Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

ΠΩΣ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΙΑ Η ΠΟΙΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ;


Όπως ο Καβάφης έτσι και η Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ προστρέχει στην «Τέχνη της Ποιήσεως, που κάπως ξέρει από φάρμακα· νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω». Αλλά εμπιστεύεται περισσότερο το Λόγο από τη Φαντασία, καθώς η τελευταία, όπως και η Μνήμη της προηγούμενης ζωής, ολοένα ελαττώνονται. Έτσι, λοιπόν, τα είκοσι ποιήματα του τελευταίου της βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη με τίτλο ΜΕ ΑΛΛΟ ΒΛΕΜΜΑ, είναι ένας άλλοτε δραματικός  και άλλοτε στωικός διαλογισμός εις εαυτόν για το τι τελικά απομένει στη ζωή, όταν η κλεψύδρα της μέρα με τη μέρα αδειάζει κι όταν, συνεπώς, κι η Ποίηση αναμετριέται με την έλλειψη, την προϊούσα αφαίρεση, της εμπειρίας, των αισθήσεων, της μνήμης. Η επιβίωση, αναλογίζεται η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, δεν σημαίνει παρά τη ζωή στην απόλυτη παροντικότητά της, χωρίς μέλλον και χωρίς παρελθόν (η μνήμη είχε νόημα όσο νοηματοδοτούσε το παρόν στην προβολή του προς το μέλλον). Τι απομένει τελικά; Η Ποίηση, ως η γυμνή κατάθεση της επιβιώσασας ψυχής μέσα σ’ ένα σώμα που αδειάζει από το υπόλειμμα της ζωής που του έχει απομείνει…
[απόσπασμα από το σχόλιο του Ευριπίδη Γαραντούδη για τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΜΕ ΑΛΛΟ ΒΛΕΜΜΑ που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών 8-9 Δεκεμβρίου 2018 με τίτλο: ΜΙΑ ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ – παρακάτω κι άλλα αποσπάσματα από την κριτική για τα είκοσι ποιήματα αυτής της συλλογής και ως κατακλείδα ένα σχόλιο της Ασημίνας Ξηρογιάννη για το βιβλίο της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ «ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΔΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ, εκδόσεις Καστανιώτη 2016]



ΕΙΚΟΣΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ «ΜΕ ΑΛΛΟ ΒΛΕΜΜΑ» (μια δραματικά εξομολογητική μελέτη θανάτου)

Μετά τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της, ΠΟΙΗΣΗ 1963-2011, έναν τόμο 505 σελίδων όπου συσσωματώνονται τα 15 βιβλία της επί μισό σχεδόν αιώνα ποιητικής διαδρομής της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, η ποιήτρια εξέδωσε δυο ακόμα ποιητικά βιβλία: «Της Μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι», εκδόσεις Καστανιώτη 2016 και «Των Αντιθέτων διάλογοι και με τον ανήλεο χρόνο» (Καστανιώτης 2018), με το χρόνο που όσο προχωράει η ζωή, τόσο πιο ανεξέλεγκτη γίνεται η εξάρτηση από αυτόν. «Τις σπάνιες στιγμές που τον ξεχνάω, γράφει η Κατερίνα Αγγελάκη, πάλι μ’ αυτόν μετράω τη χαρά μου. Η απόλυτη εξουσία του με οδήγησε σε μια πιο πεζή προσέγγιση της ζωής. Ο διάλογος των αντιθέτων βοηθάει να ανοίξει ο ορίζοντας και να αντικρίσω ίσως διαφορετικά την πραγματικότητα, που την έχουμε ακινητοποιήσει με μια κατασκευασμένη οπτική. Και τότε ξαφνικά γεννιούνται ποιήματα. Ο δυνάστης χρόνος εμπνέει, πάντα όμως με τον πεζό του λόγο, ποιήματα ουσίας που κάνουν να πλησιάζουμε τα αρνητικά, τα δύσκολα στοιχεία της ζωής μας: τη θλίψη, τη σιωπή, την επιβίωση, το χωρισμό από την έννοια του μέλλοντος, και βέβαια το θάνατο…  Αλλά υπάρχει και ένα φως που αναδύεται από το σκοτάδι. Είναι η ανάσα μου, που βγαίνει σταθερή και μου χαρίζει ακόμη τη ζωή. Με την ανάσα μου νικώ το χρόνο, έστω και για μια στιγμή»
Γεννημένη το 1939, κοντεύοντας πια τα 80 της χρόνια προσθέτει στο πλούσιο έργο της μία ακόμη ψηφίδα που μπορεί να χαρακτηριστεί μελέτη θανάτου μέσα από την εξουθενωτική εμπειρία του γήρατος: «Με άλλο βλέμμα», εκδόσεις Καστανιώτη 2018-12-08.

Στα ποιήματα της συλλογής ΜΕ ΑΛΛΟ ΒΛΕΜΜΑ ο λόγος της Αγγελάκη-Ρουκ απογυμνώνεται από κάθε ψιμύθιο, διυλίζεται τόσο ώστε να αποβάλει κάθε τι περιττό, λειτουργεί ως παράθεση εξομολογητικών στοχασμών που, όμως, εσωτερικά δονούνται από τη δραματική ειλικρίνεια και στηρίζονται στο βάρος της αλήθειας, αυτής που οι θνητοί αντιμετωπίζουμε, αν μας χαριστεί ο χρόνος να γεράσουμεθα αντικρίζουμε την εναπομείνασα ζωή ως προαναγγελία του θανάτου, από το έσχατο όριο του παρηκμασμένου, φθαρμένου σώματος – αυτού που ο Καβάφης ονόμασε «πληγή από φριχτό μαχαίρι» στο ποίημά του «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.»…

Τα ποιήματα της Αγγελάκη-Ρουκ είναι τόσο απογυμνωμένα στην ειλικρίνειά τους, που μπορώ να τα χαρακτηρίσω σπουδαία: δεν ψεύδονται ούτε μια στιγμή, καμία λέξη τους δεν τα προδίδει, γιατί μας μεταφέρουν την παγκόσμια αλήθεια της θνητότητας. Η δριμύτητα της ειλικρίνειας της Αγγελάκη-Ρουκ και η απογύμνωση του ποιητικού λόγου της μπροστά στη ζωή-μη ζωή ανακαλούν τη συγκλονιστική συλλογή του Βαγγέλη Αθανασόπουλου, Προετοιμασία ταφής (2012), γραμμένης κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του, ενόσω υπέφερε από ανίατο καρκίνο. Ή θυμίζουν τους περίφημους στίχους, γραμμένους στα λατινικά, του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού (76-138 μ.Χ.), στίχους που μεταφρασμένοι στα ιταλικά αποτέλεσαν το τελευταίο ποίημα του Ιταλού ποιητή Σάντρο Πένα (τους παραθέτω εδώ σε μετάφρασή μου): «Ψυχούλα γυριστρούλα, καημενούλα / φιλοξενούμενη και σύντροφε του σώματος / που η ώρα σου ήρθε για να πας τώρα σε τόπους / τόσο χλωμούς, τόσο ψυχρούς, τόσο γυμνούς / πια δεν θα δίνεις όπως κάποτε παιχνίδια…». Και με τον τρόπο της Αγγελάκη-Ρουκ από το ποίημά της «Θάνατος, ο ανύπαρκτος»: «Εγώ τώρα το θάνατο κατάματα κοιτώ / κι αδιάφορη μ’ αφήνει· / με αγωνία δεν τον ρωτάω, να μαντέψω δεν προσπαθώ / πόση ζωή μου μένει. / Ενας είναι μόνος ο σκοπός μου: / η επιβίωση» (σ. 15).

Έτσι και η Αγγελάκη-Ρουκ αναμετρά, δίχως ποιητικές περιστροφές, τις σκέψεις, τα αισθήματα, τον απολογισμό της προηγούμενης ζωής, που βγαίνει σχεδόν μηδενικός, του ανθρώπου που πλέον ζει για να επιβιώνει. Άλλοι ποιητές και ποιήτριες, παλαιότεροι και νεότεροι, στην ηλικιακή φάση του γήρατος, κατέφυγαν και καταφεύγουν σε ποιητικούς τρόπους που λειτουργούν ως εξορκισμός του θανάτου με όχημα και ασπίδα προστασίας την ποίηση. Διαλεγόμενη λανθανόντως με αυτούς τους ποιητές και τις ποιήτριες, η Αγγελάκη-Ρουκ είναι σαν να τους ανταπαντά με τα ποιήματά της ότι δεν υπάρχει κανένα μαγικό ή ποιητικό ξόρκι που μπορεί όχι βέβαια να αποτρέψει τον βιολογικό θάνατο αλλά έστω να λυτρώσει από αυτόν, μέσα από την αναγωγή της εμπειρίας της εγγύτητας προς τον θάνατο, στη σφαίρα της πνευματικής επιβίωσης διά μέσου της ποίησης. Το βιβλίο Με άλλο βλέμμα είναι μια δραματική και σε ορισμένα σημεία μια ελεγειακή ομολογία του τέλους της ζωής και της ποίησης.

Και ως ομολογία του τέλους, το βιβλίο Με άλλο βλέμμα είναι μια έσχατη συνομιλία ή μια χειρονομία αποχαιρετισμού της προηγούμενης ποιητικής διαδρομής που διήνυσε η Αγγελάκη-Ρουκ. Θεματικό κέντρο της ποίησής της είναι το σώμα, έτσι όπως βιώνεται στην υλική και πνευματική υπόστασή του μέσα από τον έρωτα. Συνεκτικός ιστός της έκφρασής της έγινε η φωνή ενός γυναικείου ποιητικού υποκειμένου που επιστρέφει στο παρελθόν και ανατέμνει το παρόν για να εξομολογηθεί βιώματα, επικεντρωμένα στο σώμα, και να συλλάβει τη βαθύτερη ουσία τους.
Πώς, λοιπόν, να υπάρξει πια η ποίηση χωρίς το σώμα και χωρίς τον έρωτα;

[ΠΗΓΗ: Ευρι πίδης Γαραντούδης, καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών]

«ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΔΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ»  (ένα σχόλιο για τη συλλογή αυτή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ από τη Ασημίνα Ξηρογιάννη)

Η Ρουκ θέτει ερωτήματα υπαρξιακής φύσης στον εαυτό της και προσπαθεί να τα απαντήσει κατανοώντας ταυτόχρονα ποιο μέρος της ύπαρξής της αιμορραγεί ακόμα – αν κάτι τέτοιο συμβαίνει και σε ποιο βαθμό.

Το τελευταίο βιβλίο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Τρεις πράξεις. Μετά ένα ιντερμέδιο. Και μετά η τέταρτη πράξη. Και πάλι ιντερμέδιο. Η πέμπτη πράξη, ιντερμέδιο, η έκτη πράξη. Μονόλογοι, αλλά διάλογοι με τον εαυτό. Διάλογοι με τον πόνο, με το χρόνο, με τη θλίψη, με τη μοναξιά, την υποκρισία, με τον καθρέφτη. Δεν μπορούμε παρά να το δούμε ως ένα ενιαίο σύνολο που διαθέτει θεατρικότητα και το χαρακτηρίζει έντονη φιλοσοφική χροιά.

Η ποιήτρια συνηθίζει να φιλοσοφεί στα ποιήματά της, είναι αυτό ένα στοιχείο που αποτελεί ίδιον της ποιητικής της. Χρειάζεται σίγουρα μεγάλη καταβύθιση στο «Εγώ» του δημιουργού αλλά και του ανθρώπου για να συνθέσεις ένα έργο που αγαπά και καταδεικνύει το βάθος. Σκάβοντας κανείς μέσα του έρχεται αντιμέτωπος με την αλήθεια των πραγμάτων, κάτι που είναι εξαιρετικά επίπονο αλλά ουσιαστικό και απολύτως αναγκαίο. Η Ρουκ κάνει έναν απολογισμό, θα έλεγε κανείς, με τη γενναιότητα και την αυθεντικότητα που τη χαρακτηρίζει.

Το άδειο περιγράφεται άραγε; «Άδειο είναι η απουσία κάθε επιθυμίας να ξαναβρείς, να ξαναζήσεις, να ξαναδοκιμάσεις κάτι απ’ αυτά που έζησες» (Α΄ Πράξη, «Το άναρθρο άδειο»). H περιπέτεια και η εξερεύνηση είναι γοητευτικές πάντα. Στην πρώτη πράξη μάς δίνει την υφή και την ελαστικότητα του φόβου. Φόβος για να μην πάθεις κάτι ο ίδιος, φόβος για να μην πάθει κάτι κάποιος που αγαπάς, φόβος για το μέλλον του πλανήτη, της φυλής σου, του κόσμου. Τον τελευταίο φόβο τον βιώνουν συνήθως οι άνθρωποι με πλατύ νου και διευρυμένους πνευματικούς ορίζοντες, που έχουν κάνει την υπέρβαση σε ό,τι αφορά τον ατομικό τους μικρόκοσμο. Υφάσματα που θυμίζουν οθόνες, όνειρα, φαντασιώσεις ερωτικές και θαύματα μπλέκονται με μαεστρία εδώ και αριστοτεχνικά παραπέμπουν σ’ αυτό που δεν ερμηνεύεται, αλλά όταν έχει το ένστικτο το αναγνωρίζει κανείς, και ονομάζεται ευτυχία. H Ρουκ «χορεύει» διανοητικά ως το τέλος του πόνου, της αγάπης, της μοναξιάς. Η αφοσίωση στις λέξεις και στους στίχους όλα τα χρόνια αλλά και η τεράστια εμπειρία ζωής την οδηγούν στη μεγάλη ουσία, στο μεδούλι των πραγμάτων. Είναι τόσο ξεκάθαρα πια όλα μέσα της, η ζωή της απαλλαγμένη από κάθε πολυπλοκότητα και αίσθηση του περιττού δείχνει το φως στις γενιές που έρχονται σε επαφή με την ποίησή της. Η θεατρικότητα του κειμένου δεν διαταράσσει αρνητικά τις ισορροπίες. Αυτοί οι διάλογοι με τον εαυτό αναδεικνύουν μια θαρραλέα σύγχρονη διαλεκτική πάνω στο βάρος των εννοιών και στην αξία της διάσωσης της αλήθειας, χωρίς να πέφτει κανείς θύμα ενός άκριτου και ματαιόδοξου υποκειμενισμού. Πέρα από τη λογοτεχνικότητα του βιβλίου, λοιπόν, βγαίνει στην επιφάνεια και μια αγία διανοητικότητα που λειτουργεί λυτρωτικά για την ψυχή του αναγνώστη.

Στη δεύτερη πράξη, ο πόνος βγαίνει νικητής, έχει και την τιμητική του γενικά. Αφού η ποιήτρια τον προτιμά και τον επιλέγει για τη ζωή της επειδή κρίνει ότι είναι περισσότερο ανεκτός από το άγχος, που της δίνει την «αίσθηση μιας απειλητικής αβεβαιότητας» η οποία έχει γίνει επιθετική και συνεπώς επικίνδυνη. Της δημιουργεί απίστευτη σύγχυση, της δηλητηριάζει τη ζωή, της θολώνει τα νερά της καθημερινότητας, χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει τους εχθρούς από τους φίλους.

Το χθες στο μυαλό της δεν είναι ανολοκλήρωτο. Έχει συνθέσει τα κομμάτια του παζλ, η ίδια λειτουργεί σαν ήρεμη δύναμη, έχει αποδεχτεί το πένθος ως μέρος της φυσικής μας ζωής. Έχει αποδεχτεί τη θλίψη ως σύντροφο ζωής και την αποκαλεί «άγγελο της μοναξιάς» («Αθώα Θλίψη», Γ' πράξη). Η Ρουκ θέτει ερωτήματα υπαρξιακής φύσης στον εαυτό της και προσπαθεί να τα απαντήσει κατανοώντας ταυτόχρονα ποιο μέρος της ύπαρξής της αιμορραγεί ακόμα – αν κάτι τέτοιο συμβαίνει και σε ποιο βαθμό. Έχει τα μάτια στραμμένα στο μέλλον, αλλά αυτό δεν δίνει καθαρές απαντήσεις, γνωρίζει όμως την τέχνη του σαρκασμού. Έχει τη γνώση πια ότι το μέλλον προέρχεται από το παρελθόν και έτσι πορεύεται. Διευθετεί τους λογαριασμούς της με το χρόνο με σύνεση, συνδιαλέγεται μαζί του και παραδέχεται πως, αν δεν υπήρχε εκείνος, δεν θα είχε τη συνείδηση πως ζει. To δωμάτιο επανέρχεται ως μοτίβο μέσα στο έργο της και εκείνη του αποδίδει, ποιητικώ τω τρόπω, την κατάλληλη σημειολογία. Το δωμάτιο της μοναξιάς και της ποίησης. Και οι δύο σε διδάσκουν πολλά. Η πρώτη σού δείχνει πως το χειρότερο πράγμα στον κόσμο είναι να μην υποφέρει κανείς από την απουσία κάποιου. Αλλά είναι η δύναμη που έχουμε κρυμμένη μέσα μας που μας κάνει να αισθανόμαστε καμιά φορά ότι και τα αδιέξοδα μπορούμε να τα χειριστούμε. Ακόμα και την ίδια την υποκρισία, αν και αποδεικνύεται πολύ χειριστική. Έχουμε τη δύναμη να κοιτάζουμε στα μάτια τον ίδιο μας τον καθρέφτη και να πραγματευόμαστε το νόημα του χρόνου και της ζωής.

Η Ρουκ συνομιλεί γόνιμα και με το Ποίημα και έτσι με την ποιητική τέχνη στο σύνολό της. Όταν τα δεσμά της ύπαρξης γίνονται ανυπόφορα, εκείνη μπορεί, έστω για μια στιγμή, να κάνει τον δημιουργό να καλπάζει στο άπειρο. Η λύπη που η απώλεια του έρωτα γεννάει μπορεί να είναι δημιουργική. Μπορεί να γεννήσει ποιήματα, αλλά η ποιήτρια αμφιβάλλει κάποιες φορές αν αυτά έχουν θέση στον κόσμο. Οπότε τα κρατά μέσα στα συρτάρια της, για τα οποία το Ποίημα προσωποποιημένο υποστηρίζει: «Γιατί τα συρτάρια είναι καλύτερα από την ανυπαρξία. Να ζεις. Αρκεί να ζεις» («Εξομολόγηση στον Καθρέφτη»

Το βαθύ νόημα των ονείρων είναι το σκοτάδι, οι ιδέες τους εκφράζονται με άλλα όνειρα. Η περιγραφή του ερώμενου είναι κι αυτή μια ερωτική πράξη. Σκέφτομαι= ζω μια άλλη ζωή παράλληλη. Ο Έζρα Πάουντ κλείνει τα μάτια σφιχτά σα να τον σουβλίζουν. Μες στη σιωπή του τα ποιήματά του ξαναρχίζουν τη ζωή τους ανανεωμένα. Ο κόσμος που χάσκει ανοιχτός κάτω απ’ τα πόδια σου περιμένει να του πεις, ναι, ότι τον αγαπάς, πριν σε καταβροχθίσει. Φτιάχνεις έναν έρωτα τότε για να προστατευτείς απ’ το φαρδύ τοπίο. Ο Μενέλαος έχει ζήσει κι αυτός το δράμα της εμορφιάς ως χαμένος. Μες στα άγαρμπα, πορφυρά του παντελόνια πλέει το πέος του σαν ψάρι σε μολυσμένα ύδατα. Όχι, όχι καλύτερα να την είχε φτιάξει αυτός την Ελένη κι ας ήταν ένα ποίημα μόνο. [Η ΕΛΕΝΗ από τη συλλογή ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ]

ΑΓΓΕΛΑΚΗ- ΡΟΥΚ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Στον Κόσμο που γεννήθηκα τα χάνει κανείς όλα:
τις λέξεις τρώει ο καιρός και μέσα από τις λέξεις φαγώνονται τα μάτια, τα φιλιά: ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ποιημάτων απ’ όλες τις συλλογές της ποιήτριας: https://ai2avatongar.blogspot.com/2018/06/blog-post_25.html

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΑ ΔΕΝΔΡΑ ΟΙ ΤΟΠΟΙ ΑΠΛΩΣΑΝ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΡΙΖΕΣ ΚΟΜΜΕΝΕΣ (ο σπόρος μας θα κατακλύσει το σύμπαν και θα γεννήσει χιλιάδες ουράνια σώματα):


«Αν ερωτεύτηκες σε ρέμα     ΧΕΙΜΑΡΡΟΣ
Αν έθαλλες σ' αγκάθια        ΘΗΛΙΑ
Στης λίμνης τη γαλήνη αν βυθίστηκες   ΘΛΙΨΗ
Αν σ' αναχώματα περπάτησες    ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ
Αν χύθηκες σε θάλασσα    ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ
Κοχύλια εξορίσουν / κοιτάσματα φωτός / σ' υποθαλάσσια ρεύματα»
Είναι τα ΚΟΧΥΛΙΑ, πρώτο ποίημα στη συλλογή της Δέσποινας Καϊτζτζή-Χουλιούμη  ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ, εκδόσεις Μελάνι 2017. Πέντε συνοπτικές «υποθετικές»  ιστορίες ξεριζωμένων τόπων αποδίδουν χαρακτηριστικά γονέων προσφύγων, «εσωτερικών μεταναστών μετά»: ΧΕΙΜΑΡΡΟΣ, ΘΗΛΙΑ, ΘΛΙΨΗ, ΠΟΣΦΥΓΙΑ, ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ.
Κι οι λέξεις «μουδιασμένες» «λιγοστεύουν», γίνονται «κόμπος στο λαιμό», «μουρμουρητά και κραυγές», που θρηνούν μια «ΦΡΙΚΗ που δεν τη φτάνουν οι λέξεις», σ’ όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής.   Προεξαγγελτικό απόσταγμα οι μετέωρες αναφορικές προτάσεις στο 2ο  ποίημα της συλλογής Ο,ΤΙ ΒΑΘΙΑ ΚΟΙΤΑΞΑΜΕ (σελ. 12) που συνεχίζονται και συμπληρώνουν το παζλ της προσφυγιάς στο τελευταίο ποίημα της πρώτης ενότητας Ο,ΤΙ ΠΟΛΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ (σελ. 47)  
ό,τι μας σφράγισε     ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ
ό,τι πίσω αφήσαμε    ΜΑΧΑΙΡΙ
ό,τι βαθιά κοιτάξαμε ΕΛΠΙΔΑ
ό,τι  ονειρευτήκαμε  ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
ό,τι πολύ αγαπήσαμε   ΠΑΤΡΙΔΑ
ό,τι μας λάβωσε βαθιά   ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ
ό,τι πολύ αγαπήσαμε κι απωλέσαμε  ΖΩΗ και ΘΑΝΑΤΟΣ… 
Πανταχού παρούσα η καταλυτική επίδραση του ξεριζωμού, της βίαιης αλλαγής πατρίδας, αλλά, είναι ΖΩΗ και ΘΑΝΑΤΟΣ όλες οι «ενδιάμεσες» λέξεις που στοιχειοθετούν τις ιστορίες του ΞΕΡΙΖΩΜΟΥ (που ως λέξη επαναλαμβάνεται στην αρχή και στο τέλος της καταγραφής). 
Αρκούν, όμως,  οι λέξεις να εκφράσουν την οδύνη του ψυχισμού και της ανθρώπινης μοίρας, της προσφυγιάς, της ανατροπής και της ασυνέχειας;
Αντέχουν οι λέξεις ή λιώνουν χάπι πικρό και σιγούν μπρος στη βαρβαρότητα που κατακλύζει και απειλεί τον κόσμο μας;
Μπορούμε να επανακτήσουμε το αρχαίο νόημα των λέξεων να κατά-βυθίσουμε το βλέμμα μέσα μας και γύρω μας, απαντώντας στην πρό-κληση για συμφιλίωση και αγάπη προκειμένου να ξανακερδίσουμε την ομορφιά και τη χαρά της ζωής;
 Ή όλα αυτά είναι χαμένη υπόθεση ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ; (σελ. 33):
«Βρέφος της Άρνισσας κόρη αντάρτη / Χαμένο νήπιο σε οικοτροφείο της Πράγας
Μαθήτρια στο χωριό του Μπελογιάννη / Έφηβη φυγάς στην Ιταλία
Παράνομη πρόσφυγας σε στρατόπεδο στη Ρώμη / Άπατρις δίχως ιθαγένεια στο Μάλμε
Πολίτης του κόσμου πλέον στη Στοκχόλμη
Ζωή επτά φορές κομματιασμένη / θρυμματισμοί θαμπού καθρέφτη
Εφτά θρυμματισμένα προσωπεία / με τόσα θρύψαλα θαμπά γυαλιά καρφιά…
Καθρέφτες καθρεφτίσματα / λάμψεις φωταγωγίες 
Χαμένη υπόθεση άγνωστες λέξεις»
Όχι δεν είναι χαμένη υπόθεση, δεν είναι άγνωστες λέξεις οι ψίθυροι των δέντρων, τα γκρεμισμένα σπίτια, οι άνθρωποι της γης που κοινωνούν την αγωνία και την οδύνη αλλά και την ελπίδα μέσα από τη συμφιλίωση και την αγάπη.
Όχι δεν είναι χαμένη υπόθεση η αδιάλειπτη εναλλαγή της πραγματικότητας δύο τόπων, εδώ «λειψή η άνοιξη σαν δεν τη χαίρονται πολλοί» κι εκεί «με πόθο ουρανό και προσμονή μια θάλασσα»:   η ιστορία της μετέωρης Περσεφόνης, που «πλάνης μετανάστρια ξεριζωμένη μέτοικος»  «λάβα χυμένη στο δέρμα» παλινδρομεί ανάμεσα στο εκεί μακριά «από τιτιβίσματα… μη με λησμόνει» και στο εδώ «γυναίκα ώριμη στη δίνη οδυνηρών αποδημιών… πειθήνιος αχθοφόρος επιταγών κι επιθυμιών δυνάμεων κυρίαρχων»!.. «Μ’ άλογο φτερωτό σε άλλο αστέρι να στραφώ υπέρλαμπρο Άλλη ύπαρξη αέναα ολόκληρη στο φως τον Πρώτο ουρανό να ονειρεύομαι» (ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ… σελ. 44)
Όχι δεν είναι χαμένη υπόθεση, γιατί στα ποιήματα αυτής της συλλογής, όπως εύστοχα επισημαίνει η Διώνη Δημητριάδου, τα πρόσωπα-ήρωες «πατούν σ’ έναν τόπο όλο ξενιτιά» και εξωτερικεύουν  μέσα από τους εμπνευσμένους στίχους «την αγωνία τους να στηρίξουν το είναι τους σε έδαφος απροσδιόριστο και συνεχώς μετακινούμενο, όπως οι ίδιοι…»
Καθόλου τυχαία, λοιπόν, στη σελίδα 9 το απόσπασμα από την ΚΛΕΨΥΔΡΑ του Χόρχε Λουίς Μπόρχες προλογίζει και προδιαθέτει για το «κλίμα» και τη διάθεση των προθέσεων της συγγραφής:  
«Δε θα ’ναι νερό, θα είναι μέλι, η τελευταία σταγόνα της κλεψύδρας. Θα τη δούμε καθώς θα στάζει λάμποντας μες στο σκοτάδι με μέσα της θα περικλείνονται όλες εκείνες οι έξοχες δωρεές που Κάτι ή Κάποιος χάρισε στον πρωτόπλαστο Αδάμ: η αγάπη του ενός για τον άλλον, το άρωμά σου, ο μηχανισμός της κατανόησης του σύμπαντος».
Καθόλου τυχαίο και το γεγονός ότι  το ποίημα που έδωσε τον τίτλο σ’ όλη τη συλλογή αυτών των 58 ποιημάτων έχει μεταφραστεί ήδη σε τέσσερις γλώσσες, ιταλικά, γερμανικά, σουηδικά και αγγλικά και έχει επιλεγεί ως ένα από τα καλύτερα ποιήματα της χρονιάς για την Ανθολογία που εκδίδεται τακτικά από τα (δε)κατά: ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ (σελ. 39):
«Λιγοστεύουν οι λέξεις / Μουδιασμένες
λιώνουν στο στόμα / χάπι πικρό
Κόμπος στο λαιμό / με πνίγουν
Τελειωμένα λόγια οι λέξεις
Ακατάληπτα / μουρμουρητά και κραυγές…
κουνιούνται πέρα δώθε/ Θρηνούν
Θρήνος που λέξεις δε γίνεται
Φρίκη που δε τη φτάνουν οι λέξεις»
Μια πρώτη αποτίμηση μας οδηγεί σε μια διαπίστωση ουσιαστική: Λιγοστεύουν οι Λέξεις γιατί η Ποίηση εδώ, με συλλογισμούς και συμπεράσματα αφηγείται τη μοίρα ανθρώπων ενός έθνους που η περιπέτεια τους ξεπερνά τα όρια τους και ανάγει τις ξεχωριστές ατομικές ιστορίες σε διδάγματα καίρια και διαχρονικά, όπου πραγματικά οι λέξεις, τα λόγια τα πολλά,  περιττεύουν.
«Κλάδεψαν τις φτερούγες μας / τις φύτρες μας τις ξερίζωσαν / επανειλημμένα αποτρόπαια
Πορευόμαστε / κρατάμε σταθερά το μέσα νήμα / νέο ξερίζωμα απειλεί
Και με κομμένες τις ρίζες / θα σταθούμε όρθιοι / και με σπασμένα κλαδιά θ’ ανθίσουμε
Γιατί ό,τι έχουμε το κουβαλάμε μέσα μας…
Ο σπόρος μας θα κατακλύσει το σύμπαν / και θα γεννήσει χιλιάδες ουράνια σώματα (ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ σελ. 43)
Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα έλεγε ο Σεφέρης… «Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα… τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς». Αλλά είναι ευτυχισμένος όποιος κάνει «το ταξίδι του Οδυσσέα» Και η ευτυχία του αυτή πηγάζει από την γερή «αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένης μέσα στο κορμί, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα». ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ Η ΑΓΑΠΗ (σελ. 74):
«πατρίδα μου η αγάπη / το χώμα των δακρύων μας
αρχαίες λέξεις οι λέξεις μου / λέξεις που μου φανέρωσαν τον κόσμο
ψίθυροι ακατάληπτοι στο μοιρολόι μάνας / τόποι που μ’ έδεσαν στις κόγχες τους
εδραιωμένοι μέσα μου μ’ ορίζουν / πατρίδα μου ο ήλιος
η βροχή τα δένδρα τα βουνά / ρίζες βαθιές αρχέγονες
το χώμα που πατάω στέρεα / το χώμα που θα με χωνέψει
πατρίδα μου ο κόσμος / πατρίδα μου η αγάπη»
Ακολουθεί μια επιλογή ποιημάτων από την πρώτη ενότητα της συλλογής με άξονα και κριτήριο την παραπάνω αποτίμηση. Στη δεύτερη ενότητα της παρουσίασης ανθολογούνται κάποια ποιήματα από τη δεύτερη ενότητα της συλλογής που φέρει τον τίτλο: ΓΙΝΟΜΑΙ ΓΙΑΛΟΣ και αντιγράφονται ενδεικτικές παράγραφοι από τις παρακάτω κριτικές:
α] «Η Τελευταία σταγόνα της κλεψύδρας», απόσπασμα από την κριτική της Λίλιας Τσούβα στο fractal 
β] «Ιχνηλατώντας τους άδειους τόπους – οι κώδικες και οι άνθρωποι», απόσπασμα από την κριτική της Διώνης Δημητριάδου στο fractal και @
γ] «Λιγοστεύουν οι λέξεις μπροστά στις δυσκολίες του Ξένου», αποσπάσματα από την κριτική του Δήμου Χλωπτσιούδη [Art by ALLTELLRINGER work on the sea]



ΣΕ ΤΑΞΗ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ (από την πρώτη ενότητα στη σελ. 16 της συλλογής)
Μπαίνω σε τάξη προπαρασκευαστική
μικρών ρομά αναλφάβητων
Μ’ έκπληξη βλέπω έναν προέφηβο σχεδόν
μονάχο σε μιαν άκρη
Ωχρό κι ανέκφραστο πρόσωπο πρόωρα ώριμο
Φακίδες μαύρα σημάδια κραυγάζουν επίμονα
Πηδούν κάθονται στο τετράδιο
γίνονται μαύρα γράμματα
Τ’ ανοίγω κατεβατό σε γλώσσα άγνωστη ρώσικη θαρρώ
Στο εκτενές γλωσσάρι διαβάζω κι ωχριώ
πατέρας
νεκρός
έμφραγμα
μαθηματικός
μητέρα
μουσικός
τώρα
μακριά
εργασία
εσωτερική
μεγαλοδικηγόρος
εγώ
μένω
έξω
από
πόλη
με
θείος
σε
ορνιθοτροφείο

ΑΚΟΡΝΤΕΟΝΙΣΤΑΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ (πρώτη ενότητα σελ. 18)
Στο δρόμο κάθομαι μονάχος
με την Καλίνκα στ’ ακορντεόν
κόσμος με προσπερνά
γάτος αδέσποτος στο φράχτη
Κρεμασμένος
Ποιος άνεμος μ’ έριξε εδώ
-άι, ξαπλώστε με στο πευκόδασο
ύπνο σμαραγδένιο να κοιμηθώ-
Δελφίνια αγέλη κυνηγημένα στοίβα
στεγνά φιλιά απορημένα
σ’ ακτή του πουθενά
Αναριγώ
Ρείκι σε πεζοδρόμιο ριγμένο
δελφίνια πεθαμένα στ’ ακρογιάλι
-Καλίνκα, ζωή μου ζωή ξένη
έι, βατόμουρο και ρόιδο ζωή μου τρελή-

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ (πρώτη ενότητα συλλογής σελ. 24)
Εξέρχεται
από το αεροδρόμιο
Έκπληξη
ψάχνεις της γραμμής λεωφορείο
Παρατηρείς αντίδραση καμία σαν να μην έφυγες ποτέ
Μούδιασμα
έδαφος στέρεα πατάς οικείο
Σιωπή
εκκωφαντική γνώριμο ερημικό τοπίο
Αφουγκράζεσαι
απέραντη ησυχία υφέρπουσα ανησυχία
το πλακόστρωτο εμποτίζει
Απουσία
στο σούπερ μάρκετ σύμφυρμα οσμών σε κατακλύζουν
Εφορμούν
άρωμα lakrits Kanelbullar kardremomma
Εισβάλλουν
αναλέητα λιώνουν τη χειμέρια νάρκη
πληγή υποδόρια νοτίζουν
Χύνονται
χείμαρροι άηχοι γόοι εικόνες καταυγάζουν ξεθωριασμένες
Σπαν
μπουκαπόρτες κύματα αναβλύζουν
Επέστρεφε

ΠΛΑΝΗΣ (πρώτη ενότητα συλλογής σελ. 26)
Γεννήθηκε σε χαλεπούς καιρούς για άρχοντες
για εραστές της Περιπατητικής Σχολής
για στοχαστές συνδαιτυμόνες συμποσίων
Ναρκοσυλλέκτης είχε χάσει δυο δάχτυλα
πράος μελισσοκόμος θήτευσε μετά
Ώσπου βρέθηκε μέτοικος βόρειων χωρών
πλάνης ρίζα δεν άπλωσε
ξεριζωμένος μια ζωή ανέστιος
Κάποτε σαν άσωτος επέστρεφε
στύλωσε σπίτι όχι για να ζήσει
για να πεθάνει είπε
Κάτι τον βάραινε κάτι τον τρόμαζε
την όποια ευτέλεια στον κόσμο αυτόν
την όποια πρόσκαιρη περιδιάβαση
του ήταν δύσκολο ν’ αποχωριστεί
Ρόγχος επιθανάτιος σ’ απόγνωση
ο λόγος ακατάληπτος βλάσφημος
Χειρονομώντας κραύγαζε
πάλευε μάταια ν’ αντισταθεί
τούμπα να φέρει τη χθόνια βάρκα
Ασ.. χθσφ… φγε… ασ… χισλπ… εεεεεεεσχτρ…
Τώρα η σορός γενναίου ναρκοσυλλέκτη
του εραστή της Περιπατητικής Σχολής
του πράου μελισσοκόμου του άρχοντα
του πλάνη μετανάστη του ανέστιου
κρύο κουφάρι στο σπίτι κείτεται
Απομεινάρι της πλάνης τους έτοιμο
για την νεκρώσιμη ακολουθία

ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ (πρώτη ενότητα συλλογής σελ. 27)
Κατά το σούρουπο απ’ το βορρά
έρχονται ψίθυροι απαλοί
και με βυθίζουν σε γλυκιά μελαγχολία
Τότε στα μάτια μεταξωτές κλωστές
λικνίζονται Αλσηίδες νύμφες
Λουσμένες στο βόρειο σέλας
λαμπυρίζουν
 και με ζεστά αγγίγματα σε δάση
δύσβατα  με παρασέρνουν

Βραδιάζει πάλι μέσα μου
σκοτάδι η απουσία με τυλίγει
Θέλω να κλάψω να βυθιστώ
σε κολυμβήθρας δάκρυα
Βρέφος που του προσδίδουν όνομα
πρόσωπο ν’ αντικρύσει τη μέρα
Βραδιάζει πάλι μέσα μου
απόψε δεν θα κοιμηθώ

ΡΑΓΙΣΜΑΤΙΑ ΙΣΩΣ (πρώτη ενότητα συλλογής σελ. 32)
Πριν ξεκολλήσει πέτρα πριν ξανακυλήσει
σε τρύπια κιβωτό καταχωνιάζει ρύπους
Ρέλια θηλιές ρούχα χαρταετοί σχισμένα
ξέφτια ραμμένα με φυγόδικες βελόνες
Την παιδική κουβέρτα την καρό διστάζει
σε λήθης θύλακα βαθύ πριν παραχώσει
Με τα καρό ερμητικά αραδιασμένα
κατέγραφε καλά κουτάκια σφραγισμένα
Κύκλοι τετράγωνοι επάλληλες γωνίες
χάσματα σύνορα χαραγματιές κομμάτια
Χρήσιμη αν κάποτε πάτσγουορκ ραβόταν
τουλάχιστον αυτήν να έπαιρνε μαζί του
Τετράγωνων διαδρομών γεωγραφία δίχως συγκλίσεις συρραφές
δίχως συνάψεις
Ποτέ καμπύλες εναγκαλισμοί πλεξούδες
επιστροφές ποτέ σ’ ειδυλλιακά τοπία
Φυγή κι επιστροφή πάντα στον ίδιο τόπο
ραγισματιά ίσως στο χείλος χθόνιου ρείθρου.

ΜΙΑ ΤΣΑΝΤΑ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ ΕΓΙΝΑ (πρώτη ενότητα συλλογής σελ. 35)
Μια τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα και προχωρώ
Είμαι το σπίτι μου λιτό κι απέριττο
συμμετρικό και σταθερό παλεύω να ’μαι
κι ας είναι τα μπαλκόνια μου μικρά
κι ας έχω τα θεμέλια προς τα μέσα
Με ξαναχτίζω μ’ επανατοποθετώ
πατρίδα και σπίτι μου εγώ
κι αναζητώ γωνιές όπου δένδρα φύονται
γωνιές με γαλανό ουρανό
γαλήνια να μ’ αγκαλιάζουν
Μια τσάντα σπίτι είμαι
και τα χερούλια μου κρατώ σφιχτά μες στην καρδιά
Φέτες σχιστόλιθοι α-συνέχειες
φλόγες ζωσμένες βίαια έσκαψαν
κι έκοψαν
Πολλά τα ξερι-ζώματα
ολοκληρωτικά απειλούν να με συνθλίψουν
Μια τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα και προχωρώ

ΕΞΟΡΙΣΤΟΙ (πρώτη ενότητα συλλογής σελ. 38)
Εξόριστοι
μήτρας μητριάς
παρένθετης
Ξεριζωμένοι
Στιγμή Πρώτη
εωθινή κραυγή
σημάδι
αναζήτηση
Στιγμή Έσχατη
εσπερινού λυγμοί
επιστροφή
ασώτου
Φως μυστηριακό
άχραντο
σ’ έδωσε το ωραίο ταξίδι είπε
μόνο ζωή και θάνατος είπε
Κι ο χρόνος ατελεύτητος

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ - ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ (πρώτη ενότητα συλλογής σελ. 40)
Κοιτώ το ρυάκι να ρέει αμέριμνο
το νερό να κυλά λαμπυρίζοντας
Αντανακλάσεις φωτός διαγράφουν
γιρλάντες στη ράχη του
Τα βότσαλα λάμπουν ατάραχα στο βυθό
Χρυσοκίτρινα φύλλα πέφτουν και χάνονται βιαστικά
Η σκιά τους διαγράφεται σκοτεινή
περνούν γρήγορα και χάνονται
Βαθιά πηγή αναβλύζει μέσα μου λόγια ακατάληπτα
Ψιθυριστά νανουρίσματα
συγχωνεύονται με του νερού το κελάρυσμα
για παιδιά που ’χασαν τον ύπνο τους
για παιδιά που κείτονται στου βυθού την αταραξία
Μέσα σε τόση ομορφιά
κάτι με πνίγει κι εγείρεται μέσα μου
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο
«Κι αυτό το αγοράκι
δεν έχει κρεβατάκι»
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ ΤΗΣ ΚΛΕΨΥΔΡΑΣ (ένα απόσπασμα από την κριτική της Λίλιας Τσούβα στο Fractal):
Ένα ποδήλατο στη Gamla Stan, ένα ρεστοράν στην Ουψάλα. Τσουρεκάκια κανέλας και κεφτεδάκια λαχανικών. Ένα όμορφο ζευγάρι μεταναστών κι ένα Σεβιλλιάνικο νανούρισμα. Ελλάδα, Πόντος, Ιδωμένη. Ένα κονιάκ αποχαιρετισμού. Μια τσάντα σπίτι και πατρίδα. Και στη θάλασσα να κολυμπούν φάλαινες πληγωμένες. Να τις ξεβράζουν βίαια κύματα. Σε έρημες ακτές.

Τι κι αν οι αιώνες περνούν; Τι κι αν μπήκαμε στην εποχή του internet of thinks; Ο ακορντεονίστας του δρόμου είναι πάντα εκεί, στην άκρη της γέφυρας. Παίζει την «Καλίνκα», ένα τραγούδι του βορρά. Είναι πλάνης, ανέστιος. Το πρόσωπό του μελαψό. Είναι Σύριος. Είναι Έλληνας. Ο δικαστικός κλητήρας κρατά την απόφαση έξωσης. Το φορτηγό του δήμου περιμένει.

Πόλεμος, προσφυγιά, εξαθλίωση. Το ίδιο αιωνόβιο δέντρο. Ατέρμονες κύκλοι. Κι ο κόσμος ένα θέατρο, με σκηνικά άψογα και υπέροχη ακουστική. «Λιγοστεύουν οι λέξεις» για τη Δέσποινα Καϊτατζή – Χουλιούμη. Και πλάθει το δικό της μελωδικό τραγούδι για την ξενιτιά με ποιήματα στη μνήμη του πατέρα, πρόσφυγα από τον Πόντο… Ζωή μοιρασμένη ανάμεσα στη λαχτάρα της επιστροφής και στον πόνο του νέου ξεριζωμού… Άλγος και νόστος. Ένα προσκλητήριο από την πατρίδα κι ένας Έλληνας της διασποράς, ο Καβάφης, που της γράφει: «Επέστρεφε».

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΑΔΕΙΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ – ΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ (απόσπασμα από την κριτική της Διώνης Δημητριάδου στο Fractal)
Πώς αποκόπτεται κάποιος από τα ριζιμιά του, τα βαθύρριζα που τον δένουν με τον τόπο του; Από τα πρόσωπα και τα πράγματα, τις παιδικές μνήμες, τις λέξεις που τον μεγάλωσαν και του ’μαθαν τον κόσμο; Δύσκολη η δική του απόφαση, καμιά φορά αναπόφευκτη. Αν όμως αντίξοες δυνάμεις μηχανευτούν την αποκοπή του από τα πάτρια, τότε έχει από κάπου να πιαστεί να μην κατακρημνιστεί; Ή μήπως άφευκτη είναι η ενσωμάτωσή του στον νέο τόπο, εκεί που νέες ρίζες είναι γραφτό να ρίξει και νέες μνήμες να χωρέσει μέσα του; Διαβάζω τα νέα ποιήματα της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη και νιώθω να μην έχω αβίαστη απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα. Μα, ίσως και να μην είναι εύκολο να απαντηθούν. Όσα ανατρέπουν τα δεδομένα μας, όσα απειλούν να μας μεταβάλουν σε αιωρούμενα σώματα, που δεν αγγίζουν γη, δεν προσεγγίζονται ψυχρά και λογικά. Κι αν κανείς θεωρήσει πως μια τέτοια απώλεια μεγεθών αφορά μόνον τους άλλους, σαν μια ζοφερή εικόνα μακρινή πολύ, δεν έχει μετρήσει σωστά τη δυναμική της ρευστής πραγματικότητας, που γράφει αδυσώπητα και απειλητικά πάνω σε όλους.

ΟΛΟΙ ΒΟΥΛΙΑΖΟΥΜΕ ΕΝΤΡΟΜΟΙ ( από τη 2η ενότητα της συλλογής σελ. 57)
Ένα ποτάμι έρεε παλιά εδώ
τώρα δυνατός λυσσομανάει αγέρας
κι η άμμος μανιασμένη ρέει ποτάμι
Κολλά πάνω μας στα ρούχα στο πετσί
μπαίνει στα μάτια μας
Προχωράμε με μάτια κλειστά
σκοτάδι η άμμος μας σκεπάζει
Βουλιάζει όποιος πάει αντίκρυ της
όλοι βουλιάζουμε έντρομοι
μπρος στην αδυσώπητη ροή της
Σαρώνει τα πάντα ανελέητα
όταν λυσσομανάει ο αγέρας
Μόνο οι νεκροί κείτονται ατάραχοι
η μανιασμένη άμμος δεν τους νοιάζει
τι είχαν και τι έχασαν τάχα οι νεκροί
Βουλιάζει όποιος πάει αντίκρυ της
όλοι βουλιάζουμε έντρομοι

ΘΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ («μόνο οι νεκροί έχουν δει το τέλος του πολέμου» -  από τη 2η ενότητα της συλλογής σελ. 64)
Θα παίξουμε τον πόλεμο είπαν
Παιδιά που από νωρίς την αθωότητα είχαν επεκδυθεί
Εσείς πολεμιστές και πόλεμος
Εμείς υποκινητές της ήττας ερωδιών και κολεοπτέρων
Εσείς δορκάδες διαμελισμένες το τέλος του πολέμου θα ’χατε δει
Εμείς ολέθριοι εξολοθρευτές δορκάδων
Δεινοί εκδοροσφαγείς καταπατητές καθημαγμένων τόπων
Τη φρίκη του πολέμου θα πουλάμε με κροκοδείλια δάκρυα
Θα τη διανέμουμε σε ακριβά παράθυρα

ΗΡΘΕ ΤΟ ΝΕΟ ( από τη 2η ενότητα της συλλογής σελ. 68)
Ήρθε το νέο με το παλιό του φόρεμα
μ’ ασπρόμαυρες φωτογραφίες
ψιθυριστά να χαιρετούν από το μέλλον.
Ήρθε το νέο με το σπασμένο ρόδι στο κατώφλι
με πλαστικό κλαδί ελιάς στο ράμφος
αγριοπερίστερου
Αχνά χαμόγελα στα παγωμένα φύλλα της μουριάς
στην καρδιά μια καρδερίνα να κελαηδάει αλλόκοτα

Ήρθε το νέο με το παλιό του φόρεμα
κρατούσε στην παλάμη χρυσό πουλί ολόφωτο

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΚΑΛΗ ΓΕΝΙΑ ( από τη 2η ενότητα της συλλογής σελ. 71)
Είμαστε από καλή γενιά
γόνοι γλάρων ερωτευμένων.
Στραμμένοι στην Ανατολή
ζωγραφίζαμε ορίζοντες
αγγίγματα γαλήνιας αρμονίας
Κι αν δεν φτάσαμε ως εκεί
κι αν τα λάθη πολλά
κι αν κουραστήκαμε
κι αν προς στιγμήν λυγίσαμε
κι αν γονατίσαμε
Ακόμη κι αν λακίσαμε
οι φύτρες μας χλωρές
ακολουθούν ξοπίσω
Αδημονούν προετοιμάζονται
να σηκώσουν τον ουρανό
να σβήσουν με τ’ απαλό τους χνούδι
αρχαία μουντάδα

ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ (Δήμος Χλωπτιούδης)
Ένα ποίημα αποσπασματικά εξεταζόμενο, μολονότι αφήνει να φανούν η σκέψη και οι αγωνίες του δημιουργού, αδυνατεί να δώσει μία ολοκληρωμένη εικόνα για τις ανησυχίες του. Μία συλλογή όμως αποκαλύπτει όλο το φάσμα των αγωνιών -σε μία συγκεκριμένη τουλάχιστον εποχή- και συχνότατα ιχνογραφεί την ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη. Έτσι ακόμα και αν δεν αποτελεί μία ενιαία ποιητική σύνθεση, η κριτική προσεγγίζει την συλλογή ως τέτοια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανωτέρω σκέψης είναι η τελευταία ποιητική συλλογή της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ, εκδόσεις Μελάνι 2017,  που ενώ απαρτίζεται από ξεχωριστά ποιήματα, όλα μαζί συναποτελούν μία θεματική και στιχουργική ενότητα. Έτσι κάθε σύνθεση διατηρώντας την αυτοτέλειά της αποτελεί δεσμό θεματικό του όλου ποιητικού εγχειρήματος.
Στη συλλογή η ποιήτρια διαπραγματεύεται το πολύπτυχο θέμα του ξεριζωμού… Η δημιουργός συνδέει την υπαρξιακή διάσταση της μνήμης του «ιδιώματος του μετανάστη» με την κοινωνική αγωνία για τον Άλλο, τον άπατρι, τον ανέστιο. Έτσι, το θέμα του ξεριζωμού ξεκινώντας από το προσωπικό βίωμα μετατρέπεται σε οδυρμό και ανησυχία για το μέλλον των προσφύγων και των αστέγων…
Μα η ποιητική της Καϊτατζή-Χουλιούμη ξεπερνά το επίκαιρο και μεταφέρεται σε ένα διαχρονικό επίπεδο με κεντρικό θέμα τον ξεριζωμό και την ένδεια…

Αξίζει να σημειώσουμε πως μέσα στη συλλογή -αν τη δούμε ως ενιαία ποιητική σύνθεση- ο χρόνος αποτελεί μία ρευστή ιδιότητα του ανθρώπινου βίου. Ο ατομικός χρόνος (ως αναμνήσεις) και ο συλλογικός συμπλέουν με επίκεντρο τον ανθρώπινο πόνο του ξεριζωμού. Το βίωμα από προσωπικό γίνεται συλλογικό με πανανθρώπινη έκταση αγκαλιάζοντας το πέλαγος των αναζητητών νέας πατρίδας και ειρηνικής ζωής…
Η ποιητική της Καϊτατζή-Χουλιούμη κινείται σε μία ήπια αλληγορική γραφή συνδέοντας υπαρξιακές αγωνίες (αγάπη, μοναξιά, μνήμη, θάνατο, το απρόβλεπτο του βίου και ανατροπή) με τα συλλογικά βιώματα συχνά μέσα από την πρωτοενική οπτική της εξωτερικής εστίασης. Και τούτο ακριβώς υποδηλοί μία πρισματική ποιητικότητα με πολυεπίπεδη έκφραση άλλοτε λυρική και άλλοτε αφηγηματική…

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη με ευαισθησία στους νέους και τους αδύναμους συνθέτει μία συλλογή φέρνοντας τον ακροατή/αναγνώστη στη θέση του πρόσφυγα, όπως τοποθετεί μέσω της εμπειρίας και τον εαυτό της. Η αφήγηση της ατομικής εμπειρίας ως μνήμη συνδέεται με την κοινωνική παρατήρηση του άπατρι σε ένα χωροχρονικό ταξίδι από τη Σουηδία έως την Ειδομένη και τις εστίες πολέμου.

ΓΙΝΟΜΑΙ ΓΙΑΛΟΣ ΓΙΡΛΑΝΤΕΣ ΓΕΜΑΤΟΣ ΓΙΑΣΕΜΙΑ ΓΟΝΟΣ…
Σπασμένη γέφυρα κι ανάμεσα μετέωρη εγώ μακριά από τιτιβίσματα απ’ τα μη με λησμόνει μακριά νεφέλη σε μόνιμη φυγή ανοίκεια κι εδώ κι εκεί κάτω ξεριζωμένη μέτοικος μετεωρίζομαι αδιάλειπτα Μια πλάνης μετανάστρια φυγαδεμένη πρόσφυγας μοιραία μορφή περιθωρίου Ποια πού τι πώς marginal man εγώ Κόρη της μάνας μνηστή άνδρα χθόνιου Γυναίκα ώριμη δεν ένιωσα ποτέ στη μήτρα μου καρπό δεν έθρεψα Στη δίνη οδυνηρών αποδημιών χαλάσματα χελιδονοφωλιάς σωρεύτηκαν στο στήθος Λάβα χυμένη στο δέρμα κι εισχωρεί βαθιά Πειθήνιος αχθοφόρος εγώ επιταγών κι επιθυμιών δυνάμεων κυρίαρχων Καιρός να λιώσω τη λάβα με λυγμό τη φλόγα που με καίει στη φλόγα μου να καταπιώ Να ξαναγεννηθώ αυθύπαρκτη μια χελιδόνα μονάχα ν’ αγαπώ Έτσι κι αλλιώς λειψή η Άνοιξη σαν δεν τη χαίρονται οι πολλοί Ας την κομίζω με πόθο ουρανό με προσμονή μια θάλασσα Καιρός να κάνω αποχή Μ’ άλογο φτερωτό σε άλλο αστέρι να στραφώ υπέρλαμπρο Άλλη ύπαρξη αέναα ολόκληρη στο φως τον Πρώτο ουρανό να ονειρεύομαι [Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Περσεφόνη – Marginal man από τη σελ. 44 της συλλογής Λιγοστεύουν οι Λέξεις, εκδόσεις Μελάνι 2017]

 ΓΑΜΕΤΗΣ ΓΑΛΗΝΗΣ ΓΑΖΙΑ ΓΙΝΟΜΑΙ ΓΕΝΕΘΛΙΑΣ ΓΗΣ…