Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑ ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ:

Το ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ, η πρώτη ποιητική συλλογή της Τζούλιας Φορτούνη, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ το 2013. Προμετωπίδα της συλλογής ο αφορισμός του Σαχτούρη «κάτι επικίνδυνα κομμάτια είναι η ψυχή μου που έκοψε με τα δόντια του ο Θεός... Εγώ δεν τα πουλώ», που ίσως να προϊδεάζει για τις φιλοδοξίες και τις  λυρικές διαθέσεις της ποιήτριας για την οποία  «με χαρτί και με μολύβι» ..... «κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι» και το ακολουθεί κατά γράμμα αφαιρώντας από τις λέξεις -ρέουσες πάντα- τ' αγκάθια- σύμφωνα για να «βαδίζει με γυμνά πόδια στα χαμόκλαδα»  της έμπνευσής της «από το «α» έως το «χ»: Πάντα μ' ακολουθούσαν οι φωτοσκιάσεις. Μου άρεσε να κοιτάζω τα βιβλία  στο τρεμάμενο φως της φωτιάς. Να παρακολουθώ το χοροπηδητό των γραμμάτων. Ώσπου έβλεπα μόνο παλμικές γραμμές. Το καρδιογράφημά τους. Ύστερα έκλεινα τα μάτια μου κι οι γραμμές γίνονταν αχνές καμπύλες κι εξαφανίζονταν σιγά-σιγά, μικρές ανεπαίσθητες κουκίδες. Πού πήγαιναν τα γράμματα; Ποια ακατανόητη λέξη τα ρουφούσε; Τότε ήταν που άνοιγε απότομα το φως. Τα μάτια μου θάμπωναν κι όλα τα χαμένα γράμματα ξεχύνονταν από τα μάτια μου. Πλημμύριζαν το χώρο, την κουζίνα, το στρογγυλό τραπέζι, το α πάνω στην αλατιέρα, το β στο βάζο με τις ελιές, το γ στο γουδοχέρι της γιαγιάς , το δ στη δαντέλα του εργόχειρου πάνω από το τζάκι. Και το ξ, εκείνο το ξ το ατίθασο στα ξύλα του δάσους που καίγονταν, μαζί με το χ του χειμώνα. Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι πώς έμαθα να διαβάζω. Εκεί στο χ όμως σταματούσα. Ήταν το χιόνι έξω μια κόλλα λευκό χαρτί. Με προκαλούσε μόνο να γράψω. [παρουσίαση ποιητικής συλλογής ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ Τζούλιας Φορτούνη με εσωτερική εστίαση Τάσου Κάρτα με ΚΛΙΚ στο σύνδεσμο παραπάνω]




α] ΕΚ ΠΡΟΟΙΜΙΟΥ ΠΑΙΔΙΑ ΣΙΩΠΗΛΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ:
Αν ρωτούσαμε την Κική Δημουλά «τι είναι η ποίηση» θα μας έλεγε να ρωτήσουμε τη σοφή την άγνοια. Γιατί η ίδια γράφοντας ποιήματα ξέρει την ποίηση ως «ένα δαίμονα που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού προκαλώντας ένα σεληνιασμό γόνιμο» Μπορεί όμως, μας λέει η Κική Δημουλά, να είναι «κι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων, που υποφέρουν μέσα μας είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα. Γιατί ΠΟΙΗΣΗ είναι η διπλή ζωή των λέξεων. Κάθε τόσο εγκαταλείπουν τη μετριότητα της χρήσης τους και ακολουθώντας δυσανάγνωστους χάρτες, που χάραξε ανώνυμη ανησυχία, ψάχνουν, σκάβουν να βρουν φλέβες χρυσού λυτρωτικού ρόλου». Αν είναι έτσι τα πράγματα, πώς γράφεται ένα ποίημα; Η Κική Δημουλά απαντά απερίφραστα: «με τόσους τρόπους όσοι και οι ποιητές του κόσμου». «Τώρα, πώς γράφεται ένα καλό ποίημα, ε αυτό πια πραγματικά μόνον ένας Θεός το ξέρει. Πάντως με σκληρή δουλειά και εσωτερικές αιμορραγίες. Με άγρυπνη τη δυσπιστία του ποιητή απέναντι σ’ αυτό που γράφει…»
Δεν χρειάζεται να κάνουμε τις ίδιες ερωτήσεις και στη Τζούλια Φορτούνη. Γιατί βρίσκουμε έτοιμες τις απαντήσεις στους στίχους των ποιημάτων της πρώτης της συλλογής.  Το χιόνι είναι το λευκό χαρτί που σε προκαλεί να το γράψεις. Έτσι, η «πρόκληση» είναι το αρχικό ερέθισμα, με το οποίο αρχίζει να ξετυλίγεται η «συνταγή»  για τη θεία διαδικασία της «καιόμενης βάτου»,  για την περιπέτεια της σύνθεσης του ποιήματος. Από την αρχή, λοιπόν, μας προειδοποιεί ότι πρόκειται να ακολουθήσει κατά γράμμα την (έτοιμη; μυστική;) συνταγή: «πώς γράφει κανείς ένα ποίημα/ Πώς ξανοίγεται με απλωτές στα άπατα/ Σε ποιους βυθούς ξεχνιέται/ Και τι ανάσες παίρνει ν’ αναδυθεί…».   Σ' όλα σχεδόν τα ποιήματα της πρώτης αυτής δοκιμασίας, από τους τίτλους ως τις λεπτομέρειες-στίχους  είναι εμφανή τα σημάδια της πορείας. Ας τα ακολουθήσουμε. Πρώτο υλικό είναι το χαρτί και το μολύβι. Στην ποιήτρια, βέβαια, δεν αρέσουν «οι συμμετρίες/ τα ολοστρόγγυλα γράμματα/ οι άρτιοι αριθμοί/ τα περιγράμματα των σχημάτων/ των υλικών οι ακριβείς αναλογίες» γιατί ίσως από ένστικτο ξέρει πως πολύτιμο υλικό στην ποίηση είναι όλα «αυτά που ανατρέπουν/ που δραπετεύουν/ τα μισά/ τα ατελή/ τα αδιαμόρφωτα» Παραδείγματος χάριν: «μια αστραπή που σχίζει τον καθαρό ορίζοντα/ μια πεταλούδα το χειμώνα/ μια ρωγμή στον καθρέφτη/ μια φέτα στο θολό φεγγάρι του Αυγούστου» και φυσικά «το χέρι μέσα στο δικό σου/ τα μικρά μου δάχτυλα/ όταν ναυαγούν στην παλάμη σου» «Με χαρτί και με μολύβι» λοιπόν που είναι κι ο τίτλος του 2ου ποιήματος της συλλογής:
προσωρινές μοιάζουν οι λέξεις
καμαρώνουν στα παράθυρα
κούκλες σε βιτρίνες αγοράς
ποιήματα χωρίς ορίζοντα
χωρίς αφή και μνήμη
γεννιούνται και πεθαίνουν
στα πλήκτρα μιας στιγμής
εμφανίζονται
και πάλι χάνονται
στα πίξελ της οθόνης

νοσταλγώ εκείνο τον καιρό
επάνω σε χαρτοπετσέτες
να γράφονται τα ποιήματα
ή σε βαρκούλες κόκκινες

οι λέξεις να επιστρέφουν
με τσακισμένα ακρόπρωρα
από του κόσμου τον διάπλου
παντοτινά δικές μας
με το άρωμα του ταξιδιού
σε παλιά μπικ
ή κοινά μολύβια
Κάθε ποίημα που περιέχεται στο «ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ» είναι ένα ταξίδι με προορισμό την ίδια τη δημιουργία του ποιήματος. «Κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι» είναι και ο τίτλος του επόμενου ποιήματος, στους στίχους του οποίου κρύβονται κι άλλες λεπτομέρειες της ποιητικής δημιουργίας: αποσκευές ενός τέτοιου ταξιδιού είναι βέβαια «όλες οι λέξεις» και μέσα στις αποσκευές αυτές «ακονισμένες καλά οι σκέψεις, οι κραυγές και οι σιωπές τους». Προορισμός του ταξιδιού, «η αμφίσημη ενδοχώρα» του ίδιου του ποιήματος όπου σε περιμένουν «συναντήσεις αναπάντεχες». Το πιο σημαντικό όμως είναι πως, άπαξ και μπήκες σ’ αυτό τον πηγαιμό για τη νοσταλγία, «δεν έχει μονοπάτι να ξεφύγεις όσο κι αν θέλεις να γυρίσεις», εκτός κι αν νόστιμον ήμαρ είναι η παιδική ηλικία, στην οποία φαίνεται πως επιστρέφει γράφοντας ποιήματα η Τζούλια Φορτούνη:  «γράφοντας ποιήματα...  αναζητώ ένα στίχο/ ένα φως… να με ταξιδέψει πέρα από την άνυδρη σιωπή/ στα ανθισμένα λιβάδια του μέλλοντος… με μια επίκληση πολυσύλλαβη/ ν’ ανοίγω ρωγμές στο σκοτάδι… να προκαλώ πλημμυρίδα λέξεων, άμπωτη αποσιωπητικών/ πάντα εκεί να γυρίζω/ με μια αρμαθιά δισταγμών/ να στέκομαι δακρυσμένη/ στη σκουριασμένη πόρτα της μνήμης (τι πιο ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ;) Πόσα χρόνια, και μέρες και νύχτες για να ανταμώσεις το ποίημα, πόσα κομμάτια χαρτιού να σκίσεις για ένα μόνο στίχο που θα βρει το στόχο του; Επί χάρτου:
και τις νύχτες
όλο χάραζα πορείες
με μαρκαδόρο
σ’ ένα χάρτη που σκέπαζε
το μουχλιασμένο τοίχο

για κείνο το τροπικό νησί
στη μέση των ματιών σου
άφηνα το φοιτητικό δωμάτιο

πόσα χρόνια ταξίδευα
ως εδώ να σ’ ανταμώσω
πόσα κομμάτια χαρτιού
έσκισα για να σε κλείσω
για πάντα σε ένα μόνο στίχο

πώς μα ταυτιστεί
κανείς με τη ζωή του
πώς με κόκκινο μελάνι να ορίσει
της μοίρας τη μοναδική διαδρομή

γιατί εσύ που ήσουν πάντα εκεί
αναχώρηση κι άφιξη μαζί
με μια βαλίτσα λύπης
κι ένα εισιτήριο σκισμένο
χωρίς επιστροφή
γιατί εσύ που πάντα λείπεις
το χέρι μου κρατούσες τρυφερά
στο χάρτη πλοηγούσες
όλα μου τα ταξίδια
εκείνα τα πλάνα
τ’ απελπισμένα
τα νυχτερινά

β] Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ και ο ΣΤΙΓΜΙΑΙΟΣ ΙΛΙΓΓΟΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥΣ (που διαρκεί όσο «μια αστραπή που σκίζει τον καθαρό ορίζοντα»)
Κοινός τόπος η αγωνία των ποιητών για την έκβαση της δουλειάς τους, για το βάθος της επικοινωνίας με τον αναγνώστη, για την ουσία του τελικού εγχειρήματος. Τι θα λέει κάποιος (π.χ. ο αναγνώστης…) που βρίσκεται πάνω κι έξω από αυτή την καταβύθιση στο πέλαγος των λέξεων και, ίσως διαβάζοντας το ποίημα, να διαβλέπει την αγωνία και να αναρωτιέται μήπως «… πνίγεται κάποιος ή (μήπως) ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς». Την ειρωνεία αυτή και τον αυτοσαρκασμό για την έντονη ανησυχία που προκαλεί στους άλλους η όλη ψυχολογική κατάσταση του δημιουργού, τη συναντάμε στη Σονάτα του Σεληνόφωτος, όπου ο Γιάννης Ρίτσος βάζει τη γυναίκα-ηρωίδα του να φτάνει στο βάθος της ψυχής της για να ανακαλύψει την αιτία του «πνιγμού» της: «Τούτο το σπίτι με πνίγει/ Μάλιστα η κουζίνα/ είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν/ σα στρογγυλά, μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών/ τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες/ φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου – δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα/ δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια- ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι-  και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν/ και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντάς τες/ κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες/ τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;». Η κατάδυση στο βυθό που είναι κατάδυση στη μνήμη, στο παρελθόν βίωμα και, αν μιλήσουμε με όρους ψυχολογικούς, στο υποσυνείδητο, γίνεται με μεταφορές και εικόνες από τον υποθαλάσσιο κόσμο, στο Ρίτσο. Στο Φυσικό Αντίδοτο έχουμε εξίσου δυνατές εικόνες που ανακυκλώνουν την ίδια αγωνία: «θα γράφω τις νύχτες δίχως μελάνι μες στις κραυγές αυτού του κόσμου… θα γράφω τις νύχτες σ’ ένα ξέφωτο κοντά σε μια πηγή που θ’ αναβλύζει δροσερό νερό και θα μαζεύονται κοντά μου όλες οι λέξεις όλα τ’ αγρίμια… θα γράφω τις νύχτες… (και) γύρω μου χιλιάδες ουράνια τόξα θα εκλιπαρούν την αιωνιότητα…». Και η μεν Φορτούνη με διάμεσο τη μητέρα της ονειρεύεται ως ποιήτρια να «δίνει πάντα όσα ποτέ δεν πήρε» και, ακόμη, θα ήθελε όπως η μητέρα της «να δίνει πάντα όσα ποτέ δεν ζήτησε». Για να βρεθεί κάπου κάποτε «ένα ποίημα, ένα στάχυ άγουρο στο στέρφο χώμα, μια γέφυρα από λέξεις και εικόνες μικρή αλέα να περπατήσουμε μαζί ένα παγκάκι μες στις ανεμώνες». Κάπως έτσι και η ηρωίδα του Ρίστου, αφού πρώτα ανακαλύπτει στο βάθος του «πνιγμού της» τους πολύτιμους θησαυρούς των ναυαγισμένων πλοίων, δηλαδή το υλικό από τα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν αλλά τώρα είναι η πρώτη ύλη για μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας που δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την ποίηση, κάνοντας αυτό τον απολογισμό καταλήγει σ’ έναν τελικό προβληματισμό για την ίδια τη λειτουργία της ποίησης για τον αντίκτυπό της στους γύρω μας. Μπορεί οι εμπειρίες των ποιητών να είναι αποτυχημένες, στον απολογισμό της ζωής όμως γίνονται πολύτιμο υλικό μνήμης. Το πρόβλημα είναι στο αποτέλεσμα, για το ποίο πάντα θα πλανάται μια γόνιμη αμφιβολία:  «μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – τα δώρα της ποίησης – όχι τα δίνω, μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν- πάντως εγώ τα δίνω»      
Κι αφού «κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι» και μάλιστα χωρίς επιστροφή, δικαιολογημένη η εξωτερίκευση της ανάγκης να προσδιοριστούν τα μέσα του ταξιδιού για να βρεθεί η ουσία του τελικού εγχειρήματος. Ενδεικτικοί τίτλοι, στίχοι και ποιήματα που καταλαμβάνουν ένα σημαντικό μέρος της συλλογής: από το ‘α’ ως το ‘χ’(σελ. 9), με χαρτί και με μολύβι (σελ. 10), θα γράφω τις νύχτες (σελ. 14), όχι δεν γράφω ποιήματα/ απλώς αρχίζω  μια ιστορία απ’ τη μέση/ γιατί κάθε αρχή έχει το τέλος της («in media res”, σελ. 13), ζούμε σ’ ένα παράξενο ενυδρείο/ γεμάτο λέξεις χρυσόψαρα/ που πηγαινοέρχονται/ μας μιλούν και μας χαιρετούν («επικινδύνως» σελ. 50). Ακόμη και ο τίτλος της συλλογής «Φυσικό αντίδοτο», υποδηλώνει το ποιητικό μέσον που χρησιμοποιείται ως αντίδοτο για να καθαρίσει τη ζωή, να κάνει πιο ανθρώπινη «την αλήθεια που θρυμματίζεται σε χιλιάδες ψέματα». Ο τίτλος όμως της συλλογής, που διευκρινίζεται στις λεπτομέρειες και στα ρητορικά ερωτήματα της συνταγής που ακολουθεί κατά γράμμα η ποιήτρια  στο ομότιτλο ποίημα και ειδικά η αποστροφή της «Πώς το φαρμάκι γίνεται φάρμακο/ Πώς η ζωή μας καθαρίζει/ Πώς το δηλητήριο/ Εξουδετερώνεται/ Με ποιο φυσικό αντίδοτο;» φαίνεται πως συνδιαλέγονται με τους ομόλογους προβληματισμούς του Νίκου Καρούζου, ο οποίος, έχοντας σαν ερέθισμα τη «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομαγηνη 595 μ.Χ», το ποίημα του Καβάφη δηλαδή για την τέχνη της ποίησης που «ξέρει από φάρμακα για πληγές από φρικτό μαχαίρι», αναρωτιέται για τη φύση και την ουσία των ποιημάτων: «είναι πληγώματα, είναι ομοιώματα, φενάκη, φρεναπάτη; Φρενάρισμα ίσως; ταραχώδη κύματα; Τι είναι (τέλος πάντων) τα ποιήματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα, είναι σκαψίματα; Είναι ιώδιο, είναι φάρμακα; είναι γάζες επίδεσμοι, παρηγόρια ή διαλείμματα; Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης» (Νίκος Καρούζος, Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος). Στον Καβάφη η τέχνη της ποίησης «ξέρει από φάρμακα, από δοκιμές νάρκης του άλγους» και γι’ αυτό «κάμνει να μη νιώθεται η πληγή» από το φρικτό μαχαίρι του χρόνου, για τον Καρούζο, όμως, «ποίηση είναι να τα οδηγήσεις όλα στη σιωπή. Ποίηση είναι να φτάσεις να γίνεις ο σιωπών λέγων, ο λέγων δια της σιωπής, ο σιωπών δια του λόγου, διότι πρέπει να πείσεις πάντα το τίποτε. Το τίποτε το εκφράζει η σιγή, σιγή είναι όλα». Γι’ αυτό και τελικά ονομάζει τα ποιήματα ΕΝΘΥΜΙΑ ΦΡΙΚΗΣ. Για τη Τζούλια Φορτούνη είναι Φυσικό Αντίδοτο η ποίηση που κάνει το φαρμάκι φάρμακο, που εξουδετερώνει το δηλητήριο της ζωής. Εύγλωττο εξάλλου είναι και το έργο εξωφύλλου του Σωτήρη Σόρογκα: Από ένα τοπίο όπου κυριαρχεί η πέτρα, ξεπροβάλει κι ανοίγει τα πέταλά της η παπαρούνα της Ποίησης για να μας δελεάσει με την ομορφιά της αλλά και με το φαρμακευτικό της όπιο. Ωστόσο, στη συνέχεια και αρχίζοντας από τη μέση τώρα μας εξομολογείται η ποιήτρια:
όχι δεν γράφω ποιήματα
απλώς αρχίζω μια ιστορία από τη μέση
γιατί κάθε αρχή έχει το τέλος της
η μέση όμως πάντα διαφεύγει
ξεχνιέται στην πορεία

γίνεται κύκνος
που αρνείται να τραγουδήσει

γίνεται λυγμός
και κρύβεται στα νούφαρα

πόνος βουβός
κι εξατμίζεται απ’ την επιφάνεια

σύννεφο που βρέχει
ασταμάτητα εντός μου [in medias res]
Μέσα από λέξεις-συναισθήματα, εικόνες-φόβους, περιγραφές-ελπίδας, την πρώτη ύλη της ποίησης δηλαδή, ο χρόνος, οι εποχές και τα όνειρα έρχονται να φωτιστούν ποιητικά δηλαδή υπαρξιακά/ερωτικά κι ανθρώπινα. Στην πορεία βέβαια προς την (αυτό)πραγμάτωση του ποιήματος πολλά είναι τα εμπόδια και οι δυσκολίες, οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες, που όχι μόνο δεν πρέπει να φοβηθεί ο ποιητής, αλλά, βάζοντας το δάχτυλο στον τύπο των ήλων, με κάθε μέσο να υπερκεράσει: «ήρθε η ώρα να σπάσω τούτον τον καθρέφτη/ να βάλω το χέρι μου ανάμεσα στα θραύσματα/ ν’ αγγίξω το αίμα στα ματωμένα παπούτσια/ να πατήσω τη σκανδάλη της ανυπαρξίας/ τον ιδρώτα στο μέτωπο, τη σκόνη από τα ερείπια/ επιτέλους στα χείλη μου να φέρω… ήρθε η ώρα να σπάσω τούτον τον καθρέφτη/ να βάλω το χέρι μου γενναία/ ανάμεσα στα είδωλα/ το παγιδευμένο φως να ελευθερώσω/ και να γράψω («Καθρέφτης, σελ. 15). Η Τζούλια Φορτούνη γράφει το ποίημα «Κάποτε» «Επί χάρτου», για «να δούμε… μαζί μια δύση και μια ανατολή», γράφει το ποίημα «για κείνο το τροπικό νησί στη μέση των ματιών σου», γράφει το ποίημα «Μυστικό Δείπνο» «Φυσική ιστορία» «Στο δάσος» «θηράματα μιας χίμαιρας που έχει παγιδεύσει ο χρόνος και είναι πια αδύναμα να εμποδίσουν τη σαρκοφαγία του τέλους». Και οι δυνατές εικόνες της αφήγησης διαδέχονται η μία την άλλη: «μια πασχαλίτσα μόνο περιφέρει αμήχανα την κόκκινη υποψία της επάνω στ λευκό τραπεζομάντηλο» με μια μελαγχολία τόσο ταιριαστή με τη νοσταλγία: «τα χέρια σου έχουν το σχήμα των φθινοπωρινών φύλλων/ ένας μικρός δρυοκολάπτης παίζει με το γέλιο σου… και μια αλεπού χτενίζει ανέμελα την κόκκινη ουρά της/ και είναι μια συνηθισμένη μέρα/ φθινοπωρινή…» αυτή η Θαλασσογραφία:
Το πλάνο μακρινό
Τραπεζάκι δίπλα στο κύμα
Εκείνος συμπαγής
Εκείνη διάφανη
Απέναντι έτσι όπως κάθονται
«τόσο ταιριαστοί σαν τελείως άγνωστοι»
Ορίζουν τη θαλασσογραφία

Ανάμεσά τους στρογγυλό
-που με φεγγάρι μοιάζει-

Το κενό
Που απαιτεί μια έκρηξη
γ] Ο ΑΙΣΘΗΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ «χιλιάδες ουράνια τόξα που εκλιπαρούν την αιωνιότητα» και μας ταξιδεύουν με  «ένα στίχο, ένα φως –ένα μονόξυλο- πέρα από την άνυδρη σιωπή στα ανθισμένα λιβάδια του μέλλοντος»
Γίνεται ΖΩΗ δίχως ΟΝΕΙΡΑ; Δίχως ΜΕΛΛΟΝ στα ρήματα του κάθε ενεστώτα; Θα ακολουθήσω κατά γράμμα τις οδηγίες χρήσεως… Πώς βαδίζεις με γυμνά πόδια στα χαμόκλαδα, πώς γράφεις ποιήματα αρχίζοντας μια ιστορία απ’ τη μέση… Φυσικό αντίδοτο η Ποίηση, η πιο ισχυρή αντιβίωση για δίσεχτα χρόνια που ξεχάστηκαν εντός μας… και παραπέρα, το μονόξυλο (Ποίημα) θα περιμένει να μας ταξιδέψει στ’ ανθισμένα λιβάδια του μέλλοντος όπου θα γίνουμε πάλι «έφηβοι» σ’ εκείνο, το ΠΕΡΑ ΔΩΜΑΤΙΟ που «δεν είχε τοίχους παρά μόνο ένα τυφλό παράθυρο και μια μυστική καταπακτή που ανοίγει τις νύχτες για να τρυπώνουν τα ΟΝΕΙΡΑ/ κισμέτ σε μυστικά κιτάπια», το πιο πολύτιμο ΦΕΤΙΧ, «αλάτι που μένει στο κορμί σαν στεγνώνουν τα καλοκαίρια». «Κι εσύ ήλιος φωτεινός μπαίνεις αυθαίρετα στο πλάνο της ζωής μου»: «Έρχεσαι πάντα μυστικά/ μπαίνεις από την πόρτα ή βγαίνεις από τη θάλασσα/ με τα μαλλιά σου ανακατωμένα/ γεμάτα φύκια και υποσχέσεις/ ή με τα μαλλιά καλοχτενισμένα/ γεμάτα ξαφνικές αναχωρήσεις». Απαστράπτον δέος τις Κυριακές το απόγευμα οι έρωτες, το πιο μεγάλο ποίημα οι έρωτες, ουράνιο τόξο που καταλύει όλα τα βροχερά τοπία, «κι όταν από το διπλανό δωμάτιο/ με την οργιώδη βλάστηση/ ακουγόταν η κουκουβάγια/ άνοιγε το ταβάνι στα δύο/έμπαινε μέσα η άρκτος/ η μοναδική μου φιλενάδα…» :   
BIRTH MARK
μια ρωγμή σχηματίστηκε
και πέρασα σχεδόν άθικτη
μέσα από τη φλεγόμενη βάτο

μ’ ένα μικρό σημάδι στον αριστερό γοφό
και μελανά τα χείλη
δεν ξέρω αν ήταν η Λάχεσις ή η Κλωθώ
που μ’ έσωσε από την καταιγίδα

η Άτροπος όμως σίγουρα
ήταν αυτή που επέβαλε
οριστικά και αμετάκλητα
τις δέκα πληγές του Φαραώ
και γλίτωσε η ζωή μου

αλλά εσένα
ποιος σε όρισε
και έγινες
η πιο δικιά μου μοίρα
το μαγικό ραβδί
ο από μηχανής θεός
η ελάχιστη αποζημίωση
της πιο μεγάλης περιπέτειας

το «μ» αμετανόητο
στη μέση του Νοέμβρη

δ] ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΧΩΡΙΣ «δένδρο ή πουλί, άνεμο ή όστρακο, κισμέτ σε μυστικά κιτάπια γραμμένο» χωρίς «μια μικρή απόσταση ανάμεσα στα γόνατά μας να ορίζει την ευτυχία μας»
«Παγιδευμένο φως το ποίημα στο κεχριμπάρι του χρόνου και οι λέξεις του που σπάζουν σε στιγμές το φόντο της ανυπαρξίας, μια φύση νεκρή στο σκοτεινό θάλαμο της μνήμης» σχολιάζει αυτόματα ή ίδια η ποιήτρια. Γιατί, αντιγράφοντας και επικολλώντας στίχους από δω κι από κει, καταλαβαίνουμε ότι «κάθε ποίημα είναι μια (αυτόματη) φωτογραφία σ’ ένα τοπίο λυπημένο κάπου στην εξοχή ή στη θάλασσα», και καμιά φορά είναι ένα «τρένο που περνά τη νύχτα μέσα από τα όνειρα», κι οι λέξεις του ποιήματος ως  «κλειδούχος-φάντασμα» «ανοίγουν όλες τις ράγες δίνοντας το σήμα «ελεύθερη έλευσις» ρυθμίζοντας τη νυχτερινή κυκλοφορία. Κι ο ποιητής, φορώντας το καπέλο του σταθμάρχη γνέφει «απεγνωσμένα ΣΤΟΠ, μα αυτό (το τρένο-ποίημα) συνέχιζε σφυρίζοντας ένα πρωινό τραγούδι» Γιατί, τελικά, τα ποιήματα/καλοκαίρια «ήταν τρένα που ποτέ τους δεν σταμάτησαν»    
Ο,ΤΙ ΕΜΕΙΝΕ
Είναι φως
Μια στιγμιαία φωτογραφία
Στην κορνίζα της απουσίας

Ό,τι έμεινε είναι φως
Παγιδευμένο
Στο κεχριμπάρι του χρόνου
Ήχος χαρτιού που σκίζεται
Ποίημα ημιτελές

Ό,τι έμεινε
Είναι μόνο το φως
Που αναθρώσκει

Τα άλλα συνθέτουν το κενό.
Αυτό που κυριαρχεί στην ποίηση της Τζούλιας Φορτούνη, όπως πολύ εύστοχα σημειώνει στην κριτική του ο Δημήτρης Παπαστεργίου, είναι ο λυρισμός  και η χρήση των εικόνων, τις οποίες ο αναγνώστης μπορεί να χρησιμοποιήσει σαν πολύχρωμο ταξιδιωτικό οδηγό στην περιήγησή του στο βιβλίο ή σαν καρτ-ποστάλ όταν κάποτε θα το τοποθετήσει στην βιβλιοθήκη του. Λυρισμός γεμάτος νοσταλγία και με διάχυτη τη διάθεση για την ερωτική συνάντηση: «ίσως συναντηθήκαμε… τη νύχτα που ξωθιές το ρίγος σκόρπιζαν στο στοιχειωμένο δάσος, ίσως συναντηθήκαμε στων αστεριών τα μακρινές συνομιλίες… ίσως συναντηθήκαμε στα μυστικά του βυθού, σ’ ένα ναυάγιο ή θαλασσοσπηλιά, την ώρα που η ψυχή μας μάθαινε το απέραντο ή το ελάχιστο… ίσως συναντηθήκαμε για πάντα». Η ερωτική αυτή συνάντηση λαμβάνει χώρα τις Κυριακές το απόγευμα στην Κιβωτό του Ονείρου, όπου ο αγαπημένος «λάμνει μοναδικός μες στα πλωτά μου μάτια/ μισός άλμπουρο και μισός βουή του ανέμου» και καθώς αυτός ο «αιώνιος επιβάτης», «κρυμμένος καλά σε όλα τα καταγώγια του κορμιού» εραστής εν αγνοία της, είναι «μια ρίζα μέσα στην καρδιά που απλώνεται σ’ όλο το κορμί», «μια πυρκαγιά που ανάβει στην ψυχή και λόγια που πετάγονται στα χείλη σαν διψασμένα ελάφια», η τυφλωμένη από έρωτα ποιήτρια έτσι γι’ αυτόν αλυχτά, «με το πιο μεγάλο ποίημα, το πιο ερωτικό», γονατίζοντας μπροστά του με δέος στο άπειρο της αγάπης.   Μια παρόμοια, λοιπόν, ερωτική μυσταγωγία, που πλαισιώνει  «με μεθυσμένους ψιθύρους το σμάρι φιλιών που πέταξαν απ’ τα κλαδιά του δάσους»,  δεν μπορεί παρά να έχει Φως Εωθινό:
θα έρθω ένα πρωί
να σε ξυπνήσω
θα ’ναι χειμώνας βαρύς
θα φυσάει δαιμονισμένα
θα σου φέρω στο κρεβάτι
το πιο γλυκό κόκκινο μήλο
κι ένα αγκαθωτό κάστανο
απ’ το δάσος

Θα έρθω ένα πρωί
να σε ξυπνήσω
άνοιξη θα ’ναι ολόχαρη
και πασχαλιά
μια χελιδονοφωλιά
στα χέρια σου θα κρατάς
κι εγώ θα ταϊσω
όλα τα μικρά σου όνειρα

Θα έρθω ένα πρωί
να σε ξυπνήσω
θα ’ναι καλοκαίρι
με φεγγάρι δύο ημερών
και στο δωμάτιο σου
θα μπαίνει η θάλασσα
με όλα της τα καραβάκια
στης ανατολής τα χρώματα

θα έρθω ένα πρωί
να σε ξυπνήσω
θα ’ναι φθινόπωρο απόβροχο
και μ’ ένα μικρό κυκλάμινο
τα μάτια σου θ’ αγγίξω
υγρά και έκπληκτα
να με κοιτάξουν

θα έρθω ένα πρωί
να σε ξυπνήσω με μια λέξη
ή ένα χάδι
με μιαν ανάσα
με ένα χαμόγελο

φως εωθινό

ΑΠΟΗΧΟΣ: Οι λέξεις επιστρέφουν με τσακισμένα ακρόπρωρα από του κόσμου τον διάπλου παντοτινά δικές μας…
Έχοντας διαβάσει με προσοχή πολλές φορές το ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ, αν ήθελα να αφήσω απ’ έξω τα «Παροράματα Συναισθήματος» που συνειρμικά αποτυπώθηκαν σε όλο το προηγούμενο κείμενο καθώς περιπλανιόμουν ελεύθερα στο χάος των λέξεων του ποιήματος, αφήνοντας με αυτό τον τρόπο τα δαχτυλικά αποτυπώματά μου με υπογραμμίσεις σχεδόν σε κάθε στίχο, τώρα που έχω πλέον κλείσει οριστικά το βιβλίο για να πάρει σειρά το επόμενο, αφουγκράζομαι την πνοή και την  αλήθεια τους να επιστρέφει ως απόηχος παντοτινά δικός μου! Το βιβλίο πάει έφυγε, οι λέξεις του ποιήματος μένουν:    

 «Μα πού πήγαν όλοι; Οι άνθρωποι. Οι δουλειές τους. Τα πλάσματα. Τα εφήμερα. Πάντα έρχεται πιο γρήγορα πάντα πιο αιφνίδιο το τέλος… Όσο κι αν θέλεις να γυρίσεις, προορισμός η αμφίσημη ενδοχώρα του ποιήματος, σύννεφο που βρέχει ασταμάτητα εντός μου… Και τι ανάσες παίρνει ν’ αναδυθεί στίλβον κι απρόσιτο… Θα γράφω τις νύχτες σ’ ένα ξέφωτο κοντά σε μια πηγή που θ’ αναβλύζει δροσερό νερό και θα μαζεύονται κοντά μου όλες οι λέξεις όλα τα αγρίμια μα πιουν να ξεδιψάσουν, ουράνια τόξα θα εκλιπαρούν την αιωνιότητα… Πάντα εκεί γυρίζω παγιδευμένη στο άβατο μιας ενοχής, συλλέκτρια στιγμών σε γκρίζα αναμονή, να προλάβω πλημμυρίδα λέξεων, άμπωτη αποσιωπητικών… Ένα ποίημα κάπου ας βρεθεί, ένα στάχυ άγουρο στο στέρφο χώμα, μια γέφυρα από λέξεις κι εικόνες, αναχώρηση κι άφιξη μαζί κι ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή, της μοίρας η μοναδική διαδρομή… Οι συμμετρίες, τα ολοστρόγγυλα γράμματα, οι άρτιοι αριθμοί, τα περιγράμματα των σχημάτων, των υλικών οι ακριβείς αναλογίες… μια μικρή απόσταση ανάμεσα στα γόνατά μας ορίζει την ευτυχία μας, το όνειρο… σφραγίδα μιας οριστικής σιωπής, αλήθεια καθολική μες στα ψέματα που σε χλομιάζουν, αν κύκλος είναι κι αν είναι ευθεία γονάτισε μπροστά της με δέος στο άπειρό της ώσπου να σπάσει η γυάλα κι ό,τι είναι έξω εντός μας να βρεθεί κι όλες οι λέξεις και τα τιμαλφή μας σαν το πολύ που χάνεται στην αμετάκλητη επιβολή του ελάχιστου… Μα πού πήγαν όλοι; Οι άνθρωποι. Οι δουλειές τους. Τα πλάσματα. Τα εφήμερα. Πάντα έρχεται πιο γρήγορα πάντα πιο αιφνίδιο το τέλος!

Με μια πρώτη ανάγνωση της συλλογής, κατανοεί κανείς ότι η ποιήτρια έχει αναλώσει πολύ χρόνο στα ορυχεία της Ποίησης ερευνώντας τα πολύτιμα πετράδια της. Η αγάπη της για την Ποίηση αντικατοπτρίζεται όχι μόνο σε κείνα τα ποιήματά της που αφορούν την Τέχνη της αλλά και στον ίδιο τον τίτλο της συλλογής, που μας έφερε στο νου τους στίχους του Κ.Π. Καβάφη: Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως, / που κάπως ξέρεις από φάρμακα·/ νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω. /... / Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως, / που κάμνουνε —για λίγο— να μη νοιώθεται η πληγή. Μόνο που η ποιήτρια αντί να καλεί την Τέχνη να της φέρει τα φάρμακά της, κλείνεται στο ποιητικό εργαστήριό της και παρασκευάζει το δικό της «αντίδοτο» ενάντια στα άλγη της καθημερινότητας [απόσπασμα από την κριτική του Δημήτρη Παπαστεργίου


ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑΤΩΝ από το Φυσικό αντίδοτο με κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου