Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΣΥΜΒΟΛΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ (ανθολογία ποιημάτων απ’ το Χρονολόγιο της):


«Φορούσε μακάρια σιωπή / στα αμυγδαλένια μάτια 
πικρό, γλυκό δεν γνώριζε / μόνο ανάσαινε βαθιά  νέκταρ μελαγχολίας.
Ένιωθε κόμπο το ροδόνερο / που έπρεπε να πιεί
να εξαγνιστούν τα πέπλα ονείρων / που έσπασαν
χίλια κομμάτια.
Το φόρεμα ολόλευκο / εξαγνισμός στο καθαρτήριο των ψυχών
δεν ήταν νυφικό το φόρεμα της
κρέμονταν πάνω του φυλαχτά σαστισμένων αγίων
και μαρτυρούσαν χίλια τάματα / να βήχουν σταγόνες προσευχών.
Αυτή κοιτούσε το περιθώριο
στα πόδια της χορτάριαζαν οι θλίψεις
ποδοπατούσε τους καιρούς   / αναίτιοι τρομοκράτες
ένα δύο ρυθμικά  / χτυπούσε ένα - δύο
έδιωχνε τα θηρία του μυαλού / στα ασθενικά της πέλματα.
Στα χέρια οι ψίθυροι έσταζαν χολή
σφίγγοντας γροθιές / που αναζητούσαν φρέσκο χώμα να σκάψουν.
Δεν είχε όνομα η κοπέλα / δεν ήταν νυφικό το φόρεμα της
ήταν άλιωτο κερί  / φωτιά που σιγοκαίει / την κόλαση της ύπαρξης
Δεν είχε όνομα / ούτε και το λευκό χαράς φορούσε
μόνο στο γκρίζο βλέμμα / ένα παιδί φλέρταρε τα ναυάγια 
ένα παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ
πλησίασα και ζάχαρη έδωσα να μη φοβάται....»

Έχει όνομα η αυτουργός των παραπάνω στίχων που επέλεξα να προλογίζουν αυτή την ανθολογία ποιημάτων που ακολουθεί: Ελευθερία Θεοδώρου είναι η ποιήτρια και Μυαλού Αγρυπνία ο τίτλος του ποιήματος  που, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει (κι ως σύλληψη και στις λεπτομέρειες της μορφής)  από ποιήματα δημιουργών με μια ντουζίνα ποιητικών συλλογών στο βιογραφικό τους, στοιχεία που μου δίνουν κάθε δικαίωμα  (χωρίς πολλές επιφυλάξεις ή άλλους αστερίσκους) να πω πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αυθεντική ποιητική φλέβα – που είναι κι ανεξάντλητη – αν κρίνω από την πληθώρα και την ποικιλία των αποσπασμάτων που διαβάζω τον τελευταίο καιρό στο Χρονολόγιο της.  
Έχει όνομα, λοιπόν, και περιεχόμενο μεστό η έμπνευσή της… και είναι ευδιάκριτος, σχεδόν σε κάθε στίχο, ένας γνήσιος ποιητικός λόγος που πηγάζει από την καταβύθιση στον εσωτερικό της κόσμο κι απ’ τη φυσική ανάγκη οι στίχοι αυτοί να είναι το απαύγασμα μιας εξωτερίκευσης , το αποτύπωμα, δηλαδή, πηγών ζωής: Επιθυμίες / Πόθοι, Όνειρα / Προσδοκίες Έρωτα ή διαφορετικά όλα αυτά που υπαγορεύουν τη στάση του ποιητικού υποκειμένου. Γιατί η ουσία της ποιητικής δημιουργίας έγκειται στη λυρική ανάδειξη της Επιθυμίας σε στίχους, των Ονείρων σε «συγκομιδές» συμβόλων, των Πόθων σε Εικόνες «πτήσεων» «απ’ το ζύμωμα της αστραπής με τη βροντή», με τη διαρκή προσδοκία κάθε σπόρος συναισθήματος να γεννοβολήσει μορφές της Καλλονής, όπως θα έλεγε ίσως κι ο Καβάφης: «Ας αφεθώ» στην Τέχνη, «ξέρει να σχηματίσει μορφήν την Καλλονής· σχεδόν ανεπαισθήτως τον βίον συμπληρούσα…». «Κυψέλη ανασφάλειας ο Έρωτας», για την Ελευθερία, γιατί εκεί   «των αισθημάτων οι εργάτριες / αποτυπώνουν τις στιγμές. Το φιλμ μονότονα αργό / προβλέψιμο / και πάντα ίδιο / η απαιτητική Βασίλισσα /παίρνει πάντα κεφάλια».
Ιδού ακόμα ένα ποίημα από τις αναρτήσεις της:

 «Συγκομιδή συμβόλων / σε λαθραίες παραδόσεις
βλέμματα ραγισμένα απορίας
τι άραγε ο ποιητής να λέει;
Έτσι γεννιούνται / κώδικες πορφύρας
σε εξορύξεις / βαθυστόχαστων σταθμών
Σπάνε οι κλεψύδρες  / και διαφεύγουν κόκκοι άμμου
σημεία καιρών / που πλήττουν στην ασφυξία  του κενού τους
Τότε εκρήγνυνται φλεγόμενοι πυρήνες
σε άνωση καλούνται / οι αυτόχειρες της έμπνευσης
να βγούνε από το κέλυφος τους
Δραπέτευση οδύνης  / απ’ την απλότητα του είναι
βλασταίνουν άγονα τοπία  / και πέταλα ανθίζουν σε αγκάθια
όταν ο ποιητής ματώσει τη ψύχη του  / μιλήσει με τους δαίμονες του
δώσει σοδειά  / δημιουργήσει
Αυτός ασθμαίνοντας  / εξόριστος της ίδιας του της ύλης
ανταγωνίζεται την λύτρωση του / και επιστρέφει πίσω
αφού θερίσει τους καρπούς του / για να ζεστάνει
τις πληγές που καίνε ακόμη»

Τους ανέκδοτους αυτούς στίχους η Ελευθερία τους εκθέτει δημόσια μέσω του προσωπικού της λογαριασμού στο fb. Αυθεντική και ειλικρινής και η ομολογία ευσεβών προθέσεων:    
 «Νιώθω την ανάγκη να μιλήσω σε εσάς, που αγκαλιάσατε τους στίχους μου αλλά και σε σας που περαστικοί αγγίξατε απαλά το πανωφόρι της ψυχής μου και φύγατε για τις δικές σας διαδρομές. Σας καταθέτω μέρες τώρα τα λόγια της ψυχής μου με ταπεινότητα, αυτή που πρέπει και αυτή που εγώ ορίζω να έχω μπροστά σε ανθρώπους που οι γραφές τους με συγκλονίζουν αλλά και σε αυτούς που σε άλλες τέχνες και τομείς αφήνουν με καταξίωση το αποτύπωμα τους . Δηλώνω λοιπόν ευθαρσώς πως εγώ ποιήτρια δεν είμαι αλλά ήρθα κοντά σας για να μάθω, να ψηλαφίσω ίχνη από την έμπνευση σας, να σας διαβάσω, να μάθω το βηματισμό για να χορέψω αντάξια κοντά σας. Η αγκαλιά που μου χαρίσατε με συγκινεί και νιώθω το βάρος της ευθύνης στους ώμους, να μη προδώσω την εκτίμηση σας. Γι αυτόν λοιπόν θα προσπαθήσω και αν ποτέ σας απογοητεύσω να ξέρετε πως στο κατώφλι αυτό ήρθα γιατί αγαπώ αυτό το ταξίδι πάρα πολύ.
Δεν θέλω γραφική να είμαι ούτε τα περιττά λόγια αρμόζουν στην προσωπικότητα μου, όμως η έπαρση δεν μου ταιριάζει θέλω να σας κοιτώ στα μάτια τίμια κάθε φορά που την πόρτα σας χτυπάω…».
Συνεπικουρεί και το παρακάτω απόσπασμα από τις εμπνεύσεις της:
«Λυμένο όνειρο και εγώ ανασαίνω / τον τελευταίο μου στίχο
έξω καυτός αέρας / στενάζει σπάζοντας την πέτρα
Υγραίνονται οι γρίλιες / στην παντομίμα των χειλιών
συνωμοτούν τα νώτα με τις προτροπές
και μια σημαία δραπετεύει / στις επάρσεις των μαχών μου.
Τί και αν το θαύμα είναι ανορθόγραφο
και ο βρόγχος των νοημάτων / κόμπος προσκοπικός;
Κάποτε ήμουν κεχριμπάρι / στην ρωγμή του ήλιου
τώρα μικρό λακκάκι / στην αμμουδιά του νου»

ΛΕΝΕ ΠΩΣ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ, ΤΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΕΡΟ, ΤΟ ΔΡΑΣΤΙΚΟΤΕΡΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΑΣ  
Γιατί ο δημιουργός, όπως θα έλεγε κι ο Ρίλκε, πρέπει να είναι ολόκληρος ένας κόσμος, να βρίσκει τα πάντα στον εαυτό του και στη Φύση, και με το φυσικό χάρισμα της έμπνευσης να καταγράφει φθόγγους/  ψιθυρίσματα ζωής.
Εμπνευσμένα ψιθυρίσματα και τα παρακάτω δείγματα των ποιητικών αναζητήσεων της Ελευθερίας Θεοδώρου.  Η επιλογή, βέβαια, από τα εκατοντάδες που έχει η ίδια αναρτήσει τον τελευταίο καιρό στο Χρονολόγιο της στο Fb,  έγινε, όπως ήταν φυσικό, με υποκειμενικά κριτήρια και ίσως με λανθάνον κριτήριο την, στο μέτρο του δυνατού, παρουσίαση κάποιων βασικών χαρακτηριστικών της γραφής της. Κάτι που είναι βέβαια πολύ  δύσκολο να ανιχνευθεί σε μια αποσπασματική καταγραφή μιας πορείας που εξελίσσεται.   Ίσως όμως φανεί πιο ανάγλυφα στην κατακλείδα όπου επιλεγμένοι στίχοι – κλειδιά απ΄ όλη τη μέχρι τώρα δημοσιευμένη παραγωγή  φιλοδοξούν να προβάλουν τους ποιητικούς ορίζοντές της. Ας τους εκλάβουμε «σα θαμπούς προβολείς» μες στην ομίχλη της καταθλιπτικής πραγματικότητας.    
Η Ελευθερία Θεοδώρου ήρθε στο ποιητικό στερέωμα και θα μείνει γιατί η φωνή της είναι διακριτή, πηγαία, και συνάμα δυνατή ώστε να δημιουργεί εικόνες και να εγείρει συναισθήματα.

Ανάμεσα στα ποιήματα εικόνες στίχων της ποιήτριας


Σ’ ΑΓΑΠΩ 
Σου έλεγα...
άγριο χάραμα οι έρωτες γεννιούνται
σαν υποκλίνονται τα βλέφαρά
σε μάτια χάλκινα τοπία
και ντύνονται τα πάθη
φτιασίδια στα μαλλιά
κορδέλες κόκκινες
που κρέμονται στα ψάθινα καπέλα
των κοριτσιών στο λιόγερμα

Μου έλεγες ...
στο ξύπνημα της μέρας
τα χάδια ξυπνούν αγάπης όνειρα
σαν αποκοιμηθούν τα άγρια ένστικτα
μες στα σπιρτόκουτα του πάθους
και χνάρια σε ζεστά σώματα
τα αρώματα που ψιθυρίζουν συλλαβές
σταγόνες που κυλούν
σε ένα ρεσάλτο ευτυχίας

Τότε είπες ...
ένα ποτάμι φως
χαράζει αιωνιότητα στιγμής
στον έρωτα και την αγάπη
Σ αγαπώ μου είπες..
Θυμήθηκα το γέλιο σου
στον ίσκιο της ανθισμένης λεμονιάς
και αντηχούσε ποτάμι γάργαρο
και έπειτα φως...

Και εγώ σ αγαπώ σου είπα ...

ΙΔΙΟΚΤΗΤΟ ΑΡΩΜΑ
Στο ψίθυρο του στίχου
αφουγκράζονται τοπία
κάνουν αναδρομές με νότες,
στις κορυφές οι μνήμες
λικνίζονται
γυμνές σειρήνες
ζητάνε ανταλλάγματα
να φυλακίσουν
το άρωμα του τόπου.
Το θήραμα εντοπίζεται
από τη μυρωδιά του
δύο σταγόνες
και νότισε το χώμα.
Το διεκδικούν
είναι δικό τους
να μη θαμπώνεται
να μη πλανεύεται
από άλλα μάτια.
Όταν σμίγουν
αυτές με το παρόν
μόνο τότε
αναβλύζει
η ιδιοκτήτη
αγαπημένη ανάσα.
 

ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ
Λάγνες σκέψεις
σε σάρκινο μπουκάλι
περιφέρονται σε σκοτεινά σοκάκια.
Χαμίνια με πανωφόρι
κουρελιασμένες αντιστάσεις
έλξης σωμάτων
πίνουν την τελευταία τζούρα
και υποτελείς
σε πάθος απόλυτο
ανακοπή παθαίνουν.

ΑΥΤΟΔΗΛΟ
Πολυφορέθηκαν τα ξένα μάτια
καπνίζουν πρόστυχα τις ενοχές τους
Στα όρια τους οι μονομάχοι
μαριονέτες μοιάζουν σε αρένες
σέρνονται
πουλιούνται
αγοράζονται
το άθροισμα το ίδιο πάντα
μοιράζεται σε δύο μάτια
Εσώκλειστη η εντολή
φθάνει σε φάκελο
Διαβάζω :
Προσαρμόσου
και αν δεν αντέχεις βγάλτα
.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ
Άνοιξε την καλύπτρα του μυαλού
από μονόγραμμα ήταν γυμνή
δεν είχε όνομα ήταν αριθμός
μες σε προσθέσεις και αφαιρέσεις
πλάγιαζε με τους άρρητους
μα ερωτευόταν τους ρητούς.
Σε ημισφαίρια με διαβήτη
χώριζε τον κύκλο της ζωής
σε τομή αυτή ξάπλωνε,
με ισοσκελισμένα τρίγωνα
φιλήδονα έφτιαχνε σπίτια κόκκινα
και εξαπατούσε τις αισθήσεις
με τα γινόμενα φιλιών.
Όταν στα ασυνάρτητα των σχέσεων
πόρνη την έλεγαν
έχω όνομα είπε
η έλξη είμαι.
 

ΕΠΙΜΟΝΗ
Παραφυλάω
το απαγορευμένο να γευτώ
σε μια ζαριά
σαν κοιμηθούν οι αντιστάσεις
σε ολική έκλειψη αφής
εγώ θα φέρω εξάρες
και θα καπνίσω
του φόβου μου τα χνώτα
Στα δύσκολα ηδονίζονται
οι υψηλού κινδύνου ορμές
είναι ανώφελο
το αδιάβατο σε μένα
παιχνίδι η ζωή
και εγώ θα φέρω εξάρες.

ΡΟΚ ΜΠΑΛΑΝΤΑ
Κάθε άγγιγμα ανάγνωση αφής
χάδι απροειδοποίητο
διεισδύει το αποτύπωμα
στα κύτταρα του νου
μελάνι ανεξίτηλο
υμνεί την πεμπτουσία
της προσταγής του πάθους.
Στο στέρνο φυλαγμένα
γυμνά γράμματα
ψίθυροι σε αναμμένα σώματα
φιλεύουν γραμματόσημα
σε αποστολές ερωτικές.
Μιας αλληλογραφίας παράφορης
τα σώματα εκτελεστές
της έκσταση τους.
Επιστολόχαρτο σε άρωμα μαστίχας
ξέχειλο από ενώσεις
και η διανομή πορεία σε κρύπτες
γλιστρά σε ηλεκτροφόρους ορίζοντες
και ενώνεται με δέος ρυθμικό
μες σε πυρήνες
στη ρωγμή της ολοκλήρωσης.
Ξαπλώνουνε οι αισθήσεις
στου πενταγράμμου το ανάκλιντρο
«Αποστολή επετεύχθη»
ηχεί μια ροκ μπαλάντα
λέξεις που γράφτηκαν
στις προεκτάσεις
νότες σε πόθου εξαργυρώσεις.
 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ ΦΩΤΟΣ
Νιώθω πανσέληνος
στην κοιλάδα των μουσών
ριγμένη στις έναστρες διαφάνειες
των λογισμών των ποιητών
αχτίδα από αχάτι ή ρουμπίνι
αγκαλιάζω τα αποτυπώματα
πεσμένων αστεριών.
Oι ποιητές κόγχες ματιών
αναλαμπές των φάρων
φωλιάζει η έμπνευση
στους πολυκαιρισμένους αμφορείς
και οι μούσες πληθαίνουν τα όνειρα
στο μυρωμένο προσκεφάλι.
Προσμονή και ανάταση ψυχής
του λυτρωμού το ακρωτήρι
αιώρες οι λέξεις στο θολό φως
στοιχίζονται
χορεύουν με τις μούσες.
Και οι ποιητές λαβώνουν
με αιχμή δόρατος
τη ψυχή του κατάσαρκα
εκστατικοί θύτες και θύματα
της έμπνευσης της μούσας
δημιουργοί φωτός συναισθημάτων
.

ΧΟΡΟΣ ΦΩΤΙΑΣ
Σε αναμονή προκλήσεων
χείλη
βουλιμικά
και ένα κορμί δεσποτικά ορθώνεται
ιχνηλατεί τις διαμέτρους του κύκλου
και κυκλώνεται
Νότες φλόγα σε πυρωμένο σίδερο
και μια οπτασία σε έλξη αρχέγονη
πάλλεται στο σκοτάδι
γλιστρά σαν όαση σε διψασμένα πάθη
και ξεδιψά
Μίτος χαμένος Αριάδνης
σε λαβυρίνθους ηδονής
και η σκιά του έρωτα στον τοίχο
γραφή μελάνι ανεξίτηλο
Παράγγελμα στη ζέση των σωμάτων
ένας βηματισμός εκρήξεων
και εγώ χορεύω
Φλόγα σμιλεύει
τα τιμαλφή κράματα της ύλης
σε έναν χορό φωτιάς
Φωλιάζει στις μυστικές κρυψώνες
την ανακούφιση των μαχητών
καίει τις άμυνες σου
παραδίδεσαι
και εσύ χορεύεις
Αίγλη αρρενωπή
σε ένα συμπόσιο της φωτιάς
συνωμοσία στις αισθήσεις
σανταλόξυλου
πάνω σε ηλεκτροφόρα σύρματα
Βυθίζομαι
ζεσταίνω
νεογέννητα θαύματα
λικνίζομαι
σε πόθους νεοσύλλεκτους
Είναι μεσάνυχτα
η μουσική σωπαίνει
μα εγώ χορεύω ακόμη ....

ΤΥΡΒΗ
Μες σε πολεμιστή φαρέτρα 
τόσα λευκά χαρτιά 
στρατιώτες στη σειρά 
με ονόματα στην πλάτη. 
Αεροπλάνα φτιάχνει με αυτά
και παίζει 
ύστερα φωτιά βάζει 
και τα καίει 
θυμιατίζει την ελπίδα 
που αργοπεθαίνει πάντα τελευταία

ΣΚΙΑΜΑΧΙΑ
Στα όρια πάντα
σβήνουνε οι δρόμοι
αχνά σημάδια οι διαβάσεις 
και ένα stop στο τέλος 
που τρομάζει.
Πως θέλεις τώρα να περάσω;
Είπες στις υπερβάσεις 
χαμογελάνε οι εκπλήξεις
μα εσύ κρυμμένος
στις λεπτές ισορροπίες 
ακροβατείς για να με φθάσεις. 
Γαντζώθηκαν αυτές 
στου φορτηγού τη ρόδα 
κυλούνε βιαστικά μαζί με μένα. 
Άργησες
μόνη πέρασα το δρόμο

ΔΥΟ ΦΤΕΡΑ ΑΠ’ ΤΟ ΖΥΜΩΜΑ ΤΗΣ ΑΣΤΡΑΠΗΣ
Δύο φτερά απ το ζύμωμα 
της αστραπής με τη βροντή 
σε σκουριασμένο κάρφωμα στην πλάτη.
Παράσημα από μάχες
και χαρακιές
στις λεπτές γραμμές των ορίων. 
Όταν ανοίγουν
μια σπιθαμή ουρανού 
αξίζουν να σκεπάσουν 
τόσο μικρή 
για τόσο μεγάλες μάχες 

ΟΙ ΠΡΙΓΚΙΠΕΣ
Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες
ο εραστής του πεπρωμένου στη γωνία
αναζητά καλύμματα ψυχής
μες στα σκουπίδια. 
Ανήμποροι οι καιροί
να αντέξουν τις προκλήσεις
αμαρτωλό το θέαμα 
υγρά τα συναισθήματα
στάζουν οι λάγνες λεμονόκουπες
ξεχύνεται της επιβίωσης το πάθος 
σκληρά ερωτοτροπεί τώρα η ανάγκη. 
Κλείνουν του καθωσπρεπισμού τα μάτια 
βελόνα ράβει
των στοχασμών τις αντιρρήσεις 
και η κλωστή τελειώνει 
όταν του πρίγκιπα το σάβανο 
σκεπάσει τη ντροπή. 
Οι καιροί πάντα δύσκολοι για πρίγκιπες 
κάθε ξημέρωμα 
το στέμμα αντανακλά 
μια νέα θανάτου λύτρωση.

ΑΥΤΟΕΞΟΡΙΣΤΟΣ
Κωπηλατείς σε άγνωστους
υδάτινους τυφώνες
εσύ που κοινωνούσες
σκιρτήματα ζωής
χάνεσαι σε θολά ποτά
και εμπρηστές θαμώνες
και τιμωρείς τους κομιστές
της σάπιας σου ζωής. 

Στην αχερόντεια πύλη σου 
τον οβολό δεν έχεις 
η βάρκα σου μπάζει νερά
μα εσύ το αγνοείς 
πλανιέσαι σε κρησφύγετα
που πάντα προεξέχεις
και κρύβεις το κεφάλι σου
στο χώμα που πατείς. 

Υποτελής στο ανέφικτο
επαίτης του θανάτου 
και θεατής αδράνειας
στο πιο ψηλό κλαδί 
μες στην οδύσσεια χάνεσαι 
του σάρκινου θεάτρου 
αυτοεξόριστος γυρνάς
σε μια καμένη γη

ΔΙΣΕΠΙΛΥΤΑ
Μες στο κεφάλι χίλιοι κόμποι
ανάμεσα τους μια κλεψύδρα
κόκκοι από ζάχαρη και αλάτι
σχισμή στα όρια μιας μάχης.
Γλυκός και ο πόνος μπορεί να ναι
το αλάτι καίει τις πληγές μας
ο χρόνος γρήγορα κυλάει
και τα σχοινιά η αλμύρα τρώει
κολλάνε τώρα από την γλύκα
σφίγγουν και σπάνε την κλεψύδρα
γλυκό και αλάτι ένα τώρα
και μένουν άλυτοι οι κόμποι

ΣΕ ΠΕΤΡΙΝΟ ΚΑΜΒΑ
Σε πέτρινο καμβά 
άνεμος γητευτής 
σκιτσάρει ανάγλυφα 
σώμα με ατσάλινα φτερά.
Χείλη σιωπής
φλογίζουν συνειδήσεις 
γεννούν 
της έμπνευσης τα θαύματα. 
Στα βλέφαρα φωλιάζουν 
οι καρποί των οδοιπόρων 
η μυρωδιά από βρεγμένο χώμα
εικόνες που σωπαίνουν 
σε χείλη που κραυγάζουν. 
Χέρια δαμάζουν 
την αψεγάδιαστη λαγνεία 
ενός σαθρού κόσμου 
και αφαιρούν τον ποθητό μανδύα
που κρύβει τις σκιές του.
Ο ποιητής αγωνιά 
να γεννηθεί μέσα απ την πέτρα.

ΠΑΡΑΜΟΝΕΥΟΥΝ ΤΗ ΨΥΧΗ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ
Παραμονεύουν τη ψυχή 
οι ένοπλοι καθρέφτες 
κρυστάλλινοι στην όψη τους
σε δωρικά δωμάτια
εξαργυρώνουν κώδικες
και προβολές εικόνων. 
Στις πολεμίστρες συναντούν 
της άμυνας τα πάθη 
πυροβολούνε μυστικά 
τον καλπασμό της μοίρας 
καταφρονούν της φύση μας 
και πλάθουνε συντέλειες. 
Όποιος με θάρρος κοιταχτεί
μες στις διαθλάσεις του είναι 
σχοινοβατεί σε πέλματα 
που πολεμούν στρατώνες. 
Σαν ακονίζει η ψυχή 
λεπίδα ματωμένη
οι αλέκτορες σιωπήσανε
και σπάσαν οι καθρέφτες. 
Στο στήθος μένει ασάλευτος 
ο κάλυκας μιας σφαίρας 
αντίλαλος της λύτρωσης 
απομεινάρι μάχης
τώρα η ψυχή αναπαύεται 
στο αλώβητο κορμί της
 [αντιγραφή και επικόλληση από το Χρονολόγιο της Ελευθερίας Θεοδώρου]


ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΨΙΘΥΡΩΝ Σ’ ΑΝΑΜΜΕΝΑ ΣΩΜΑΤΑ («κι όχι αυταπάτες προπαντός!.. Το πολύ-πολύ να τους εκλάβεις σα θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη. Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ» - Μανόλης Αναγνωστάκης)
1.  ΜΕ ΕΡΩΤΕΥΟΝΤΑΙ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΕΚΠΛΗΚΤΕΣ ΩΡΕΣ υψώνονται / κουλουριάζονται / κόμπρα / που αγαπά τραγούδια. Σταθμεύουν χρόνο τη φθορά / να προφτάσω κι όταν το χέρι μου δαγκώνουν / απλά νυστάζω θέλω να κοιμηθώ.  
2.  ΕΝΟΣ ΝΕΚΡΟΥ ΘΕΟΥ ΤΗΝ ΠΑΝΟΠΛΙΑ ΓΥΑΛΙΖΟΥΝ ΟΙ ΕΛΠΙΔΕΣ το χνώτο τους μυρίζει σαν σκοτωμένο αίμα. Στο άγγιγμά τους / αντί να λάμπει σκουριά γεμίζει. Στον ίδιο λάκκο τώρα ο Θεός, η πανοπλία και η ελπίδα.
3.  ΑΔΕΙΟ ΠΟΤΗΡΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ γεμίζει με πρισματικές εικόνες και προμηνύει τη διάθλασή του.. Σβήνει και ξεδιψάει τις φωτιές μα πάντα γράφει ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΝ!..
4.  ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΜΕΤΡΟΥΣ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ αβυθομέτρητα ρυάκια σ’ ένα φλύαρο ποτάμι σκέψης. Κι ένα νήμα στις συμπληγάδες του ψυχρού μετάλλου / διείσδυση ορμητική και παύση. Μη λες πολλά πες όσα πρέπει / λάφυρο πάντα η σιωπή σου!..
5.  ΛΑΓΝΟ ΤΟ ΒΛΕΜΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ και μια ανομολόγητη συνωμοσία άστρων / αδειάζει στις ψυχές μας τους πόθους παραδείσων. Σμιλεύει χέρι αέρινο / της μέθεξης την αγκαλιά μας / και μια κρυφή πτυχή σε ολονύκτια δέηση χαράζει στο χαρτί τα ανείπωτα του έρωτα!..
6.  ΜΙΤΟΣ ΧΑΜΕΝΟΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΣΕ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΥΣ ΗΔΟΝΗΣ και η σκιά του έρωτα στον τοίχο / γραφή / μελάνι ανεξίτηλο. Παράγγελμα στη ζέση των σωμάτων / ένας βηματισμός εκρήξεων / κι εγώ χορεύω
7.  ΔΥΟ ΟΙ ΠΑΙΧΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΠΑΝΤΑ ΑΝΟΙΧΤΟΙ Τραβάς χαρτί / η αντανάκλασή του στον καθρέφτη / και το βλέπω. Με κλέβεις λες; Πάντα στον έρωτα σε κλέβω, ξέρω και κρύβω τον άσσο στο μανίκι. Χαμένη τώρα η παρτίδα / το ισχυρό φύλο κλεμμένη ουτοπία
8.  ΜΑ ΕΓΩ ΝΤΥΘΗΚΑ ΡΟΥΧΑ ΚΑΛΑ το σκίρτημα συμβόλων φόρεσα / περιδέραιο στο στήθος και στα μαλλιά πλεξίδες πλέχθηκαν / λέξεις και συνειρμοί. Βηματίζω στο στόχο μου έφθασα στο πλατύσκαλο / παραμονεύω την κλωστή να σπάσει…  
9.  ΛΟΓΑΡΙΑΣΑ ΤΟΤΕ ΣΤΟ ΖΥΓΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ να μη χρεώνω τα λάθη των ανθρώπων. Μόνο να σκέφτομαι ελεύθερα θέλησα… Κι αν ξαστοχήσω / και αν σε αίολο ασκό καρδιάς / σε αναμέτρηση με δαίμονες αμίλητους παγιδευτεί η ύπαρξη / ακόμη κι αν εγκλωβιστώ στην αθωότητα της σκέψης… Κάνω αντίλαλο ηχηρό / και ψίθυρο άηχο στους στίχους / η σκέψη να ’ναι ελεύθερη…
10.            ΑΠΟΨΕ ΑΣ ΑΓΑΠΗΘΟΥΜΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ Η ΔΙΨΑ ΣΤΟ ΚΟΡΜΙ ΠΟΤΑΜΙ ΦΛΥΑΡΟ και οι αισθήσεις να κοσμούν γενέθλια έκρηξη / σε πίνακες αόρατους στο λευκό της ημισελήνου φως. Εμείς οι δυο και το κενό / στην αιχμηρή προέκταση του εαυτού μας / να βγούμε από τα σώματα μας αχνά είδωλα / στο ίδιο το κορμί λιωμένη πορφύρα από πάθος που μαρτυρά τους εραστές. / Ασύμβατες υπάρξεις σε σώματα που μάχονται την έκστασή τους… [ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ]


Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2019

ΠΩΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΧΩΡΙΣ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΩΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ, ΑΦΗΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΚΟΣΜΟ (Πλάνη και Αλήθεια στον τροχό της δοκιμασίας τους)


ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ είναι το 14ο ποιητικό βιβλίο του Σταύρου Ζαφειρίου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νεφέλη στις αρχές του 2019. Και είναι το όγδοο στη σειρά από τις εκδόσεις Νεφέλη. Μετά το  ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ, ένα μελόδραμα (2017), το ΔΥΣΚΟΛΟ (2014),  το ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΟΥ, μια πολεμική ιστορία (2012), το ΕΝΟΧΙΚΟΝ, ο μονόλογος ενός δράστη (2010), κρατάμε στα χέρια μας ακόμα μια ποιητική σύνθεση του Σταύρου Ζαφειρίου με ισχυρές φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές και μεταφυσικές προεκτάσεις. Τα Φυσικά Πράγματα έρχονται να διευρύνουν την προβληματική του ποιητή γύρω από το γνωστό και άγνωστο μέρος του κόσμου, καθώς και τη θέση του όντος μέσα σ’ αυτόν. 
Στα ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ υποκείμενο της αφήγησης, με μια έννοια, είναι ο ίδιος ο Άνθρωπος και αντικείμενο της πλοκής μια  Ιστορία απελευθέρωσης από τα δεσμά των ψευδαισθήσεων με αμφίρροπη την έκβαση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Πλάνη και την Αλήθεια, που όντας ασκήσεις πρακτικής «στην κλίνη του Προκρούστη» καθιστούν το φως της γνώσης «μια λάμψη για να δεις πώς της δημιουργίας η φωνή καίγεται στον πυρρίχιο των φυσικών πραγμάτων»
Παρακολουθούμε, λοιπόν, στις επτά ενότητες του βιβλίου την εξελικτική πορεία προς τον Αληθινό Κόσμο με αφετηρία την αλληγορία του πλατωνικού σπηλαίου-φυλακής (σχετικό παράθεμα από την Πλάτωνος Πολιτεία προηγείται της εισαγωγικής ενότητας) έως την Έξοδο- Κάθαρση, όπου μπορεί τα (φυσικά) πράγματα να μπαίνουν στη θέση τους, ο άνθρωπος όμως εξακολουθεί «να πορεύεται το ίδιο τυφλός και στο σκοτάδι και στο φως»:
«Εδώ είναι… η κατάσταση των φυσικών πραγμάτων,
στα ερείπια ξεχώνοντας οι ανασκαφές τους μύθους,
ιδέες που αλώθηκαν απ’ τις κερκόπορτές τους» (Εν αρχή σελ. 13)
«Σ’ αυτό το σπήλαιο,
κατοικημένο απ’ τη συνήθεια των δεσμών,
σκηνή της έξωσης και απόλυση μιας φύσης,
τροφή για το αρπακτικό του πλάσματός της» (Εν αρχή σελ. 14)
«Στο χέρσωμα που βρέθηκες
ποιος είναι ο σπόρος που καρπίζει τις αισθήσεις
στο αίτημα της άνοιξης για μια διατεταγμένη ευδαιμονία;
Ανηφορίζοντας τη χθόνια μαρτυρία των ματιών,
μήπως και φτάσεις στην υπόσταση του ύψους,
εσύ ο ων, ο πριν αιχμάλωτος που σώζεις τα λουριά σου,
για να ζευτείς στο αλέτρι των δικών σου αυλακιών…» (επιλογικά σελ. 64)
«…σήκω επάνω / τα μάτια κλείσε
τον ήλιο κοίτα / κι αποχαιρέτησε,
όχι τις βεβαιότητες που δεν ενδίδουν πια,
όχι την Αλεξάνδρεια που χάνεις·
προπάντων όμως μην παρασυρθείς
και για τα ανωφέλετα θρηνήσεις…» (επιλογικά σελ. 65)
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στάδια αυτής της πορείας που αφηγείται ο ποιητής στα πέντε κεφάλαια του κύριου μέρους της ποιητικής σύνθεσής του.
Έτσι, στο 1ο Κεφάλαιο, «ο άνθρωπος, εξορισμένος στην ελευθερία, περιπλανιέται για να βρει τη νέα αλήθεια», στο 2ο ξετυλίγεται «ένας ακόμη αρχαίος μύθος που θα παίξει τον δικό του ρόλο στη συνέχεια: πώς ο άνθρωπος μαθαίνει για το δρόμο του στον φυσικό του κόσμο»:
«Μαζί θα χτίσουμε τα χάσματα της πλάσης,
αλλάζοντας τη σχέση των πραγμάτων με τα πράγματα…

Και το κοπάδι άκουσε κι αφέθηκε.
Και το κοπάδι βάλθηκε να χτίζει
και να στεριώνει τα έργα του
στοιχειώνοντας τους χτίστες…

Χάρη του ανθρώπου, πύρα του ουρανού
καθώς η βάτος γίνεται καύσιμο της βροχής
και η πλημμύρα σπρώχνει τη φωτιά στην ενδοχώρα…» (αποσπάσματα από το 1ο Κεφάλαιο σελ. 18 και 19)
«Θα έρθουν μέρες πυρκαγιάς μες στη νεροποντή
και μέρες που θα πλημμυρούν στην ανομβρία.
Θα ’ρθει καιρός – πόσο καιρό χρειάστηκες
να συνοψίσεις σ’ έναν μύθο όλους τους μύθους,
τον τύπο της παραβολής
σε απόλυτη οδηγία μιας αλήθειας
που διαλαλεί το ιδεατό,
μα διαλαλείται απ’ την αλήθεια των δεσμών της;»…
(«Κοινή η ζωή, μα ο βίος της
στύγα ξεχωριστή για τον καθένα»)
(αποσπάσματα από το 2ο κεφάλαιο σελ. 30 και 31)
Στο 3ο Κεφάλαιο «ο άνθρωπος βρίσκεται αμήχανος ανάμεσα στο Τραγούδι και στη Σιωπή των Σειρήνων, και αναποφάσιστος μπροστά στις επιλογές ενός παιχνιδιού», ενώ στο 4ο τον βλέπουμε «να χάνεται στους μαιάνδρους άυλων φύσεων». Η έμφαση στη δεδομένη σύγχυση του ανθρώπου εξαιτίας του χάσματος «ανάμεσα σε ό,τι συλλαμβάνουν οι αισθήσεις και σε ό,τι του λένε πως υπάρχει μετά από αυτές», είναι προφανής:
«Μέλλον και μέλλον!
Ή κάποιο μέλλον έρμα του σκαριού,
για να κρατά τα ύφαλα στα ίσια.

Με τέτοια λάμψη των νοητών αστερισμών
και τον εξάντα να μετρά το πλάτος του καθρέφτη,
ευθυγραμμίζοντας την αίρεση της όρασης
με την ορθοδοξία των ειδώλων,
τι να δεχθείς αληθινό;

Πώς, κλείνοντας τ’ αυτιά με μελισσόκερο,
νομίζεις θα προστατευτείς
από το ολέθριο τραγούδι των σειρήνων,
ενώ η απειλή είναι η σιωπή τους»
(αποσπάσματα από το 3ο Κεφάλαιο σελ. 36)
«Είναι φορές που ακινητείς το πεπρωμένο
σαν δάχτυλο μετρώντας τους σφυγμούς.
Εδώ δεν έχει λόχμες να κρυφτείς απ’ τους κρυμμένους,
εδώ η πυξίδα δεν σου δείχνει διαφυγές,
μονάχα την καταφυγή σε μια χειρονομία
να τυλιχθεί η συνείδηση στη βέργα
της σκέψης που μοχθεί.

Ο δρόμος κόβεται στη διακοπή της κτίσης·
μένουν το τέλος και η αρχή, μα ούτε που ξέρεις
ποια είναι τούτη η αρχή κι αν φτάνει σ’ ένα τέλος,
ποιο τέλος ξεκινά απ’ την αρχή,
ποιοι μεθυσμένοι οδηγοί μπαίνουν στο άλλο ρεύμα…»
(αποσπάσματα από το 4ο κεφάλαιο σελ. 46)
Οπότε στο τελευταίο 5ο Κεφάλαιο της αφήγησης ο άνθρωπος εξακολουθεί «να πελαγοδρομεί» στις συμπληγάδες μεταφυσικών αποριών. «Η τραγωδία παραμένει τραγωδία και η ανάγκη καθορίζει την πλοκή»:
«Να είσαι· μα αν δεν μπορείς να είσαι η ζωή,
τι θα σου χρειαστεί το νόημά της;
Κι όταν δεν είσαι,
ποιος θα σου πει τι νόημα έχει να μην είσαι;    
Παλιάτσου λόγια, θα σκεφτείς, και θα ’χεις δίκιο.
Πώς να διακρίνει μια μουτσούνα παλατιού
την ύπαρξη απ’ τη ζωή και τη ζωή
από τα κουδουνάκια του σκουφιού της;
Όμως παλιάτσος ήμουν, κι έχω παραμείνει
ο κοσμικός διασκεδαστής των σοφιστών
τόσο καιρό που υπάρχω δίχως να είμαι»
(αποσπάσματα από το 5ο Κεφάλαιο σελ. 58)
Ένα ιδιαίτερο στοιχείο και σ’ αυτό το βιβλίο του Σταύρου Ζαφειρίου είναι τα παραθέματα με τα οποία εμπλουτίζει τη σύνθεσή του ο ποιητής. Είναι τρόπον τινά η συνομιλία του ποιητή με το πνεύμα μεγάλων στοχαστών και φιλοσόφων και η διεύρυνση του προβληματισμού που εγείρουν οι αναζητήσεις τους. Έτσι στην αρχή του βιβλίου παρατίθενται αποσπάσματα από τα Μετά τα Φυσικά του Αριστοτέλη και από το Λόγο εις τους Κοιμηθέντας του Γρηγορίου Νύσσης. Την εισαγωγική ενότητα (Εν Αρχή), όπως και στο 1ο Κεφάλαιο προλογίζουν στοχασμοί από την Πολιτεία του Πλάτωνα και από το Κεφάλαιο  Β της Γενέσεως. Ένα απόσπασμα από την τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους Τύραννος προηγείται του 2ου Κεφαλαίου και οι στίχοι από τη Ραψωδία μ της Ομήρου Οδύσσειας είναι το μότο του 3ου Κεφαλαίου. Στο 4ο Κεφάλαιο ο αφορισμός από την Ποιητική του Αριστοτέλη έχει την τιμητική του και στο 5ο ο Άμλετ του Σαίξπηρ. Τέλος, επιλογικά, επανέρχεται ο ποιητής στον Πλάτωνα και την Πολιτεία του.  
Η εικόνα του εξωφύλλου που συνοδεύει κι αυτή την ανάρτηση είναι του Σταύρου Παναγιωτάκη. Και με ΚΛΙΚ στο σύνδεσμο που κοινοποιείται στα σχόλια διαβάζετε επιλεγμένα αποσπάσματα απ’ όλες τις ενότητες του βιβλίου.



ΚΟΜΜΟΣ ή ΠΑΡΑΒΑΣΗ (θρίαμβος υποκριτικής, απαγγελία λόγου ηδυσμένου, καθώς ο έλεος φορτώνει στην εμπάθεια τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με το φόβο):
Τώρα που αλλάζει ο φωτισμός και ο χορός
θρηνολογεί σιβυλλικούς θανάτους,
πώς λείπεις απ’ τον ρόλο σου
και κόβεις βόλτες στα επεισόδια άλλων αφανισμών!
Πώς περπατάς ξυπόλητος σε ξένους οδυρμούς,
πληγώνοντας τα πόδια σου
στις κοφτερές γωνίες των χρησμών τους!
Θρίαμβος υποκριτικής, απαγγελία λόγου ηδυσμένου,
καθώς ο έλεος φορτώνει στην εμπάθεια
τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με τον φόβο.

Κι ενώ βολεύεις τον τροχό
μες στην αλληγορία κάποιου ήλιου,
κι ενώ φαντάζεσαι επωδές
αμάθητος στην εξημέρωσή τους,
δένοντας το ξεμάτιασμα
κόμπο στα οξύμωρα των κομπογιαννιτών
-πόσο ανέτοιμος για τέτοια ποιητική!
Φορμαλισμός κι αισθητική σ’ έχουν απομακρύνει
απ’ το περιεχόμενο και την καταγωγή του,
αφήνοντας αφύλαχτη την πάροδο και τη βροχή
να γίνει λάσπη στα καθάρσια ποτάμια.

Πάντες οι χείμαρροι πορεύονται εις την θάλασσαν!
Κατηφοριά η γη·
και φυσικά, καμιά στιχουργική δεν είναι ικανή
να αντιστρέψει προς τη μάνα του το ρεύμα.
 [ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, εκδόσεις Νεφέλη 2019, απόσπασμα από το 1ο Κεφάλαιο σελ. 21-22]

ΠΟΙΟΣ ΝΙΚΗΣΕ; ΠΟΙΟΣ ΕΧΑΣΕ; ΤΑ ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΔΕΝ ΥΠΕΙΣΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΕ ΤΕΤΟΙΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ (αποσπάσματα από το 2ο κεφάλαιο σελ. 27-29)
Στην κόγχη μασουλώντας το αντίδωρο
-«Να μ’ ασημώσεις με βροχή», είπε η μάντισσα,
διαβάζοντας την ανοιχτή παλάμη.
«Βροχή ζητώ γιατί βροχή μου παίρνεις.
Κι άσε με να μιλώ σιγά,
να μη μ’ ακούει το θεριό
κι ανταριαστεί με την κοιμηθιά του.
Στενάχωρο άστρο σου είναι χαρισμένο
και το κυλάς στα σπλάχνα σου σαν τσέρκι.
Ύπνο καλό δεν χόρτασες, κέντρισμα
στα ματόφυλλα σου δίνουνε ανήμπορες λαχτάρες,
κι ούτε λυχνάρι ούτε χάση φεγγαριού να τις γητεύει.
Πόνο σου φέρνει η άρνηση και περπατάς
μ’ ένα κεφάλι μέσα σου καρφιού
που σου ’μεινε απ’ την σταύρωση των άλλων
ώρα βαθιά, όπου γυρνούσε ο χαλασμός
ανάποδα τη φτερωτή της εγκατάλειψής τους.
Κι εδώ, κοίταξε εδώ που σμίγουν οι γραμμές,
βλέπεις τον δρόμο; Κι όχι μονάχα έναν που σε πάει,
δρόμοι πολλοί λογιώ-λογιώ, κι απ’ τον καθένα
κιόλας έχει νικήσει ο ερχομός σου.
Κι αν τις μετρήσεις, μια με μια, βγαίνουν διπλές
οι θυμωμένες μέρες που έχεις ζήσει,
διπλά τα λόγια απ’ όσα θα σου φτάναν.
Λόγια παραπανίσια είναι λόγια
«που κυνηγούν σαν σκύλοι την ουρά τους
όταν δεν έχουν κάτι άλλο να δαγκώσουν»

-Όμως αυτός ο ανόφθαλμος που ξαποσταίνει
πλάι σου στη ράχη φορτωμένος τόσο χώμα,
τι γυρεύει;
Ποιοι τάφοι έκλεισαν πίσω του, ποιες πράξεις
επαλήθευσαν το παραμιλητό του μέλλοντός του;

Τραχιές ανάσες σκιάζουν τώρα τα πουλιά
κι οι καλαμιές ανακαλούν τα χορικά του αρχαίου πένθους:
και όταν ήρθε θάνατος, και όταν ήρθε αρρώστια,
κι όταν θάμα κι αντίθαμα γινήκανε στον κόσμο

-«Τέκνον τυφλού (τάχα τυφλός
ή όλο το φως είναι σκοτάδι;)
εγώ, της μοίρας μου ο ομόκλινος και γιος,
ο εκ του δράματος με τα σφαγμένα μάτια,
μην έχοντας άλλη ζωή έξω από αυτό το αίμα,
σ’ ενιαυτούς όπου αγνοούσα πως το αίμα
είναι ο τρόπος να γνωρίσω τη ζωή,
μάρτυρας κι ελιγμοδηγός υπόγειων διαδρομών,
κουτσαίνοντας ανάμεσα στον χλευασμό και τη συμπάθεια·
εγώ που αφουγκράζομαι στο κέλυφος του αυγού
το θρόισμα του νεοσσού πριν απ’ την έξοδό του
και στο έδαφος οσφραίνομαι τη σήψη των νεκρών
-μα, ποιοι είναι αυτοί που αισθάνομαι και δεν μπορώ να δω;
Σε ποιο βασίλειο αυτοπτών μας έβγαλε η ομίχλη;

Η ΒΟΛΙΚΗ ΣΟΥ ΛΥΣΗ Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ (αποσπάσματα από το 3ο κεφάλαιο σελ. 37-39)
Όχι, δεν άντεξες ποτέ
το έπος που παιδεύει τ’ όνομά σου·
κι οι νύμφες με τα βακχικά βυζιά
μες στα δωμάτια της ημιδιαμονής
ποτέ δεν σ’ άντεξαν.

Τόποι εκτός, τοπία που προσπέρασες
ακολουθώντας νυχτοφάγες πανσελήνους
-έτσι κι αλλιώς, μια και ήρθες μέχρι εδώ
τι νόημα έχει να εκθέτεις τη συνήθεια;
Νοστάλγησε λοιπόν, και θα ’ναι η μνήμη
που θα σου δώσει οδηγίες για το πώς.

Θα είναι η μνήμη,
που βοσκά σε τεχνητούς λειμώνες,
τα πένθη μηρυκάζοντας, φλόμο και σάπιες ρίζες,
καθώς μασά τεμπέλικα,
σίγουρη πως θα πάρεις απ’ αυτήν
ό,τι η ίδια δεν μπορεί να το χωνέψει.
Κι ούτε σβουνιές για να λιμάνεις τα χωράφια σου
ούτε αριθμοί για να συγκρίνεις εκατόμβες.

Κοντεύοντας τα μάτια σου στη γη – ή μήπως
φέρνοντας τη γη στο ύψος των ματιών σου; -
μόνο θα δεις τον κουρνιαχτό
που μες στη φούρια του σηκώνει το παιχνίδι;
Θάρρος ή αλήθεια;
Διάλεξε! Και μετά θ’ αντιληφθείς
πως οι κανόνες του δεν έχουν πίσω πόρτα,
ότι στις στάχτες του ενός
σκαλίζεις τα’ ολοκαύτωμα της άλλης.

Και είπε η μνήμη:
«Κανένα θάρρος δεν κατέχει το κλειδί,
καμιά αλήθεια δεν γυρνά στην κλειδαριά της.
Κι οι δυο δεν θέλουνε να φορτωθούν μπελάδες·
τραβάνε έξω την ουρά τους μια χαρά
μόλις η μέγγενη τους σφίξει το κεφάλι.

Όταν το αίμα ξεπερνά τη μυρωδιά του
και η σφαγή ποτίζει τη μπροστέλα του χασάπη,
κι οι δυο τους ντύνονται κουρέλια φυλακής
και κάνουν πως στοχάζονται,
ξοδεύοντας το βλέμμα στο ταβάνι.

Λοιπόν! Αλήθεια ή θάρρος;
Λιάνισμα της διαλεκτικής,
για να τραφούν οι ορδές της ουτοπίας
ή ζύγιασμα του γερακιού
πάνω απ’ το θήραμα που αντέχει να σηκώσει;

ΟΜΩΣ ΣΤΗΝ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΕΝ ΤΕΛΕΙ ΘΑ ΚΡΙΘΕΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ (αποσπάσματα από το 4ο κεφάλαιο σελ. 48-50)
Πόσο κενό χρειάζεται
για να κυλήσει από τη χούφτα σου το χώμα
και πάντα κάτι μένει στην παλάμη.
Κόκκος στον κόκκο αδειάζοντας
και πάλι λείπει ο κόκκος
που θα στεριώσει το γλυπτό του διχασμένου ζώου·
το πήλινο ομοίωμα – μια προβολή της άδοξης ψυχής
ενώ το σώμα υπονοεί το ικρίωμά της·
κι όπου αν το στρέψεις να κοιτά
το ίδιο προπέτασμα του κρύβει τη λεπίδα,

σαν λόγος καλοθελητής του λόγου που υπάρχει,
υπερασπίζοντας τη χάρη της ζωής
μπρος στην απρέπεια της εξιχνίασής της.

Καθώς η έδρα κρύβεται
πίσω από την αποφορά του γηραλέου ιδρώτα.
απολεπίζοντας το φαλακρό κρανίο, μειδιώντας
στο ενδεδειγμένο σκεπτικό της πολιτείας

-«δεν πρέπει να ξυπνάς πριν την ανάσταση,
προτού δοθεί το σύνθημα της παλιγγενεσίας»,
ήχησε σαν κατήχηση η φωνή.
«Αλλιώς, τι να τα κάνει ο ουρανός
τόσα πουλιά πιασμένα στον ιξό του;
Προς τι οι αργυραμοιβοί,
οι τσακωμοί του σιναφιού για την προμήθεια;
Ούτε και πρέπει ν’ αγνοείς
τις λογικές αρχές της αυθεντίας:
κάθε που ακούς να τρίζει το στερέωμα
είναι οι μυλόπετρες που αλέθουν τη σοδειά του·
κι όταν κοπάζει η ταραχή
είναι ο καινούριος θερισμός
που αθόρυβα έχει αρχίσει».

«Να τραγουδάς τη συντριβή», είπε ο αντίλαλος.
«Στους ηττημένους θα δοθεί η υστεροφημία,
σ’ αυτούς που αρνήθηκαν να είναι νικητές.

Σου λένε φως, μα είναι απλώς η έκλαμψη
των αποτυχημένων δοκιμών της αλχημείας·
σου λένε ον, μα είναι ο δύστηνος γυμνός
που περιφέρεται στα δράματα της συγκατάβασής του.
Γλυκάθηκε ο κυνόδοντας
τόσο καιρό στον σβέρκο του ελαφιού
που πίστεψε στο τίμημα της αθωότητάς του,
τόσο καιρό που ωρίμασε η συναναστροφή
της βαρβαρότητας με τον βαρβαρισμό της.
Όμως, κι όταν σου γίνει νοητό πως η πραγματικότητα
δεν θέλει σφάχτες και σφαχτά να εξαπατώνται
απ’ το ανιστόρητο της σκοπιμότητάς τους
ούτε απ’ την αισθητική του εξιλασμού,
θα ’χεις ακόμη μπόλικη δουλειά
για να ξεδοντιαστούν οι επαγγελίες».

ΕΞΟΔΙΟΝ ΑΣΜΑ (η τραγωδία όμως παραμένει τραγωδία και η ανάγκη καθορίζει την πλοκή):
Ποιος τρόμος τώρα ζει μες στα χαλάσματα,
απρόθυμος να μοιραστεί με λόγια
όσα τεκμήρια του άφησε η χίμαιρα
πριν κανιβαλιστεί από τους μύθους;
Και κάθε πράξη που περνά δεν τη γυρίζει πίσω·
κι ας επιμένουν οι οργασμοί των θεατών,
κι ας έχει καθαγιαστεί η ταξική μοιχεία.

Υπάρχει βέβαια εποπτεία κι ετοιμότητα
για την αντιμετώπιση κάθε ενδεχομένου·
αν τύχει ας πούμε και σκιστεί πάνω στην ταραχή
το στοργικό περίβλημα που ντύνεται η βία.

Οι διαφημίσεις όμως πέφτουνε στην ώρα τους
και διαρκούν όσο διαρκεί
το γλυκερό ιντερμέδιο της θάλασσας,
φέρνοντας στην ακτή τ’ άδεια κοχύλια,
το αδειανό εκείνων που ναυάγησαν
σε λάθος απαντήσεις.

Για λάθος λέξεις; Ούτε καν!
Για ένα αχ! που συμπυκνώνει όλο τον πόνο,
για λίγο αλάτι στο γωνιάδι των ματιών.

Κάτω απ’ τα βλέφαρα που μένουνε ασάλευτα
ένας βαρκάρης λυρισμός κωπηλατώντας
-για μια αναδυόμενη; Ποιών αφρών;
Ακόμη κι αν η Χάρυβδη
φυτέψει λαγκαδιές στο βάραθρό της,
θα έρθει η Σκύλλα να τροχίσει τους γκρεμούς,
να κρεουργήσει το όνειρο
της ευτραφούς ρητορικής των παραλίων
-για μιαν ελπίδα; Ούτε καν.

Οι μισθοφόροι των θεσμών παραμονεύουν
στ’ αντίφωνα των αληγών, στης Μέδουσας
τη χάλκινη αγκύλη – με ποια αφορμή;

Θερίζει στ’ όνομα του απρόσκλητου ανέμου
το δίκοπο των λυτρωτών
τα στάχυα που είναι στο βυθό
θαρρώντας πως θροούν στην επιφάνεια.

Και μη ρωτήσεις πώς μπορείς
να κάνεις διαγραφή τις αντιφάσεις,
πώς ν’ απαλλάξεις την ευχή απ’ τη βλαστήμια.
Όταν χρωστάς τα επίχειρα
δεν παίρνεις νέα δανεικά απ’ τις προφάσεις.
[αποσπάσματα από το 5ο Κεφάλαιο στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, εκδόσεις Νεφέλη 2019, ενότητα στην οποία ο άνθρωπος, συνεχίζοντας να πελαγοδρομεί, μπλέκεται σε καινούριες μεταφυσικές απορίες. Η τραγωδία όμως παραμένει τραγωδία και η ανάγκη καθορίζει την πλοκή]

(επιλογικά) ΑΣΚΗΣΕΙΣ (επειδή ήρθε η ώρα να μπουν –ή να μην μπουν – τα πράγματα στη θέση τους, με τον άνθρωπο να πορεύεται το ίδιο τυφλός και στο σκοτάδι και στο φως – Πλάνη κι αλήθεια στον τροχό της δοκιμασίας τους
ΑΣΚΗΣΗ
-Ποια γνώση σου επιτρέπει να γνωρίσεις;

Κι η κάθε γνώση πρακτική στην κλίνη του Προκρούστη,
τάνυσμα και ακροτομή σε αρρωστημένα μέλη
-σου δόθηκε η μάθοδος,
μα οι δεξιότητές σου πάσχουν στα σημεία.
Στο φως το φως! Κι όλο το φως
για ό,τι προφτάσεις ν’ αντιγράψεις
από την τέχνη των καρφιών
πριν μπει σε τάξη ο Γολγοθάς
κι εμφανιστεί η τέχνη του θανάτου.

ΑΣΚΗΣΗ
-Είναι το διότι η γνώση του γιατί;
Αρκεί να είναι;

Στο αδράχτι γνέθεις το ιερό για να το κάνεις πίστη,
μα με σφοντύλι από φελό
το νήμα που τυλίγεται σαν σέλας στον σταυρό
το ξετυλίγει η ανεμική και το ξεναξεφτίζει.

Κι όλο το φως μια λάμψη για να δεις
πως τη δημιουργίας η φωνή
καίγεται στον πυρρίχιο των φυσικών πραγμάτων