Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Γιατί τι άλλο είναι τα ποιήματα από χιλιάδες χέρια που τεντώνονται αιμόφυρτα από λουλούδι σε λουλούδι

Οι Άγρυπνες Αντιλόπες, η πρώτη ποιητική συλλογή της Χαράς Ναούμ, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ το 2013. Προμετωπίδα της συλλογής ο αφορισμός της Σαπφούς «και ποθήω και μάομαι», που ίσως να προϊδεάζει για τους άξονες στους οποίους κινείται η ποιητική διάθεση της ποιήτριας. «Οι διαδρομές» της βέβαια «έχουν ένα παράξενο άλλοθι» αλλά, τουλάχιστον σ’ ένα επίπεδο, «διασκεδάζουν» με τις αγεφύρωτες  αντινομίες των παράλληλων κόσμων: ευσεβείς πόθοι και άκρατες επιθυμίες από τη μια, συναισθήματα που «τεντώνονται αιμόφυρτα από λουλούδι σε λουλούδι» από την άλλη. Φαίνεται, λοιπόν πως κάπου στο βάθος των ονείρων, για την ποιήτρια, υπάρχει εκείνη η χρυσή τομή που αίρει το «ελυτικό» δίλλημα: «είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι». Η Χαρά, μικρή χορεύτρια των λέξεων, «ανάβει για φως ένα ταξίδι στους χάρτες,  γραπώνει τη νιότης της, ποτίζει τα τριαντάφυλλα, πιάνεται δηλαδή από τα ποιήματα» και σμίγοντας τη «θνητή καρδιά με αθάνατο σταυρό» και αγαπάει και ονειρεύεται, και «παρθενογεννιέται» ταλαντευόμενη «σε κάθε πτώση εδεμικού μήλου» και στροβιλίζεται  «μαζί με αστερισμούς»  «και ποθήει και μάεται» «για να μπορεί ν’ ανασάνει τις χαριτωμένες φωτοσκιάσεις των πουλιών». Έτσι, επινοώντας «συμπλέγματα γλυπτών πολεμιστών ή μυθικών τεράτων» πλαστογραφώντας τα ίχνη της με «τους ψιθύρους των κουρασμένων μολυβιών» «μ’  ένα πτερύγιο ολοκαίνουργιο κι ένα ραγισμένο» «κυοφορεί έναν κόσμο δακρυσμένο»:


ΑΜΠΙΝΤΑ (Ωστικό κύμα)
Την ώρα που ο ήλιος εξατμίζεται
με λένε Αμπίντα
Ανάβω για φως ένα ταξίδι στους χάρτες
Διασχίζω δάχτυλο το δάχτυλο
τις χιονισμένες μητροπόλεις
Διπλώνω τα φρεσκοσιδερωμένα χέρια μου
Τα κλείνω ασφυκτικά στο σακ βουαγιάζ
ανάμεσα χαντίθ κι εσώρουχα
Έτσι ημιτελής κινώ
για πιο μακρινά κατώφλια
Εξεγείρομαι μαζί μ’ αστερισμούς
Τρέχω σε νεφελώματα διαμαρτυρίας
καταπίνοντας σημαίες συνθήματα φωτιές
Για να μπορώ κάποτε να ανασάνω μαζί σας
τις χαριτωμένες φωτοσκιάσεις των πουλιών

Το μπλε ή το κόκκινο καλώδιο

Το κοντοκουρεμένο μου κεφάλι
-φτέρωμα ερωδιού άλλοτε-
σκάει στη φούστα μου
αρυτίδωτο.
Είναι φανερό, από τα πρώτα κιόλας ποιήματα της συλλογής, ότι η Χαρά Ναούμ, έχοντας γνώση και  συνείδηση «του ανεξήγητου γκρεμού» που είναι η Ποίηση, καταθέτει τη δική της πρόταση. Ξέροντας, δηλαδή, «τι πάει να πει χέρι γυμνό και χέρι κουμπωμένο ως το λαιμό» και «όπως μήτρα που ανοίγει να δεχθεί τον κόσμο» υπόσχεται, με μιαν ευθύνη που την γνωρίζουν καλά όσοι ματώνουν με αυτήν την αχαρτογράφητη κι επτασφράγιστη ερωμένη, τη «Μοναξιά με άδειες κόγχες», την «Οίηση εσωτερικού χώρου», την Ποίηση: 
ΤΟΠΟΣ ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΟΣ ΤΟ ΕΦΤΑΣΦΑΓΙΣΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ
Καμιά φορά τα καπέλα υψώνονται

Ξέσκεπες μύτες τεντώνονται ν' αρπάξουν
το άρωμα  κανέλλας τα μαλλιά
κι όπως ορθώνεται ένα χέρι ψάθινο
στο ύψος των ματιών τους
Δεν είναι πια της μόδας τα φτερά στρουθοκαμήλου
ξεστομίζουν φωναχτά
Δείξε μου το καπέλο σου
να σου πω ποιος είσαι
ψιθυρίζουν χαιρέκακα
Στριμώχνονται
ποια θα ψηλώσει πρώτη

Βλέπεις  παντού γυμνά κρανία
να διατρέχουν το τσιμέντο
ωοειδή γραφήματα
Μάτια και στόμα
περιστρέφονται αυτόφωτα

Ώσπου ανοίγει ένα συρτάρι
και τα καπέλα κατεβάζουν ρόδες
γλώσσες στεγνές λαχανιασμένες
σέρνονται να προφτάσουν το επιδόρπιο
Υπόηχος θανάτου
ο βόμβος το κλειστό συρτάρι

Απέξω λιάζεται η ψυχή του ακέφαλου  ακροβάτη

α] Εκ προοιμίου παιδιά σιωπηλών διαλόγων τα λόγια των ποιητών: «ανάμεσα σε σκόρπιες αράδες ένα πιάτο τερμίτες και μερικά δάχτυλα πιάνου»:
«Η λέξη όταν την πολιορκεί η Μουσική, λούζεται την παρθενική της χάρη και δίχως δική της ρυθμική αγωγή, μένει γυμνή έτσι καθώς ξαπλώνει στο κρεβάτι των «πέντε γραμμών», για να την κάνει δική του ο μουσικός», αποφαίνεται ο Μάνος Χατζιδάκις αναφερόμενος στις ιδιότυπες ερωτικές συνήθειες των λέξεων όταν τις συνεπαίρνει άνεμος μουσικής. «Μια μελωδία ξεκολλάει με βία τις ρυτίδες της κι απλώνεται κορίτσι σ’ άδειο πιάτο», (περι)γράφει η Ναούμ Χαρά στο Ποίημα ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ γνωρίζοντας καλά ότι «η νύχτα είναι μια συμφωνία σιωπηλών διαλόγων που ανταλλάσσεις με το βλέμμα καρφωμένο σ’ ένα πρόσωπο κατακερματισμένο που κοιμάται πλάι σου».  Για να συζευχθεί όμως  η λέξη με τη Μουσική, «οφείλει να περάσει μεσ’ απ’ την κάθαρση της ποιητικής θεραπείας. Να αποκτήσει ποιητική υπόσταση - που σημαίνει, να ξαναβρεί αυτή την προαναφερθείσα «παρθενική χάρη» και ν' αποκαλυφθεί καινούργια, απρόοπτη, έτσι καθώς θα τοποθετηθεί πλάι σε άλλες καινούργιες κι απρόοπτες αναγεννημένες λέξεις» Δηλαδή, ΙΣΟΒΙΑ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ:
-Ι-
[Γενική καθαριότητα]
Αυτοί που μένουν

Στο περβάζι μου
φύονται πάνω στους κάκτους
Τα άνθη τους μοβ σικλαμέν
μετενσαρκώνονται σε
δάχτυλα τρεμάμενα
Στάζουν
κ
α
φ
έ
μαζεύω κατακάθια
απ’ το πάτωμα

Κάθε πρωί σφουγγαρίζονται
Χειραψίες

-ΙΙ-
Αυτοί που φεύγουν

Στάζουν αλάτι
αδιάκοπα παπούτσια

Ψάχνουν μανιωδώς
μια ξεχασμένη πύλη
Μάζα ωαρίων και σπερμάτων
Άπειροι χρονοταξιδιώτες
Σπρώχνουν μ’ ό,τι βρουν
γόνατα δάχτυλα ποδιών

η κύηση εξω-μήτριος

β] Η Σιωπή των Λέξεων και ο στιγμιαίος ίλιγγος της αιωνιότητάς τους που διαρκεί «ως τα αστρικά σπλάχνα» και ως την αγάπη που «αίρεται μέσα στην Προσμονή»
Η ποίηση είναι αφ’ εαυτής παραμυθία και συνεπώς η ανάγνωσή της και η διαδικασία της γραφής της ισορροπούν την ανθρώπινη ύπαρξη, έτσι κι αλλιώς. Αλλά για να ωφεληθεί κανείς από την ποίηση είναι ανάγκη να προσέρχεται σ’ αυτήν αυτοβούλως και να πιστεύει στην δύναμη της ευεργεσίας της. Είπε η Χαρά Ναούμ: «Ας γεννηθεί μνηστήρας μετά θάνατον, θα του αναθέσω μιαν τοξοβολία στο πιο μακρινό αστέρι» (CONTE DE FEU – Διήγηση-φωτιά):
ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Είπες Πεινάω
κι άπλωσα τα πόδια μου να φας
κι έσφιξα για να με θηλάσεις
μια θηλιά στο δένδρο που μας κοίταζε

Η απουσία στην αγχόνη
ένα σιτεμένο μωρό
με τα χαιρέκακα νεογιλά
να θρυμματίζονται χωρίς ζωή

Κι είπες Διψάω
Άπλωσα τις θηλές μου
να πιεις
Έσταξε στο πάτωμα το πρώτο γάλα
κι υψώθηκε ως τη μεγάλη Άρκτο
μια σεκόγια

Ήπιαμε
σπίτι
Κι ήπιαμε
Οροφή

Είναι δικαιολογημένη πολλές φορές η ένσταση επώνυμων κριτικών της ποίησης αλλά και των απλών αναγνωστών της για το βαθμό δυσκολίας στην κατανόηση των νοημάτων. Τότε υψώνουν τα χέρια και απορρίπτουν απ' την αρχή το ποίημα. Στην προσπάθειά τους μάλιστα να συλλάβουν εγκεφαλικά το ποίημα έχουν σύμμαχο πληθώρα «ακατανόητων» εκφράσεων. Γιατί τι μπορεί αίφνης να σημαίνει: «κάθε πρωί σφουγγαρίζονται χειραψίες» ή ποια εικόνα να ανακαλέσουν διαβάζοντας: «γεννούσε μικροσκοπικά πλατάνια που τυλίγονταν στα πόδια της». Έτσι όμως, βάζοντας στο κρεβάτι του Προκρούστη το Ποίημα και τεμαχίζοντάς το με το μαχαίρι της λογικής προσέγγισης, πέφτουν στην παγίδα της εκ των προτέρων αναίρεσης των πιο σημαντικών χαρακτηριστικών που κάνουν τη διαφορά. Το ποίημα ή το αισθάνεσαι ή δεν το αισθάνεσαι. Οι λέξεις του ή σου γεννούν συναισθήματα ή σ' αφήνουν αδιάφορο. Και για να συντελεστεί αυτό το μαγικό ένα πολύ ασήμαντο ρόλο θα παίζει η κατανόηση της αφήγησης, γιατί, στη σύγχρονη τουλάχιστον ποίηση πρωτομάστορας στη δημιουργία συναισθημάτων (που είναι το τελικό ζητούμενο) είναι η δύναμη της εικόνας και ο απροσδόκητος συνδυασμός των λέξεων που μπορεί να μας ξαφνιάζει, να μας αφήνει ενεούς. ΟΙΗΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ είναι ο τίτλος στο ποίημα που η Χαρά Ναούμ βάζει το δικό της επίγραμμα στην Ποίησή της: «Η γλάστρα που δροσίζεται/ η νεογέννητη μπιγκόνια/ είναι μια μοναξιά/ με άδειες κόγχες/ Ανεπίδεκτη ματιών"». Κάθε προσπάθεια ανάλυσης της εικόνας ή λογικού προσδιορισμού του νοήματος, εμποδίζει την απογείωση του συναισθήματος που προετοιμάζει η έκπληξη μπροστά στην εμπνευσμένη και εύστοχη σύλληψη «για να μπορεί κάποτε να ανασάνει μαζί σας τις χαριτωμένες φωτοσκιάσεις των πουλιών»
ΣΩΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Απ' όλα τα τσακισμένα σώματα
Επιλέγω ερωμένη του Schiele
Ο πυρετός τους
εκβάλλει στις φλέβες μου
Τα χέρια των γυναικών
καρφιτσωμένα στους ώμους
κρέμονται αγκαλιασμένα
Τα κεφάλια μαρτυρούν
έναν κάποιο χορτασμό
Κι ο άνδρας φτερωτός
Μ' ακονισμένο στόμα
είναι ο ίδιος πάντα

Η γυναίκα που έχω απέναντί μου
Φορά κόκκινες καλτσοδέτες
Και το σακάκι του άνδρα
Το είδωλό τους
μόνο το σακάκι που φορά

Ξεκολλά τα στήθη της
Γεμάτα υπερίπτανται

Απ' τη μετέπειτα βροχή
θηλάζουν τόσα αδέσποτα κουτάβια.

γ] Ο αισθητός κόσμος των ιδεών και «τα ανέστια σ’ αγαπώ που ξημεροβραδιάζονται λίγο πιο έξω απ’ το δεξιό σου κοχλία» αλλά «προτού αποδημήσουν γίνονται –έστω για δευτερόλεπτα- άγριες αντιλόπες»
Διήγηση φωτιά η ποίηση της Χαράς Ναούμ. Παραμύθια για την αγάπη. Με κακό λύκο σ’ ένα δάσος γεμάτο «αδέσποτα τετράποδα πουλιά» κι όλη την άλλη πανίδα της αβύσσου: «καρχαρίες που φυλάγονται μ’ ενισχυμένα βράχια», «χταπόδια που στραφταλίζουν μαγικά», «δρυοκολάπτες στον κορμό του τοίχου», έναν «προπονημένο σκίουρο», με τη «λαίμαργη κουκουβάγια», «κύματα αστερίες», «γοργόνες συμπληγάδες» κι «ένα ανάποδο θαυμαστικό όπως το καναρίνι» τη στιγμή που «απ’ την μετέπειτα βροχή θηλάζουν τόσα αδέσποτα κουτάβια» (σιγά το πράγμα δηλαδή!!! Και η κοκκινοσκουφίτσα «ανεπίδεκτη ματιών», με «δυο λουρίδες φεγγαριού στα μάγουλα» πλένει «δυο φορές τα ποιήματα» στη «Στυμφαλία του περβαζιού της», «όλα εκείνα που δεν έγιναν πουλιά» εννοείται! Κάποτε θα γράψει για «την έκσταση της γαρδένιας μπροστά στο πλημμυρισμένο μπαλκόνι». Εδώ, σ’ αυτό το περιβόλι, «εκτυλίσσεται η παιδική ηλικία της γιαγιάς» με το «κουρεμένο κεφάλι» που άλλοτε είναι «γυναίκα από μάνα και πατέρα/ ξεσκονίζει φτερά/ Ζευγαρώνει με άνδρες αερικά/ Γερνά Σαπίζει» και άλλοτε «αδιαφορεί για όλα τούτα/ βήχει προσεύχεται/ τηλεφωνεί στο γιο στα εγγόνια της/ συζητά για μητροπολίτες/ καρπίζει στη γλάστρα μου». Μια «γιαγιά υφαντό», βέβαια, που «έχει το βήχα της γειτόνισσας» ακρωτηριάζεται από την Κοκκινοσκουφίτσα «με ψαλίδι πρώτων βοηθειών» αλλά  ένα παραμύθι μπορεί να «κυοφορεί έναν κόσμο δακρυσμένο» αλλά δεν μπορεί παρά να έχει καλό τέλος: «Και αίρεται αίρεται η αγάπη/ Αίρεται αερόστατο/ μέσα στην Προσμονή»
ΠΡΟΣΟΧΗ
Ανώνυμα τρωκτικά περιφέρονται μ’ απείθαρχους κοπτήρες
Ρημάζουν σοδειές ξεχασμένων καπέλων
Ροκανίζουν αλληλογραφίες
Λυπημένα πουκάμισα
Τα δάχτυλα απ’ τις ζαρωμένες γόπες
Ένας προπονημένος σκίουρος
Κρεμώ στον τοίχο λαίμαργη κουκουβάγια να τον αποτρέψω
Δε θα δουλέψει αυτή τη φορά
Κι αυτά τα μάτια τ’ αμυγδαλωτά
Δεν είναι να τα συνηθίζεις
Έχουνε στοιβαχθεί μιλιούνια μάτια στη σοφίτα
και δε λένε να το σκάσουν πριν ρημάξουν
ένα-ένα τα τούβλα
τα σανίδια
το σκονισμένο άλαλο κρανίο παππού
το σκοροφαγωμένο μήλο το πρωτόπλαστο
-κι άλλα αναμνηστικά απ’ το μέτωπο

Ασπρίζει η προσμονή
για εκείνο το ταξίδι που ’χαμε φυλαγμένο
στο φτερό του ερημοσφυριχτή

δ] Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς «φυλλομέτρημα συλλογής κοχυλιών» χωρίς «εκείνο το ταξίδι που ’χαμε φυλαγμένο»
«Δεν αποφεύγει όμως η Χαρά και κάποια  επίδειξη γνώσεων, κάποιους δυσνόητους στίχους», σημειώνει στη δική του κριτική αποτίμηση ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου: «Δεδομένου ότι η ποίηση είναι σε καθοριστικό βαθμό μια λειτουργία της ψυχής και όχι της λογικής,  στο σημείο αυτό θα πρέπει η Χαρά να εστιάσει την προσοχή της τα επόμενα χρόνια.  Όχι στους εννοιολογικούς λαβυρίνθους αλλά στα θαύματα που βρίσκονται τριγύρω μας παντού και ιδίως στο θαύμα που αναδύεται από την ψυχή της». Έχει απόλυτο δίκιο ο Τόλης Νικηφόρου. Η Χαρά Ναούμ «κλωσάει ραγισμένα ποιήματα»  «όταν μια ψιλή βροχή νιαουρίσει τρεις φορές» και «μια μελωδία ξεκολλάει με βία τις ρυτίδες της κι απλώνεται κορίτσι σ' άδειο πιάτο». Ναι, αναδύεται απ' τη ψυχή της ποιήτριας «άπνοια τόσων χιλιομέτρων... τέτοιος λυγμός, πένης κι αχόρταγος ταυτόχρονα» που «τρέχει να συνάψει πάθη»  «Γιατί τι άλλο είναι τα ποιήματα / Από χιλιάδες χέρια/ που τεντώνονται αιμόφυρτα/ από λουλούδι σε λουλούδι» Τι άλλο είναι τα ποιήματα παρά μια ιδιότυπη ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΟΛΑΖ:
ΠΡΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΚΥΒΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ: ΚΟΛΑΖ
Το ’χαν προβλέψει
οι δεσποινίδες της Αβινιόν

Θα ξυπνήσουμε ένα πρωί
με μάτια να στροβιλίζονται
μύτες να αποσπώνται απ’ τον καμβά
χωρίς τη σύμπραξη προσώπου

Θα παίζαμε κιθάρα με τα γόνατα
Τα αυτιά μας
nature morte
πλάι στο
χέρι-βάζο
με τις ορχιδέες
θ’ αποζητούσαν κώφωση
ενοχλημένα από
ένα στόμα-έντομο

Και τα προώρως
νυσταγμένα χέρια μας
-αόρατα στο σύνθεση-

[κρύβονται πίσω από
τρίγωνα
τετράγωνα
τέταρτες διαστάσεις-καταιγίδες]

θα ’ταν αιτία
ν’ αποκολληθεί
ο αμφιβληστροειδής
των μαχαιριών
-φυτρώνουν εκεί και δεν τα σπέρνουν-

Τα πέλματα
κουτσά-στραβά
θα διασκορπίζονταν κι εκείνα
εις ένδειξη… αρμονίας του τοπίου

Update status:
Οι δεσποινίδες της Αβινιόν
παίρνουν το τσάι τους
στο καφέ Rostand
Τ’ αλλοπρόσαλλα μάτια τους
γυμνώνουν τους κήπους

ή ΦΥΛΛΟΜΕΤΡΗΜΑ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΚΟΧΥΛΙΩΝ
Η πρώτη σελίδα λευκή
Καταρράκτες αναβλύζουν
Φωνήεντα τοκετού
Να φυλακίζεσαι απ’ τη γέννησή σου
σ’ ένα κουκλόσπιτο κατά μήκος της λίμνης Οντάριο
ελλείψει πόσιμης φυγής

Σελίδα δεύτερη οι γονείς σου
γονατισμένοι στοργικά
Ξεγεννούν το δίδυμό σου
Το επιδεικνύουν με περηφάνια
στους γειτονικούς γαλαξίες
Δε μεγαλώνει δεν παίζει δε λερώνεται
Δεν τεμπελιάζει
Δεν ρωτάει δεν απαντάει δε φοβάται να

Η Τρίτη σελίδα
-όπως αρμόζει έτσι κι αλλιώς στους τρίτους-
είναι επικίνδυνη
Πρώτα γιατί όλα περιέχονται σε αυτήν
Και όλα ξεγλιστρούν
Ό,τι ακολουθεί
Η ενηλικίωση
Η συλλογή παραστάσεων
Το κολύμπι
Ο καρχαρίας
Η ερώτηση
Το αίμα
Η απάντηση
Το τόλμημα
Τα αναβληθέντα ποιήματα

Οι προφάσεις για να νοσταλγείς αλλοτινές
πολυσημίες ενός φιλιού ή μιας βιτρίνας παιδικής
που την ψηλάφισες νοητά

Σελίδα τέλους
Η αντίστροφη χαρτογράφηση της γης
που πάτησες και  τσαλαπατήθηκαν τα ίχνη σου
Με υστερόγραφο
την απαρχή
Κυοφορία εννεάμηνη
μέσα σ’ ένα κοχύλι

Όλα εκεί έχουν καταγραφεί

Κυοφορία εννεάμηνη μέσα σ’ ένα κοχύλι:  ν’ αδράξουμε τη μέρα ή ν’ αγαπήσουμε την Ποίηση;  
... Η ύλη είναι το μόνο πράγμα που αξίζει ή υπάρχει και το πνεύμα, το όνειρο, η αγάπη, η Ποίηση, «το καταφύγιο που μισούμε»;  Ο Αισθητός Κόσμος και οι χρυσές στιγμές του είναι η ΑΠΟΘΕΩΣΗ της ανθρώπινης περιπέτειας ή ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ  πλασμένος με Λέξεις της Ποίησης και στοχασμούς Φιλοσόφων δίνουν πρόσημο θετικό στην αναζήτησή μας; Όλα ξεκινούν και καταλήγουν στον Αισθητό Κόσμο στη Γη, στο Γυμνό Χώμα, στο Νερό, στην Πέτρα, στα βήματα μέσα στη νύχτα, στο κλαδί ενός δένδρου, στο άδειο σπίτι ή είναι μια άλλη πραγματικότητα κι εκείνος ο μαγικός χώρος, στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ΟΥΡΑΝΟ; Να πούμε ΝΑΙ στη φευγαλέα αίσθηση, στη «μοναξιά με άδειες κόγχες» στων «παραθύρων τα θρύψαλα» ή στις αμετάβλητες και τις αιώνιες ιδέες, «φωνήεντα τοκετού», «την έκσταση της γαρδένιας μπροστά στο πλημυρισμένο μπαλκόνι»; «Με υστερόγραφο την απαρχή»: Ποιος και πώς μπορεί να διώξει τα σύννεφα που καταπλακώνουν και κρύβουν τις αλήθειες της ζωής μας; «Ες Αεί» είναι η απάντηση της Χαράς Ναούμ:
Κι όποτε πότισα εκείνο το τριαντάφυλλο
ποτίστηκαν μαζί
οι εσταυρωμένοι
Κάτω απ’ το περβάζι μου

Γιατί τι άλλο είναι τα ποιήματα
Από χιλιάδες χέρια
που τεντώνονται αιμόφυρτα
από λουλούδι σε λουλούδι
Έτσι, σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση του Σταύρου Στάμπογλη, αναδύεται αγάπη. Για τις πατρίδες και τους μάρτυρες του κόσμου. Ο κόσμος όλος μια αυλή. Ο κόσμος όλος ένα παράθυρο στην οδύνη. Η ποιητική της Χαράς Ναούμ στηρίζεται στο γενικό, τραγουδώντας το ειδικό.

Αποσπάσματα από άλλες κριτικές για τις «Άγρυπνες Αντιλόπες»
«Η Ναούμ εικονοποιεί, ταξιδεύει τον αναγνώστη με έναν ιδιότυπο σουρεαλισμό, αλλά προσέξτε, κάθε βήμα της στο έξω- ή υπέρ- πραγματικό, νοηματοδοτεί πάντοτε κάτι και αυτό δεν συμβαίνει για λόγους καλολογικούς, ωραιοποίησης του λόγου. Απεναντίας, οι υπερβάσεις αυτές, σε πολλές περιπτώσεις κάνουν τον λόγο αιχμηρό, σκληρό, πληγώνουν τον αναγνώστη, αλλά υπηρετούν έντιμα έννοιες, σημασίες και προεκτάσεις του πραγματικού με μια στιβαρότητα μοναδική.
            Η γνήσια ποίηση σε αγγίζει ή σε αφήνει αδιάφορο, όπως και κάθε έργο τέχνης, νομίζω δεν χρειάζεται επεξηγήσεις, ερμηνείες. Είναι σαν τις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν αναλύονται, δεν κουβεντιάζονται. Απλώς συμβαίνουν. Και συνήθως αν συμβεί ως γεγονός το ποίημα, κάθε προσπάθεια ανάλυσής του, πιστεύω ότι του κάνει κακό, έως το σκοτώνει. Έτσι δεν θα αποπειραθώ καμιά ανάλυση ή ερμηνεία. Απλώς θα πω: Η ποιητική της Χαράς Ναούμ έχει λόγο ύπαρξης, αυτοδυναμία, προοπτικές. Και ελπίζω το επόμενο βήμα της να απλωθεί εντονότερα στον διπλανό, στην κοινωνία, στον αυριανό κόσμο που καλείσθε εσείς οι νέοι να τον κάνετε πραγματικά καλύτερο, με επικυρίαρχο τον σεβασμό στον άνθρωπο» (απόσπασμα από κριτική του ποιητή Γιώργου Δουατζή).
«... η Χαρά αποδείχτηκε ότι είναι γρήγορή, αλτική, εύστροφη, θερμά φιλική και χαριτωμένη και το μωβ χελιδονάκι που ζει στο παραμύθι Μωβ και Μελένιος την ονόμασε «μικρή χορεύτρια των λέξεων»..., Με το καλαίσθητο βιβλίο της από τις εκδόσεις του Μανδραγόρα, συνειδητοποίησα ότι στην πραγματικότητα έχω να κάνω με μια άγρυπνη (και ατίθαση) αντιλόπη.  Φοβερό, είπε μια κόκκινη αλεπού στο Λιβάδι, το πόσο καθυστερούν οι άνθρωποι να διακρίνουν το ολοφάνερο.
Εντάξει, αυτό μπορεί να άργησα να το δω αλλά δεν άργησα να καταλάβω ότι, μέσα στους χιλιάδες ποιητές που δημοσιεύουν ποιήματα σε έντυπες συλλογές και περιοδικά, σε ιστολόγια, στο facebook και σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες η Χαρά και μερικές δεκάδες άλλοι νέοι ταλαντούχοι   ποιητές αποτελούν τη ελπίδα για το μέλλον της ελληνικής ποίησης.
Η Χαρά έχει εκείνη την αθώα, έκπληκτη, αιρετική ματιά στα πράγματα που χαρακτηρίζει κάθε γνήσιο ποιητή:  «Μεσάνυχτα/ Κλωσάω ραγισμένα ποιήματα/ Όταν χειμωνιάζει φοβάμαι/ μην ξεπεταχτούν πρόωρα απ’ τ’ αυγό τους/ και ξενιτευτούν στο κρύο»  Το πρώτο αυτό βιβλίο της, μετά μακρόχρονη άσκηση, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να χαρακτηρισθεί ως πρωτόλειο.  Όπως λέει η ίδια, «ξέρω τι πάει να πει/ χέρι γυμνό/ και χέρι κουμπωμένο ως το λαιμό». Στα ποιήματά της υπάρχουν περισσότερες γνήσιες ποιητικές στιγμές από εκείνες σε άλλους αξιόλογους ποιητές της γενιάς της. 
Είμαι χαρούμενος για το ποιητικό παρόν της Χαράς και είμαι αισιόδοξος για το μέλλον της.  Γιατί, όπως συμφώνησε η άγρυπνη αντιλόπη με το μωβ χελιδονάκι, τον μελένιο αρκούδο και όλη την παρέα τους, η μεγαλύτερη ευτυχία και το πιο ωραίο ποίημα είναι να ανακαλύπτεις αγριολούλουδα στο Λιβάδι σε άπειρα χρώματα και αρώματα...
[ αποσπάσματα από την ομιλία/ εισήγηση του Τόλη Νικηφόρου κατά την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Χαράς Ναούμ, Άγρυπνες αντιλόπες στον Ιανό της Θεσσαλονίκης, Tρίτη, 3.12.13, 7.00 μμ.]

Σημειώσεις του Σταύρου Σταμπόγλη παρατηρώντας τις «Άγρυπνες Αντιλόπες» Απόσπασμα):
Σκέφτομαι ένα λαχανιασμένο αιλουροειδές να ψιθυρίζει: «Κάθε που χαράζει οι κεραίες μου διαστέλλονται/ Εκπέμπουν στα γειτονικά περβάζια/ Εκπνέω καυσαέριο στα πλουμιστά περίστροφα των εκδορέων/ Φυλακίζω ένα σπουργίτι στα στήθη μου/ Το θηλάζω το κοιμίζω/ Φτύνω τη γλώσσα τν σαλιγκαριών –τν εθισμένων γενικώς σε χειμέρια νάρκη…»
Ελλειπτική γραφή, μικρές προτάσεις, σφιχτά νοήματα στα όρια του υπερρεαλισμού αλλά όχι υπερρεαλισμός, πλούτος λεξιλογίου. Μια γραφή διάφανη που βυθίζεται στο σώμα, καταμετρά στοιβάδα προς στοιβάδα, ανατρέχει επίπεδο προς επίπεδο και βγάζει στον αέρα την αλήθεια.
Μας λέει η Χαρά Ναούμ πως η πραγματικότητα είναι μια εικόνα που αποτελείται από επάλληλες αίθουσες με συμβάντα. Κοινά σημεία οι μύριες αντιφάσεις, η οδύνη, η αγωνία. Η Χαρά Ναούμ δεν είναι απλός φωτογράφος. Είναι χαράκτης με δυνατό χέρι καταπάνω στο χαρτί. Αφαιρεί όγκο και προβάλλει λεπτομέρειες αφού τις σμιλεύει στο μάτι και στα σωθικά. Συχνά μας κοιτά σαν παρατηρητής πουλιών. Υπονοεί πίσω από τις γραμμές ότι η σιωπή της γραφής διαθέτει τη θεραπευτική ιδιότητα μιας κραυγής. Άλλοτε παράγει εικόνες στα δικά μας όνειρα καθώς ατμοποιούνται. Μας ξέρει καλά, ίσως γιατί βυθίζεται συχνά εντός της. Ο λόγος της τονίζει πως ελάχιστα έχουν ειπωθεί και οι λέξεις δεν είναι παρά εφεδρείες ελπίδας. Πως οι ελπίδες είναι κοινός πλούτος. Πως η μοναξιά σημαίνει την πάνδημη συντριβή. Πως αν η συντριβή είναι το βέβαιο η κίνηση είναι το απόλυτο.
«Κάποτε τους παρατηρώ να σιγοτραγουδούν/ καπνίζοντας μια φευγαλέα ανάμνηση καπνού/ Οι διαδρομές έχουν ένα παράξενο άλλοθι/ κι οι επιβάτες συλλαβίζουν ακατάπαυστα/ μια ιδανική σωτήρια μοναξιά…» (ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ ή ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ).
Αλλού παρακολουθώντας τα ποτάμια της αιματοχυσίας ντρέπεται για το μάτι της. Φοβάται τις λέξεις της. Φοβάται για τον στόχο των στίχων της. Λες και αμφιβάλλει για το δικαίωμά της να αποτυπώνει, να αφαιρεί. Λες και δεν είναι για την κάθαρση που επιφέρουν τα ποιήματά της. Ορίζει τις ευθύνες της η ίδια. Αναρωτιέται για την προφητική ικανότητά της. Υπάρχει μια τάση αυτολογοκρισίας στη γραφή της. Όχι όμως γιατί θέλει να μας κρύψει αλλά επειδή έχει την ευγένεια και τη φιλοδοξία να μας βάλει στο παιχνίδι. Σχεδόν πίσω απ’ τις γραμμές της την ακούω να μας προτρέπει… βυθιστείτε στην ανάγκη, κατανοήστε την ανάγκη, νιώστε την άλλη στιγμή: «Μεσάνυχτα/ Κλωσάω ραγισμένα ποιήματα/ Όταν χειμωνιάζει φοβάμαι/ μην ξεπεταχτούν πρόωρα από τα’ αυγό τους/ να ξενιτευτούν στο κρύο…», «… Οι ώμοι μου/ πλωτές διώρυγες/ πέρασμα ακρωτηριασμών». (ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΟ)…
Οι άγριες αντιλόπες αντιλαμβάνονται το νερό ως έννοια ζωής εκεί στα βάθη της ξηρασίας, όπου με τις Μεταφορές και τις Παρομοιώσεις σηματοδοτείται   ο λαβύρινθος. Τόπος που θυμίζει πίνακα Ιερώνυμου Μπος: «Τα ψάρια –χρυσόψαρα/ αιωρούνται πάνω από τους νυχτερινούς περαστικούς/ η πόλη γυάλα σέρνεται ερπετό/ κι οι φάσεις του φεγγαριού/ μας περιζώνουν αλυσιδωτά… Χαρακίρι/είπαν/ σε δημόσιο χώρο (ALBEDO) 

Παρουσίαση Ποιητικής συλλογής Άγρυπνες Αντιλόπες Χαρά Ναούμ στον ΙΑΝΟ Θεσσαλονίκης:
Ανθολογία Ποιημάτων από τις Άγρυπνες Αντιλόπες:

Και ιστολόγιο ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΑΝΤΙΛΟΠΕΣ:

http://agripnesantilopes.blogspot.gr/

1 σχόλιο:

  1. Χαίρομαι πολύ που οι αντιλόπες εγκαινιάζουν αυτό το όμορφο και πολλά υποσχόμενο ιστολόγιο. Υπέροχο το κολάζ από κάτω. Το κλέβω για επιφάνεια εργασίας. Ευχαριστώ για όλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή