Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020

ΛΟΙΠΟΝ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ: ένα φιλί που δεν εξελίχθηκε ουδέ κατ’ ελάχιστον από καταβολής κόσμου…

 Δεν υπάρχει αίσθηση χωρίς σκέψη, αλλά δεν αρκεί να σκεφτόμαστε για να ζούμε. Στην Ποίηση οι λέξεις πρέπει να φέρνουν κάτι απ’ το αμέριστο του κόσμου αλλιώς το ανεπαίσθητο εκείνο ρίγος που κλονίζει την ύπαρξη ξεπερνώντας τη, θα χαθεί...

Η ποίηση του Ελύτη, κατά βάθος, είναι όπως το φως, μερικές φορές τρομαχτική, σε ρηγματώνει:

«Θάλασσα Λανθασμένη δε γίνεται…

O Λόγος είναι των στερνών η φρόνηση / κι ο Χρόνος ο γλύπτης των ανθρώπων.

Δεν είναι φρόνιμη γωνιά η παλαίστρα της ψυχής.

Δεν είμαι σήμερα όπως ήμουν χθες

Οι Ανεμοδείχτες μ' έμαθαν να νιώθω.  

Λοιπόν αυτός που γύρευα είμαι…»

Γιατί «το φιλί, που δεν εξελίχθηκε ουδέ κατ’ ελάχιστον από καταβολής κόσμου, τυχαίνει να είναι το πιο καινούργιο και αμεταχείριστο πράγμα που διαθέτουμε», αποφαίνεται ο Ποιητής

Επειδή ο τρόπος που δυο άνθρωποι ερωτεύονται δεν έχει αλλάξει μα ούτε ποτέ προσδιοριστεί.

Είτε πρόκειται για τις «λευκές αϋπνίες των κύκνων» στους στίχους του,

είτε για τις «καθαρές μονάδες» που είναι οι άνθρωποι στα χέρια του Παπαδιαμάντη,

είτε για τον Ρωμανό το Μελωδό, που «η Παναγία τον έκανε άξιο να μεταμοσχεύσει από τον κορμό του αρχαίου στον κορμό του μεσαιωνικού ελληνισμού έναν ειδικό τρόπο του εκφράζεσθαι που έφτασε σώος ως τις μέρες μας»…

Σκέφτομαι πως ο Σεζάν στοχαζόταν μια ολόκληρη ώρα πριν βάλει την πινελιά πάνω στο μουσαμά, γιατί αυτή η πινελιά έπρεπε να «περιέχει τον αέρα, το φως, το αντικείμενο, το χαρακτήρα, το ύφος. Στον διάβολο αν δεν καταλαβαίνουν πως συνδυάζοντας ένα θολό πράσινο μ’ ένα κόκκινο κάνει κανείς ένα στόμα να φαίνεται λυπημένο»...

 «Κάποτε είναι μια κοπέλα που μας σταματά, κάποτε πάλι δυο τρεις στίχοι…

Ω, ας είναι καλά ο άγγελος μου ο κατεβασμένος από κάποιο τέμπλο, θεός του ανέμου συνάμα κι Έρως και Γοργόνα, θα ’λεγες τον είχα κάνει πριν γεννηθώ ειδική παραγγελία.

Με την ευλογία του παλαντζάρω καλύτερα τις φουρτούνες τις δικές μου και προχωρώ στις επικίνδυνες περιοχές, τα ύφαλα και τις κρυφονεριές, περασμένα μεσάνυχτα με αναμμένα τα δυο μου φωτάκια πρόσω ηρέμα…

 (κι άλλα αποσπάσματα από κριτικές και σχόλια για τον Ποιητή και την Ποίησή του από το τεύχος του ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ που ήταν αφιερωμένο στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη – ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ Δεκέμβριος 2011 με Επιμύθιο από την ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟ: «αυτά που μ’ αρέσουν τόσο μακριά από τα πράγματα, τόσο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι… Αυτά που μ’ αρέσουν είναι και η Μοναξιά μου)

 


Η ΦΩΤΕΙΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΥΓΕΙΑ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ (αποσπάσματα κριτικής για την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη 2 Νοεμβρίου 1911- 18 Μαρτίου 1996) 

Υποστηρίζω ότι η φωτεινότητα και η διαύγεια των στίχων του Ελύτη, η βαθιά γνωριμία του με την αμεσότητα του πρωταρχικού και του ουσιώδους, η συνεχής αναγωγή του στο πιο απλουστευμένο κομμάτι του εαυτού μας, και συνεπώς γι’ αυτό αξεπέραστο σε ενότητα, δρουν χωρίς διαμεσολάβηση.

«Επειδή το τέρμα βρίσκεται πάντοτε στη φύση, πιο συγκεκριμένα στον παλμό κάποιου ζωντανού οργανισμού», γράφει στο Εν Λευκώ.

Θεωρώ ότι η πρόταση του Ελύτη για τη φύση βρίσκεται σε εντελώς διαφορετικά σημεία από αυτά που γενικά πιστεύεται.

Το ελληνικό φως έχει μια τρομαχτική βεβαιότητα. Άλλοτε η παρουσία του είναι λεπταίσθητη και αναδυτική και άλλοτε γίνεται ακαταμάχητη, διαλύοντας τα πάντα.

Ένα τοπίο διατρέχει αυτοστιγμή την αιωνιότητα ερμηνεύοντάς την.

Τα χρώματα ποτέ δεν επαναλαμβάνονται. Ένα επιπλέον ή κάτι λιγότερο κάνει πάντα τη διαφορά σε επίπεδο συναισθημάτων.

«Μπορείς να δεις τον κόσμο όλον  μέσα σε μια σταγόνα νερό», έλεγε ο Γκαίτε, κι αυτό μας πάει απευθείας στη διαύγεια των στίχων του Ελύτη.

«Το νερό που ήμουνα έχει από καιρό κατασταλάξει, έτσι που να βλέπεις μέσα του καθαρά. Εάν αυτό είναι «κάτι» ή «τίποτα», έχει πάψει να με αφορά», γράφει σ’ ένα κείμενο του για τον Ανδρέα Εμπειρίκο.

Ο Ελύτης στέκεται ακίνητος μπροστά στον παγανισμό της φύσης και τον αποκαλύπτει: πρίσμα διάφανο απ’ όπου η ζωή ιριδίζει και αυτοπροτείνεται, κόκκο άμμου με δυνατότητα του ονείρου μέσα σε μια ολοφάνερη ακρογιαλιά την ώρα του πιο γνώριμου ήλιου.

Οι αισθήσεις συλλαμβάνουν το στιγμιαίο, αλλά αργότερα η κάθε στιγμή διευρύνεται. Αν οι αισθήσεις δεν συνελάμβαναν αρχικά σύνολα, ο κόσμος θα έδινε μια χαοτική εικόνα, διόλου κατανοητή και προσεγγίσιμη. Αν ο Σπινόζα αναφέρει πως τα πάθη υποβάλλουν τη λογική μας και οι Στωικοί ότι ο άνθρωπος οφείλει να μην είναι στο έλεος των αισθήσεών του, ο Ελύτης μας προτείνει ένα μεγαλύτερο πάθος, τη συνειδησιακή ελευθερία της αίσθησης στη ζωή και στη φύση.

Μια αφιλόκερδη ματιά και φτάνεις απευθείας στο θαύμα που έρχεται να σου επιδειχθεί.

 «Αν δεν είχα κάτι το πολύ δυνατό κι αθώο συνάμα να με συντηρεί, όπως οι μέντες και οι λουίζες που ευδοκιμούν στον εξώστη μου, θα ’χα πεθάνει της πείνας.

Τόσο μακριά βρίσκομαι από τα πράγματα, τόσο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι. Ξυπνάω τις νύχτες ανήσυχος για κάποιαν απόχρωση του μοβ. ποτέ μου όμως για το τι μπορεί να γίνεται στα εμπορεία της αγοράς», γράφει στην Ιδιωτική Οδό.

Εγώ ήρθα μόνον να πω πως η ποίηση του Ελύτη, κατά βάθος, είναι όπως το φως, μερικές φορές τρομαχτική σε ρηγματώνει.

Μια απόχρωση του μοβ, ένα θολό πράσινο είναι που σε φέρνουν αντιμέτωπο με τον εαυτό σου.

Γιατί «αν τα δημιουργήματα δεν συνιστούν απόκτημα, αυτό δεν συμβαίνει απλώς επειδή όπως όλα τα πράγματα, περνούν. Αυτό συμβαίνει επειδή έχουν – όπως λέει ο Μωρίς Μερλώ – σχεδόν όλη τη ζωή μπροστά τους».

 [ΠΗΓΗ: Λέλη Μπέη, ΕΝΕΤΥΚΤΗΡΙΟ ειδικό τεύχος αφιερωμένο στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη Δεκέμβριος 2011]

 

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΑΙΧΤΗΣ ΠΟΥ ΑΣΚΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ

Το Ποίημα, ο Ποιητής και ο Αναγνώστης: μια «περιήγηση» στο ΟΛΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΘΕΑΜΑ και τους επτά αντικατοπτρισμούς του στα ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΣΗΜΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ του Οδυσσέα Ελύτη

 

ΠΟΙΗΜΑ – ΘΕΩΡΙΑ

Το πρώτο ποίημα της συλλογής ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΣΗΜΑΙΑ ΕΥΚΑΡΙΑΣ, «Ο Κήπος βλέπει», πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΠΕΙΡΑ με την υπόδειξη-νύξη του ποιητή: ποίημα-θεωρία. Επειδή ο ποιητής Ελύτης δεν γράφει ποτέ τίποτε στην τύχη, θα ριψοκινδυνέψω την υποδειξη στηριζόμενη στα «ενώτια παμφανόωντα» της θεωρίας, εφόσον σ’ αυτήν θεμελιώνεται το Παιχνίδι μέσα στο οποίο εμπλέκονται ως «θεωροί», το ποίημα, ο ποιητής και η αναγνώστρια.

Καταρχάς ο τίτλος Ο ΚΗΠΟΣ ΒΛΕΠΕΙ είναι στην κυριολεξία «θεωρός» αφού, τοποθετημένος όπως είναι στο παρακείμενο, όχι μόνο ονομάζει-θεωρεί το όλο ποιητικό θέαμα αλλά και τους επτά αντικατοπτρισμούς του εντός του κειμένου. Όπως ο Δημιουργός το δημιούργημα του, θεώμενος εαυτόν θεάται. Γιατί, «είναι η λειτουργία του θεϊκού Νου να βλέπει όχι δια μέσου κάποιου πράγματος αλλά δια και από τον εαυτό του και μόνο επειδή το αντικείμενό του δεν είναι εξωτερικό. Φως ο ίδιος, βλέπει ένα φως, δηλαδή βλέπει τον εαυτό του» (Πλωτίνος)

Φράση-πυρήνας του ποιητικού σύμπαντος, εντός αλλά και εκτός, αφού η μορφή των γραμμάτων και η απόσταση (και όχι μόνο) τη διαχωρίζει από το σώμα του υπόλοιπου ποιήματος. «Ο Κήπος βλέπει» είναι ταυτόχρονα και τόπος «εξ ου θεάται τις» και υποκείμενο της θεωρίας εφόσον «θεάται», αλλά και αντικείμενο θεωρίας προς το οποίο προσβλέπει η επιθυμία του θεωρού ο οποίος βρίσκεται «εκτός» του.

Το ερώτημα-δίλημμα, ωστόσο, που αυτονόητα θέτει η κρυπτική φράση είναι: ποιος βλέπει και τι (αν «βλέπει») εκείνον που βλέπει και από πού κ.ο.κ. ώσπου το βλέμμα μεταπηδώντας να φεύγει, να στροβιλίζεται, να χάνεται στον ίλιγγο του απείρου έως εκεί που «το βλέπειν φέρνει σε αμηχανία το λέγειν» γιατί δεν υπάρχει πλέον αντικείμενο της όρασης και φως για να το δείξει. «Το όραμα πλημμυρίζει τα μάτια με φως… το φως είναι το ίδιο το όραμα»

 

Αν υποθέσουμε ότι η κοσμολογία του Ποιήματος εκτίνεται από τους Κήπους του Διος (ουρανός) ως τους Κήπους του Αδώνιδος (χλοερή Γη), περιλαμβάνοντας στην κυκλική τροχιά της τον Ιερό Κήπο της Αφροδίτης (Έρως), ακόμα ακόμα και τον Κήπο του Ατάραχου Φιλοσόφου (Επίκουρος), τότε στο κενό που σχηματίζεται ανάμεσα στους Κήπους της εμπειρίας και τις λέξεις-εικόνες τους κρέμεται ως μετάλλιο ο Κήπος της Εδέμ, Παράδεισος που χάθηκε από τα μάτια προκειμένου ν’ αναδυθούν από την απουσία του τα μάτια της Ψυχής –πόθος και φαντασία-, αεί να τον αναζητούν στα ριζώματα των λέξεων και των κειμένων.

      

Κήπος. Έκταση καλλιέργειας εντός αλλά και εκτός της Φύσης η οποία μετατρέπεται εδώ σε Ποίημα-θεώρημα από κείνον του οποίου την ύπαρξη κάθε κήπος συνεπάγεται: του αθέατου κηπουρού-ποιητή.

[ΠΗΓΗ: ΤΖΙΝΑ ΠΟΛΙΤΗ «Το Παιχνίδι του Κόσμου, το παιχνίδι της Ποίησης και ο Παίχτης», ειδικό τεύχος ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ, Δεκέμβριος 2011]

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΝΟΣΤΟΥ (απόσπασμα από το δοκίμιο της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου)

Οι Λατίνοι στα παλιά ηλιακά ωρολόγια χάραζαν την επιγραφή «Sine sole sileo», δηλαδή «Χωρίς ήλιο σιωπώ». Κάτι ανάλογο, όπως ειπώθηκε, δεν θα αποτελούσε τολμηρότητα αν χαρασσόταν ως επιγραφή στο σύνολο της ποίησης του Ελύτη. Ο «ηλιοπότης», όπως αυτοχαρακτηρίζεται στο Άξιον Εστί, θα ήταν ένα επίθετο που οπωσδήποτε θα του άρμοζε, αποδίδοντας έτσι και το πυρηνικό στοιχείο της ποίησής του, κάτι που εύγλωττα προκύπτει και από τους τίτλους των συλλογών του: Ήλιος ο πρώτος, Παραλλαγές πάνω σε μια ηλιαχτίδα, Φωτόδεντρο, Ήλιος ο ηλιάτορας.

«Τον ήλιο», θα μας πει στα Ανοιχτά Χαρτιά, «τον έπλαθα όπως ο πεινασμένος το ψωμί στον ύπνο του». Σε αντίθεση με το σεφερικό φλέγμα, με το ενίοτε ψυχρό αγγλοσαξονικό προσωπείο, ο Ελύτης, σαφέστατα εξωστρεφής, σάρκινος και φυσιοκρατικός, καταθέτει έναν λόγο αίθριο αλλά και χρησμικό, στο πλαίσιο του οποίου ένας ολόκληρος θίασος λέξεων καθιστά τη φωτοπλαστικότητα καθοριστικό στοιχείο της ποιητικής του.

Ο υπερρεαλισμός δεν τον υπέταξε. Διείσδυσε στην ποίησή του φιλτραρισμένος με τη διαδικασία της όσμωσης.

Ο Ελύτης, έχοντας από πολύ νέος σπουδάσει τις ανασυντάξεις των εκφραστικών τρόπων – ως νέες αξίες ή ως νέες αυθάδειες απέναντι στην παρακμή των παρωχημένων σχημάτων της ορθόδοξης ποιητικής αντίληψης – κατόρθωσε με το διαισθητικό του ένστικτο να ανατάξει, να μεταπλάσει και να εντάξει στο έργο του εδάφια τελείως αναξιοποίητα για την ποίηση, που ενδημούσαν στη «θεολογία» του τόπου του, στον βιβλικό λόγο, στην ποίηση των Κοντακίων και των Ψαλμών, στους μετρικούς φθόγγους του Ρωμανού του Μελωδού, στην αρχαία, βυζαντινή και δημώδη ποίηση, και να τα συγκεράσει με τον υπερρεαλισμό. Η ποίηση του Ελύτη, και συγκεκριμένα το Άξιον Εστί, έχει δανειστεί το μουσικό της περπάτημα και τις ποιητικές της φόρμες από την εκκλησιαστική ποίηση και ιδίως από τη συντακτική και γλωσσική ιδιοτυπία του Ρωμανού του Μελωδού. Τα παραθέματα από τη Βίβλο (Παλαιά και Καινή), μεταμοσχευμένα στη στιχουργική πλοκή του Άξιον Εστί, καθιστούν το συνθετικό αυτό έργο λειτουργικό ποίημα, όπου λειτουργούνται Ελλάδα και Ορθοδοξία στην πολυκύμαντη διαχρονική τους ενότητα. Παρακάτω παραθέτω ορισμένους στίχους του ποιητή, που μοιάζουν να έλκουν την καταγωγή- έμπνευσή τους από κάποιους άλλους:

Γράφει ο Ελύτης: «Τα θεμέλιά μου στα βουνά»

Λέει στους (Ψαλμούς 86.1): «Οι θεμέλιοι αυτού εν τοις όρεσι τοις αγίοις»

Λέει στο Άξιον Εστί:

«Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς εβγήκα»,

ενώ ο Ρωμανός ο Μελωδός γράφει:

«Περιερχόμενοι την γην και εξερευνώντες αυτή μετά λύχνου του άστρου».

Συνεχίζει αλλού ο ποιητής:

«Ο λαιμός της Ελένης ωσάν παραλία»

«Ο τράχηλός σου ως ορμίσκοι» γράφει στο Άσμα Ασμάτων…

Η αισθητική του ενημερότητα λοιπόν, σε συνδυασμό με την κατακτημένη γνώση και το ταλέντο του, τον κατέστησαν έναν μύστη του lege artis.

Ο Ελύτης πάντως δεν υπήρξε ποιητής της ανάγκης. Είδε τη χώρα του περισσότερο με τη νατουραλιστική της διάσταση παρά με την κοινωνική. Πίστευε μ’ άλλα λόγια αυτό που ισχυριζόταν ο Eliot, ότι δηλαδή η ποίηση δεν απευθύνεται στο πλήθος, αλλά αποτελεί προνόμιο μιας πνευματικής ελίτ. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα και με όσα έγραψαν τότε κάποιοι κριτικοί, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι στον Ρίτσο η ποίηση κρατάει πανό, ενώ στον Ελύτη κάνει ηλιοθεραπεία.

Άλλωστε, και σαν φυσική παρουσία, ήταν ένας τύπος μοντέρνου εστέτ, χαρακτήρας κλειστός και μονήρης, ελάχιστα εκδηλωτικός, κεντρομόλος και αυτοελεγχόμενος, ένας ελιοτικός Prufrock, περιορισμένος στη συντροφιά της λιγοπρόσωπης παρέας που σύχναζε στο πατάρι του Λουμίδη της οδού Σταδίου, όπου έπινε τον καφέ του ακούγοντας τον σάλαγο της φωνής του Κατσίμπαλη. Μοναχικός συνεπώς αλλά και με πείσμα ακατάβλητο, θα εξομολογηθεί σε συνέντευξή του:

«Όταν έγραφα το Άξιον Εστί, έμεινα τέσσερα χρόνια κλεισμένος σε ένα δωμάτιο. Ήταν η πρώτη φορά που έφευγα από το σπίτι της μάνας μου, όπου εκεί ήταν αδύνατο να εργαστώ. Τότε ο Εμπειρίκος μου δάνεισε ένα ράντσο κι ένα παλιό ραδιόφωνο, κι ο Κατσίμπαλης μου δάνεισε χρήματα, για να προπληρώσω τους δυο μήνες. Ήταν καλοκαίρι και δεν είχα ψυγείο να πιω δροσερό νερό. Απ’ το απέναντι σπίτι μού φέρνανε συχνά μια καράφα. Και μόλις βγήκε το Άξιον Εστί, μου επιτέθηκαν όλοι. «Ποίημα είναι αυτό; Αυτό είναι κατασκεύασμα!» Χρειάστηκαν τρία χρόνια για να το δεχτούν σιγά- σιγά. Θυμάμαι έκανα βόλτες στη βεράντα κι έλεγα: θα έρθει η εποχή που θα μιλάει κανένας για το Άξιον Εστί; Και βέβαια δεν το πίστευα»…

Επιχειρώντας λοιπόν μια βαθιά τομή στην πραγματικότητα, έριχνε την καθετή του μέσα στα γεγονότα, για να αλιεύσει το θαύμα, να ανασυνθέσει το φαινόμενο της ζωής, βάσει των στοιχείων που του προσκόμιζαν οι ασκημένες, όπως ένα λαγωνικό, αισθήσεις του, που, αν ήταν τυχερός – όπως έλεγε –, τις έβλεπε ενίοτε να επιστρέφουν από τα πεδία όπου τις είχε εξαπολύσει, κρατώντας στα δόντια τους θηράματα της ίδιας σπουδαιότητας μ’ αυτά που κατά καιρούς είχαν πετύχει να χτυπήσουν οι θρησκείες.

Κατ’ αυτό τον τρόπο ανακάλυπτε την ποίηση:

«την ατελεύτητη φορά προς το φως το φυσικό που είναι ο λόγος και το φως το Άκτιστο που είναι ο Θεός» (Aνοιχτά Xαρτιά, 1974)

Γίνεται έτσι κατηχούμενος ενός φωτός εαρινού και ίσως γι’ αυτό και αναστάσιμου, θυμίζοντάς μας τον Ανδρέα Εμπειρίκο:

Θα σπρώξουμε το μεγάλο λίθο που πλακώνει την καρδιά μας

και παίζοντας με παρηχήσεις θα ξαναβρούμε αναστάσιμο στο Έαρ τον Έρωτα.

Στην ευλογημένη αυτή χώρα όπου γεννήθηκε ο Ελύτης, οι άνθρωποι χρόνια πριν θεοποίησαν τον Έρωτα – τόσο τον πνευματικό όσο και τον σωματικό – με τον ίδιο φυσικό τρόπο με τον οποίο αργότερα έγιναν απόστολοι της χριστιανικής αγάπης στον κόσμο, ανασταίνοντας τη χωμάτινη ύπαρξη με δύο μόνο τρόπους: με τη θρησκευτική αφοσίωση προς το ερώμενο πρόσωπο και την ερωτική έλξη προς το απροσπέλαστο θείο. Ως εκ τούτου, ο ίδιος θα γράψει τον στίχο:

Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι

αλλά και τον στίχο:

Απ’ το Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

Οι στίχοι αυτοί ανήκουν στο γνωστό σκηνικό ποίημά του Μαρία Νεφέλη, που διέπεται από μια αυστηρή αλλά αόρατη δομή. Σ’ αυτό περιγράφεται ένα πραγματικό πρόσωπο, η πρώτη χίπισσα της Αθήνας. Με την τεχνική της αντίστιξης η Μαρία Νεφέλη συνομιλεί με τον Αντιφωνητή, που είναι ο ίδιος ο ποιητής με τις μνήμες και το παρελθόν του και που, όταν η κοπέλα γίνεται υποχθόνια, εκείνος πηγαίνει ψηλά. Όταν αυτή μιλάει διασπασμένα, όπως πολλά κορίτσια της σύγχρονης εποχής, εκείνος μιλάει μέσα απ’ τη διάσταση του ονείρου. Στο ποίημα αυτό όμως ο Ελύτης και πάλι δηλώνει απερίφραστα το διττό της ποιητικής του, που και μόνο από την επιλογή του ονόματος της ηρωίδας αποκαλύπτεται. Αναφέρομαι στην ενόραση και στον ερωτισμό. Η Μαρία της θεότητας και η Νεφέλη της αίσθησης δεν είναι παρά, όπως ειπώθηκε, το μαύρο και το λευκό που ανυψώνουν τις αισθήσεις σε επίπεδο καθαγιασμένο. Η Μαρία Νεφέλη, μετεωρισμένη από την αντανάκλαση των αγγέλων, ακούει την ψαλμωδία των παιδιών και ψάχνει την αληθινή της μέρα που πρέπει να παράπεσε κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη…

[ΕΥΤΥΧΙΑ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ, ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ, Κέδρος 2015]

 

 

ΑΥΤΑ ΠΟΥ Μ’ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΚΡΥΦΟ ΤΟΥΣ ΚΑΡΔΙΟΧΤΥΠΙ:

Αυτά που μ’ αρέσουν είναι και η μοναξιά μου.

Δεν σιμώνει κανένας.

Χρόνια τώρα περνάω τις ώρες μου συντροφιά με κάτι μεγάλες μισοσβησμένες νωπογραφίες, εικόνες παλιές αλλά φρέσκιες ακόμη από τα χείλη εκείνων που τις ασπάστηκαν, γυναίκες της αμιλησιάς και του κοντού χιτώνα που φυλάγουν το κουτί με τα διαμαντικά του ωκεανού.

Δεν σιμώνει κανένας.

Αν δεν είχα κάτι το πολύ δυνατό κι αθώο συνάμα να με συντηρεί, όπως οι μέντες και οι λουΐζες που ευδοκιμούν στην εξώστη μου, θα ’χα πεθάνει της πείνας. Τόσο μακριά βρίσκομαι από τα πράγματα, τόσο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι.

Ξυπνάω τις νύχτες ανήσυχος για κάποιαν απόχρωση του μωβ, ποτέ μου όμως για το τι μπορεί να γίνεται στα εμπορεία της Αγοράς.

Αλήθεια, δεν έχω ιδέαν. Ακούω πως έχουν πάντα μεγάλη πέραση τα δάκρυα κι οι αναστεναγμοί (τ’ αντίγραφα, όχι τα πρωτότυπα) όπως κι οι διακυμάνσεις του δολαρίου, ο πληθωρισμός, οι συναλλαγές των κομμάτων –αλίμονο.

Μ’ έφαγε, όπως τις καρένες των καϊκιών ο αρμόβουρκος, η μοναξιά. Και τα χρόνια περνούν…

 

Ω, ας είναι καλά ο άγγελος μου ο κατεβασμένος από κάποιο τέμπλο, θεός του ανέμου συνάμα κι Έρως και Γοργόνα, θα ’λεγες τον είχα κάνει πριν γεννηθώ ειδική παραγγελία. Με την ευλογία του παλαντζάρω καλύτερα τις φουρτούνες τις δικές μου και προχωρώ στις επικίνδυνες περιοχές, τα ύφαλα και τις κρυφονεριές, περασμένα μεσάνυχτα με αναμμένα τα δυο μου φωτάκια πρόσω ηρέμα… Είναι φορές που αισθάνομαι βάρκα σε κήπο! Αχνές γάζες γαλάζιες ή μωβ με καλύπτουν από το ένα μέρος ενώ το άλλο μου ακόμη αναδίνει άρμη αιώνων, θα ’λεγες από πλαγίαυλο ανεβαίνει σμύρνα υάκινθων κι υγρή γλύκα Κυμοθόης. Αυτή η βάρκα είμαι εγώ. Κι όταν λέω «εγώ» εννοώ τον ατέρμονα μετέπειτά μου. Δίχως τέλος. [Οδυσσέας Ελύτης, Ιδιωτική Οδός, Ύψιλον/ βιβλία 1990]

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2020

Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, ΣΤΟΛΙΣΜΕΝΗ ΜΕ ΛΩΤΟΥΣ, ΜΑΥΡΗ ΣΤΑΦΙΔΑ ΚΙ ΑΡΜΥΡΟ ΨΩΜΙ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΚΗ

 «Όμως η θάλασσα κουκίδα

ό,τι κρατούσε στον ορίζοντα

ψυχές χαμηλωμένες, τσεμπέρια και σωσίβια ανάκατα…

-Καβάλα το άλογό σου Κωνσταντή, και φέρε πίσω τη Γιασμίν,  ούρλιαξε ανάμεσα στα ερείπια η μάνα.

Γονυπετής παρακαλούσε εκείνος, μην ακουστεί του λιβανιού το μυστικό, μην πικραθεί η Αράβισσα.

Εδώ σταματούσε

η ελπίδα είχε αποτρέψει με σοφία τη συνέχεια  κι ο έρωτας στη μοιραία αποστολή,

«Αχερουσία η Θάλασσα» σημείωσε κι ανοίχτηκε στο γκρίζο πέλαγο…»

 

Είναι η κατακλείδα από το ποίημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ,  εκδόσεις Γκοβόστη 2019

«Συλλογή από μια σειρά ποιητικών αφηγήσεων ανθρώπων οι οποίοι διέπλευσαν τη θάλασσα, ή χάθηκαν στα σπλάχνα της με σκοπό να φτάσουν στην αυλή μας, αλλάζοντας τα όρια της κανονικότητας και της ευημερίας μας. Είναι οι αφηγήσεις και τα βιώματα των δικών μας ξένων που δικαιώνουν, ή αποσαθρώνουν ό,τι ορίζουμε ως δεδομένο. Είναι το ταπεινό αντίδωρο, η οφειλή του ποιητή στους πρόσφυγες» (Σημείωση από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 

«Κάπως έτσι λοιπόν αρχίζει το όψιμο ταξίδι…

Κράτα το χέρι μου,  φοβάμαι / τον πλάτανο που νεκρώνει τα κλαδιά του…

Τραβώ τις λέξεις τα οπωροφόρα κύματα συνδιαλέγομαι εξασκούμαι

Φτάνει απ’ την έρημο ένας νεκρός αέρας, καθώς κουκίδα απροσδιόριστη φυτρώνει στον ουρανό η σελήνη…

Έσκυψε τότε το μικρό πουλί που ήξερε από θάλασσες

 «μαζί θ’ αποδημήσουμε» ακούστηκε να λέει,

μα πού ν’ ακούσει ο ρεπόρτερ το λυγμό,

άλλωστε το ρεπερτόριο είναι συγκεκριμένο

πώς να μιλήσεις για πουλιά στα ξένα»

(στίχοι από τη συλλογή που φανερώνουν ότι ο ποιητής) ΕΧΕΙ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΝΑ ΛΕΙΑΙΝΕΙ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ή ΜΗΠΩΣ ΑΓΑΠΗΣΕ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ;)  

«Οι εικόνες ενεργοποιούν τα δυναμικά στοιχεία του στοχασμού, οδηγώντας τον αναγνώστη σε (μετα)σχηματισμό και (ανα)θεώρηση αντιλήψεων, στάσεων και πεποιθήσεων…»

 

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΝΟΝΤΑΝ ΜΙΚΡΑ ΚΑΙ ΔΕ ΧΩΡΟΥΣΑΝ ΛΕΞΕΙΣ («με αφορμή ένα στίχο που δεν γράφτηκε ποτέ»)

Ο τίτλος «Αχερουσία η Θάλασσα», ως σημαίνον της θεματικής  των αφηγηματικών ποιητικών συνθέσεων του Βαγγέλη Τασιόπουλου, παραπέμπει άμεσα στο θλιβερό σημαινόμενο του προσφυγικού δράματος…  Ένα έργο που έχει κατά κόρον επαναληφθεί στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο της Ιστορίας και μάλλον θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται με τη μια ή την άλλη μορφή όσο η ανθρώπινη ζωή δεν θα (υπο)λογίζεται ως η υψίστη αξία των κοινωνιών μας και οι ανθρώπινες σχέσεις θα διέπονται από αξίες υποκείμενες στις εξελίξεις του τεχνικού πολιτισμού…   

Όταν η πραγματικότητα δεν χωράει σε κανένα πλαίσιο ορθολογισμού,   η ποιητική γραφή μετεωρίζεται χαμένη στη μετάφραση των αντικειμενικών γεγονότων…. ή «εκκρεμεί αναταράζοντας τα επικείμενα υλικά στο δισυπόστατο εκμαγείο τους».

Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τους στίχους σ’ αυτή την περίπτωση; Τι μπορεί να κρύβει ο στίχος που δεν γράφτηκε ποτέ, που είναι η αφορμή γι’ αυτή τη συλλογή αν δεχθούμε τη δήλωση του ποιητή στο ΕΚΜΑΓΕΙΟ, το πρώτο ποίημα της συλλογής;

«Ίσως είναι ο ιδανικός ή ο δυνάμει στίχος», σχολιάζει η Ζωή Σαμαρά, «που καταγράφει το αβέβαιο μέλλον, η λευκή σελίδα που προκαλεί την έμπνευση και ζωντανεύει αναμνήσεις… Ίσως πάλι να είναι η αδυναμία που νιώθει ο ποιητής μπροστά στη λέξη και στη ζωή, ο τρόμος μπροστά στην άγραφη σελίδα, το μπλοκάρισμα, αλλά και το βάθος της θάλασσας, το πεπρωμένο του σύγχρονου ανθρώπου, όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας και αφήνουν τον ποιητή άλαλο…

Είμαστε όλοι ξένοι, τελικά, και πρόσφυγες… Μια γαλάζια, ουράνια εικόνα γίνεται αυτομάτως ερεβώδης. Όταν η θάλασσα μεταβάλλεται σε κοιμητήρι των προσφύγων, οι γλάροι του Αιγαίου μεταμορφώνονται σε αγγέλους θανάτου. Στην ερώτηση για τον επαναπατρισμό των προσφύγων που θέτει προφανώς στον εαυτό του ο ποιητής, η απάντηση είναι:

ΑΥΤΟΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΛΦΙΝΙΑ ΛΙΓΑ!..

Ανθολογούνται παρακάτω τα ποιήματα: 

1.     ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, Εκτός κειμένου προσπαθεί ν’ ανασυντάξει στο χαρτί το παλιό εκείνο παραμύθι…

2.     ΣΤΟ ΕΚΜΑΓΕΙΟ, Με αφορμή ένα στίχο που δεν γράφτηκε ποτέ…

3.     ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟ ΑΣΥΛΟ,  Φορεμένο από καιρό το δανεικό πουκάμισο ξεκλήριζε σκιές…

4.     ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ, Καθώς περνούν τα καραβάνια ακούγονται οι μπαλάντες τραβούν από τα όνειρα ταξίδια…

5.     Ν’ ΑΚΡΟΒΑΤΕΙΣ ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ, Ήταν η τέχνη της Ποιήσεως… ν’ ακροβατείς στις ράγες πρόθυμος για τα μεγάλα αστεία…

6.     ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΑΝΑΜΕΣΑ, Κρώζουν οι γλάροι του Αιγαίου…

7.     Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ, Οι πιθανότητες ελάχιστες να βγεις στις λεωφόρους με την πάνινη μπάλα στη μασχάλη…

8.     ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΣΙΜ, Από τις μέρες μου διαλέγω εκείνες που χωρέσανε και οι άλλοι

9.     Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΕΚΒΙΑΖΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΠΑΡΑΧΩΡΕΙΤΑΙ, αποσπάσματα από μια συνέντευξη του ποιητή και

10.                         ΤΟ ΕΠΙΜΥΘΙΟ, Απόγευμα να σου μιλούν για τους λαθραίους επιβάτες

 

 

ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ (το ποίημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου, Γκοβόστης 2019)

Εκτός κειμένου προσπαθεί ν’ ανασυντάξει στο χαρτί

το παλιό εκείνο παραμύθι που γοήτευσε τις γάτες του:

Ονόμαζε περιστατικά σε μέρες ίδιες

κρατούσε τους τύπους πάντοτε

κι όταν λαθροκοιτούσε

ορμούσαν τ’ άγρια σκυλιά απ’ το παράθυρο

υπενθυμίζοντάς του πως έχει χρόνο ακόμα για τα θυρανοίξια

-μια μόνιμη απειλή.

Αναιδείς καλούνταν έκτοτε να θριαμβεύσουν σε ατραπούς

όπου το αίμα άχνιζε – φαρμάκι

κι η κοκκινοσκουφίτσα αψήφιστα

άφηνε ανοιχτή την πόρτα επίτηδες,

όταν δυσκολευόταν παραμόρφωνε τα σιωπηλά εμβατήρια

κι ύστερα λεύκαινε τα λίθινα πεζούλια,

φυλλορροούσε η άνοιξη

μέστωνε η ηδονή στους δρόμους

όμως η θάλασσα κουκίδα

ό,τι κρατούσε στον ορίζοντα

ψυχές χαμηλωμένες

τσεμπέρια και σωσίβια ανάκατα,

Αχερουσία στολισμένη με λωτούς,

μαύρη σταφίδα κι αρμυρό ψωμί για πρώτη ανάγκη

-Καβάλα το άλογό σου Κωνσταντή και φέρε πίσω τη Γιασμίν,

ούρλιαξε ανάμεσα στα ερείπια η μάνα.

Γονυπετής παρακαλούσε εκείνος, μην ακουστεί

του λιβανιού το μυστικό μη πικραθεί η Αράβισσα.

Εδώ σταματούσε

η ελπίδα είχε αποτρέψει με σοφία τη συνέχεια

κι ο έρωτας στη μοιραία αποστολή,

«Αχερουσία η Θάλασσα» σημείωσε κι ανοίχτηκε

στο γκρίζο πέλαγο…

 

ΣΤΟ ΕΚΜΑΓΕΙΟ

Στο δισυπόστατο εκμαγείο αναταράζω τα επικείμενα υλικά

Κι απομυζώ τη σάρκα των αγγέλων.

Τότε, ευθυτενείς εταίρες με κάθιδρα κορμιά

εμφανίζονται όλο φθορά κι απελπισία αναζητώντας το όνειρο

επιμένουν εν γνώσει τους σ’ ό,τι πετά ψηλά κι οσμίζονται

το αδηφάγο κενό που περιορίζει τα όριά τους.

Τα νύχια θέλουν τοίχους για να ξύσουν.

Στο μισοσκόταδο ερίζουν για το δίχαλο οι γλάροι.

Κάπως έτσι λοιπόν αρχίζει το όψιμο ταξίδι…

Το τρένο στις ράγες

οι συνομήλικοι εκκινούν για μακριά,

ένας αιφνίδιος έρωτας προκύπτει,

βρυχάται η μηχανή

κι ο χρόνος στη διάρκειά του περιμένει τα πουλιά να μετρηθεί,

εκείνα που χορεύουν κρώζοντας στ’ απέραντα λιβάδια.

-Κράτα το χέρι μου, φοβάμαι

τον πλάτανο που νεκρώνει τα κλαδιά του.

Διορθώνει ό,τι έχει ο καθείς.

Το τρένο τρέχει

ενέχεται για τις ηδονές τους.

Την ιστορία καιρός να μάθεις

αληθεύει ο πλάνητας νους

το εν ονόματι της σκιάς.

Η απερίγραπτη ηλικία των συμπτώσεων,

καθώς γυρνάς από το πανηγύρι

σκέφτεσαι πως ό,τι έπαιξες δεν ήταν μες τις εξαιρέσεις

αλλά το λίγο της σιωπής το απερίγραπτο.

Η έκλαμψη της ισημερίας στο εκμαγείο

η θάλασσα ύστερα

η δίψα

τα βουνά, η ξενιτιά των τόσων χρόνων

τα δάκρυα στο μισοσκόταδο

η επιθυμία ταριχευμένη για αργότερα ( ; )

[από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, εκδόσεις Γκοβόστη 2019]

 

ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟ ΑΣΥΛΟ (από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ 2019)

Φορεμένο από καιρό το δανεικό πουκάμισο ξεκλήριζε σκιές

αποτυπώματα ζωής επόμενης

με άφθονη ευημερία στα σκεπάσματα.

Τραβώ τις λέξεις τα οπωροφόρα κύματα

συνδιαλέγομαι εξασκούμαι

στα πρώτα βήματα της ευφροσύνης

υβρίδιο στη λεκάνη επιστρέφω στο χορό της ματαιότητας.

Γύρω μου οι ευεργέτες ανοιγοκλείνουν τα παράθυρα

κι εγώ το πρόσωπο στο άσυλο.

Οι ράγες έντρομες χύνονται στον άγριο σκοπό

κι εγώ ιππότης στη Χαναάν ραβδίζω το άσπρο μου άτι.

Φτάνει απ’ο την έρημο ένας νεκρός αέρας, καθώς κουκίδα

απροσδιόριστη φυτρώνει στον ουρανό η σελήνη.

Ακούω τότε τους λυγμούς

και τη θεσπέσια μουσική των αμφιβιων.

Χτυπά το νέον τις ψυχές, ψευδίζουν λέξεις δυσερμήνευτες.

Κι εγώ απλώνω στη σειρά τα βαγονάκια

να βρουν το δρόμο τους

στα τούνελ να χωρέσουν,

έτσι αλώβητα να φτάσουν στο σταθμό

να βρει ο πρίγκιπάς μου νόημα σ’ αυτό το αέναο πανηγύρι.

Και ξαφνικά η τάξη επανέρχεται

ακούγεται η χαρά σαν τρόπαιο βαρύτιμο το τρένο,

προορισμένοι για θυσία εμιγκρέδες…

 

ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ (από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ 2019)

Καθώς περνούν τα καραβάνια ακούγονται οι μπαλάντες

τραβούν από τα όνειρα ταξίδια

ανάρμοστα παιδιά ορμούν στο πέλαγος

και οι περίοικοι δειπνούνε σκύβοντας στο πλούσιο γεύμα

έτσι διαλέγουνε τις συνιστώσες, μαθαίνουν τα περάσματα,

γίνονται κληρονόμοι, φροντίζοντας το τι θα πουν

γιατί ακολουθούν απελπισμένοι

προσεύχονται διακριτικά να μη πονέσουν οι αστοί,

ολοφυρόμενοι αποσύρονται και διατυπώνουν κρίσεις:

Το κραταιό απότοκο τους κυνηγά, η περιουσία τους

ό,τι εκτιμήθηκε και προσαρτήθηκε στο ευγενές αξίωμα,

όμως τα μεσάνυχτά οι μπαλάντες είναι σκοτεινές

δεν λάμπει ο βούρκος

ούτε τα θησαυρίσματα οι οιμωγές και τα κτερίσματα

ελπίζεις την επιείκεια του κρύου εύχεσαι

αδειάζεις τη σιωπή συνθλίβεσαι στο κύμα που σε έφερε

κοιτάζεις το μαύρο πουλί αναρωτιέσαι τι το τάραξε

κι άφησε τη φωλιά του

 

Ν’ ΑΚΡΟΒΑΤΕΙΣ ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ

Ήταν η τέχνη της Ποιήσεως, όπως ομολόγησε

ν’ ακροβατείς στις ράγες  πρόθυμος για τα μεγάλα αστεία

δίπλα στην πίσσα που ανθοφορεί τα ροζιασμένα ξύλα

και τη σκουριά απλώνει στα χαλίκια

αδιάφορος για τα μικρά προσηλωμένος στα μεγάλα.

Οι φλυαρίες πια ας σταματήσουν

το τρένο έχει χρόνια να φανεί

μόνο πλατάνια απελαύνουν τη σιωπή

λήγουνε του ουρανού τα σύννεφα

με τις ευχές του μετανάστη

που ξεκίνησε για τις πολύβουες στέπες.

Η τέχνη της Ποιήσεως

σ’ αυτή τη γεωγραφία, μυροφόρα ασθενική

σκύβει και λογαριάζει τα οικήματα

στις ράγες ποιος θα κερδίσει άραγε

ποιος θα χριστεί ακροβάτης;

Αφού εσύ δεν περπατάς κι ούτε συντρέχουν λόγοι

ομολογώ η τεχνική σου είναι ακαταμάχητη

η τέχνη σου όμως διακόνημα λειψό,

έρωτας διαθέσιμος στο μοίρασμα της επαγγελίας.

[από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, εκδόσεις Γκοβόστη 2019]

 

ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΑΝΑΜΕΣΑ (από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ 2019)

Στους Θεούς ανάμεσα κρώζουν οι γλάροι του Αιγαίου

τρίβουν τα ράμφη τους με τη σκουριά της ιστορίας

μένουν για λίγο στα διαζώματα

και δως του πάλι για τα ερείπια της αρχαίας πολιτείας.

Κρατώ στα χέρια μου συνηθισμένα υλικά

κάτι σπαράγματα γραμμάτων

ονόματα χρήσιμα βοά στο αλάτι και τον άνεμο.

Δεν έχω πληγές

ό,τι επιβίωσε ήταν το λάθος τέλος στο καράβι

η πίκρα του ορεσίβιου θερμαστή

με τη μουντζούρα και το βάσανο στα λόγια

τη Λαμπρή που πέρασε.

Συνδαιτυμόνες τώρα πια

στρώνουν πανιά στη θάλασσα και άδεια ρούχα

να βρουν πατήματα πόδια ξυπόλητα

κοντά σε φύκια και αφρόψαρα.

Να γαληνέψω λες

τα νηπενθή να αποκαταστήσω

έτσι για χάρη των νεκρών

οι φυσαλίδες τους να βρουν

σε ανάπαιστους τραγούδια μοιρασμένα.

Όμως του ορεσίβιου η σκιά

μας έχει πια βαρύνει,

στέκει από πάνω μας

θεός και ακροβάτης γλάρος

που χτίζει με το φως γης παραδείσους.

Μένανε τ’ αρχαία μάρμαρα

κοιτώνες ακριβοί των ερπετών

εικόνα διάφανη σ’ αφέψημα εμπόρων

σαν να μην έχει είδος ο θεός

σαν να μην βλέπεις απ’ τη θάλασσα τ’ αστέρια.

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ

Οι πιθανότητες ελάχιστες

να βγεις στις λεωφόρους με την πάνινη μπάλα στη μασχάλη

και τα χαλασμένα νύχια να προδίδουν την ποδήρη μοναξιά.

Αργά.

Δοξάζουν τα πουλιά  στα σύρματα την ιαχή του αγώνα

και οι μαινάδες στρίβοντας το γένι του επιτρόπου

ονειρεύονται τις χίμαιρες και τα βρεγμένα χόρτα.

Παράκλητοι εντός ορίων εξετάζουν

τις υποδόριες σιωπές, τους γκρίζους κροτάφους

όπου εκκολάφτηκε η υποταγή

και διαρκώς αναμιγνύονται στην παρασκιά των γεγονότων.

Απόντες στον ανέφελο κενό

συλλαβίζουν ένα-ένα το δάκρυ της μάνας.

Υπολογίζουν πως το αντίδωρό τους είναι αρκετό για το ταξίδι

γι’ αυτό διακριτικοί υποψιάζονται  με θέρμη αμφιβάλλουν

αμφισβητούν ως είθισται στους ευκλεείς τους κύκλους.

Πολύ αργά. 

Αφήνεις τη λεπρή σου υποκρισία στο πλοίο

που ξεμακραίνει απ’ το λιμάνι ξέχειλο ανθρώπινα κουφάρια.

Ξένος.

Ποθείς την ηδυπάθεια.

Προδίδεσαι.

Στα χείλη σου η μυρωδιά της σάρκας

αυλακώνει τις παλιές ρυτίδες.

Το βλέμμα θολό καλλιεργεί απελπισία.

Μπαλόνια αφήνονται στον ουρανό

κι ανάβουν φαναράκια στα περάσματα

όπως τότε που ο έρωτας συνέβαινε

και τα παιδιά στήνουν δοκάρια

στις λεωφόρους.

[από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, εκδόσεις Γκοβόστη 2019]

 

 

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΣΙΜ

… από τις μέρες που διαλέγω

εκείνες που χωρέσανε κι οι άλλοι,

τα μεγάλα παζάρια τις πολύχρωμες αμφικτυονίες

που χαράζανε οι στιγμές του ήλιου,

αναλογίες και κυήσεις χρώματα εργαλεία κι αποχρώσεις.

Αποχρώσεις κυρίως.

Αφού η θάλασσα μακρινός προορισμός κρατούσε απόσταση

από εμάς τους γηγενείς τους πρόθυμους και τις αιτίες της.

Όσο διαρκούσαν οι εχθροί μέναμε ήσυχοι, ακολουθούσαμε

το εμβατήριο, ίδιο πάντα για τον απαραίτητο ενθουσιασμό

κι έπειτα φυτεύαμε, πουλούσαμε, λατρεύαμε…

Καρατομούσαμε κατ’ ανάγκη τις ομιλίες μας.

Δεν είχαμε προθέσεις ασαφείς και όνειρα επιλήψιμα,

δηλώναμε την αδυναμία μας

κι όταν κάτι ξεχωριστό προέκυπτε,

φυγόδικοι στην ανατολή καρτερικά υπομέναμε τους άλλους.

Έτσι μάθαμε. Σπουδάσαμε την αναφυλαξία και την υποταγή.

Ήταν ασφαλώς ένας τρόπος να ενθουσιαστούμε,

προϋπόθεση απαραίτητη για τα περαιτέρω.

Γι’ αυτό σιγουρέψαμε στον κόσμο το γαλάζιο

αποχρωματίσαμε τις μυρωδιές των λουλουδιών

ταπεινωθήκαμε ρημάζοντας το χώμα

εγγυηθήκαμε την αμβροσία κι υποτιμήσαμε το γυμνό κορμί

την ευτυχία του νου και τη σαγήνη του έρωτα

ή τι θα πει ομορφιά μες στα χαλάσματα.

Ξέρω πως θα ζητήσεις κάποτε εξηγήσεις

θα απαιτήσεις την αλήθεια κι εγώ θα έχω μονάχα

ένα κίβδηλο ανθρωπάκι να σου δώσω

κάτω απ’ τον ήλιο τον καυτό

που θα μετεωρίζεται ανάμεσά μας.

Θα εξαργυρώνεις τα κρίματά μου ένα-ένα στους άλλους

που πανηγυρίζουνε στις αγορές αλαλάζοντες και οπλοφόροι.

Στων γυναικών τα απελεύθερα στήθη θα επιτηρείς

την προσδοκία της άνοιξης.

Δεν ξέρω αν έπραξα σωστά

αν η αποστολή μου απέδωσε τ’ αναμενόμενα.

Πάντως το τρένο που με αφορά σχίζει με βία την ομίχλη,

ακούω βήματα, αδυνατώ να ξεχωρίσω λέξεις

και το μουντό να ξέρεις έχει κι αυτό θαυμάσιες αποχρώσεις.

Όμως ήρθε η ώρα μου να αποβιβαστώ

εδώ οι σταθμοί σαν επιβάτες συνωστίζονται στο πλήθος

η γκρίζα σκόνη τους βοηθά να ξεχωρίζουν

κι ας μη μιλάνε για τον ήλιο

σαν φρύγανο καίγεται ψηλά,

έτσι για να υπάρχει…

[από τη συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, εκδόσεις Γκοβόστη 2019]

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΕΚΒΙΑΖΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΠΑΡΑΧΩΡΕΙΤΑΙ (αποσπάσματα από μια συνέντευξη  του Βαγγέλη Τασιόπουλου)

 

(ΕΡΩΤΗΣΗ) Έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η θέση του ποιητή στην κοινωνία;


Στο κυρίαρχο κοινωνικό αξιακό σύστημα ο ποιητής ως οντότητα για την πλειοψηφία των ανθρώπων είναι ο αλαφροΐσκιωτος που διακορεύει σύννεφα κι ύστερα τα ντύνει με παντελόνια και προβιές για να του μοιάζουν. Είναι εκείνος που χωρίζει τη βεβαιότητα σε αβεβαιότητες και μετά σκορπά αφειδώς ό,τι έχει απομείνει από τους βεβηλωμένους γόρδιους δεσμούς για να τους μοιραστούν τα πλήθη. Ο ποιητής είναι οι άλλοι. Αναζητά στα μάτια τους την ψυχή του, ό,τι τέλος πάντων έχει καταφέρει να επιζήσει ως κυκλάμινο στις ρωγμές της φρόνησης και του καλού της βιωτής. Ως καθημερινός, μη επιζήμιος άνθρωπος συναντιέται στους μεγάλους δρόμους, στις φιλόξενες προσήλιες πλατείες, γίνεται φίλος, αδερφός, σύντροφος, όμως χωρίς τη μοναδική κι ίσως πιο επικίνδυνη ιδιότητα του ποιητή. Γιατί αλλιώς τα πράγματα αλλάζουν: Πρέπει να αναγνωρίσει ό,τι δεν του αρμόζει, να επιστρέψει στα δικά του-σου, ή τουλάχιστο να περιορίσει τον άτακτο νου και να μετρήσει τα όρια του μικρόκοσμού σου. Κι ο ποιητής; Ας επιστρέψει μονάχα χωρίς ιδιότητες. Μα θα ακουστούν οι αντιρρήσεις: Τι μπορεί να είναι ένας ποιητής χωρίς τις ιδιότητές του, χωρίς το στίγμα που τον έχει καθορίσει και τον έχει καταστήσει ανάγωγο και οχληρό; Η απάντηση: Ό,τι η κοινωνία θέλει. Ένα αδρανές υλικό του υποστρώματος. Αυτόν χρειάζεται. Το εποικοδόμημα αντέχει ακόμη και διαθέτει τη δύναμη και τους κανόνες. Ο αληθινός ποιητής λοιπόν, βρίσκεται σε μια διαρκή πάλη, αγωνίζεται σαν τη μέδουσα στα κύματα η οποία προκαλεί με την ομορφιά της και απειλεί ταυτόχρονα. Η παρουσία του είναι το άλλοθι της κοινωνίας, πάντοτε έτσι ήταν, είναι το αναγκαίο, ο χρήσιμος εταίρος, το καθαγιασμένο κακό, η εμβόλιμη αναπαράσταση για την επιβίωση του προτύπου. Κι όταν κάτι ανατρέψει την προδιαγεγραμμένη κι απολύτως προσδιορισμένη προοπτική, τότε ανακηρύσσεται σε προβεβλημένο απόβλητο της κοινωνικής ευταξίας… Εκείνο ίσως που είναι ελπιδοφόρο για τους κοινωνούς της ουτοπίας, τους ποιητές, είναι ότι αναπαράγονται κι ευδοκιμούν στα χαλάσματα με πολύ πόνο και αίμα.


(ΕΡΩΤΗΣΗ) Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή του κορωνοϊού, έχει ιδιαίτερο ρόλο η ποίηση; 

 

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποίησης, όπως και κάθε Τέχνης, είναι η παρηγορητική λειτουργία της. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή η γενέθλια σύμβαση καθιστά την ποίηση μέρος της ανθρώπινης καταλλαγής. Δεν είναι όμως το ευφρόσυνο και η δωροδοκία της οδυνηρής κατάστασης το ζητούμενο. Η ποίηση δεν εκβιάζεται ούτε παραχωρείται. Όποτε αυτό συνέβη την κατέστησε φτηνή ενασχόληση, ή τραγική προπαγάνδα. Υπολογίστε πόσους ποιητές αναγόρευσαν σε εθνικούς, ερήμην τους φυσικά, σε άλλους καιρούς, για να πλαισιώσουν την κυρίαρχη ιδεολογία με την εργαλειοποίηση των κειμένων τους. Εύκολα διαπιστώνει κανείς τη θεματολογική εμμονή (παγίδα) της ποιητικής παραγωγής που εκκινά από την περίοδο της οικονομικής κρίσης και συνεχίζεται ως σήμερα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, σαν το θέμα να είναι αρκετό για την ποιότητα. Η «αθώα» ποίηση εύκολα επενδύει τις προθέσεις του ηγεμόνος κι ακόμη ευκολότερα αδρανοποιεί τις μάζες. Η ομορφιά, η ευαισθησία, το κάλλος είναι έννοιες σύνθετες με πλήθος ερμηνειών και χρήσεων. Συνήθως τα καθεστώτα έχουν τους τρόπους να ορίζουν κατά το δοκούν και να διακοσμούν τις προθέσεις τους. Αυτά είναι παγκοίνως γνωστά και δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Επί του προκειμένου λοιπόν: Ο ρόλος της ποίησης την περίοδο της υγειονομικής κρίσης. Αν σταθούμε στη διαπίστωση πως βιώνουμε το παρόν με τη νοσταλγία του χαμένου παρελθόντος κι ατενίζουμε το αβέβαιο μέλλον, τότε η ποίηση ελάχιστα έχει να προσφέρει, πέρα από μια αναγνωστική απόλαυση τις άγριες νύχτες του εγκλεισμού. Θα μου πείτε, κάτι είναι κι αυτό. Όμως η ποίηση είναι τρόπος ζωής. Η ποιητική λειτουργία αποκαθιστά τα δάκρυα των ονείρων μας, οι λέξεις καρφωμένες μαρτυρούν το αίμα του ποιητή. Η ζωή και ο θάνατος, το όριο του σχοινοβάτη ποιητή, ποτέ δεν άλλαξε μορφή. Εκεί δημιουργείται η ποίηση. Σήμερα, που η πληροφορία διαχέεται με εκπληκτική ταχύτητα και η εικόνα συγκλονίζει, η ποίηση «πρέπει» να μετέχει και να κοινωνά τα νέα της ζωής. Ακριβώς, όπως ο θάνατος μελετά και αναθεωρεί τις προτεραιότητες, έτσι και η ποίηση, αποσαθρώνει τη συγκίνηση, ισχυροποιεί την αμφισβήτηση κι ενδυναμώνει τους δεσμούς. Ο ποιητής χωρίς να είναι ο ευαίσθητος αλληλέγγυος, συντάσσεται οργανικά με την ομήγυρη, πάσχει και προχωρά, δημιουργώντας. Άλλωστε ο ποιητής είναι οι άλλοι… και τότε μονάχα υφίσταται.

 

 (Το Επιμύθιο) ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΝΑ ΣΟΥ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΑΘΡΑΙΟΥΣ ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΜΕ ΒΡΥΧΗΘΜΟΥΣ ΚΑΙ ΜΥΚΗΘΜΟΥΣ Σ’ ΕΝΑ ΚΑΦΕ ΤΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ

Δεν ξεκολλούσε η βροχή από τα σύννεφα όμως, / εκείνος πίστευε στην πλημμυρίδα, / είχε αγαπήσει μια σχεδία στο ταξίδι του, εκεί γνώρισε / τους χαμαιλέοντες τα δύσπιστα φυτά και τα παλίμψηστα του παραδείσου. Ολόλευκη με τα γαλάζια μάτια τον εξουσίαζε· / του Ταΰγετου η σκιά και της Ιθώμης, δεν το αρνιόταν / τηρούσαν απαρεγκλίτως τις μεταθανάτιες υποσχέσεις του. Τότε φως ιλαρό συνέβαινε στου πιάνου τα ματζόρε / ύφαινε τους πόνους με τα δάχτυλα / κι όταν στις παύσεις σήκωνε το διαφανές ποτό / φρόντιζε να μη θιγούν οι έρωτές του οι άλλοι. Σήκωνε το κεφάλι του ψηλά το δάκρυ να μη στάξει / και του προδώσει μυστικά. Έπειτα ποιήματα νεκρά που διέθεταν / την αφροδίσια αθανασία του / εκτός ελέγχου αφόριζαν τους εκλεκτούς και τους κληθέντες, / τη μνήμη, το ένστικτο, την πείνα ενδεχομένως. Δίχως τη συντριβή του / ήταν μονάχα ένα νευρόσπαστο αριστούργημα / αιώνες πριν τη μάχη. Στον καταπέλτη όρθιος προσδοκούσε ό,τι του έταξαν. Το κατευόδιο παραμύθι στις φυσαλίδες που έσβηναν / χαρές καφέ και νικοτίνης, / άντεχε ακόμη / ήταν προσηνής ευγενικός με τους ανθρώπους / ειλικρινής με τα παιδιά τους, ξένος. Αγκυλωμένος στον καφέ της πέμπτης λεωφόρου / οι εικασίες και τα τεχνάσματα του δράματος διαρκώς / να λιγοστεύουν, / στο σκοτεινό σου απόγευμα καραδοκώ για μιαν ανάμνηση / μήπως και καταφέρω να υπονομευτώ / κι εξιστορήσω τη ζωή μου / στα Απέννινα, στο Μέλανα Δρυμό ή όπου αλλού. Έχω τον τρόπο να λειαίνω τη σιωπή / ή μήπως αγάπησα ένα όνειρο(Βαγγέλης Τασιόπουλος, Αχερουσία η Θάλασσα. Γκοβόστης 2019)

και τρέχα γύρευε από μηχανής αμφισημίες στο εκκύκλημα της Σιωπής τους