Κυριακή, 14 Απριλίου 2019

ΟΥΤΕ ΑΥΤΗ Η ΕΠΟΧΗ ΕΙΝΑΙ ΕΠΟΧΗ ΓΙΑ ΠΟΙΗΣΗ: ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ ΜΕ ΝΟΜΙΣΜΑ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

Το παραπάνω δίστιχο είναι η κατακλείδα στο πρώτο ποίημα της συλλογής του Σταμάτη Πολενάκη ΤΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΔΗΣΣΟΥ, εκδόσεις μικρή Άρκτος 2012 Με τον τίτλο του ποιήματος, ΠΟΙΗΣΗ 2048, ο ποιητής ευθέως παραπέμπει στο ομότιτλο μ’ άλλη χρονολογία ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου ΠΟΙΗΣΗ 1948!.. Οπότε, εύστοχα, ο Κώστας Βούλγαρης, στο εισαγωγικό του σημείωμα για την εν λόγω συλλογή, σχολιάζει: «Στην ποίηση έχουμε πια ως συχνό φαινόμενο την αναβίωση παρελθόντων ποιητικών τρόπων, την ανακατασκευή ποιημάτων παλαιοτέρων ποιητών, την ανάσυρση παραμελημένων ή και απωθημένων γλωσσικών τύπων και ρυθμών. Το δε ποιητικό υποκείμενο δεν εμφανίζει καμιά αξίωση αυτάρκειας, αλλά, αντίθετα, εκθέτει χωρίς καμιά αναστολή τη συνομιλία του με προηγηθέντες, ομοτέχνους ή πρόσωπα ιστορικά, με το ποίημα συχνά να υπόκειται σε αυτή τη συνομιλία». Η συνομιλία, λοιπόν, με τον ποιητή της ΠΟΙΗΣΗΣ 1948 είναι εμφανής. Για τον Νίκο Εγγονόπουλο το 1948, εποχή εμφύλιου σπαραγμού,  δεν ήταν εποχή για ποίηση και άλλα παρόμοια, γιατί «σαν κάτι πάει να γραφεί είναι ως αν να γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου…» Για τον Σταμάτη Πολενάκη ούτε το φανταστικό έτος 2048 δεν (θα) είναι εποχή για ποίηση καθώς: «πληρώνουμε ακόμα με νόμισμα Εμφυλίου». Ας αφήσουμε λοιπόν τα δύο ποιήματα να συνομιλήσουν:
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ 1948
Τούτη η εποχή / του εμφύλιου σπαραγμού
δεν είναι εποχή για ποίηση  / κι άλλα παρόμοια
ως αν / να γράφονταν
από την άλλη μεριά / αγγελτηρίων / θανάτου
γι' αυτό και τα ποιήματά μου / είν' τόσο πικραμένα
(και πότε - άλλωστε - δεν είσαν;)
κι' είναι - προ πάντων - / και / τόσο λίγα
ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ, ΠΟΙΗΣΗ 2048
Τόσο πολύ εχρεωκοπήσαμε σύντροφοι
που ως και τα ξενοδοχεία / τα χτισμένα από τα κόκαλα των νεκρών,
τα ωραία παραθαλάσσια ξενοδοχεία / που φτιάξαμε με τ’ αργύρια / της προδοσίας του Πλουμπίδη,
ως και αυτά ακόμα, εγκαταλείφθηκαν  / και σαπίζουν κάτω από τη λάσπη και τη / βροχή.
Ούτε αυτή η εποχή είναι εποχή / για ποίηση: πληρώνουμε ακόμα με νόμισμα Εμφυλίου.
(γι’ αυτό στο αμέσως επόμενο ποίημα) ΠΥΡ (προστάζει ο Σταμάτης Πολενάκης):
«Ούτε το φως της τελευταίας ημέρας / δεν μας επέτρεψαν.
Όλα υπό τους προβολείς των φορτηγών / και η χώρα πλούτισε απότομα – οικόπεδο / και πάρκινγκ στην παλιά μάντρα των εκτελέσεων»!
[στη συνέχεια επιλέγονται κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα  ποιημάτων  από τη συλλογή που, από τη μια επαληθεύουν τις παρατηρήσεις και τα σχόλια του Κώστα Βούλγαρη και από την άλλη γίνονται αφορμή για την ανάδειξη της πολιτικής διάστασης που σχολιάζει η Τιτίκα Δημητρούλια: «Τα ποιήματα του Πολενάκη είναι ως επί το πλείστον σύντομες ιστορίες, οι οποίες ξετυλίγουν το κουβάρι των ερωτήσεων για τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, για το νόημα της ύπαρξης, για τον χρόνο που περνάει, για τον θάνατο, πάντα, για την αξία των μικρών στιγμών και την ατελείωτη βία της Ιστορίας, για την εμβέλεια της ποίησης καθαυτήν, σήμερα αφού  «τίποτα δεν μας παρηγορεί πια ούτε καν  το μεταφυσικό κεράκι της ποιήσεως»]


       
 ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΙ ΘΑ ΦΕΡΕΙ ΤΟ ΑΥΡΙΟ
Δεν ξέρω τι θα φέρει το αύριο.
Εγώ ο ποιητής Φερνάντο Πεσσόα
ονειρεύτηκα ότι είμαι όλοι οι άνθρωποι
που υπήρξαν, είμαι τα μάτια της μητέρας
μου σκεπασμένα με δάκρυα, είμαι οι χιλιάδες
νεκροί του σεισμού της Λισσαβόνας και ένα
άρρωστο σκυλί που τριγυρνά στα ερείπια.
Είμαι ο Ρικάρντο Ρέις, ο Μπερνάντο
Σουάρες και τόσοι ακόμα που τους ξεχνώ.

ΠΑΕΙ ΚΑΙΡΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΠΙΑ ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΩ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Πώς όλα αυτά μεταφράζονται ως καλλιτεχνική στάση; Αναρωτιέται ο Κώστας Βούλγαρης: «Υπάρχουν δύο βασικές επιλογές. Η μετατροπή όλου του παρελθόντος σ' ένα θεματολογικό παρόν, όπου καταργείται η εύτακτος ακολουθία του χρόνου ως γεγονοτολογική συνέχεια. Σε αυτή την περίπτωση, το ποιητικό υποκείμενο δείχνει να διασώζεται, «πιστώνοντας» την επιβίωσή του ως μια ακόμη στιγμή μέσα στο θεματολογικό άτακτο χάος. Η δεύτερη επιλογή είναι η εστίαση του ποιητικού βλέμματος και η μετάθεση της συνομιλίας στο πεδίο των τρόπων και των μορφών, σε εκείνο το χάος. Ο Σταμάτης Πολενάκης, ένας από τους πιο καλλιεργημένους αλλά και πολιτικοποιημένους νέους ποιητές μας, κάνει την πρώτη επιλογή…». Επιλέγουμε κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΦΟΝΙΣΣΑΣ (από τη σελ. 10)
Εγώ η γριά Χαδούλα
η επονομαζόμενη Φραγκογιαννού, έχυσα
πικρά δάκρυα πάνω από την κλίνη μικρών
κοριτσιών, ονειρεύτηκα ότι με καταδίωκαν
χωροφύλακες με μεγάλα μαύρα σκυλιά
και έχασα για πάντα το δρόμο μου μέσα σε
άγρια βουνά και στοιχειωμένες χαράδρες.
Ίσως τίποτα απ’ όλα αυτά να μην συνέβη
ποτέ, ίσως απλώς αποκοιμήθηκα για λίγο
στο προσκεφάλι ενός άρρωστου παιδιού
κι αύριο το πρωί θα ξυπνήσω από βαρύ
ύπνο αιώνων. Τελειωμό δεν έχουν οι καημοί
του κόσμου, όλα είναι ένα όνειρο που θα
διαλυθεί όπως οι καπνοί των πλοίων που
χάνονται στον ορίζοντα.

ΠΟΙΗΜΑ-ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΑΦΗΓΗΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΝΤΟΥΣΙΑΣ, ΚΑΦΕΠΩΛΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΕΒΕΖΑ (σελ. 11)
Το παραλιακό καφενείο « Ο Ουράνιος Κήπος»
όπου κάθονταν κάποτε οι μοναχικοί
και οι απελπισμένοι της Πρέβεζας
όλοι όσοι μάταια προσπάθησαν να
αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης, έχει γκρεμιστεί
πριν από πολλά χρόνια. Λένε ότι πέρασε
κι ένας ποιητής από εδώ, καθ’ οδόν για το
άγνωστο, αλλά εγώ καθόλου δεν τον θυμάμαι.
Θυμάμαι μόνο κάποιον που στάθηκε
και παρήγγειλε μια παγωμένη βυσσινάδα,
ένα τσιγάρο και μια κόλλα χαρτί.
Κάτι έγραψε εκεί και τελικά σηκώθηκε ,
φόρεσε το ψάθινο καπέλο του
και απομακρύνθηκε κατευθείαν
προς τον τεφρό πέρα ορίζοντα.
Όλα είναι ένα όνειρο. Όλα έχουν αποφασιστεί
εκ των προτέρων από κάποιον άγνωστο Θεό.
Όλα. Ακόμα και οι εβδομήντα  πέντε δραχμές
πουρμπουάρ που μου έβαλε στο χέρι,
φεύγοντας.

Ο ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ (σελ. 16)
Μοίρα μου είναι η Αθήνα
αλλά δεν βλέπω μπροστά μου
άλλο από τα πυκνά δάση της Βοημίας
ακούω τη βροχή που πέφτει
σήμερα στο Μαρίενμπαντ ίδια όπως πριν
έναν ολόκληρο αιώνα, τον άνεμο σφυρίζει
μέσα από ξεχαρβαλωμένα παράθυρα
σ’ αυτό το ξενοδοχείο που οι ένοικοί του
έχουν εγκαταλείψει εδώ και χρόνια.

Όλα επανέρχονται, όλα βυθίζονται αργά
σ’ αυτή τη γκρίζα θάλασσα του χρόνου
όπως το σκουριασμένο κλειδί στην πόρτα
που κάποιος ξέχασε πάνω στη βιασύνη
της αναχώρησης ή ένα ταξίδι του πατέρα μου
με τραίνο. Νύχτα στην άγρια επαρχία
χειμώνας του ’75, σ’ ένα βαγόνι
με σπασμένα τζάμια.

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (όταν φτιάχνεται με σάρκα και αίμα και αγωνία θανάτου):  
Πολιτική είναι η ποίηση του Σταμάτη Πολενάκη, διαπιστώνει η Τιτίκα Δημητρούλια στη δική της κριτική για την ίδια συλλογή:  «ποτισμένη από την Ιστορία, αλλά και ριζωμένη στο σήμερα, με τρόπο που δεν αναιρεί την προβολή στην αιωνιότητα - ή στην ανυπαρξία της. Ο λυρισμός του Πολενάκη συνδυάζει την ιστορικοπολιτική με την ποιητική διερώτηση και υπαρξιακή απορία, προστρέχοντας σε εικόνες της καθημερινότητας, αλλά και σε άλλες καταγεγραμμένες ήδη στα γράμματα και τις τέχνες. Οι κάθε λογής αναφορές, που χαρακτηρίζουν την ποίησή του δεν αποτελούν, ωστόσο, το κέντρο, αλλά ένα κέντρο των ποιημάτων του, αφού πίσω από κάθε γνωστό πρόσωπο, πίσω από κάθε γνωστό γεγονός προβάλλει το πλήθος των αφανών προσώπων και γεγονότων που συγκροτούν τον ρουν της Ιστορίας και σχεδιάζουν το πρόσωπο του ανθρώπου σε όλες τις εποχές.
Τα ποιήματα του Πολενάκη είναι ως επί το πλείστον σύντομες ιστορίες, οι οποίες ξετυλίγουν το κουβάρι των ερωτήσεων για τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, για το νόημα της ύπαρξης, για τον χρόνο που περνάει, για τον θάνατο, πάντα, για την αξία των μικρών στιγμών και την ατελείωτη βία της Ιστορίας, για την εμβέλεια της ποίησης καθαυτήν, σήμερα αφού  «τίποτα δεν μας παρηγορεί πια ούτε καν  το μεταφυσικό κεράκι της ποιήσεως»

Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ (σελ. 21)
Σύντομο υπήρξε το καλοκαίρι
και οι τελευταίοι παραθεριστές
έχουν ήδη αναχωρήσει.
Εμείς κοιμηθήκαμε για χρόνια στις καμπίνες
τυλιγμένοι με τις παλιές ναυτικές κουβέρτες
των νεκρών. Αύριο φεύγουμε για το άγνωστο,
αύριο θα μας ξυπνήσει απαλά
η ορχήστρα που παίζει για τελευταία φορά
όπως σ’ ένα μεγάλο
φωταγωγημένο πλοίο που βυθίζεται.
Αντίο νιότη, αντίο ευτυχία, αντίο ζωή·
πέφτει λευκό σκοτάδι
στη Σαχαλίνη, στην αποικία των λεπρών,
στο παγωμένο αρχιπέλαγος.
Στα χιονισμένα πάρκα
οι άρρωστοι ποιητές σκέπαζαν
τα πρόσωπά τους με τα φύλλα της Πράβντα.

ΤΥΜΠΙΝΓΚΕΝ
Κύριε, δεν μας απομένει παρά μόνο η τρέλα
το Όχι και το Ναι του Scardanelli και το
σκοτάδι που πέφτει απαλά στις όχθες
Erbarme dich, mein Gott, λυπήσου μας Κύριε
και δώσε μας ξανά από την αρχή τον κόσμο
εγώ είμαι ο άλλος που μαζεύει την τέφρα
εγώ είμαι ο άλλος που σκορπίζει τα χαρτιά του στον άνεμο.

ΤΟ ΞΕΡΩ ΚΑΛΑ ΟΤΙ «στο ίδιο ποτάμι δυο φορές δεν μπήκε ποτέ κανείς» ΑΛΛΑ ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΑ ΒΟΥΝΑ «ένα άλλο ποτάμι υπάρχει που εγώ το διέσχισα ξανά και ξανά»:
Όλα αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν. Ισχύει και για την έμπνευση των ποιητών που… «πάντα ρει» κι όλο γύρω από τα ίδια θέματα περιστρέφεται. Οι αφορμές της δημιουργίας μπορεί να είναι κοινές, το αποτέλεσμα με διαφορετικές κάθε φορά προεκτάσεις. Παράδειγμα δυο ποιήματα που έχουν την αρχή της έμπνευσής τους σε φιλοσοφικές ρήσεις του σκοτεινού φιλόσοφου: Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ από το Ημιτελές Ποίημα του Γιώργου Μολέσκη και η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ από Τα Σκαλοπάτια της Οδησσού του Σταμάτη Πολενάκη. Τα συμπεράσματα από τον παράλληλο δρόμο τους δικά σας:

Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ (του Γιώργου Μολέσκη):
Ο Ηράκλειτος στάθηκε πάνω από το ποτάμι
και κοίταξε τον εαυτό του στο νερό.
Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του στον ήλιο
και σκέφτηκε τις μέρες της ζωής του πέρασαν
κι αυτές που θα ακολουθούσαν…
Καμιά δεν ήταν και δεν θα ’ναι
όμοια με την άλλη, σκέφτηκε.
Όταν ξανακοίταξε στο ποτάμι
είδε τον εαυτό του διαφορετικό.
Κοίταξε πίσω στα χρόνια που πέρασαν:
είδε τον Προμηθέα καρφωμένο πάνω στο βράχο
και τον αετό του Δία να επανέρχεται
και να του τρώει τα σπλάχνα
κάθε φορά διαφορετικός.
Κοίταξε στο βάθος των ερχομένων ημερών
Και είδε το γιο ενός άλλου θεού πάνω στο σταυρό
και τους σταυρωτές του μέσα στους αιώνες
κάθε φορά διαφορετικούς.
Άκουσε πολέμους να ξεσπούν
για δόγματα και για θεούς και για θρησκείες
σάμπως να μην υπήρχε χώρος για όλους.
Διάβασε σ’ ένα μελλοντικό φύλλο ιστορίας
το δόγμα για τα τελευταία που έσονται πρότερα,
δικαιώνουν φονιάδες και διαγράφουν αγίους και ήρωες.
Μες στη ροή του χρόνου
είδε τον κόσμο ν’ αλλάζει διαρκώς και τίποτε,
μήτε το καλό μήτε το κακό,
ούτε ο πόλεμος, μήτε το φονικό,
ούτε το δίκαιο, μήτε η ελευθερία
να μην είναι ποτέ τα ίδια,
Όλα έτσι θα συνεχίσουν, σκέφτηκε,
μέχρι το τέλος. Τίποτε δε θα διδαχτούν οι άνθρωποι.
Βλέπω κιόλας να επιστρατεύουν
καινούργιες δικαιολογίες για το φόνο,
καινούργιες αφορμές για την καταστροφή.
Αυτός ο κόσμος που αλλάζει κάθε μέρα
δεν αλλάζει ποτέ….
 [από την ποιητική συλλογή του Γιώργου Μολέσκη ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ, εκδόσεις Μεταίχμιο 2014]

και η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ (από τη σελ. 52 της συλλογής του Σταμάτη Πολενάκη):
Το ξέρω καλά ότι στο ίδιο ποτάμι δυο φορές
δεν μπήκε ποτέ κανείς, αλλά πίσω απ’ αυτά
τα βουνά ένα άλλο ποτάμι υπάρχει
που εγώ το διέσχισα ξανά και ξανά
ταξιδεύοντας μ’ ένα πανάρχαιο μονόξυλο.
Βρίσκομαι στο όνειρό μου και πηγαίνω
μ’ ένα πανάρχαιο μονόξυλο ενάντια
στη σκοτεινή ροή του χρόνου.
Μια μέρα θα ξαναδούμε ο ένας τον άλλον
μια μέρα θα ξαναβρώ τη μητέρα μου
ίδια όπως άλλοτε: με γκρίζα σχολική ποδιά
πιο λυπημένη και από νεκρό άστρο
καλοκαίρι του ’59 στο Φάληρο
ίδια όπως άλλοτε: με γκρίζα σχολική ποδιά
πιο λυπημένη κι από νεκρό άστρο
λίγο πριν σβήσει για πάντα ο λύχνος της.

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ: Στις αχανείς αίθουσες του νόμου μπαινοβγαίνουμε ελεύθερα, υπάρχει ψωμί για όλους και κρασί άφθονο (και άλλα επιλεγμένα ποιήματα από τη συλλογή του Σταμάτη Πολενάκη Τα σκαλοπάτια της Οδησσού)

ΑΣΣΙΖΗ (από τη σελ. 31)
Τίποτα δεν ωφελεί πλέον, φτωχέ Φραγκίσκε,
ούτε η συμπόνια ούτε η αγάπη είναι αρκετά
για όλους εμάς που ζούμε ακόμα στις όχθες
των ποταμών, που θα τρεφόμαστε για πάντα
με το μολυσμένο ψωμί της Union Carbide.
Ο κόσμος σου είναι πιο μακρινός
και από τ’ αστέρια φτωχέ του Θεού.
Εμείς εδώ βυθιζόμαστε αργά μαζί με
τα παιδιά και τις σάπιες αγελάδες μας
στα μαύρα νερά του Γάγγη.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΘΩΟΙ (σελ. 39)
Τόσο πολύ υποφέραμε σήμερα που δεν μπορεί
παρά να δικαιωθούμε αύριο, θα βρεθούμε όλοι
αθώοι μπροστά στο δικαστήριο της αιωνιότητας.
Μια μέρα ο πατέρας θα επιστρέψει
-να με θυμάσαι-
θ’ ακουστεί η φωνή του από τις επάλξεις
των πύργων. Τότε θα δακρύσει διαβάζοντας
τα παλιά μου γραπτά και θ’ απαντήσει
σ’ όλες μου τις επιστολές στέλνοντας
από την απέναντι όχθη σκοτεινά τριαντάφυλλα.

ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΓΚΗ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΗΤΕΡΑ (εγώ γέννησα τη δική μου κι έπειτα, αφού έκλαψα πικρά πάνω από το αιώνιο κρύσταλλο, τη λησμόνησα οριστικά και της αφιερώνω τώρα αυτά τα ποιήματα):
Μέσα από τη χαραμάδα
που δε θέλησε να κλείσει ο χρόνος
περνούν οι σκιές του παρελθόντος ανέπαφες:
ένα πρόσωπο κολλημένο για τελευταία φορά
πάνω στο τζάμι ενός τρένου
που αναχώρησε πριν από πολλά χρόνια
ένα χέρι κατάλευκο που μόλις αναγνωρίζω
(ανήκει στη μητέρα μου)
σκεπάζει απαλά ένα καθρέφτη
(με τον παρακάτω) ΧΡΗΣΜΟ (σελ. 43):
Σκοτεινό θα είναι το αύριο
και από το δίχτυ της μοίρας
τίποτα δεν ξεφεύγει· ούτε καν οι Θεοί
Σας το λέει το χέρι που γράφει
αυτό το ποίημα, σας το λέω εγώ
με τα τυφλά μου μάτια
και η Κασσάνδρα με προφητείες ακατανόητες
-δέκα χρόνια πέρασαν από τότε –
ας σκορπίσει για πάντα
ο άνεμος την τέφρα του Αίγισθου
και της Κλυταιμνήστρας.

Τι χρειάζονται οι ποιητές; Σε τι χρησιμεύει η ποίηση; Ερωτήματα που μένουν συνεχώς αναπάντητα και διαρκώς επανέρχονται όλο και πιο βασανιστικά σε εποχές όπως η δική μας, που τα πάντα γκρεμίζονται και η πίστη στο θαύμα ολοένα κλονίζεται. Στο μυθιστόρημα ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ ο Ντοστογιέφσκι βάζει στο στόμα κάποιου από τους επαναστάτες μηδενιστές του έργου τη φράση «Ένα ζευγάρι μπότες αξίζει περισσότερο απ’ όλο τον Σαίξπηρ».Ο μεγάλος Ρώσος τραγικός είχε δει με την απαράμιλλη προφητική του δύναμη τη φοβερή θύελλα που ερχόταν και είχε προειδοποιήσει εγκαίρως για την ανάδυση μιας νέας τάξης επαναστατών για τους οποίους τα πάντα επιτρέπονται και τα πάντα, ακόμα και η ποίηση και η τέχνη, είναι άξια περιφρόνησης αν δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς τους και αν δεν έχουν μια άμεση χρησιμότητα. Αλλά η ποίηση και η τέχνη δεν μπορούν να έχουν καμία άμεση χρησιμότητα. Ένα ζευγάρι μπότες μπορεί να είναι χρήσιμο. Η μεγάλη ποίηση που έρχεται από πολύ μακριά διασχίζοντας τους αιώνες είναι απαραίτητη. Χρειαζόμαστε σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, την ποίηση και τη θέρμη των λέξεων που μόνο αυτές μπορούν να μας ζεστάνουν και να μας προστατεύσουν απέναντι στο μεγάλο ψύχος, στη φοβερή εποχή των παγετώνων η οποία επέρχεται [Σταμάτης Πολενάκης, Διασχίζοντας τους αιώνες]

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΔΕΝ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΠΙΑ ΣΤΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ ΤΟΥΣ γι’ αυτό ΠΙΑΝΩ ΟΣΟ ΧΩΡΟ ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ ΖΩ ΑΝΑΣΚΕΛΗ


Δυο τρία πράγματα που ξέρω για τη Νίκη Χαλκιαδάκη, όπως αυτά προκύπτουν από αντιπροσωπευτικά ποιήματά της και από κριτικές και σχόλια για τη δεύτερη ποιητική συλλογή της ΑΝΑΣΚΕΛΗ ΜΕ ΠΥΡΕΤΟ, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012.  
Αρχικά, όπως εύστοχα διαπιστώνει η Χλόη Κουτσουμπέλη στο δικό της σημείωμα, βλέπουμε την ποιήτρια ν’ αποκτά σιγά-σιγά την δική της αναγνωρίσιμη προσωπική γραφή. Γράφει μέσα από το ΣΩΜΑ, με το ΣΩΜΑ, για θέματα που προκύπτουν από τα μύχια βάθη της ύπαρξης, για την γέννηση, για τον έρωτα, για την παιδική ηλικία, για το τέλος της αθωότητας, για τα παραμύθια και τα όνειρα, για τον θάνατο.
Ακόμα και ο τίτλος της 2ης ποιητικής συλλογής της «Ανάσκελη με πυρετό» προϋποθέτει κορμί και μάλιστα γυναικείο. Ανάσκελη!.. Έχει γένος και μάλιστα θηλυκό... Η ποίησή της είναι κοφτερή, αιχμηρή, σκληρή, έξυπνη. Χωρίς να στοχεύει όμως στην εύκολη συγκίνηση, σε πιάνει από το λαιμό, νιώθεις έναν κόμπο και την κουβαλάς ακόμα μέσα σου και αφού έχεις κλείσει το βιβλίο.
Και το σπουδαιότερο: η ποίησή της έχει την έκπληξη, την ανατροπή, ο αναγνώστης καθόλου δεν ξέρει ποια λέξη θα διαδεχτεί την άλλη ή ποιος στίχος θα διαδεχτεί τον άλλο. Η γραφή της καθόλου δεν θυμίζει εκείνη την κοπέλα του δεύτερου ορόφου που φροντίζει το χρυσόψαρό της:
Δεν ήμουν ποτέ
[μια κοπέλα στο δεύτερο όροφο / μ’ ένα χρυσόψαρο για να φροντίζει –έστω-
αυτό είμαι / μια κοπέλα στον δεύτερο όροφο
θα πουν ότι εκείνο το βράδυ / ξάπλωσε αθόρυβα
γιατί δεν ήθελε να ξυπνήσει / το λευκό πουκάμισο
που κοιμόταν δίπλα της / το άδειο, το βαμβακερό
 χάιδεψε τις μανσέτες του / φαντάστηκε από ’κει
να ξεκινούν οι καρποί σου / στους μηρούς της έκλεισε
το περίγραμμά σου / μέτρησε μια τελευταία φορά
τα μικρά του κουμπιά / και πέθανε
γιατί δεν ήταν ποτέ»].
 Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ από τη σελ. 16 στη συλλογή της Νίκης Χαλκιαδάκη ΑΝΑΣΚΕΛΗ ΜΕ ΠΥΡΕΤΟ, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012 – ο τίτλος της ανάρτησης στίχοι από το ποίημα ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ της ίδιας συλλογής.
Παρακάτω ανθολογούνται κι άλλα ποιήματα από αυτή τη συλλογή που τα σχολιάζουν η Χλόη Κουστουμπέλη, ο Αλέξης Ζήρας, η Μαίρη Κλιγκάτση και η Ευτυχία Παναγιώτου – στη φωτογραφία ανάμεσα στους πίνακες του Γιώργου Σκυλογιάννη που κοσμούν τη συλλογή λεπτομέρεια του εξωφύλλου με πορτρέτο της ποιήτριας



ΜΑ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΧΕΔΟΝ ΠΕΡΝΩ ΑΠΟ ΚΕΙΝΟΝ ΤΟΝ ΠΑΡΑΜΥΘΑ ΠΟΥ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕ ΟΤΙ ΘΑ ΓΙΝΩ ΚΥΚΝΟΣ:
Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ
έμοιαζε, λένε, αποδημητικός
η μάνα μου από αριστοκρατική οικογένεια
δεν «ήτο ηθικόν» να κλωσάει μπάσταρδα

μεγάλωσα σε ράμφος πελαργού
χωρίς παραλήπτη
κατέληξα σε αναμορφωτήριο πτηνών

μου έμπηγαν στον κόκκυγα φτερά παγωνιού
μου μάθαιναν να κλίνω: η γλαυξ, της γλαυκός
ανεπίδεκτη υιοθεσίας
ανάξια κλουβιού
στολίζω σήμερα σύρματα
ηλεκτροφόρα
μαδώ τα πούπουλά μου
γεμίζω μαξιλάρια βεράντας
ζευγαρώνω με παπαγάλους Σενεγάλης
γεννάω τηγανιτά αυγά
τη βγάζω με ψίχουλα περαστικών [κουλούρια – σταφιδόψωμα]

Μα κάθε μέρα σχεδόν περνώ κι από κείνον τον παραμυθά
που επιμένει να πιστεύει ότι θα γίνω κύκνος
[ΠΙ ΠΙ ΤΟ ΠΑΠΙ από τη σελ. 15 της συλλογής Ανάσκελη με Πυρετό, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012]

Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι κατηγορηματική: Με την ποίηση της Νίκης Χαλκιαδάκη δεν πλήττεις ποτέ. Σε κρατάει σε εγρήγορση από το πρώτο ποίημα μέχρι το τελευταίο γιατί υπάρχει συνέχεια δράση.  Η ποιήτρια δεν θέλει να ξυπνήσει το λευκό πουκάμισο που κοιμάται δίπλα της, γεννάει τηγανητά αυγά, σήμερα χαρίζει το ένα της γόνατο, δεν θέλει να προδώσει την libido που φυλάει για χρόνια δύσκολα όπως η Τετάρτη και τα μεσημέρια με καύσωνα, ανεβαίνει στο κρεβάτι και γίνεται κατοικίδια ηδονή, τα μαξιλάρια ζευγαρώνουν μια τελευταία φορά, με φυτεμένα τα πόδια στην αυλή ψηλώνει μόνη και όπως όλοι οι προδομένοι καρποί ανθίζει την Πρωτομαγιά… Παρόλα όμως τα υπερρεαλιστικά στοιχεία η ποίηση της παραμένει απόλυτα κατανοητή, καθαρή και διαυγής μια και αυτά τα στοιχεία είναι πλήρως ενσωματωμένα στην ροή των ποιημάτων. Ζωγραφίζει με την πένα της εικόνες ζωντανές τόσο που τις γεύεσαι τις ακούς τις μυρίζεις τις νιώθεις πάνω στο δέρμα σου.

ΑΝ ΑΠΟΨΕ ΠΕΣΩ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΘΑ ΠΡΟΔΩΣΩ τη libido ΠΟΥ ΦΥΛΑΩ ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΔΥΣΚΟΛΑ (Υπόθεση Βαρύτητας σελ. 18)
Η στέπα μας θέλει γυμνούς
να γλείφει ο ένας την υγρασία του άλλου
να ζούμε όσο να μη γινόμαστε Αθάνατοι

Νιώθω τόσο ευλογημένη
που αν περιμένουμε ένα καλοκαίρι
θα γεννήσω ό,τι έχουμε ξαπλώσει μέχρι τώρα
……………………………

Περιμένω να γυρίσεις σπίτι, να βγάλεις τα ρούχα
-Θεέ μου πώς περιμένω να βγάλεις τα ρούχα-

τα πόδια σου αγαπώ
τις κνήμες
ό,τι σε πάει και σ’ επιστρέφει

Μ’ ένα σου νεύμα ν’ ανέβω στο κρεβάτι
να γίνω ολόκληρη κατοικίδια ηδονή
[Από το Βόλγα μέχρι τη Μαντζουρία  και Catwoman σελ. 22-23]

ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΗ (σελ. 31)
Πρωτότοκα επισφαλής παρατηρούσα τη μαμά
να φουσκώνει επικίνδυνα
Στην κοιλιά της, είπαν, είχε μπει ένα σποράκι
Πέντε μήνες μετά πέθαναν οι αγκαλιές
Τα παιχνίδια
Ο μπαμπάς
Από έξι χρονών έχω να φάω πασατέμπο.

Η ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΗ της Νίκης Χαλκιαδάκη, εισάγει τον αναγνώστη άπαξ και διαπαντός στο δικό της ανθρωπόμορφο, λεκτικό σύμπαν, σχολιάζει η Μαίρη Κλιγκάτση. Ο μπαμπάς, η μαμά και το σπόρι που μεγαλώνει στην κοιλιά. Ο πασατέμπος ξαφνικά εξεικονίζει μια μη γενόμενη ή ακόμα καλύτερα μια διαρκώς μετατιθέμενη αναμέτρηση. Τα χρόνια που περνάνε και η ενηλικίωση που συμβαίνει έξω από τη φυσική των πραγμάτων ροή (βίαια όπως και ο θάνατος) ή και πριν από αυτήν. Σίγουρα δεν συμβαίνει στην αναμενόμενη ώρα.

BI-BI-BO (από τη σελ. 33)
Δεν ζήλευα ποτέ τις κούκλες μου
Τα μάτια τους, άλλωστε, δεν έβγαιναν
ούτε με πιρούνι, ούτε με προσευχές
Και αν είχαν μασουλημένα χέρια
ήταν γιατί με προκαλούσα
Αρτιμελείς και χαμογελαστές
Πάντοτε όμως τις κούρευα
σε στενό οικογενειακό κύκλο
Η μνήμη μου όλη στην άκρη της γλώσσας
Γιατί αν πω ότι ΔΕΝ έγλειφα το κορμί τους

[κρυφά, κάτω απ’ τα σκεπάσματα
με τους προσαγωγούς σφιγμένους
στον πολύτιμο παρθενικό μου υμένα]

θα είναι σίγουρα ένα Πλαστικό ψέμα

Ο ΔΙΑΚΑΗΣ ΠΟΘΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ:
Αναλύοντας τον τίτλο της συλλογής ο Αλέξης Ζήρας γράφει: «Ανάσκελη, περιμένοντας ως ερωτικό αλλά και πάσχον σώμα , αλλά με πυρετό!.. Ήτοι: σε κατάσταση ψυχικής έντασης ή έντονης διάχυσης ή ανάμνησης παθητικής. Δεν είναι μόνη η Νίκη Χαλκιαδάκη (γ. 1980) στο πεδίο της νεώτερης ποίησης, όπου το σώμα ως απείκασμα της ποίησης αρκετών νέων γυναικών έχει γίνει κιβωτός μνήμης, κοίτη χαμένων και κερδισμένων συναισθημάτων ή διάμεσο για τον σχηματισμό μιας ρευστής ταυτότητας που ζητάει να κρατηθεί από κάπου για ν’ αντέξει. Μαζί της, λίγο μεγαλύτερες ή συνομίληκες, η Άννα Αφεντούλίδου, η Γεωργία Τρούλη, η Δώρα Κασκάλη, η Ευτυχία Παναγιώτου. Στο Ανάσκελη με πυρετό φαίνεται από την αρχή ότι υπήρξε μια εγγενής δυσκολία μετάβασης από την παιδική ηλικία στην εφηβεία!..  Ο διακαής πόθος της επιστροφής, έτσι ώστε να ξαναγίνουν όλα όπως ήταν, σε μια κατάσταση πρωτογενούς αθωότητας και άγνοιας/ασφάλειας, δείχνει ότι η ενηλικίωση δεν ήταν για την πολυπρόσωπη (κορίτσι, έφηβη, γυναίκα, ίσως μητέρα) παρουσία της Χαλκιαδάκη ένα απλό πράγμα»:

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΟΛΟΙ ΒΓΑΖΩ ΦΡΟΝΙΜΙΤΕΣ:
…κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια
χωρίς εσένα σπάω το φράγμα της ενηλικίωσης
γερνάω, μηδενίζω
γίνομαι ωάριο έφηβης γαλανομάτας
σπέρμα ανειδίκευτου αρσενικού
bing bang
χτυπώ το κουδούνι… στην άκρη όλοι
βγάζω φρονιμίτες, έρχομαι να στο πω

σε βλέπω από μακριά να τινάζεις τα πέτα απ’ το χώμα
χαμογελάς, σωπαίνω

ανάβω κηρήθρες θλιμμένων μελισσών
τις μπήγω στο ύψος των ματιών σου
τις ποτίζω χρόνια, γίνονται φασολιές
ριζώνουν σε αμυντικές στάσεις εμβρύου
γιατί δεν ψηλώνουν Τζακ;

Πέρασε η ώρα και η μαμά θ’ ανησυχεί

οι αποχωρισμοί μας δεν έχουν συγκινήσεις
έχουν την οδύνη των πράσινων κυπαρισσιών

κάνω να φύγω… μα κάτι ήθελα να σου πω…
-κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια
[ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΗΣ ΠΟΔΗΛΑΤΟΥ σελ. 13 στη συλλογή Ανάσκελη με Πυρετό]

ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ; ΘΕΛΩ ΝΑ ΘΥΜΑΜΑΙ (Ποιος θα τολμήσει να πει ότι έχει μετρήσει τη δική σου συγκίνηση;)
Θέλω να θυμάμαι και να θωρώ, να θυμώνω και να θητεύω τον κόσμο ανάσκελα.  Μόνο έτσι θα μπορούσα να ξεκινήσω να γράφω για το βιβλίο της Νίκης Χαλκιαδάκη «Ανάσκελη με Πυρετό», γράφει στο δικό της σχόλιο η Μάιρη Κλιγκάτση.
Το βιβλίο της Χαλκιαδάκη, μοιάζει με ομολογία ενηλικίωσης. Από το ποδήλατο με τις τρεις ρόδες και το πρώτο ψέλλισμα «πι πι το παπί» μέχρι τη γυναίκα που ομολογεί πως υπάρχουν στιγμές που δεν ξέρει πώς να ζήσει, η Χαλκιαδάκη επιλύει τον γρίφο της τραυματικής ενηλικίωσης -ενηλικίωσης-σφαγής- απλώνοντας στις σελίδες της Ανάσκελης μνήμες, απώλειες, προπατορικά αμαρτήματα και μια μήτρα ικανή να χωρέσει ξελευθερία και ενηλικίωση για όλους.

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ (από τη σελ. 34 της συλλογής)
Την ώρα που ένας πληρωμένος δολοφόνος
μου ξεριζώνει την καρδιά
οι βελανιδιές αιμορραγούν
οι σκίουροι γεννούν μελάτα αυγά
τα τρώνε με τρυφερότητα
τα παραμύθια κλείνονται στο ψυχιατρείο
Ξυπνώ σαν ελάφι
Σαν ελάφι σταρ
Πρωταγωνιστώ σε αμερικάνικα κινούμενα σχέδια
Δώδεκα
Ώρα να γίνω πάλι κολοκύθα

ΕΓΩ πρόδωσα τη Χιονάτη
ΕΓΩ τη σταχτοπούτα
τη Bambi
ΕΓΩ

Δεν κράτησα ποτέ το στόμα μου κλειστό.

ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ (εκεί όπου μηρυκάζουν ιστορίες για λύκους):
Στο βιβλίο αυτό, που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο Ανάσκελη με πυρετό, τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί καταγγελτικά αλλά μόνο αμφίσημα και ελλειπτικά, είναι η άποψη της Ευτυχίας Παναγιώτου. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η αλήθεια δεν πρέπει να γίνει άμεσα αντιληπτή από τους τιμωρούς της ποιήτριας, κρύβεται σε παρενθέσεις ή σε παρενθετικές παύλες και συχνά κωδικοποιείται με τη χρήση ξένων, αγγλικών λέξεων. Οι τίτλοι των ποιημάτων δίνουν απαντήσεις στους ποιητικούς γρίφους ή εμπλουτίζουν την ιστορία ώστε η ερμηνεία να μένει ανοιχτή για τον αναγνώστη. Η υπόθεση κατανέμεται θραυσματικά και υπόρρητα, τα ποιήματα είναι σπονδυλωτά, γι' αυτό έχει περισσότερο νόημα να διαβαστεί το βιβλίο και ως σύνθεση.  Σκηνοθετικά, ο παράλογος περιορισμός του εμπύρετου σώματος της αφηγήτριας-ποιήτριας καταστέλλει τη δυνατότητα για μια ευρύτερη, λιγότερο ιδιωτική, αντιμετώπιση του φαινομένου της ζωής. Αποτελεί ωστόσο το τέχνασμα για την παλινδρόμηση και εμβάθυνση στην παιδική ηλικία, που είναι ούτως ή άλλως καθοριστική για την κατανόηση του εαυτού μας: η περιορισμένη προοπτική δίνει προβάδισμα σε ένα επίμονο βλέμμα που εισδύει στους οικογενειακούς τοίχους. Οι υψηλές θερμοκρασίες αποτελούν επίσης ένα ιδανικό άλλοθι ώστε το βλέμμα να καταφέρει τομές στα οικογενειακά δεσμά, ανεξάρτητα από τις επιβολές της λογικής (αλληλουχίας) και τις αντιστάσεις που προβάλλουν συχνά ο φόβος της δημόσιας έκθεσης και τα ταμπού»

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ (από τη σελ. 30):
Τα όνειρα δεν κοιμούνται πια στα κρεβάτια τους
Παίρνουν τις πάνινες κούκλες και φτάνουν στο Προσκεφάλι
Πιπιλίζουν τους αντίχειρες που φυλάω στο πρώτο συρτάρι
Είμαι ανήλικη. Δίποδη. Δυστυχώς
Δε νυστάζω.
ΠΙΑΝΩ ΟΣΟ ΧΩΡΟ ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ ΖΩ ΑΝΑΣΚΕΛΗ
Suck my finger

Με την πρόφαση και μόνο μιας «εργασίας ονείρου», η ποιήτρια -«άρρωστη» άλλωστε γυναίκα- υποδύεται επιτυχημένα ένα κορίτσι που, αν και ενηλικιώνεται, επιμένει ν' αντιλαμβάνεται και να χρησιμοποιεί τη γλώσσα με αθώα λογική. Με τη φαντασία της συμπληρώνει τα χάσματα ανάμεσα στα αληθινά γεγονότα, εκθέτει τις ψευδείς διηγήσεις των ζωντανών και αφήνεται στις σεξουαλικές ονειροφαντασίες του ύπνου επινοώντας υπερρεαλιστικές εικόνες ή κατασκευάζοντας νοητικές εξισώσεις ανάμεσα σε πράγματα ανόμοια. Η ποιητική φωνή υπόκειται σε μια αντίστοιχη με τον μηχανισμό των ονείρων ασύνειδη λογοκρισία, ώστε να προστατεύει τους ανθρώπους -αθώους και φταίχτες- από τη φρικαλέα αλήθεια και το τραύμα της πραγματικότητας. Γι' αυτό ο αναγνώστης θα χρειαστεί να διαβεί ανάμεσα σε συχνά αινιγματικές ψυχολογικές συνάψεις, να ερμηνεύσει ζωομορφισμούς, να ξαναθυμηθεί τους μύθους και τα παιδικά παραμύθια, κυρίως την ηθοπλαστική τους τάση. Παρά τους ισχυρούς και ενίοτε κρυπτικούς συμβολισμούς, η λεκτική οικονομία και ακρίβεια, εις πείσμα του ονειρώδους παραληρήματος, χαρίζουν ισορροπία ανάμεσα στο σύνθετο συναισθηματικά υλικό των ποιημάτων και την απλή εκφορά του. Τα ποιήματα είναι τα ίχνη μιας φονικής ιστορίας, όπου δεν κατονομάζεται ο δράστης. Ακόμη κι αν ένοχοι θεωρούνται σχεδόν αυτονόητα οι γονείς, τα ποιήματα φαίνεται πως οικειοποιούνται την παιδική ενοχή, χαρίζοντας στις λέξεις μια αίσθηση παραβατικότητας.

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ (από τη σελ. 35):
Τώρα πήγες έξω από την πόλη
Το χειμώνα βγάζω το αυτοκίνητο
Το καλοκαίρι σε φτάνω με σαγιονάρες
Σου φέρνω λάδι κι ανεμώνες
Πριν λίγο τις έκοψα
Μεσημεριάτικα και δεν είσαι μόνος
Ένας πορτοκαλής γάτος ξαπλωτός
Απολαμβάνει τον ήλιο
Γλείφει τις πατούσες του
Τεντώνει τα μπροστινά πόδια
Τώρα μου δείχνει την κοιλιά του
Δεν θα πλησιάσω άλλο
Όταν δεν κουνάει την ουρά
φαίνεται καθαρά το ονοματεπώνυμό σου
στην επιτύμβια στήλη που ’χει για προσκεφάλι

Ήρθα και σήμερα μ’ ένα στήθος γεμάτο πουλιά
και φεύγω για να μη χαλάσω το χουζούρι σας

ΤΟΤΕΜ (από τη σελ. 26)
Πιστέψαμε ο ένας στον άλλον
Φυτέψαμε τα πόδια μας στην αυλή
και περιμέναμε να δούμε
ποιος
ποιος
ποιος θα κρατηθεί
Δεν άντεξες ούτε μισό αιώνα
Ψ'ήλωσα μόνη [και όπως όλοι
οι προδομένοι καρποί]
ανθίζω την Πρωταπριλιά».

Στο δεύτερο αυτό βιβλίο της η Χαλκιαδάκη δεν επαναφέρει ούτε διαιωνίζει το γυναικείο τραύμα αλλά το θεωρεί προϋπόθεση της ποιητικής δημιουργίας, είναι το συμπέρασμα της κριτικής της Ευτυχίας Παναγιώτου:  «Το τραύμα ανθοφορεί μέσα από το ποιητικό φίλτρο ενός ήπιου λυρισμού που βάζει στο δράμα σιγαστήρα. Τα ποιήματα πείθουν πως η γυναικεία γραφή (τόσο ως θεματική όσο ως μορφή) υπάρχει˙ έξω από το σκοτεινό πεδίο των διαδεδομένων προκαταλήψεων»

ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΗΤΤΑΣ
Καθώς τελειώνει τη δουλειά
τα Σάββατα μετά της δυο
περνάει απ’ τα τουριστικά γραφεία
Όταν δεν βλέπουν οι πράκτορες
σκίζει απ’ τα περιοδικά
νησιά και λίμνες
Έχει  γεμίσει τις τσέπες της
με προορισμούς προΠτωτικούς
συνθέτει άλμπουμ / Κάνει οικονομίες

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΦΥΓΩ
Μέχρι στιγμής
έχει κοπεί πολλές φορές
από σελίδες illustration
………………..
Στο δάσος θα βγω
Εκεί όπου μηρυκάζουν ιστορίες για λύκους
Τα ψίχουλα της επιστροφής θα φάνε τα μυρμήγκια
Lamp-chops, γάλα πουλόβερ έγιναν Όσοι αγαπώ

Δεν γυρίζω πίσω

Παραβολή είναι η πρόθεση της πρώτης ήττας
[Το ταξίδι της Ο και Απολωλός, δυο ποιήματα από τη συλλογή σελ. 38-39]

ΚΟΥΤΣΟ ΔΕΝ ΕΜΑΘΑ ΠΟΤΕ. ΕΙΧΑ ΔΥΟ ΠΟΔΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΥΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ: ένα τετράποδο ίσον = ήσσον - Με διαλύει αυτή η γλώσσα (Αναλογισμός σελ. 46):
Παρηγορώ φωτογραφίες για να ζω
Φτιάχνω φράσεις με κατηγορούμενα
 Έχω το «ουσιαστικόν» απεμπολήσει
Και ψάχνω ρήματα διαθέσεως φτηνής
Σχεδόν παθητικής
Κρύβω αφιερώσεις σε λεξικά
ανωμάλων: ήμαρτον [έως και] τεθνήκαμεν

Προστακτικά επιβάλλομαι σε
επιφωνήματα και θαυμαστικά
-Πόσο θαυμαστικά αλήθεια ήταν
τότε που αποσιωπητικά δεν άφηνες,  Θυμάσαι;

Πέρασαν ποιητικά αίτια από τότε τόσα
Σέρνομαι επιρρηματικά στο χρόνο
Τη δωρική σου ανάμνηση παλεύω να ξεχάσω

Αποκλήρωσα τα διστακτικά μου ερωτηματικά
περιφραστικά αντικατέστησα το σ’ αγαπώ
Τριγυρνώ κάθε βράδυ στις δευτερεύουσες
Πίνω, ξεφτιλίζομαι, πέφτω σε κόμματα
Πώς ν’ αντικρίσω πες μου
τις πρωτόκλιτες θηλές μου;

Ασυναίρετος εσύ κι ο πόνος Αμετάβατος
[Γραμματική Αναπηρία Ασύντακτων Εραστών από τη σελ. 47 στη συλλογή της Νίκης Χαλκιαδάκη ΑΝΑΣΚΕΛΗ ΜΕ ΠΥΡΕΤΟ, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012]

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ («… και όχι καθόλου προσπάθεια ποιητική. Αφού έτσι πρέπει να πονέσω ακόμα πιο πολύ γι’ αυτό» - Ελένη Βακαλό)
Η Νίκη Χαλκιαδάκη εξομολογείται: «Φύσει  παιδική ασθένεια να θέλεις να σώσεις τον κόσμο. ασθένεια απαλλαγμένη από την εγωπαθή διάθεση να βγεις αλώβητος και να στεφθείς ήρωας ή σωτήρας ή και τα δυο. πιο αθώα, σχεδόν αφελής, αλλά χαριτωμένη. Τόσο χαριτωμένη! μοιάζει γνήσια αυτοθυσία. ουδείς και όλοι, τουλάχιστον άπαξ. ουτοπικός κοσμοδιορθωτισμός. στους μεγάλους και στους ποιητές το ηθικό βάρος διπλασιάζεται. στους Μεγάλους Ποιητές δεν θα 'θελα ούτε να το σκέφτομαι...
Θέσει  ανάσκελη και εμπύρετη, είτε εφτά είτε εκατό, είτε έχεις ανεμοβλογιά είτε κάτι πολύ πιο σοβαρό -ας πούμε γρίπη- δεν έχεις παρά να εξομολογηθείς τα μικρά και τα ασήμαντα υφαίνοντάς τα, ασύνειδα, με τα μεγάλα και τα σημαντικά, εκείνα που κινούν και συγκινούν τον Κόσμο -τουλάχιστον τον ορατό. δεν το ελέγχεις, συμβαίνει. δεν έχεις μπρούμυτη επιλογή. το χρωστάς  σ' εκείνους που σου αλλάζουν κομπρέσες, σ' εκείνους που δεν δίνουν δεκάρα και κυρίως σε σένα που μετράς έρωτες, απώλειες, δάχτυλα, πλακάκια για να περάσει η ώρα, ο πυρετός, για να περάσει ο κόσμος από πάνω σου, μέσα σου, από όπου του ανοίγεις μια χαραμάδα. παίζεις με την Ιδέα, γκρινιάζεις, υπόσχεσαι πως όταν γίνεις καλά θα κάνεις ό,τι έχεις αναβάλει Ώς τούδε, αποδομείς την Απουσία, συμφιλιώνεσαι με τη θνητότητα -είναι και η μάνα σου- άνθισαν οι λεμονιές, καλείς τη Μνήμη, τη διώχνεις πάλι, παίρνεις ένα παυσίπονο, γλυκαίνεις, κοιμάσαι ερωτευμένος, ξυπνάς προδομένος Τετάρτη για παράδειγμα -πέρασε μια νύχτα, μια ζωή [...] θερμοκρασία σώματος: 36.6 άντε να σηκωθείς, να μαγειρέψεις, να φτιάξεις παιδιά και εγγόνια, να μείνεις αθάνατη σαν τη Σαπφώ ή και να μην σηκωθείς ποτέ. όπως και να 'χει, θα έχει συμβεί μια αλλαγή σ' εσένα και Εσένα. για όλα τα άλλα μην σε νοιάζει, θα γίνουν όπως και να 'χει.
Λένε πως η Ποίηση έχει συγκινήσει περισσότερο τον κόσμο απ' ό,τι τον έχει πραγματικά κινήσει!..  Αλήθεια, αλλά ποιος θα μου πει πώς μετριέται η συν(κίνηση) και ποιος θα τολμήσει να πει ότι έχει μετρήσει τη δική σου.

ΜΗ ΑΝΤΙΣΤΡΕΠΤΗ ΦΥΣΙΚΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ (από τη σελ. 51):
Κενοζωική περίοδος
Δευτέρα του έκτοτε / μήνας Ερπετό
Δεν είχαμε ακόμη αποκτήσει ο καθένας τη σκιά του
Εσύ Αγέννητη
Ένας περαστικός ακολούθησε
μονό αριθμό ισόπτερων και σώθηκε
Οι υπόλοιποι από την έκρηξη στην επιβίωση
Κανείς αυτούσιος
Προσομοίωση και επανεκκίνηση

Κάποτε θα μ’ έλεγες σπονδυλωτό, άνθρωπο ίσως και γυναίκα
αν δεν έχανα τα χέρια, τη μήτρα, τα μαλλιά μου

Σήμερα βγάζω λέπια, ράμφος, άνθη ροδακινιάς
Αμφίβιο μιας βιαστικής σύμπτωσης
Δεν ζευγαρώνω
Δεν αναπαράγομαι
terminus post quem
διατηρώ τις ρώγες μου
εις τρυφερή ανάμνησιν
ερωμένης, βρέφους, θηλαστικιάς
Τις χαρίζω σε όποιον μου μιλήσει ελληνικά
Και λίγο πριν το σημείο τήξης
ψελλίζεις το «επικινδύνως ζειν».

ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ (από τη σελ. 41)
Χιλιάδες νεκροί στο σαλόνι
περιμένουν να ξυπνήσω
Μοιάζουν με τον Πατέρα
Έχουν δερμάτινα χέρια
Λευκό κρανίο
[Ξέρουν πως καπνίζω]
Καμαρώνουν το πρώτο μου δόντι
Τα υπόλοιπα τα σφίγγω
μην πέσουν απ' το στόμα
Τα σφίγγω
μην κλάψει η μάνα μου
που ερμηνεύει τα όνειρα
Δεν τους βλέπεις μαμά;
είναι Χιλιάδες
[επιλογές από τη συλλογή της Νίκης Χαλκιαδάκη ΑΝΑΣΚΕΛΗ ΜΕ ΠΥΡΕΤΟ, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012]

Τελικά, η Νίκη Χαλκιαδάκη για τη Χλόη Κουτσουμπέλη, έχει ένα μεγάλο προσόν. Δεν φοβάται να εκτεθεί και να εκθέσει. Να σαρκάσει και να αυτοσαρκαστεί. Να τσαλακώσει και να τσαλακωθεί. Άρα είναι ποιήτρια. Υπάρχει ένα νωπό τραύμα που ανασαίνει μέσα στη συλλογή, η Νίκη παίρνει τα δάχτυλά μας και τα βάζει επάνω του, μας αναγκάζει να το ψηλαφίσουμε, να το αγαπήσουμε σχεδόν, υπάρχει μία καρατομημένη παιδική ηλικία που δεν μεγαλώνει αλλά γράφει, που βρέχει το κρεβάτι της, βάζει το δάχτυλο στο στόμα της, κρύβεται κάτω από ένα μεγάλο κρεβάτι, ζηλεύει το αδελφάκι της, μία παιδική ηλικία που πρέπει να εξαγνιστεί, να εξιλεωθεί για να πάει η ποιήτρια παρακάτω. Όλοι όσοι γράφουμε γνωρίζουμε καλά την διαδικασία της γραφής. Πώς δηλαδή μπήγεις τον αιχμηρό κονδυλοφόρο στην αρχική σου πληγή, όλοι οι ποιητές εξάλλου έχουν μία αρχική πληγή, πώς λοιπόν ανατρέχεις σε αυτή την πληγή και με το αίμα της γράφεις. Αυτό κάνει λοιπόν και η Νίκη Χαλκιαδάκη και η γραφή είναι γι αυτήν ταυτόχρονα κάθαρση.

ΑΡΧΕΣ ΙΟΥΝΙΟΥ [ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΤΗ] σελ. 54
Γυμνή τριγυρίζω απ’ το νεροχύτη στο ντους
Γυμνή κάθομαι στην παλιά πολυθρόνα
που αγνόησες φεύγοντας
Και κείνη πιστή, βελούδινη
–όπως πάντα-
Έπαψε να είναι έπιπλο
Είναι η μάνα μου, ο πνευματικός μου
Το παιδί που δεν γέννησα ποτέ
-γιατί δεν ήσουν έτοιμος-

Μας καταδίκασες σε στείρα φθορά ανάμνησης
Αγκαλιαζόμαστε συχνά
Όταν μας λείπεις

Έχει χρόνια που ακούω τα σωθικά της να βογκούν

Χθες φώναξα το γιατρό

Είπε πως σαπίζει από μέσα
-είναι σκληρό να σαπίζεις από μέσα-

Άχρηστα ελατήρια και ωοθήκες γεμάτες σκουριά
σαν μια χούφτα με καρπούς
ξερούς / νεκρούς
στολίζουν πια το σαλόνι
Τους βουτώ στη φορμόλη
Τους μισώ. Τους κατεβάζω με μια γουλιά κονιάκ
καθώς σου γράφω μια τελευταία της επιθυμία

Έλα / Θα λείπω [τ’ ορκίζομαι]
Δυο μήνες ζωής έχει και είναι ήδη Αύγουστος
[επιλογές ποιημάτων από τη συλλογή της Νίκης Χαλκιαδάκη Ανάσκελη με Πυρετό, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012]

ΝΙΚΗ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ- ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Νίκη Χαλκιαδάκη γεννήθηκε το 1980 στα Τρίκαλα, με καταγωγή από την Κρήτη. Αποφοίτησε από το Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση γλωσσολογία. Στη συνέχεια παρακολούθησε το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Ποιήματά της έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έχουν μελοποιηθεί (από το μουσικό συγκρότημα "khaki naive" του Αμβούργου) και έχουν αποσπάσει ποικίλες διακρίσεις: Η πρώτη της ποιητική συλλογή «O έρωτας του Pied de Coq" (Λογείον, 2009), έλαβε τις εξής διακρίσεις στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης του Φεστιβάλ InterArtia (International Art Society & Academy 2009): το ποίημα «Αχερουσία λίμνη» απέσπασε το 1ο βραβείο, το "La Parada" το 3ο βραβείο και ο «Ξέρξης» τον 1ο έπαινο.  Το 2012 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική συλλογή της, «Ανάσκελη με πυρετό» (εκδόσεις Μανδραγόρας). Συμμετέχει σε ποιητικά δρώμενα που οργανώνει η νέα ποιητική γενιά και τα έτη 2009-2010 απέσπασε τον τίτλο «Artist of the year» στην κατηγορία Ποίηση από το Διεθνή Διαγωνισμό «InterArtia». Τέλος, δημιούργησε το «Dolls», μια θεατρική performance, βασισμένη στους στίχους της πρώτης της συλλογής