κι ακολουθώντας κατά πόδας τις κινήσεις των ανθρώπων, να περιμένουν δηλαδή (τα αδέσποτα) στις διαβάσεις όταν ο φωτεινός σηματοδότης είναι στο κόκκινο, και να διασχίζουν κάθετα το οδόστρωμα μόλις ο φωτεινός σηματοδότης, αλλάξει στο «τώρα μπορείς» -(αποσπάσματα από τη 6η  ενότητα του Χαμένου Χειρογράφου: VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο σελ. 31)::
«Όποιος επιθυμεί να καταλάβει τις επιδιώξεις μου
πρέπει να ομολογεί τις ματαιώσεις»
Για να εκτιμήσει κανείς στην πλήρη της διάσταση
τη σημασία του συγκεκριμένου αφορισμού
δεν αρκεί να γυρίζει αδιάκοπα σαν ποδηλάτης
στη μέσα πλευρά ενός κύκλου
ή να διασχίζει μονάχα το δάσος της φαντασίας του
σαν ένα άγνωστο και απερίγραπτο κομμάτι της φύσης,

αλλά οφείλει να έχει στο μυαλό του συνέχεια
και συνέχεια να μνημονεύει
-με το έξω και το μέσα της γλώσσας του-
τα φυλλοβόλα και τ’ αειθαλή,
τους κρυπτόγαμους μύκητες,
τις θαμνώδεις εκτάσεις και τα ξέφωτα,
ακόμα και τα ολομόναχα ρόμπολα,
τα χτυπημένα από τον κεραυνό…

[ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ αποσπάσματα από την 5η και 6η ενότητα του βιβλίου ΕΝΟΧΙΚΟΝ, Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΔΡΑΣΤΗ, Νεφέλη 2010 – η φωτογραφία ανάμεσα είναι της Βίκυς Μαρίας Ιωάννου]


ΕΝΟΧΙΚΟΝ, Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΔΡΑΣΤΗ: Η ενοχή δεν είναι ένας όρος τεχνικός ούτε μπορείς να τον αναγάγεις σ’ εφαρμοσμένα συστήματα και ιδιότητες… αλλά ήταν και θα παραμείνει ένα εγγενές συστατικό της ανθρώπινης κατάστασης, η τελευταία απελπισμένη απόπειρα εξόδου του ανθρώπινου νου απ’ τον κλοιό της ματαιότητας του (αποσπασματικές πληροφορίες για τη σύνθεση του Χαμένου Χειρογράφου» από 7η ενότητα του βιβλίου  VΙΙ. dificiles nugae: δύσκολες φλυαρίες σελ. 36-28)
Αυτό που σκέφτομαι τώρα φυλλομετρώντας τον Κάφκα, φυλλομετρώντας τα Μπλε το Τετράδια και τα Ημερολόγια του, διαβάζοντας και διαβάζοντας πάλι τα φοβικά και βασανιστικά, τα φορτωμένα με υποψίες και ενοχές Γράμματά του προς τη λευκή αρραβωνιαστικιά του Φελίτσε, και διαβάζοντας το εξουθενωτικό Γράμμα στον Πατέρα του, είναι ότι
η μόνη εντέλει ποινή που μπορεί να επιβάλλει η ίδια η ενοχή του στον ένοχο, αυτή που μπορεί να τιμωρήσει και ταυτοχρόνως μπορεί να λυτρώσει τον ένοχο, είναι η σκληρή και επώδυνη ποινή της γραφής πάνω στην ίδια του σάρκα, είναι η μετάλλαξη της σάρκας σε πεδίο γραφής. Και ίσως να μην αποτελεί υπερβολή η εικασία ότι, έστω και περιμένοντας την επιβολή αυτής της ποινής, να επιμένει ο ένοχος να ζει, ακόμη και αν δεν γνωρίζει, ακόμη κι αν φοβάται τον τρόπο…
Κατά τον τρόπον αυτόν, σκέφτομαι πάλι, οι μεγαλύτεροι ένοχοι της ιστορίας, εκείνοι που φόρτωσαν την ιστορία της ανθρωπότητας με τις ασύλληπτες ενοχές των λαιμητόμων, της αγχόνης και της πυράς, των εκκαθαρίσεων, των θαλάμων καταιόνησης και της πλαστογραφημένης ενημέρωσης
οι μεγάλοι ιεροεξεταστές και οι Ροβεσπιέροι, οι Ναπολέοντες και οι Φύρερ, οι αποθεωμένοι Πατερούληδες και οι αυτάρεσκα μικρόνοες Πρόεδροι πασών των ηπείρων και πασών των θαλασσών,
αναπαρέστησαν τον μέσα τους κόσμο, σκηνοθέτησαν και παρουσίασαν ζωντανά στη σκηνή τον φοβικό και ενοχικό μέσα τους κόσμο, θέτοντας σε κίνηση με τον φριχτότερο τρόπο τον φονικό του μηχανισμό, σαν τη μόνη εφικτή και ασφαλή διέξοδό τους προς το αναγκαίο. Και τούτη ακριβώς η αναπαράσταση είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του μέσα, που είναι ένα αόριστο και αφηρημένο σχήμα του λόγου, και του έξω, που είναι η πιο αιματηρή πραγματικότητα.
Ό,τι λοιπόν ονομάζουμε, σκέφτομαι, ελαφρά τη καρδία «η σκοτεινή πλευρά», ό,τι αφήνουμε να εννοηθεί πως είναι η άλλη πλευρά του ανθρώπου, η περίπλοκη και δυσθεώρητη και ανεξιχνίαστη, η δήθεν αντίθετη προς τη φύση του, και η δήθεν ταπεινωτική και ανάξια, μα απολύτως συμβατή, τελικά πος τη φύση του
ό,τι δεσπόζει στα φροϋδικά και λοιπά, μακριά και νυχτωμένα, ψυχαναλυτικά εγχειρίδια ως μοντέλου του ενστίκτου της καταστροφής, το οποίο εναρμονίζεται και συνεργάζεται πλήρως με το άλλο μοντέλο, του ενστίκτου της επιβίωσης, και συνυφαίνεται με το ένστικτο της επιβίωσης σε έναν ιστό, όπου το μοναδικό παγιδευμένο θήραμα σπαρταρά απεγνωσμένα ο ίδιος ο θύτης

ό,τι λοιπόν ονομάζουμε η «σκοτεινή πλευρά», δεν είναι σκέφτομαι, τίποτε άλλο πέρα από την ενεργοποίηση του λανθάνοντος τούτου μηχανισμού που τα γρανάζια του ηχούν σαν σάλπισμα στο φρέαρ της αβύσσου…»

Η ΑΤΥΧΗΣ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΩΣ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ (εκείνη την ημέρα κατά την οποία αποφάσισα ότι το έργο μου απέκτησε πλέον την οριστική του μορφή): Το χειρόγραφο πιθανότατα χάθηκε… σε μια από τις συχνές μετακομίσεις μου από ένα τοπίο σε άλλο. Τότε που εγκατέλειπα ασυγκίνητος το μικρό, παράγωνό μου ανώγειο όχι μακριά απ’ τον σταθμό των τρένων, για να εγκατασταθώ –εξίσου ασυγκίνητος – σ’ ένα πιο ευπρόσωπο και τετραγωνισμένο δυάρι του δεύτερου ορόφου μιας ευπρεπούς οικοδομής, σχεδόν απέναντι απ’ το νεκροταφείο. Χιλιάδες όμως πάλι μίλια μακριά από τις λίμνες όπου ήθελα να ζω κι απ΄τα ζαρκάδια. Ίσως να υπάρχει κάτι ακόμη να ειπωθεί. Μα μου ξεφεύγει. Και μου ξεφεύγει, σκέφτομαι, επειδή μια λέξ δεν μπορεί να σπρώξει ως την κορφή της την ανάγκη. Ή μου ξεφεύγει επειδή εγώ το αφήνων. Για ν’ αποφύγω ίσα-ίσα τη μομφή πως θεματοποιώ τα τετρομμένα: γλώσσας αγώνας άγονος και διάτρητα του λόγου υλικά κι ανέξοδες ρητορικές και ρητορικές και θεωρίες. Ό,τι κι αν ασπαστώ θα είναι αλήθεια. Σαν αντιθέσεις που η φιλάρεσκη ενοχή τους τις μετέτρεψε σε παραπληρωματικές της συζυγίες. Ή σαν το χρόνο που αχαλίνωτος εισβάλλει από παντού, παραβιάζοντας το πριν το τώρα και το θα του. Άλλη εκδοχή: βάζω πάλι το χρόνο στη σωστή σειρά. Χθες, σήμερα, αύριο. Ήμουν, είμαι, θα είμαι, πρωτόπλαστος, εγώ, αποσυνάγωγος, ένας διαρκής διωγμός σαν εξορία απ’ την αμφιλεγόμενη Εδέμ… Τρίτη εκδοχή και τελευταία: το αληθινό χειρόγραφο δεν χάθηκε ποτέ. Ενσωματώθηκε στα συμφραζόμενα του. Ίσως μια μέρα ανανεώσω τις συμβάσεις του ανάμεσα στην πράξη και το λόγο. Στο μεταξή, ρίχνω κλεφτές ματιές απ’ το παράθυρο στην τρομερή πομπή των τεθλιμμένων. [απόσπασμα από την τελευταία ενότητα XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο