Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΠΟΛΛΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΓΙΑ Ν’ ΑΛΛΑΞΕΙΣ:


Οργή κι επιμονή, γνώση κι αγανάκτηση χρειάζεται. Χρειάζεται όμως και γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά, ψυχρή υπομονή κι ατέλειωτη καρτερία. Κατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου… Έχεις; Αντέχεις; 
«Άντεξα να περιμένω έναν ολόκληρο χρόνο, δεν μπορώ όμως να περιμένω αυτή τη μέρα μια στιγμή…» είπε ο κ. Κόυνερ που περίμενε κάτι μια μέρα μετά μια βδομάδα και μετά άλλον ένα μήνα!... Είναι μια μπρεχτική εκδοχή της ΑΝΑΜΟΝΗΣ από τις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ» του Μπέρτολτ Μπρεχτ.
Τα μικρά αυτά κείμενα (87 συνολικά) γράφτηκαν  κατά τη διάρκεια μιας περιόδου περίπου 30 χρόνων.. Ο συγγραφέας τους προσπάθησε ν’ αναπτύξει ένα σύντομο μοντέλο πεζού λόγου, με τη βοήθεια του οποίου μπορούν να πραγματευτούν ζητήματα που αφορούν στη συμπεριφορά ενταγμένη μέσα σ’ ένα πολιτικο-κοινωνικό πλαίσιο καθώς και προβλήματα γνωσιοθεωρίας. Όλες οι Ιστορίες έχουν ένα κοινό άξονα: δείχνουν τη συμπεριφορά του ατόμου, του κ. Κ. απέναντι σε φαινόμενα της καθημερινής ζωής και τις αντιδράσεις του απέναντι σε καθιερωμένες αντιλήψεις και καταστάσεις. Καθώς μάλιστα ο κ. Κ. τοποθετείται, από τη μια ιστορία στην άλλη  σε μια διαφορετική κατάσταση, όλες μαζί οι ιστορίες συνθέτουν έναν κόσμο «εν κινήσει»!...
Τον ρώτησαν κάποτε: «Τι φτιάχνετε τώρα»; Ο κ. Κ. αποκρίθηκε: «Κουράζομαι πάρα πολύ, ετοιμάζω το επόμενο λάθος μου»!..
Χαρακτηριστική και η απάντησή του στο ερώτημα: «Χρειάζονται πολλά τον κόσμο για ν’ αλλάξεις;» (βλέπε την απάντηση στον τίτλο της ανάρτησης). Η άποψή του όμως για την πολυπόθητη αλλαγή συνοψίζεται σ’ ένα άλλο αφορισμό του: «Μόνο η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς την πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε»!.. Ακολουθούν κάποιες από τις πιο αντιπροσωπευτικές ΙΣΤΟΡΙΕΣ του κ. ΚΟΫΝΕΡ: Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΑΝ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ– Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ 1981 με ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ αποσπάσματα από την ΕΙΣΑΓΩΓΗ στο έργο του Μπέρτολτ Μπεχτ του Πέτρου Μάρκαρη: «Κάνουμε πολλούς να τρομάζουν από τη θεωρία, επειδή βρίσκουμε σε κάθε ερώτημα μιαν απάντηση»!..
 Προσοχή: Οι «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ» δεν πρέπει να διαβαστούν ως μικρά αφηγήματα, αλλά σύμφωνα με την πρόθεση του Μπρεχτ, ως φιλοσοφικά κείμενα. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται οι έννοιες της «αλλαγής», της «ενεργητικής παρέμβασης» και της ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ



ΣΟΦΗ ΣΤΟΥΣ ΣΟΦΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Η ΣΤΑΣΗ: 
Κάποτε επισκέφτηκε τον κ. Κ. ένας καθηγητής της φιλοσοφίας κι άρχισε να του μιλάει για τη σοφία του. Μετά από λίγη ώρα ο κ. Κ. είπε στον καθηγητή: Κάθεσαι ενοχλητικά, μιλάς ενοχλητικά, σκέφτεσαι ενοχλητικά. Σαν τ΄ άκουσε αυτό ο καθηγητής θύμωσε και του είπε: Δε μ΄ ενδιαφέρει τι σκέφτεσαι για το άτομό μου, μ΄ ενδιαφέρει να μάθω τη γνώμη σου γι΄ αυτά που λέω. Αυτά που λες δεν έχουν περιεχόμενο, αποκρίθηκε ο κ. Κ. Σε βλέπω να βαδίζεις αδέξια, και το βάδισμά σου δεν έχει προορισμό. Μιλάς σκοτεινά και η ομιλία σου δε φωτίζει τίποτα. Βλέποντας τη στάση σου παύει να μ΄ ενδιαφέρει ο στόχος σου.

ΜΕΤΡΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΒΙΑ
Όταν ο κ. Κ. ο στοχαστής έτυχε να μιλήσει κάποτε σε μιαν αίθουσα μπροστά σε πολύ κόσμο ενάντια στη βία, είδε τους ανθρώπους γύρω του να οπισθοχωρούν και να φεύγουν. Γύρισε τότε κι αντίκρισε τη βία. Τι έλεγες, τον ρώτησε η βία. Εγώ; αποκρίθηκε ο κ. Κ. υποστήριζα τη βία. Σαν έφυγε η βία οι μαθητές του κ. Κ. τον ρώτησαν γιατί έσκυψε το κεφάλι. Γιατί δεν έχω κεφάλι για σπάσιμο, αποκρίθηκε ο κ. Κ. Εξάλλου εγώ πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη βία.
Και ο κ. Κ. αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία:
Στο σπίτι του κ. Έγκε, που είχε μάθει να λέει ΟΧΙ, ήρθε μια μέρα τον καιρό της παρανομίας ένας πράκτορας και του παρουσίασε ένα χαρτί, που το είχαν εκδώσει αυτοί που εξουσίαζαν την πόλη. Το χαρτί έλεγε ότι στον πράκτορα αυτόν θ’ ανήκε κάθε σπίτι όπου θα πατούσε το πόδι του, όπως και κάθε φαγητό που θα ζητούσε. Θα ’πρεπε ακόμα να τον υπηρετεί και κάθε άνθρωπος που θ’ αντάμωνε.
Ο πράκτορας κάθισε σε μια καρέκλα, ζήτησε φαγητό, πλύθηκε, πλάγιασε και προτού κοιμηθεί ρώτησε ον κ. Έγκε με το πρόσωπο στον τοίχο: Θα με υπηρετείς;
Ο κ. Έγκε τον σκέπασε με την κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κάθισε δίπλα στο προσκεφάλι του, κι όπως εκείνη την ημέρα τον υπάκουσε άλλα επτά χρόνια.  Ό,τι κι αν έκανε όμως για δαύτον, ένα πράγμα απόφυγε να κάνει: δεν του ’πε ποτέ μια λέξη. Σαν πέρασαν τα εφτά χρόνια κι ο πράκτορας χόντρυνε από το πολύ φαγί, τον ύπνο και τις διαταγές – πέθανε! Ο κ. Έγκε τον τύλιξε τότε στη ξεφτισμένη κουβέρτα, τον έσυρε έξω από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, άσπρισε τους τοίχους, ανάσανε βαθιά κι αποκρίθηκε: ΟΧΙ

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΤΟΥ
Ο κ. Κ. έβαλε τα παρακάτω ερωτήματα:
Κάθε πρωί ο γείτονάς μου ακούει μουσική απ’ ένα γραμμόφωνο. Γιατί ακούει μουσική; Γιατί γυμνάζεται, καθώς μαθαίνω. Και γιατί γυμνάζεται; Γιατί χρειάζεται δύναμη καθώς μου λένε. Καλά, και γιατί του χρειάζεται η δύναμη; Γιατί πρέπει να νικήσει τους εχθρούς του στην πόλη, καθώς λέει. Γιατί πρέπει  να νικάει τους εχθρούς του; Γιατί θέλε να φάει, καθώς μαθαίνω.
Όταν ο κι. Κ. τ’ άκουσε όλα αυτά, ότι δηλαδή ο γείτονάς του άκουγε μουσική για να γυμνάζεται, γυμναζόταν για να είναι δυνατός, ήθελε να ’ναι δυνατός για να νικάει τους εχθρούς του, νικούσε τους εχθρούς του για να τρώει, έβαλε τούτο το ερώτημα: Καλά, γιατί τρώει;

Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΕΞΑΓΟΡΑΖΕΙΣ
Ο κ. Κ. σύστησε σ’ έναν έμπορα κάποιον άνθρωπο και τον βεβαίωσε ότι ο άνθρωπος αυτός δεν εξαγοράζεται. Μετά από δυο εβδομάδες ο έμπορας ξαναπήγε στον κ. Κ. και τον ρώτησε: Τι εννοείς όταν λες ότι ο άνθρωπος αυτός δεν εξαγοράζεται; Ο κ. Κ. αποκρίθηκε: Όταν λέω πως ο άνθρωπος που πήρες στη δούλεψή σου δεν εξαγοράζεται, θέλω να πω ότι είναι αδύνατο να τον εξαγοράσεις. Έτσι λοιπόν, είπε ο έμπορας πικραμένος, εγώ όμως έχω λόγους να φοβάμαι ότι ο άνθρωπός σου εξαγοράζεται ακόμα και από τους εχθρούς μου. Αυτό δεν το ξέρω, είπε ο κ. Κ. αδιάφορα. Ναι, μα αυτός καμώνεται πως συμφωνεί πάντα μαζί μου, φώναξε ο έμπορας φουρκισμένος, που σημαίνει ότι μπορεί να εξαγοραστεί ακόμα κι από μένα! Ο κ. Κ. γέλασε με αυταρέσκεια: Από μένα δεν εξαγοράζεται, είπε.


ΤΟ ΚΑΚΟ ΠΡΑΓΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΦΤΗΝΟ
Καθώς έκανε διάφορες σκέψεις γύρω απ’ την ανθρωπότητα ο κ. Κ. κατέληξε σε ορισμένα συμπεράσματα σχετικά με την κατανομή της φτώχειας. Κάποια μέρα κοίταξε γύρω του στο σπίτι και βρήκε πως ήθελε άλλα έπιπλα, πιο καλής ποιότητας, πιο φτηνά, πιο φτωχικά. Πήγε παρευθύς σ’ έναν μαραγκό και του παρήγγειλε να ξύσει το βερνίκι από τα έπιπλά του. Χωρίς βερνίκι όμως τα έπιπλα δεν έδειχναν φτωχικά μα καταστραμμένα. Κι όμως ο λογαριασμός του μαραγκού έπρεπε να πληρωθεί κι ο κ. Κ. αναγκάστηκε ακόμα να πετάξει τα έπιπλά του και ν’ αγοράσει καινούργια, πιο φτηνά, πιο φτωχικά πιο κακής ποιότητας, μια και τα ’θελε έτσι. Κάποιοι που το ’μαθαν γέλασαν σε βάρος του κ.Κ. γιατί τα φτωχικά έπιπλα του κόστισαν πιο ακριβά από τα βερνικωμένα. Ο κ. Κ. όμως είπε: Χαρακτηριστικό της φτώχιας δεν είναι η οικονομία μα το έξοδο. Σας ξέρω του λόγου σας: η φτώχια σας δεν ταιριάζει στις ιδέες σας. Μα στις δικές μου ιδέες δεν ταιριάζει ο πλούτος.

ΠΕΙΝΑ
Σε μια ερώτηση σχετικά με την πατρίδα ο κ. Κ. έδωσε τούτη την απάντηση: Παντού μπορώ να πεινάσω. Ένας προσεκτικός ακροατής ρώτησε τότε τον κ. Κ. πώς γίνεται να λέει ότι πεινάει όταν στην πραγματικότητα έχει να φάει. Ο κ. Κ. δικαιολογήθηκε λέγοντας: προφανώς ήθελα να πω ότι μπορώ να ζήσω παντού υπάρχει πείνα, φτάνει να θέλω να ζήσω. Ομολογώ πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να πεινάω εγώ ο ίδιος και στο να ζω σε τόπο όπου υπάρχει ο κόσμος πεινάει. Ας μου επιτραπεί ωστόσο να αναφέρω σαν ελαφρυντικό μου το γεγονός ότι το να ζω σε τόπο όπου υπάρχει πείνα είναι για μένα αν ίσως όχι τόσο κακό όσο να πεινάω ο ίδιος, τουλάχιστο όμως πολύ κακό. Στο κάτω-κάτω για τους άλλους δεν έχει τόση σημασία αν εγώ πεινάω, έχει όμως μεγάλη σημασία αν εγώ πεινάω, έχει όμως μεγάλη σημασία ότι είμαι εναντίον της πείνας.

ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ

Σήμερα, παραπονέθηκε ο κ. Κ., είν΄ αμέτρητοι αυτοί που παινεύονται δημόσια ότι μπορούν να γράψουν μόνοι τους τόμους ολάκερους βιβλία. Κι αυτό το βλογάει όλος ο κόσμος. Ο Κινέζος φιλόσοφος Τσουάνγκ Τσι έγραψε, φτασμένος άντρας, ένα βιβλίο μ΄ εκατό χιλιάδες λέξεις που τα εννιά δέκατά του, ήταν αποφθέγματα. Τέτοια βιβλία δεν μπορούν πια να γραφτούν στην εποχή μας γιατί λείπει το πνεύμα. Έτσι οι σκέψεις κατασκευάζονται στο ιδιωτικό εργαστήρι του καθενός, και θεωρείται ακαμάτης εκείνος που δεν μπορεί να βγάλει αρκετές. Βέβαια έτσι δεν υπάρχει ούτε μια σκέψη που να μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις μα ούτε και διατύπωση της σκέψης που να μπορείς να την αναφέρεις. Πόσο λίγο υλικό χρειάζονται αυτοί για τη δουλειά τους! Μια πένα και μερικές κόλλες χαρτί είναι το μόνο που μπορούν να παρουσιάσουν. Και δίχως καθόλου βοήθεια, μονάχα με το λιγοστό υλικό που ο καθένας μπορεί να κουβαλήσει με τα χέρια του, φτιάχνουν τις καλύβες τους! Τα μόνα κτίρια που γνωρίζουν είναι εκείνα που μπορεί να χτίσει ένας άνθρωπος μόνος του.


Ο κ. Κ. ΚΑΙ Η ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ
Ο κ. Κ. διάβαινε από μια κοιλάδα όταν ξαφνικά παρατήρησε ότι τα πόδια του βούλιαζαν στο νερό.  Πρόσεξε τότε ότι η κοιλάδα δεν ήταν παρά μια προέκταση της θάλασσας κι ότι σίμωνε η ώρα της παλίρροιας. Στάθηκε παρευθύς κι άρχισε να ψάχνει για καμιά βάρκα κι όσο έλπιζε ότι θα την έβρισκε δεν το κουνούσε από τη θέση του. Σαν είδε όμως ότι βάρκα δεν υπήρχε πουθενά παραιτήθηκε από τούτη την ελπίδα κι άρχισε να ελπίζει ότι η στάθμη του νερού δε θ’ ανέβαινε άλλο. Μονάχα όταν το νερό έφτασε ίσαμε το σαγόνι του έπαψε να ελπίζει κι άρχισε να κολυμπάει. Είχε καταλάβει πως βάρκα ήταν ο ίδιος!..

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ
Ο κ. Κ. ήταν με το μικρό γιο του στην εξοχή. Ένα πρωί τον βρήκε να κλαίει στην άκρη του κήπου. Τον ρώτησε τι ήταν αυτό που τον στεναχωρούσε, το ’μαθε και συνέχισε το δρόμο του. Όταν όμως στο γυρισμό είδε ότι ο μικρός εξακολουθούσε να κλαίει τον φώναξε κοντά του και του είπε: Τι νόημα έχει να κλαις με τέτοιο δυνατό αγέρα όπου είναι αδύνατο να σ’ ακούσουν; Ο μικρός κοντοστάθηκε, κατάλαβε το λογικό επιχείρημα και ξαναγύρισε στο παιχνίδι του δίχως να δείξει κανένα άλλο συναίσθημα.


ΤΟ ΑΒΟΗΘΗΤΟ ΠΑΙΔΙ
Ο κ. Κ. μιλούσε για την κακή συνήθεια των ανθρώπων να καταπίνουν σιωπηρά την αδικία που τους κάνουν κι αφηγήθηκε τούτη την ιστορία: Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τι το βασάνιζε. Να, είχα δυο γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο μα ήρθε ένα αγόρι κι άρπαξε το ένα απ΄ το χέρι μου, αποκρίθηκε το παιδί κι έδειξε ένα άλλο αγόρι που στεκόταν λίγο πιο πέρα. Καλά, και δε φώναξες βοήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος. Πως, φώναξα, είπε το παιδί κι άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά. Και δε σ’ άκουσε κανένας; ξαναρώτησε τώρα ο άνθρωπος και χάιδεψε στοργικά το παιδί. Όχι, αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας μ’ αναφιλητά. Δεν μπορείς να φωνάξεις πιο δυνατά; ρώτησε ο άνθρωπος. Όχι, αποκρίθηκε το παιδί που βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει. Τότε δώσε μου και τ’ άλλο, είπε ο άνθρωπος˙ πήρε και το τελευταίο γρόσι από το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του.

ΠΟΙΟΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΟΙΟΝ;
Ο κ. Κ. ρώτησε δυο γυναίκες για τον άνδρα τους.
Η μια του είπε:
Έζησα μαζί του είκοσι χρόνια. Κοιμόμασταν στο ίδιο δωμάτιο και στο ίδιο κρεβάτι. Τρώγαμε πάντα μαζί. Μου μιλούσε για όλες τις δουλειές του. Γνώρισα τους γονείς του κι έκανα παρέα μ’ όλους τους φίλους του. Ήξερα όσες αρρώστιες του ήξερε και κάτι άλλες ακόμα που δεν τις ήξερε. Τον γνωρίζω όσο κανένας άλλος.
Τον γνωρίζεις λοιπόν; ρώτησε ο κ. Κ.
Ναι, τον γνωρίζω.
Ο κ. Κ. ρώτησε μιαν άλλη γυναίκα για τον άνδρα της. Αυτή του είπε:
Συχνά χάνονταν για πολύ καιρό και ποτέ δεν ήξερα αν θα ξανάρθει. Έχει να φανεί εδώ κι ένα χρόνο. Δεν ξέρω αν θα ξανάρθει. Δεν ξέρω αν είναι από καλό σπίτι ή από τα σοκάκια του λιμανιού. Το σπίτι που ζω είναι καλό. Θαρχόταν όμως αν ζούσα σ’ ένα κακό σπίτι –ποιος ξέρει; Ποτέ δεν μου λέει τίποτα, μιλάει μαζί μου μόνο για τις δικές του υποθέσεις. Αυτές τις ξέρει πολύ καλά. Ξέρω τι λέει, το ξέρω αλήθεια; Κάποτε μου ’ρχεται πεινασμένος. Άλλοτε πάλι χορτάτος. Δεν τρώει όμως πάντα όταν πεινάει, ούτε κι όταν είναι χορτάτος αρνιέται το φαγητό. Κάποτε γύρισε με μια πληγή. Του την έδεσα. Άλλοτε μου τον έφεραν σηκωτό. Μιαν άλλη φορά έδιωξε όλον τον κόσμο από το σπίτι μου. ‘Όταν τον φωνάζω «σκοτεινό υποκείμενο» γελάει και μου λέει: Ό,τι είναι μακριά είναι σκοτεινό, ό,τι όμως βρίσκεται εδώ είναι φωτεινό. Κάποτε όμως κατσουφιάζει όταν τον φωνάζω έτσι. Δεν ξέρω αν τον αγαπώ. Εγώ…
Φτάνει, μην πεις τίποτα άλλο, είπε γρήγορα ο κ. Κ., βλέπω ότι τον γνωρίζεις. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει έναν άνθρωπο περισσότερο απ’ όσο εσύ αυτόν.

(επιμύθιο): ΠΟΤΕ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ;
Ο κ. Κ. γνώριζε λίγο τους ανθρώπους. Έλεγε: χρειάζεται να γνωρίζεις τους ανθρώπους μονάχα εκεί όπου υπάρχει εκμετάλλευση. Σκέφτομαι σημαίνει αλλάζω. Όταν σκέφτομαι κάποιον τον αλλάζω, έχω σχεδόν την εντύπωση ότι δεν είναι έτσι όπως είναι, αλλά ότι ήταν έτσι όταν εγώ πρωτάρχισα να σκέφτομαι.

ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΝΑ ΤΡΟΜΑΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΕΠΕΙΔΗ ΒΡΙΣΚΟΥΜΕ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΡΩΤΗΜΑ ΚΑΙ ΜΙΑΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ: (αποσπάσματα από μια εισαγωγή στο έργο του Μπρεχτ του Πέτρου Μάρκαρη):
Ο Μπρεχτ αρχίζει να γράφει τις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ» εκεί γύρω στο 1927, μια περίοδο σημαδιακή για την εξέλιξή του.  Όλες οι ιστορίες συγκεντρωμένες κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στη δεύτερη έκδοση των «Απάντων» του Μπρεχτ το 1967.

Αφετηρία και ερέθισμα για τη συγγραφή του ένα ερώτημα που τον βασάνιζε εκείνο τον καιρό:  πως θα ήταν δυνατό να ερμηνευτούν γεγονότα και καταστάσεις που τις συναντάμε κάθε μέρα γύρω μας και που τις θεωρούμε φυσικές και αυτονόητες, αλλά  φαίνονται τελικά ανεξήγητες, αφύσικες και παράλογες. Στις αρχικές αυτές διαπιστώσεις θα στηρίξει ο Μπρεχτ, μερικά χρόνια αργότερα, ένα από τα κλειδιά της θεατρικής μεθοδολογίας του: το παραξένισμα/ αποστασιοποίηση… «Το παραξένισμα χαρακτηρίζει ένα συγκεκριμένο τρόπο θεώρησης του κόσμου που πηγάζει από τον διαλεκτικό υλισμό. Ο κόσμος θεωρείται αναγνωρίσιμος ενόσω τον αναγνωρίζει κανείς μέσα στην κίνησή του»…

Η καθημερινότητα είναι ένα στοιχείο που το συναντάμε στο σύνολο του έργου του Μπρεχτ, ιδιαίτερα στην ποίησή του. Ένα μεγάλο μέρος από τα ποιήματα που περιέχονται στην πρώτη συλλογή του, «Το συναξάρι του Μπέρτολτ Μπρεχτ», βασίζονται ή πραγματεύονται γεγονότα από την καθημερινή ζωή και το περιβάλλον του. Το καινούριο και καθοριστικό στοιχείο που παρεμβαίνει στην καθημερινότητα είναι η διαλεκτική. Στις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ» η συμπεριφορά του ατόμου απέναντι στα καθημερινά γεγονότα δεν είναι μια οποιαδήποτε συμπεριφορά αλλά μια συμπεριφορά συγκεκριμένη, δηλαδή κοινωνικά προσδιορισμένη, που έχει στην αφετηρία της τη διαλεκτική και που εκφράζεται πρακτικά με τη στάση του ατόμου απέναντι στα γεγονότα και τα φαινόμενα. Η στάση αυτή είναι που συντελεί στην αναγωγή του καθημερινού γεγονότος σε ιστορικό γεγονός, που τοποθετούν το καθημερινό γεγονός μέσα στις κοινωνικές και τις ιστορικές διαστάσεις του…
Ο Μπρεχτ ήταν πάνω απ’ όλα άνθρωπος του θεάτρου. Γι’ αυτό και τις απαντήσεις σε πολλά από τα ερωτήματα που θέτουν η ποίηση και η πεζογραφία του πρέπει να τις αναζητήσουμε στο θεωρητικό του έργο για το θέατρο… Ωστόσο εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι τα στοιχεία αυτά της θεατρικής μεθοδολογίας του τα βρίσκουμε πολλές φορές πρακτικά εφαρμοσμένα στην πεζογραφία του. Το παραξένισμα λόγου χάρη χρησιμοποιείται επανειλημμένα από τον Μπρεχτ στις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ»…

Επτά χρόνια ύστερα από τις πρώτες «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ» και ένα χρόνο μετά την επιβολή του ναζισμού στη Γερμανία, το 1934, ο Μπρεχτ γράφει ένα κείμενο με τίτλο: «Πέντε δυσκολίες όταν γράφει κανείς την αλήθεια» Ποιες είναι αυτές οι πέντε δυσκολίες; Η πρώτη είναι να ‘χεις το θάρρος να γράφεις την αλήθεια. Η δεύτερη είναι να ‘χεις τη γνώση ν’ αναγνωρίζεις την αλήθεια. Η τρίτη είναι να ‘χεις την τέχνη να κάνεις την αλήθεια χρησιμοποιήσιμη σαν ένα όπλο. Η τέταρτη είναι να ‘χεις αρκετή κρίση ώστε να διαλέγεις αυτούς που η αλήθεια στα χέρια τους θα ‘ναι αποτελεσματική. Και τέλος η πέμπτη δυσκολία είναι να ‘χεις την απαραίτητη πονηριά για να διαδώσεις την αλήθεια σε πολλούς. Είναι φανερή η σχέση που έχουν οι τέσσερις πρώτες δυσκολίες με τη μαρξιστική θεωρία γενικότερα, και δεν αναφέρονται για πρώτη φορά από τον Μπρεχτ. Η καινούρια δυσκολία είναι η πέμπτη που γίνεται αισθητή τώρα, με την επιβολή του ναζισμού στη Γερμανία. Από δω και πέρα η πονηριά γίνεται ένα από τα κυριότερα στοιχεία στο έργο του Μπρεχτ. Είναι η πονηριά του Γαλιλαίου που υποκρίνεται τον μετανοημένο στην Ιερά Εξέταση για να μπορέσει να συνεχίσει κρυφά το έργο του. Είναι η πονηριά του Αζντάκ, όταν δικάζει, στον «Καυκασιανό Κύκλο με την Κιμωλία». Η ίδια πονηριά υπάρχει και στον Μάττι όταν αντιμετωπίζει τον αφέντη του, τον Πούντιλα, και στη Σεν Τε, στον «Καλό άνθρωπο του Σε Τσουάν», όταν επινοείται τον ξάδερφο της, Σουί Τα, για να σωθεί από την καταστροφή. Αυτή την πονηριά τη συναντάμε κιόλας στις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ». Η πονηριά του κ. Κόϋνερ συγγενεύει με την πονηριά που χρησιμοποιούν οι κατοπινοί ήρωες του Μπρεχτ σε δυο σημεία. Πρώτο, χρησιμοποιείται και στον κ. Κόϋνερ και στους ήρωες που αναφέραμε πιο πάνω για την επιβίωσή τους. Δεύτερο, και κυριότερο, η πονηριά χρησιμοποιείται πάντα από τους καταπιεσμένους, τους «σκλάβους». Για ν’ αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις θα πρέπει να πούμε ότι αυτή η πονηριά της επιβίωσης δεν είναι η κουτοπονηριά αυτού που ταυτίζεται ή υπηρετεί τους καταπιεστές για να επιβιώσει, αλλά είναι η πονηριά που επιστρατεύουν οι «σκλάβοι» για την άμυνά τους και για να φθείρουν τους δυνάστες. Όπως παρατηρεί ένας μελετητής του Μπρεχτ, ο Χανς Μάγιερ, είναι το δίδαγμα από το βιβλίο του Τάο Τε Κινγκ, που τόσο θαύμαζε ο Μπρεχτ:
Ότι το απαλό νερό με την κίνηση
και το χρόνο νικάει την επιβλητική πέτρα.
Καταλαβαίνεις, το σκληρό νικάται.

Έτσι ακριβώς με την κίνηση, το χρόνο, και την πονηριά ο κ. Έγκε εξοντώνει τον πράκτορα στην ιστορία «Μέτρα ενάντια στη βία». Είναι η πονηριά που επιστρατεύει ο κ. Κόϋνερ για να γλιτώσει από την καταιγίδα, στην ιστορία «Πως ν’ αντέχεις στο σίφουνα».

Για να περάσει όμως η αλήθεια στους «σκλάβους» και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί απ’ αυτούς πρέπει να είναι γραμμένη στη «γλώσσα των σκλάβων». Ας μη βιαστεί κανείς να παρεξηγήσει τον όρο. Η «γλώσσα των σκλάβων» δεν είναι η απλουστευμένη, τάχατες επαναστατική και τελείως αντιδιαλεκτική γλώσσα που, για να θυμηθούμε τον κ. Κόϋνερ, «έχει σε κάθε ερώτημα και μιαν απάντηση». Αντίθετα είναι η γλώσσα που βασίζεται στις μεταφορικές έννοιες (η παραβολή, λόγου χάρη, που τόσο συχνά χρησιμοποιεί ο Μπρεχτ, είναι ένα από τα δείγματα της «γλώσσας των σκλάβων»), την αφαίρεση –που βάζει συνέχεια ερωτήματα, σχολιάζει και εκφράζεται μ’ ένα ύφος αποφθεγματικό. «Το ύφος πρέπει να είναι αποφθεγματικό…», λέει ο κ. Κόϋνερ στην ιστορία «Το πιο καλό ύφος». Πολλά από τα στοιχεία της «γλώσσας των σκλάβων» τα βρίσκουμε και στις ιστορίες αυτές: το σχόλιο, το απόφθεγμα, τις μεταφορικές έννοιες, τα αδιάκοπα ερωτήματα. Φτάνει να παραπέμψουμε σε δυό ιστορίες: στην ιστορία «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι», και στην ιστορία «Το αβοήθητο παιδί». Έτσι, με τη «γλώσσα των σκλάβων» καταλήγουμε πάλι εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: στο παραξένιασμα.
[αποσπάσματα από την ΕΙΣΑΓΩΓΗ στο ΜΠΡΕΧΤ του Πέτρου Μάρκαρη]


ΤΙ ΦΤΙΑΧΝΕΤΕ ΤΩΡΑ; ΚΟΥΡΑΖΟΜΑΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ, ΕΤΟΙΜΑΖΩ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΛΑΘΟΣ ΜΟΥ:
 κι άλλες ΙΣΤΟΡΙΕΣ του κ. ΚΟΫΝΕΡ από το ομότιτλο βιβλίο του Μπέρτολτ Μπρεχτ με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο:

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

ΣΠΑΖΩ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΕ ΚΟΜΜΑΤΙΑ (Fernando Pessoa), ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (Wallace Stevens), Η ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΕΛΞΗ ΑΝΑΒΛΥΖΕΙ ΛΕΞΕΙΣ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΑΜΠΕΡΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ (Κλεοπάτρα Λυμπέρη)

Είναι δύο από τα μότο που επιλέγει η Κλεοπάτρα Λυμπέρη ως προμετωπίδες στο «Επταετές Κοράσιον», το βιβλίο μ’ αυτόν τον παράξενο τίτλο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το 2011. Προηγείται ένα παράθεμα που υπογράφει ο Paul Celan: «Κυρίες και κύριοι, βρίσκω κάτι που κάπως με παρηγορεί για τον αδύνατο δρόμο που πήρα ενώπιόν σας, αυτόν τον δρόμο του αδύνατου. Βρίσκω αυτό που συνδέει και, όπως το ποίημα, οδηγεί στη συνάντηση». Στον τίτλο της ανάρτησης προστέθηκε και η ρήση από τη σελ. 23 του βιβλίου (5.5.1994) συμπληρωμένη με τον ακροτελεύτιο αφορισμό από την τελευταία σελίδα του βιβλίου.
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, είναι σαν να κρατάς στα χέρια σου ένα Τετράδιο Σημειώσεων Ημερολογίου!.. Φαίνεται, η ποιήτρια, διαρκώς αναζητώντας μιαν έξοδο από την ατομικότητα, αυτό το «θαυμαστό» τρόπο αυτοπροσδιορισμού βρήκε στον πηγαιμό για τη «συνάντηση»… Με τον εαυτό; Με τους άλλους; Με το ποίημα; Με «το κάλλος μιας αποκάλυψης»; Με σημαντικές στιγμές στη λογοτεχνική της διαδρομή; Μας το βεβαιώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο: «Το «θαυμαστό» είναι  η γλώσσα που με οδηγεί στη συνάντηση» (14.5.1999)
 «Αφού μιλάω, δεν είμαι ένα ον αποσπασματικό…», διαβάζουμε στην πρώτη-πρώτη σημείωση/ καταγραφή με ημερομηνία 31.12.1992 και αμέσως μετά με ημερομηνία 2.1.1993 το πρώτο ρητορικό (;) δίλημμα: «Η γλώσσα είναι καρπός του χρόνου ή ο χρόνος καρπός της γλώσσας;». Υπόθεση εργασίας για τη συνέχεια: «Αν η γλώσσα επιμένει να ονομάζει, είναι για να με οδηγήσει στο άλλο» (5.3.1993) Αλλά η αμφιβολία καιροφυλακτεί στις γρίλιες της επόμενης μέρας σωματοποιημένη στο ερώτημα: «Η γλώσσα είναι οι άλλοι;» Η αμφιβολία διασκεδάζεται και το ερώτημα παίρνει μορφή κατηγορηματικής βεβαιότητας σε μια καταγραφή λίγα χρόνια μετά, στις 15.1.1996: «Η γλώσσα είναι οι άλλοι»!.. Οπότε, στο τέλος αυτής της επταετούς διαδρομής διλημμάτων, σκέψεων, ιδεών, στοχασμών, συναισθημάτων, το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα: «Η γλώσσα μου έθεσε το ερώτημα αν ενδιαφέρομαι να ασκηθώ στην τέχνη της αγάπης. Απάντησα, ναι» (24.5.1999)
 «Κατηγορική προσταγή στη σημείωση με ημερομηνία 25.4.1998: «… Οι λέξεις υπάρχουν ήδη· γράψτε τες». Αυτή την εντολή φαίνεται πως ακολουθεί πίστα η ποιήτρια θέλοντας να γνωρίσει τον εαυτό της και, ίσως, με τον τρόπο αυτό να δώσει σχήμα και μορφή στον εσωτερικό της κόσμο. Γιατί «Γλώσσα = ειδέναι» σημειώνει στις 13.5.1998. Προηγείται η διαπίστωση: «Η γλώσσα δίνει σχήμα στην ανθρώπινη ψυχή» (12.5.1998). Και το αποτέλεσμα αυτής της αέναης αναζήτησης, «σαν ένα ποίημα που γράφεται και ξαναγράφεται ώσπου να πετύχει», είναι το πλάσιμο από την αρχή του εαυτού, η αναδημιουργία του «χωρίς καταναγκασμό, στο όνομα της ελεύθερης βούλησης»: «Μέσα στην ευθύνη για τη «δημιουργία» του εαυτού μου ανακαλύπτω τη θεότητά μου» (8.5.1999). Μια θεότητά που μπορεί να «κοιμάται πάνω στα αγκάθια» είναι όμως  «η συνειδητή μετοχή του ποιητή σ’ αυτή την άνευ όρων κατάφαση» που  «ως γλωσσική διάνοιξη του Σύμπαντος κόσμου» τον οδηγεί στην «κατεξοχήν χειρονομία της αυτοπραγμάτωσής του…» (3.5.1999).
Κρατάμε, λοιπόν,  στα χέρια μας, αν δεχθούμε και το σχόλιο του Γιάννη Ευσταθιάδη, «ένα ποιητικό βιβλίο με αποφθεγματικές απολήξεις σε φόρμα αφορισμών…» ή όπως εύστοχα παρατηρεί ο Τάσος Γουδέλης «ένα βιβλίο με μια παιγνιώδη, μεταμοντέρνα γραφή, η οποία μέσα από ένα… τηλεγραφικό, αφοριστικό πνεύμα μοιράζει την τράπουλα».
Η ποιήτρια, πάλι, σε μια συνέντευξή της  δίνει το ακριβές στίγμα: «Είναι κάτι σαν ένα ημερολόγιο στιγμών, άλλοτε περιπαικτικό του χρόνου και αποδομητικό του Νοήματος, κι άλλοτε βουτιά στα βαθιά, ώστε να ξανατεθούν τα κλασικά ερωτήματα για την ύπαρξη, τη συνείδηση, την τέχνη, τον καλλιτέχνη, τη γραφή, την ποίηση, το πνεύμα, τη ανθρώπινη εξέλιξη».
Στην πρώτη σελίδα του ημερολογίου υπάρχει η σημείωση με τίτλο Το Ύφος μιας Μέρας και ημερομηνία 10.1.1993:   «ζω στους σπασμούς μιας εσωτερικής γλώσσας την οποία διαρκώς αγωνίζομαι να συλλάβω, κι άλλες φορές συγκρατούμαι από τις παύσεις της. Η εξάντλησή μου, η παράδοσή μου στην τετριμμένη ερμηνευτική του κόσμου, με κάνει εγκόσμια. (Οι παύσεις είναι ο τρόπος της νέας μου γέννησης;).
Χρήσιμη για αυτή τη σύντομη εισαγωγή και η σημείωση με ημερομηνία 17.2.1993 από τη σελ.11:  «Η δωρεά του χρόνου: να μπορείς να προφέρεις, όπως ο Σωκράτης στην Κρατύλο, τις ίδιες ακριβώς λέξεις που αναφέρονται στο αγαθόν: ωφέλιμον, λυσιτελές, κερδαλέον, συμφέρον, εύπορον. (Κάθε ονοματολογία είναι ο παρελθών χρόνος που παρεισφρέει στο παρόν).
«Λέξεις», «Γλώσσα», «Χρόνος», «Ποίηση», «Γραφή», «Λογοτεχνία», «Συγγραφέας», «Τέχνη», «Καλλιτέχνης», «Ταλέντο» κ.α. :  υπάρχει ένα σύμπαν λέξεων που επανέρχονται συχνά πυκνά στις σελίδες του ημερολογίου. Είναι, τρόπον τινά, ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα πάντα. Η εικόνα μεταφορά από τη σημείωση στις 16.1.1993 είναι αρκούντως διαφωτιστική: «… τα κύματά (τους) θραύονται στην προκυμαία: κάθε θραύση μια πραγμάτωση του ωκεανού, το τετελεσμένο, η ολοκλήρωση της κίνησης…». Η (κατά)γραφή τους εξασφαλίζει τη συνοχή; «Η γραφή είναι συνεκτικότητα», αναρωτιέται η Κλεοπάτρα Λυμπέρη στη σημείωση με ημερομηνία 10.4.1993 για να φτάσει στο συμπέρασμα πέντε μέρες μετά (15.4.1993): «Το ποίημα αποτυπώνει πάντοτε μια ανθρώπινη υφή· αλλά μέσα στο αίνιγμά του αναπαύεται η ουσία, το ίχνος του θείου εαυτού του»
«Η Ύπαρξη της γλώσσας, λοιπόν, δια μέσου του ποιητή, (διαβάζουμε στις 7.3.1993) βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση του αυτοπροσδιορισμού της, του σχεδιασμού μιας εξόδου από την ατομικότητα. Αλλά παρεμβαίνει πάντα το τραύμα της μερικότητας που αντιστέκεται στο φως του όλου»     
Τελικά, με το «Επταετές Κοράσιον», τα μικρά αυτά δοκίμια από σημειώσεις και συγκινήσεις, η ποιήτρια, ανεβάζει στην επιφάνεια τη λάμψη αλλά και τα κουσούρια της καλλιτεχνικής ψυχής, προσπαθώντας να διασώσει το αυθεντικό πρόσωπο του καλλιτέχνη.
Παρακάτω αποδελτιώνονται κι άλλες αντιπροσωπευτικές καταγραφές από το Ημερολόγιο Στιγμών της Κλεοπάτρας Λυμπέρη  και ενδιάμεσα παρατίθενται αποσπάσματα από  κριτικές του Τάσου Γουδέλη και του Γιάννη Ευσταθιάδη   - Art by William Blake and Picasso Pavlo: «Οι Δεσποινίδες Αβινιόν]



ΝΑ ΑΝΕΛΘΕΙΣ ΣΤΟ ΑΡΡΗΤΟ ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΕΡΜΗΝΕΥΣΕΙΣ, ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΕΙΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟ (16.4.1993) κι επιλογές στοχασμών από τις σελ. 13-21 του βιβλίου
23.4.1993
Χρησιμοποιούμε ένα επίθετο για να διαβεβαιώσουμε το ουσιαστικό ότι υπάρχει.
24.4.1993
Τα επίθετα είναι εχθροί της φαντασίας;
12.5.1993
Η σωματικότητα της ποιητικής γραφής δεν εξαρτάται από τη σχέση του ποιητή με το σώμα του, αλλά από τη δυνατότητά του να αισθάνεται επαρκής εντός της διαμάχης πραγματικού–φαντασιακού: Ο βαθμός αυτής της επάρκειας αποτυπώνεται στη γλώσσα.
10.6.1993
H γλώσσα διακωμωδεί διαρκώς το ανολοκλήρωτο της χρήσης της. Ο χρήστης, όμως, κάθε άλλο παρά κωμωδός αισθάνεται.
16.7.1993
Μια ποιητική συλλογή αποτελεί για τον ποιητή της τη σύνοψη των ψυχικών του αποκλίσεων. Το θέμα όμως είναι αν αυτές οι αποκλίσεις μπορούν να δημιουργήσουν στην ποίηση ένα κλίναμεν.
10.9.1993
Στην αρχή η γραφή είναι καταφύγιο· ύστερα γίνεται φυλακή. Υπάρχει ένα τρίτο δωμάτιο, όμως σ’ αυτό φτάνουν οι λιγότεροι: η ίδια η γλώσσα.
15.10.1993
Με τη γραφή ο συγγραφέας καταργεί το συναίσθημά του· αντί να το αποδίδει στα πρόσωπα διά της ζωής, το αφήνει να γίνει μια μούμια που συντηρείται μέσα στο χρόνο προς χάριν της τέχνης. (Ο νεκρός περιφέρει τα ψιμύθιά του.)
18.11.1993
Η λογοτεχνία είναι το άλλοθι μερικών λυπημένων που ονομάζονται συγγραφείς.
19.12.1993
Το ποίημα είναι «πρόσωπο», αφού ποιεί σχέσεις αγαπητικές: διαμεσολαβεί, δίνει για λογαριασμό του ποιητή ό,τι εκείνος δεν μπορεί να δώσει. Ο ποιητής ουρλιάζει: «αγαπήστε με»! Το ποίημα ψιθυρίζει: «σας αγαπώ όλους· είμαι μια απέραντη αγκαλιά».
16.1.1994
Η ποιητική μιας πράξης, να υπερβεί την ποιητική μιας λέξης: ένα αγκάλιασμα να γίνει εσωτερικός ήχος. Όχι πια η ερμηνευτική της γλώσσας (χάρις στην οποία αναδύεται το Είναι) αλλά η ερμηνευτική του προσώπου, του «άλλου» που εισχωρεί στο Είναι ως ποίημα.
17.1.1994
Άραγε η φράση του Ρεμπώ εγώ είναι ένας άλλος γεννήθηκε από την ποιητική έκρηξη της ίδιας της γλώσσας (εξ και το καθολικό της νόημα) ή μήπως μιλούσε απλώς η ατομική συνείδηση μιας υπαρκτικής ένδειας που επιθυμούσε να καταργηθεί;
19.1.1994
Αν η τέχνη σαν διαδικασία «ποιητικής», είναι μια διαρκής ανάπτυξη ενός αρχικού δυναμικού που εξελίσσεται μέσα στο χρόνο (από έναν καλλιτέχνη στον επόμενο), η αγάπη μοιάζει να είναι μια τέχνη που δεν αντλεί μόνο από την ιστορία της, αλλά την επανεφευρίσκει: ο καλλιτέχνης συνεχίζει· ο αγαπών ξαναρχίζει.
25.1.1994
Τελευταία, καθώς κοιτάζω την κόρη μου νοιώθω σα να προδίνω την τέχνη μου. Κατά βάθος ξέρω ότι κανένα ποίημα δεν θα μπορούσε να προκαλέσει αυτό που συμβαίνει μέσα μου όταν η Τατιάνα στρέφεται προς εμένα σαν ένας μίσχος.
18.2.1994
Μέσα στην προσήλωση, ο καλλιτέχνης συναντά όλους τους μελλοντικούς συνδημιουργούς του.
22.2.1994
Τι είναι το ταλέντο παρά μια υστερική ανάγκη αποτύπωσης της ιδιαιτερότητας;
23.2.1994
Το ταλέντο εργάζεται καλύτερα όταν δεν ευτελίζεται στην αγορά. Παρά ταύτα, η αγορά πολύ συχνά προσελκύει το ταλέντο, για να αποδείξει ότι του λείπει η αυτοπεποίθηση.
24.2.1994
Αν το ταλέντο δεν βρίσκεται σε διαρκή κόντρα με τα ηθικά χαρίσματα του καλλιτέχνη, μήπως η τέχνη που γεννά είναι μέτρια;
28.2.1994
Λογοκλοπή ονομάζεται το έργο μιας ψυχής που υποφέρει από έλλειψη ερωτικής ικανοποίησης

Τι είναι το EΠΤΑΕΤΕΣ ΚΟΡΑΣΙΟΝ της Κλεοπάτρας Λυμπέρη; «Ποίηση, αποφθέγματα, αφορισμοί; Ημερολόγια; «Φανερώσου νόημα ως τσαμπί ουρανίων σταφυλών»
Τελικά τι είναι; αναρωτιέται ο Γιάννης Ευσταθιάδης. Είναι λόγος αποφθεγματικός που συγκεντρώνει στοχασμούς – κυρίως γύρω από τη γλώσσα και κατ’ επέκταση γύρω από την ποίηση; Είναι μια συλλογή αφορισμών, οι οποίοι συνδυάζουν ευφυΐα και γόνιμες, λογικές ανατροπές, φθάνοντας ενίοτε ως το ευφυολόγημα; Ή είναι τέλος, ημερολογιακές σημειώσεις, στοχαστικές αναγραφές στα περιθώρια του χρόνου που περνά; Για το τελευταίο αυτό δεν χρειάζεται ερωτηματικό, μια και η Λυμπέρη καθαρά δηλώνει την πρόθεση, θέτοντας ημερομηνίες σε κάθε εγγραφή (αρχίζοντας στις 31.12.92 και φθάνοντας στις 25.5.99).

«Το φύλο γυναίκα χορεύει στην ερημιά μιας γλωσσικής
απραξίας» ή «Με ποια λέξη λοιπόν τον καλείς;» ή Όταν το ποίημα έλκει την ετερότητα γίνεται φίδι» ή «Κλέβει την ομιλία ο άντρας η γυναίκα πεινάει σαρκοφάγος των ξένων ονείρων». Τα αποσπάσματα αυτά προέρχονται από το ποιητικό βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη Η Μουσική Των Σφαιρών (2007). Νομίζω οι θεματικές και δομικές αναλογίες του βιβλίου αυτού με το Κοράσιον είναι τέτοιες και τόσες, που με οδηγούν σε ένα αυτονόητο συμπέρασμα: To Eπταετές Κοράσιον είναι ένα ποιητικό βιβλίο με αποφθεγματικές απολήξεις σε φόρμα αφορισμών, το οποίο τυπικά υιοθετεί τη φόρμα του ημερολογίου. Αν υπολογίσεις τον (φανταστικό, ισχυρίζομαι) χρόνο των ημερολογιακών εγγραφών από το 1992 έως το 1999, προκύπτει μια επταετία (η ίδια κλείνει το μάτι με μια μόνο παράταιρη εγγραφή του 1980). Αυτή η ενδιάμεση ηλικία (περίοδος ζωή, καλύτερα) της ποιήτριας, όπως δηλώνει συμβολικά στον τίτλο, εκφράζει την ενδόμυχη επιθυμία της να προσεγγίσει στοχαστικά και το θέμα της γλώσσας, των λέξεων, του χρόνου και της μοναξιάς, κρατώντας, όμως, εγωιστικά για λογαριασμό της τη νέα ματιά και το θάμβος για έναν κόσμο παλιό. Η ηθελημένη ετούτη οπτική, με την αθωότητα βλέμματος παιδικού, είναι που κάνει, θαρρώ, την πυκνή γραφή της και ανατρεπτική και διάφανη…
 [αποσπάσματα από το κείμενο του Γιάννη Ευσταθιάδη που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο Ιονικό Κέντρο]

ΤΟ «ΕΙΝΑΙ» ΛΕΕΙ ΣΤΟ «ΜΗ ΕΙΝΑΙ»: ΕΙΣΑΙ; (28.3.1994), ΟΙ ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΕΣ ΤΗΣ ΑΒΙΝΙΟΝ ΕΙΝΑΙ, ΑΝ ΚΑΙ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ (28.3.1994) –κι άλλες επιλογές στοχασμών από τις σελ. 22-46 του βιβλίου
29.3.1994
Κάθε ποίημα προσδοκά να ελευθερωθεί μέσα σε ολόκληρο το σώμα του ερωμένου του.
1.4.1994
Για να μπορέσει μια τέχνη να υπάρξει ως θραύση (ως ασυνέχεια της ιστορικότητας), θα έπρεπε προηγουμένως να έχει καταργηθεί η μνήμη, η γνώση, η συλλογική συνείδηση – πράγμα αδύνατον. Η πρωτοτυπία δεν είναι παρά μια κίνηση όλης της προηγούμενης τέχνης, που έχει βαρεθεί τον εαυτό της.
6.4.1994
Καθώς διαβάζω την ποίηση της Τζόυς Μανσούρ σκέφτομαι το παράδοξο: μερικές φορές το πνεύμα καταφάσκει την πιο ακραία σαρκική νοηματοδότηση, για να υποστηρίξει την κατάργηση του θανάτου.
16.4.1994
Το να μπορείς να ζεις στην επιφάνεια, όταν έχεις παραμείνει επί μακρό χρόνο στο βάθος, αυτό ίσως είναι ο ορισμός της σοφίας. (Ο σοφός σπαταλάει ολόκληρη ζωή να μάθε να κάνει κάτι που για έναν ανόητο άνθρωπο είναι πανεύκολο)
15.6.1994
Η φυσικότητα μπορεί να μοιάζει με αυτόν το θάμνο που είναι περισσότερο άσχημος παρά όμορφος, γιατί είναι κοινότοπος. Όπως ακριβώς ο θάμνος δεν γίνεται να σε συγκινήσει αν δεν αρθείς στην οντολογία του, με τον ίδιο τρόπο η φυσικότητα βρίσκει τη λάμψη της αν της ξαναδώσεις το πρώτο κοίταγμα.
16.6.1994
Ο ποιητής δεν μπορεί παρά να εκφράσει μόνον αυτό προς το οποίο τείνει υπαρκτικά. Επομένως, η ποίηση δεν είναι παιδί του τυχαίου.
18.6.1994
Όταν ο ποιητής συγκρούεται μ’ ένα κόσμο που τον υπερβαίνει, αυτό ονομάζεται Έλεος
13.7.1994
Η «άδεια» κοινωνικότητα παραγεμίζει τη γλώσσα με σκουπίδια.
30.9.1994
Αν και η επιθυμία μου είναι να στήσω μέσα στα λόγια το βάθρο της ένωσης των κόσμων, συχνά η γλώσσα με προλαβαίνει και παραβιάζει την επιθυμία μου, στρέφοντάς την προς την αντίθετη κατεύθυνση (προς το διαχωρισμό). Αυτό το λένε ασυνείδητο.
10.10.1994
Η πνευματικός εαυτός συγκροτείται από λογική και ενόραση. Παραδόξως, η φιλοσοφία θεωρεί ότι αυτά τα δύο είναι αντίπαλοι
13.10.1994
Ο πνευματικός εαυτός στρέφεται ταυτοχρόνως προς τα μέσα και προς τα έξω, γνωρίζοντας ότι και οι δύο καταστάσεις (και οι δύο αυτοί τρόποι της γλώσσας) αποτελούν εκφάνσεις του ίδιου. Προφανώς η φράση του Σαρτρ «δεν υπάρχει εσωτερικό» εννοεί τελικά ότι η γλώσσα, αφού προσδιορίζεται από τη συνείδηση –και άρα από το «εξωτερικό» - ακόμη κι όταν «είναι στον εαυτό της» αποτελεί μια ακραία εξωτερίκευση.
18.11.1994
Ο πνευματικός εαυτός –λένε- σχετίζεται με τις λέξεις σύζευξη, εναρμόνιση, ενοποίηση. Αλλά αυτές οι λέξεις δεν υπονοούν άλλες, αντίθεση, διαίρεση, διαφοροποίηση; 
21.11.1994
Κάθε αφήγηση μεταφέρει το καθησυχαστικό μήνυμα ότι ο κόσμος παραμένει στη θέση του.
26.12.1994
Το να ερωτευτείς κάποιον ως «αυτόν τον ίδιον» και όχι ως «το φαντασιακό σου ισοδύναμο», ίσως είναι η πιο απελπισμένη μορφή αυτογνωσίας
30.12.1994
Η γλώσσα μετέχει στον έρωτα, μόνο για να συνδράμει στην κατάποση της ψευδαίσθησης.
15.1.1995
Το τραγικό, ως κλίση μερικών ανθρώπων, είναι στην ουσία μια τάση αποσάθρωσης της γλώσσας
16.1.1995
Η ποιητική ασάφεια μοιάζει με την τακτική του εραστή που φροντίζει ν’ αποφεύγει τις συγκεκριμένες υποσχέσεις προκειμένου να παραμείνει αδέσμευτος.
8.2.1995
Συχνά αποστρέφομαι την τέχνη, διότι μου θέτει ερωτήματα για τη ζωή στα οποία δεν μπορώ ν’ απαντήσω
19.2.1995
Θα μπορούσα ν’ ανταλλάξω ένα ποίημα με ζωή; Καθώς απαντώ αρνητικά, αντιλαμβάνομαι ότι η ανελευθερία αυτή δεν έχει το επικάλυμμα κάποιας ματαιοδοξίας, αλλά την απελπισία εκείνου που αποτυχαίνει διαρκώς στην τέχνη του και γι’ αυτό ακριβώς επιθυμεί να δώσει στον εαυτό του μια ακόμη ευκαιρία.
(Θα μπορούσα όμως να «θυσιάσω» το κάλλος προς χάριν του νοήματος… Ούτε)
22.2.1995
Το να οραματίζεσαι ένα έργο συνεκτικό είναι πολύ βαρύ μεροκάματο.
2.3.1995
Ο ποιητής γράφοντας γκρεμίζει τις βεβαιότητές του, κατασκευάζει πιο ελαστικά όρια για να κατοικήσει.
14.3.1995
Υπάρχει μια ποίηση που είναι υγρά, εκκρίσεις, τρόμοι, ματαιώσεις, έρωτες, αγωνία: το σώμα. Και μια άλλη, η οποία επιζητά να κινηθεί εκεί όπου ο Λόγος σωματοποιείται στις ιδέες, στις έννοιες, στο νόημα. Οι δυο αυτοί τρόποι –οι δυο αυτές κλίσεις- στην ουσία επιθυμούν να συναντηθούν.
20.5.1995
Μερικά από τα ποιήματά μας δεν θα είχαν γραφτεί αν δεν είχαμε συναντήσει μερικούς ανθρώπους. Ίσως η κοινοτοπία αυτή αποτελεί μια απάντηση στην ερώτηση για την ύπαρξη του θείου.
22.5.1995
Η ελαστικότητα της γλώσσας, η δυνατότητά της να γεννά και να ξαναγεννά τον εαυτό της προσθέτοντας ή αφαιρώντας μουσικά μοτίβα, είναι ένα θαύμα που, καθώς το παρακολουθώ, συλλαμβάνω την έννοια της γραμμικότητας.
25.8.1995
Το σονέτο είναι το μπαλκόνι των εραστών.
28.8.1995
Σε μια ερωτική επιλογή το δραματικό δεν είναι η τύφλωση, αλλά το αίσθημα της παντοδυναμίας του έρωτα.
2.9.1995
Η γλώσσα είναι άφθαρτη. Κι όμως η ανησυχία για τη φθαρτότητα της μας εμπνέει τη διάθεση της καταγραφής
3.9.1995
Να γράψω ένα ποίημα που θα με τρομάζει.
20.11.1995
Αν ο χρόνος υποστυλώνει μόνο τα επιτυχημένα ποιήματα είναι γιατί και αυτά υποστυλώνουν τον χρόνο.
13.12.1995
Αν η αγάπη ορίζεται ως ένα πράττειν της ανθρώπινης ουσίας, είναι φανερό ότι αυτή η πράξη διέπεται ολοκληρωτικά από μια γλωσσική σήμανση.
(Αφού η γλώσσα με πάει στον άλλον, προηγείται της πράξης· προηγείται κι αυτής ακόμα της αγάπης)
(ή: Η αγάπη προϋποθέτει μια γλώσσα που έχει αντικατασταθεί από την πράξη)
2.1.1996
Η δυνατότητα να συν-υπάρξει, να συν-δεθεί, να συν-δημιουργήσει, να συμπλεύσει, να συν-θέσει (να συν-φάγει) στην τράπεζα της ουσίας του), προϋποθέτει την παρουσία της γλώσσας. (Η μοναχικότητα του αναχωρητή παραφράζει τη θεϊκή γλώσσα ως μγ ανθρώπινη)
Ο Λόγος του Πατρός ενώνεται με την Ολότητα του ανθρώπου (Δηλαδή με την ολότητα της γλώσσας;)
18.1.1996
Η πλήρωση του ψυχικού ρήγματος του συγγραφέα δεν έρχεται από την ενασχόληση με την τέχνη του αλλά από τη δυναμική της ίδιας της γλώσσας. Το Όλον της γλώσσας (οι άλλοι) ενεργοποιεί μια σχέση με το καλλιτεχνικό εγώ, έτσι, η πληρότητα του Όλου προσφέρεται στο ένα και το αποκαθιστά στην αρτιότητά του.
5.2.1996
Η απουσία της τελείας μέσα στο ποίημα υποδηλώνει τον φόβο του θανάτου;
22.3.1996
Η υπερβολική ανάπτυξη της μορφής μέσα σ’ ένα καλλιτεχνικό έργο ίσως μοιάζει με το φερετζέ μιας πολυτάλαντης χορεύτριας της κοιλιάς, η οποία, αν και επιδεικνύει με σπουδή τις ποικιλίες της έκφρασης, αποφεύγει να φανερώσει αυτή την ίδια: το πρόσωπό της: τον αληθινό κόσμο.
26.3.1996
Γράφει γιατί λείπει; (ή μήπως γιατί υπολείπεται;)
30.3.1996
Ο δημιουργικός αναγνώστης είναι το άλλο άκρο του ποιήματος.
16.5.1996
Γιατί λοιπόν συνεχίζει να γράφει, αφού δεν πρόκειται να θεραπεύσει τίποτα με τη γραφή;
17.9.1996
Για τους περισσότερους συγγραφείς η γραφή αποτελεί την ανάσχεση μιας ψυχολογικής συμπτωματολογίας
18.9.1996
Γράφει γιατί χρειάζεται ακόμα υπαρκτικά επιχειρήματα; (μια ύπαρξη που θα συγκεντρώνει την προσοχή των άλλων)
30.3.1996
Μερικές φορές η «έμπνευση» δεν είναι παρά η εσωτερική συνομιλία με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται ελπίζοντας  πως αυτή τη φορά θα σε ακούσει.
13.2.1997
Αφού η γλώσσα ενώνει το πράγμα με τη λέξη, το αίσθημα με το νόημα, τον εραστή με τον ερωμένο, το ατομικό με το συλλογικό, το χώρο με το άχωρο, το χρόνο με την απειρότητα, μήπως είναι αυτή «ος τά πάνθ’ ορά;»
16.2.1997
Η υπόσταση του κειμένου παρουσιάζεται όταν το σημαίνον αποχωρίζεται από το συγγραφέα για να ξαναπάρει τη θέση του στην πρωταρχική διάσταση της γλώσσας.
5.4.1997
Το επιτυχημένο ποίημα οφείλει να οδηγεί τον ποιητή στην ανησυχία.
5.4.1997
Στο επιτυχημένο ποίημα το εγώ έχει απελευθερωθεί πλήρως από τη σχετικότητά του.
15.4.1997
Μέσα στο αισθητικό πρόβλημα ενός ποιητικού μέτρου, ακούγεται ο θόρυβος ενός ψυχικού κενού.
22.4.1997
Η μεταφορά είναι ένα ποίκιλμα της γλώσσας, ένα ρήγμα σε μουσική φράση, το οποίο, ενώ μοιάζει να προσθέτει νότες παράταιρες, στην πραγματικότητα δημιουργεί ένα άλλο επίπεδο έκταση της ίδιας της μουσικής έκφρασης.
22.12.1997
Ο ποιητής που υποφέρει λιγότερο, είναι ο πιο ασφαλής μέσα στην αφάνεια.

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ, ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ (αποσπάσματα από κείμενο του Τάσου Γουδέλη για το Επταετές Κοράσιον της Κλεοπάτρας Λυμπέρη):
Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη ονομάζει τον φορέα, ας πούμε, των κειμένων της «σημειωματάριο».  Τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό; Εκ πρώτης όψεως το όχημά της: αυτό το μικρό note book, το πιο κλασικό πια μέσο καταγραφής εντυπώσεων, στη θέση ενός μικρού ipad, είναι ένα μπλοκ στο οποίο κάθε συγγραφέας αποτυπώνει σύντομες σκέψεις του, υπό το κράτος κάποιας έμπνευσης, με αφορμή διάφορες αιτίες π. χ. μετά από μια φράση που σκέφθηκε μόνος του ή άκουσε και τον ενδιέφερε αισθητικά, μετά από μια σύντομη, φευγαλέα εικόνα καθημερινή ή όχι, ελκυστική για «μεταγραφή» κ. λ. π. , κ. λ. π.

Άρα είναι προφανές ότι  η έννοια του «σημειωματαρίου» μας παραπέμπει με ακρίβεια στην έννοια του σύντομου κειμένου...  
Σε μια πρώτη μας επαφή με το βιβλίο, η συγγραφέας μας βλέπουμε ότι καλλιεργεί τον επιγραμματικό λόγο με την ευρεία έννοια και όχι με την ιστορική/φιλολογική. Κι όταν λέω, δηλαδή, επιγραμματικό λόγο εννοώ εκείνη την ευσύνοπτη γραφή η οποία ακαριαία και με οικονομία εκφέρει ολοκληρωμένα νοήματα.

Ας μην μας παρασύρει η ημερολογιακή μορφή του βιβλίου. Εξηγούμαι: η Λυμπέρη δίκην ημερολογιακών σημειώσεων καταγράφει σκέψεις, στοχαστικές ιδέες και ποιητικές παρατηρήσεις με λόγο βραχύ, που μοιάζει να συγκεντρώνει τον αφρό της ημέρας καταγραφής.
Όλοι γνωρίζουν τη δυσκολία να χαρακτηρισθεί, ιδιαίτερα σήμερα, μετά από έναν Κάφκα ή ένα Σιοράν ή ακόμα και μετά  από τα Μονολεκτικά και ολιγόλεκτα του δικού μας Καρούζου, ο περιεσταλμένος λόγος, που κινείται μεταξύ δοκιμιακού στοχασμού και ποιητικής κατάθεσης… Δηλαδή «τη λακωνική αλλά ουσιαστική έκφραση» που θυμίζει την παροιμία, το ρητό, τον αφορισμό, το στοχασμό, το επίγραμμα, το γνωμικό, το αίνιγμα, το αξίωμα και άλλες παρεμφερείς έννοιες.

Θα έλεγα ότι τυπικά η Λυμπέρη κινείται στην περιοχή του αφορισμού: σε εκείνη, δηλαδή, την επίσης βραχεία και περιεκτική διατύπωση (σε αναλογία με τις προηγούμενες έννοιες), οι οποίες, σύμφωνα με τα λεξικά, όταν είναι εύστοχος εκθέτει και συμπυκνώνει ένα μέρος της αλήθειας και είναι ένα γενικό διάγραμμα ή μια εικόνα. Από τον Άγιο Αυγουστίνο έως τον Σοπενάουερ και από τον Βαλερί έως τον Παβέζε και τον Γούντι Άλεν, η έκφραση αυτή ευδοκίμησε.
Αλλά εν προκειμένω έχουμε μπροστά μας ένα είδος αφορισμού, ποιητικής τάξεως, ο οποίος κλίνει περισσότερο προς τη στοχαστική και ανατρεπτική σκέψη…
Το ζητούμενο της Λυμπέρη, η οποία ως συγγραφέας γενικά ασχολείται και με το θεωρητικό λόγο, είναι το ποιητικό εξαγόμενο, μέσα από τη συναίρεση δοκιμιακής και ποιητικής γλώσσας. Η γραφή της επιζητεί τη συμμετοχή μας μέσα από αυτή τη διασταύρωση. Θεωρώ πως πιστεύει ότι η συγκίνηση ή ακόμα και ένας αόριστος αιφνιδιασμός μπορούν να προέλθουν από τη χημεία διανοητικού και συναισθηματικού…

Τα μικρά και ευκίνητα παίγνια της Λυμπέρη στα χέρια κάποιου άλλου λιγότερου ικανού πιθανόν να φλέρταραν με την κατασκευή: προϊόντα κάποιου που ποζάρει ή νομίζει ότι χρησιμοποιεί τη γλώσσα, ενώ αντίθετα εκείνη τον παγιδεύει.  Στην περίπτωση της Λυμπέρη, όμως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δραστικά αινίγματα, ακόμα και όταν οι αφορισμοί της μοιάζουν να αυτοαναφλέγονται, να αυτοκαταστρέφονται, όπως το φίδι που δαγκώνει την ουρά του. Δεν εννοώ ότι η  προκείμενη γραφή δεν στήνει κάποτε αμήχανες παγίδες, αλλά έχεις την εντύπωση στις περισσότερες περιπτώσεις, για έναν άγνωστο και δυσερμήνευτο λόγο που σχετίζεται πάντα με την προικισμένη γλώσσα, ότι οι απολαυστικές δυσκολίες μας μπροστά στη συγκεκριμένη διατύπωση αντανακλούν και τις δυσκολίες της ίδιας της Λυμπέρη απέναντι στο αντικείμενό της.
Θέλω να πω ότι η τελευταία με δεξιοτεχνία πείθει για την εξομολογητική της διάθεση, την ταπεινότητά της, ακόμα και όταν νομίζεις πως την απασχολούν σχήματα και ιδέες παρά αληθινά αισθήματα. Το ποιητικό της Εγώ λειτουργώντας δημιουργικά δεν αφήνει περιθώρια παρεξηγήσεων για την πρόθεσή της.!).»

Aναφέρθηκα προηγουμένως σε αινίγματα και υπαινίχθηκα ότι η Λυμπέρη προτείνει διάφορους γρίφους πετώντας μας το γάντι. Εάν ο ασκημένος αναγνώστης δεν έμενε ικανοποιημένος από τη γραφή της θα θεωρούσε ευλόγως τη χειρονομία της αντιποιητική και προϊόν εργαστηρίου.  Όταν, όμως, αυτός μπροστά σε τούτα τα «μυστικοπαθή» ενίοτε λεκτικά μορφώματα, νιώθει, κατά τη γνωστή φράση, ότι έχει μείνει στον προθάλαμο, μη μπορώντας να παραβιάσει τα ελκυστικά μυστικά τους, τότε αναγνωρίζει την επιτυχία της Λυμπέρη.

Η Λυμπέρη κερδίζει τις εντυπώσεις με το συγκερασμό: ναρκισισμού και μετριοπάθειας, εσωστρέφειας και εξομολόγησης, εγκεφαλικότητας και συγκινημένης διάθεσης. Τι άλλο, όμως, μπορεί να είναι η γραφή πέρα από αυτές τις αντινομίες; Η γραφή της Λυμπέρη δεν κρύβεται και αντιμετωπίζει ανοιχτά και με επιτυχία το συγκεκριμένο, παράδοξο. Την οιονεί αυτή πρόκληση για κάθε συγγραφέα…
Όπως κάθε καλό βιβλίο έτσι κι αυτό, λοιπόν, είναι ανοιχτό και επιζητεί να το ανακαλύπτεις συνεχώς: να μην το αφήσεις να σκεπαστεί και να χαθεί από τον όγκο των αναγνωστικών υποχρεώσεών μας, οι οποίες στην πλειοψηφία τους είναι πληκτικές... [αποσπάσματα από κείμενο του Τάσου Γουδέλη]

Ο ΑΛΛΟΣ, ΩΣ ΓΛΩΣΣΑ, ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΘΕΤΕΙ ΕΝΑ ΔΙΑΡΚΕΣ ΕΡΩΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΣΑ (25.12.1997) –κι άλλες επιλογές στοχασμών από τις σελ. 47-69 του βιβλίου
31.12.1997
Η κατάργηση όλων των αισθητικών κανόνων μέσα στο ποίημα εμπεριέχει την ελπίδα της γλώσσας να ξαναγεννηθεί;
1.1.1998
Το σκανδαλώδες με τη γραφή είναι ότι πάντα αυτονομείται προς τα κει που φοβάσαι.
25..1998
Δεν ξέρω αν η ποίηση συμβάλλει στην ευτυχία (όπως ισχυρίζεται ο Στήβενς), η δυστυχία πάντως συμβάλλει σίγουρα στην ποίηση!
15.2.1998
Ο συγγραφέας δεν κατασκευάζει από το «τίποτε», διότι κι αυτό είναι «κάτι».
21.2.1998
Το άδειο χαρτί (ένας συμβολισμός του χάους) συχνά παρουσιάζεται στον συγγραφέα ως μετωνυμία του προσωπικού αισθήματος αναξιότητας.
23.4.1998
Η σκέψη είναι μια αίθουσα αναμονής;
28.5.1998
Ο αληθινός Παράδεισος: η γλώσσα που εμβαθύνει στη μελέτη του αισθήματος, της συμπεριφοράς, της χειρονομίας, μέσα από την ανταλλαγή με το άλλο, αναλαμβάνοντας ελεύθερα να συγκροτήσει την αρτιότητα των κόσμων (προσθέτοντας διαρκώς αυτό που λείπει, αποκαθιστώντας τη μερικότητα)
15.6.1998
Η μορφή του κόσμου είναι μια διαρκής ομιλία· αλλά πολλοί άνθρωποι κοιτάζουν χωρίς τ’ αυτιά τους.
16.8.1998
Κάθε φορά που η γλώσσα αγκαλιάζει θερμά τον άλλον, εισχωρεί στην κατάσταση του απείρου.
296.1998
Ο Μπλαίηκ ζωγράφιζε για να εγκαταλείπει τον κόσμο, ο Ροσέττι για να παραμένει σ’ αυτόν
28.10.1998
Η επιτηδευμένη γλώσσα είναι μια τιάρα στο κεφάλι ενός παλαιστή.
18.11.1998
Το σημαίνον είναι μια εξουσία που επιβάλλεται στις μορφές.
12.2.1999
Η πραγματικότητα είναι ένα ποίημα, αλλά υποδύεται πάντα κάτι άλλο.
13.2.1999
Για μερικούς, η ποίηση της πραγματικότητας παραείναι κρυμμένη.
17.2.1999
Η γλώσσα αγαπά εξίσου όλες τις έννοιες.
24.2.1999
Το Νόημα είναι μια αυτοτελής πράξη που έχει διακινηθεί στα πεδία του φωτός· η ενσάρκωση του Νοήματος καθορίζει την ποιοτική φύση της πραγματικότητας.
27.2.1999
Λόγε, δίδαξέ μου την τέχνη της συνάφειας.
1.3.1999
Ποίηση είναι η δοξολογία της γλώσσας προς την Ολότητα του εαυτού της.
3.3.1999
Κάθε νόημα είναι μια πύκνωση της γλώσσας.
16.3.1999
Η διαύγεια της γλώσσας συνήθως συσκοτίζεται από ένα εγώ που δεν κατανοεί τον εαυτό του.
18.3.1999
Μερικές φορές η «συσκότιση» του ποιήματος είναι ένα απλό τέχνασμα του φωτός (Ο Ηράκλειτος θα συμφωνούσε απολύτως)
20.3.1999
Η ερμηνεία της ποίησης ενδιαφέρει εκείνους που δεν μπορούν να την απολαύσουν.
25.3.1999
Εμείς οι παρίες της γλώσσας ονειρευόμαστε διαρκώς το ποίημα που θα μας αλλάξει (Ένα σατόρι)
28.3.1999
Μήπως το αληθινό ποίημα συμβαίνει όταν ο ποιητής δεν είναι εκεί;
22.3.1999
Η γλώσσα που «σημαίνει», ομιλεί ακόμη κι όταν σιωπά.
23.3.1999
Το ποίημα δεν χρειάζεται να μιλά από ένα ύψος, αλλά από ένα βάθος.
30.3.1999
Η αρχή (η εναρκτήρια έμπνευση) του ποιήματος μοιάζει με την αρχή μιας ερωτικής σχέσης: η φλόγα, το πάθος, η κατάργηση του χρόνου, η ρήξη με το υπάρχον· η ματαίωση που καιροφυλακτεί.
14.4.1999
Το αληθινό Νόημα έρχεται για να παραμείνει ολοκληρωμένο και αμετάβλητο, αδιάρρηκτο από κάθε παρέμβαση της ατομικότητας.
(ή Το αληθινό Νόημα δεν διαφοροποιείται· διαφοροποιεί)
2.5.1999
Η ομιλία είναι σώμα.
2.5.1999
Η σάρκα μου οι λέξεις.
3.5.1999
Το αληθινό ποίημα είναι ο άνθρωπος· ιδέες, σκέψεις, συναισθήματα, πράξεις, συνθέτουν τη διαδικασία γραφής μιας μορφής (μιας ψυχής)
3.5.1999
Να πλάσω ξανά τον εαυτό μου· «να τον δημιουργήσω» (χωρίς καταναγκασμό, στο όνομα της ελεύθερης βούλησής μου)· σαν ένα ποίημα που γράφεται και ξαναγράφεται ώσπου να πετύχει». Ο ποιητής της ύπαρξης.
8.5.1999
Μέσα στην ευθύνη για τη «δημιουργία» του εαυτού μου ανακαλύπτω τη θεότητά μου.
14.5.1999
Το «θαυμαστό είναι η γλώσσα που με οδηγεί στη συνάντηση.
16.5.1999
Με ποιο τρόπο η ποίηση μπορεί να γίνει μια διαρκής ευχαριστία της ύπαρξης; Είναι ήδη; Αλλά μήπως η συνειδητή μετοχή του ποιητή σ’ αυτή την άνευ όρων κατάφαση αποτελεί και την κατεξοχήν χειρονομία της αυτοπραγμάτωσής του;
(Η διαρκής ευχαριστία ως γλωσσική διάνοιξη του Σύμπαντος κόσμου)
24.5.1999
Η γλώσσα μου έθεσε το ερώτημα αν ενδιαφέρομαι να ασκηθώ στην τέχνη της αγάπης. Απάντησα, ναι.

25.5.1999
Οι λέξεις· αυτό το λαμπερό μακελειό.

Με το «Επταετές Κοράσιον», τα μικρά αυτά δοκίμια από σημειώσεις και συγκινήσεις, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη, ανεβάζει στην επιφάνεια τη λάμψη αλλά και τα κουσούρια της καλλιτεχνικής ψυχής, προσπαθώντας να διασώσει το αυθεντικό πρόσωπο του καλλιτέχνη.
Ο Νίτσε, ο Κάφκα, ο Πεσόα, ο Στίβενς έγραψαν αφορισμούς, επιλέγοντας αυτήν τη σύντομη και ακαριαία φόρμα για να συνοψίσουν το Νόημα μέσα σε ελάχιστα θραύσματα της γλώσσας. Το βιβλίο μου «Επταετές Κοράσιον», αν και διαπνέεται από την αντίληψη των fragmentes (κομματάκια ιδεών, βιωμάτων, σκέψεων, συγκινήσεων, αποκαλυπτικά της συνείδησης), δεν έχει τη βαρύγδουπη φιλοδοξία να παρουσιάσει αφορισμούς. Θα ονόμαζα αυτές τις σύντομες φράσεις, πυκνώσεις νοηματικές και συναισθηματικές, οι οποίες διέπονται από τη γνωστή ποιητική και φιλοσοφική διάθεση που υπάρχει σε ολόκληρο το έργο μου. Είναι κάτι σαν ένα ημερολόγιο στιγμών, άλλοτε περιπαικτικό του χρόνου και αποδομητικό του Νοήματος, κι άλλοτε βουτιά στα βαθιά, ώστε να ξανατεθούν τα κλασικά ερωτήματα για την ύπαρξη, τη συνείδηση, την τέχνη, τον καλλιτέχνη, τη γραφή, την ποίηση, το πνεύμα, τη ανθρώπινη εξέλιξη. Τα περισσότερα από τα μικρά ετούτα κείμενα είναι πυρήνες δοκιμίων. Προέκυψαν σε μια περίοδο που συνήθιζα να κρατώ καθημερινά σημειώσεις (καταγράφοντας όλα όσα γεννιούνται στο ατελιέ του καλλιτέχνη, χωρίς την πρόθεση να δημοσιοποιηθούν – στο περιθώριο της κύριας δουλειάς) και νομίζω ότι τα έβλεπα σαν απλές πνευματικές προκλήσεις. Όμως δεν αφορούν σημειώσεις που κράτησα από το διάβασμα βιβλίων, όπως έγραψε κάποιος κριτικός (αν και δεν υπάρχει παρθενική έμπνευση, πάντα μεταφέρουμε υποδόρια όλα όσα έχουμε διαβάσει). Θα έλεγα ότι αποτελούν καθαρά βιωματική απόσταξη από μια εφ’ όλης της ύλης εσωτερική δραστηριοποίησή μου εκείνης της εποχής, λόγω θητείας στην Ψυχανάλυση (απόσπασμα από δήλωση της ποιήτριας)