Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

ΛΥΡΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΛΑΒΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ:

Σκοτεινά τα μονοπάτια του μυαλού και του σώματος. Τι είναι αυτό που κάνει τη λογοτεχνία να επιστρέφει στην τρέλα και στο θάνατο; Ακόμη κι εκεί όπου ο έρωτας φλέγεται και η ζωή καλπάζει, ποια υπόγεια δύναμη ωθεί τον δημιουργό να πλέξει το φως με το πιο ανομολόγητο κομμάτι της ύπαρξης; Σε αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί να δώσει απάντηση ο Πέτρος Γκολίτσης με τη συλλογή του ΤΟ ΤΡΙΒΕΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (εκδόσεις Μανδραγόρας 2013). Και δεν υπάρχει καλύτερη απάντηση, σημειώνει στο εισαγωγικό σημείωμα της παρουσίασης του βιβλίου η Άννα Γρίβα,  από το να θέτει το ερώτημα, από το να μας κάνει να αναζητήσουμε τη σκοτεινή λάβα της ύπαρξης με τον τρόπο της ποίησης. Ύστερα ο καθένας ας διαλέξει στάση απέναντι στα μεγάλα ερωτήματα, που θα είναι είτε αξιοπρέπεια και καρτερία  είτε φόβος και άτακτη φυγή. Ο ποιητής χαρτογραφεί μόνο την πρώτη πορεία. Στη συλλογή κυριαρχεί μια παλίνδρομη κίνηση από τον ουρανό προς το βάθος και από τα έγκατα της γης προς τον ανοιχτό αέρα, ένα ευφυές παιχνίδι, μια ιδιότυπη άσκηση αναπνοής. [Άννα Γρίβα, «Εκεί που κόκαλα είναι οι κτίστες και λέξεις τα θεμέλια», ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ, περιοδικό για την τέχνη και τη ζωή. Σχόλια κι απόψεις για Το Τριβείο του Χρόνου και τον ποιητή του και από την Άννα Αφεντουλίδου και τον Αντώνη Ψάλτη – ART by Chihatu  Shiota)

Ο Πέτρος Γκολίτσης αγωνιά και αγωνίζεται για μια νέα ποιητική έκφραση στην αυγή μιας νέας, έτσι κι αλλιώς, εποχής, που χωρίς την συγκατάθεσή μας πορεύεται την δική της δύσκολη πορεία. Αν το στοίχημα θα κερδηθεί είναι κάτι που το μέλλον μόνο μπορεί να δείξει. Παραμυθία και ελπίδα η διαβεβαίωση του ποιητή για την πρόθεση της πιο βαριάς θυσίας σε έναν κόσμο που έχει θεοποιήσει τον ελάσσονα μόχθο: τα μάτια με τα δάχτυλα αφαιρώ/τα ποιήματα στις κόγχες/σαν κέρματα αφήνω –[Άννα Αφεντουλίδου]

ΠΟΛΥΑΝΔΡΕΙΟ (ωχρόλευκα και αιματωπά)
Το Τριβείο του χρόνου του Πέτρου Γκολίτση (εκδόσεις Μανδραγόρας 2013) αποτελείται από τρεις ενότητες που τιτλοφορούνται με έναν κάπως παράξενο τρόπο. Η πρώτη ενότητα ονομάζεται Πολυάνδρειο (Ωχρόλευκα και αιματωπά) και περιλαμβάνει 16 ποιήματα, η δεύτερη τιτλοφορείται Πορτρέτα εκτός κάδρου και περιέχει 7 ποιήματα και η τελευταία Μίκρο-Μάκρο  περιέχει 10 άτιτλα κείμενα, τα οποία φαίνονται ως σπαράγματα ενός συνόλου που δεν βλέπουμε ή ως μικρά τμήματα που αυτονομήθηκαν και παρατάσσονται το ένα μετά το άλλο. Οι τρεις αυτές ενότητες, έτσι όπως συγκροτούνται, προσφέρουν μια πρωτότυπη δομή και αναδεικνύουν την επιθυμία ενός πειραματισμού, τόσο πάνω στην ποιητική φόρμα όσο και στην ποιητική μυθοπλασία.
Στα 16 ποιήματα της πρώτης ενότητας ο ποιητής γράφει για τη σχέση του με τον θάνατο, αλλά και για την ίδια την λειτουργία της τέχνης που προσπαθεί να δράσει λυτρωτικά και απελευθερωτικά αλλά δεν τα καταφέρνει. Το πάθος παραμένει χωρίς κάθαρση. Διαβάζουμε στο


ΓΥΑΛΟΧΑΡΤΟ (δεύτερο ποίημα στην πρώτη ενότητα):
Τα ποιήματα συμβαίνουν με γυαλόχαρτο
τρίβω το χαρτί και βγάζει χόρτα
ανάσκελα βολεύτηκα
και πλέον πλέω στο χώμα
και ονειρεύομαι
σχίζω τις πόλεις μάρμαρα μαζεύω
ψηλά στον ουρανό
και μ’ ένα τρίκυκλο γυρίζω γύρω-γύρω

Βρέχει χαρτόνια γύρω μου παντού
μόνο χαρτόνια

Ο ποιητής, σύμφωνα με την Άννα Αφεντουλίδου, βουλιάζει, αυτοτυφλώνεται, φλέγεται, καταβυθίζεται και λιώνει. Ακολουθεί την πορεία των νεκρών και των τρελών του, εκείνων που τον έχουν ανάγκη αλλά  δεν μπορεί να τους βοηθήσει, εκείνους που χρειάζεται αλλά με τους οποίους δεν μπορεί να είναι πια μαζί.

ΜΟΝΟ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ:
Μόνο οι νεκροί δεν ταξιδεύουνε
χωρίς να σκέπτονται σκαλίζουν
μ’ ένα ραβδί στην επιφάνεια του μυαλού μου
φτιάχνουν τετράγωνα πετάγονται καρέκλες
και με το δάχτυλο σχεδιάζουν κύκλους νοερούς
ανάβουν ήλιους που δεν σβήνουν
γυρεύουν τις καταπακτές καταβυθίζονται

έκτοτε με αγνοώ και περιφέρομαι
σε τόπους που θα υπάρξουν
Το κλίμα είναι βαρύ, αφού σε όλα σχεδόν τα  ποιήματα οι αναφορές (άμεσα ή έμμεσα) σε νεκρούς περισσεύουν. Ωστόσο η Άννα Αφεντουλίδου πιστεύει ότι  ο ποιητής δεν φαίνεται να το βάζει κάτω, γι’ αυτό επανέρχεται και σχεδόν σε κάθε ποίημα ξεκινά την προσπάθειά του από την αρχή με θέληση και πείσμα. Υπάρχει μια κρυμμένη αισιοδοξία κάτω από τα στρώματα του θανάτου, της τρέλας, της απώλειας. Ο ποιητής μπορεί να κομματιάζεται, μπορεί να βυθίζεται, να καίγεται, αλλά με έμφαση δηλώνει: είμαι ακόμα εδώ! και ξαναρχίζει από την αρχή.

Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ( Ή ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΣΤΟ ΝΤΑΧΑΟΥ)
Έχω σφαγή
την πλάθω σαν ψωμί
την περιφέρω
θα φουσκώσει
αζύμωτη
σαν το λευκό χαρτί τσαλακωμένη
γυρνώ στο σπίτι τα μεσάνυχτα
κοιμούνται τα παιδιά
για καληνύχτα τα φιλώ
και τα σκεπάζω
γέρος το πρωί στο λεωφορείο
μια κοπελίτσα με κοιτά
σηκώνεται για να καθίσω
κάθεται δίπλα μου
και μου κρατά το χέρι
σφαγή στο άσπρο κάθομαι
να δεις που θα με θάψουν
κοιτιούνται μεταξύ τους τα παιδιά
οι προπομποί κρατώντας
κοντάρια σύμβολα θρησκευτικά
γυαλίζει το ασήμι
(να έχει η πρώτη η σειρά
σταυρούς και τα τοιαύτα)
άντε να τελειώνουμε γιαγιά
να πάμε να παίξουμε μπάλα
(Απτην πρώτη ενότητα ΠΟΛΥΑΝΔΡΕΙΟ (Ωχρόλευκα και αιματωπά)

Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως εδώ, στο ΤΡΙΒΕΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (κυριολεκτικά και μεταφορικά), δεν είναι τόπος ξέγνοιαστος ούτε χωράνε κούφια λόγια, εδώ είναι μια παρτίδα με το θάνατο Και όταν λέμε «εδώ», σημειώνει στην κριτική της η Άννα Γρίβα εννοούμε στον τόπο της ποίησης, στην ίδια τη ζωή, αφού η ποίηση αποκτά σημασία οντολογική και έχει πραγματικές γεωγραφικές συντεταγμένες και υλικά γνωρίσματα. Έτσι στο ποίημα «ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ», όπου το μυαλό του ποιητή – ως ταυτόσημο της ποίησης – ονομάζεται τόπος, δίνονται τα γνωρίσματα του ποιητικού τοπίου:
Το μυαλό μου είναι ένας τόπος
όπου υπάρχω και εγώ
δεν μπορώ να σηκωθώ
απ’ τις ρωγμές μου αναδύονται
ένα πλοίο
μια γυναίκα σε καροτσάκι
τα παράλια της πόλης ξεκοιλιασμένα
η θερμοκρασία στο σώμα μου πέφτει
απομακρύνεται σαν πλοίο καθώς ο κόσμος
δεν μπορώ να κουνηθώ
αίμα στη λαμαρίνα
Σ’ αυτήν, λοιπόν,  την πρώτη ενότητα «Πολυάνδρειο (Ωχρόλευκα και αιματωπά)», που όλοι σχεδόν οι στίχοι βρίθουν νεκρών, αρχίζει να διαφαίνεται και η τρέλα, όχι ακόμη ρητά, αλλά περισσότερο σαν μια έρπουσα αίσθηση πως η αντίληψη του εαυτού και του κόσμου κλονίζεται και γεννά διαμάντια μέσα από τον πόνο του κλονισμού. Έτσι η πρώτη ενότητα κλείνει με το ποίημα

«Η ΤΡΕΛΑ- ΔΑΣΟΣ» όπου
Φλέγεται η τρέλα μου σαν δάσος
κι αν βρέχει τι; δεν έσβηνε
τα μάτια μου ξοδεύονταν
τις φλόγες έβλεπα τυφλός
φουντώναν –μ’ άλλα μάτια-
οι άκρες των δαχτύλων μου πυρώναν
με ρούχα σβήνω και σεντόνια
όσα καίγονται, χτυπάω στον αέρα
παράξενο ενώ φλέγομαι δεν καίγομαι
μπροστά μου μια καρέκλα
κι όμως ακόμα φλέγομαι
άδεια καρέκλα κάθομαι
και με κοιτώ κοιτώντας την
αυτή και ο κόσμος
κι ανάμεσα εμείς

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει στην πρώτη ενότητα της συλλογής και η διεύρυνση από το εγώ στο εμείς. Συνήθως, σημειώνει στην κριτική της η Άννα Αφεντουλίδου,  η ποίηση που περιστρέφεται γύρω από τον θάνατο, την απώλεια, την παρέκκλιση του διαφορετικού, είναι μια ποίηση εσωστρεφής, μια μονήρης πορεία ενός μοναχικού ταξιδευτή. Ωστόσο στο Τριβείο του Χρόνου το εγώ της αφήγησης- παρόλο που το α’ ενικό είναι το κυρίαρχο αφηγηματικό πρόσωπο- δεν αποσπάται από το εμείς της συλλογικότητας στην οποία ανήκει.
μάς περνούν πιο κάτω
ενώ ψηλά βουλιάζουν οι επόμενοι…
εγώ ’μαι το μυστήριο εμείς…
κάθετοι εμείς σαν κυπαρίσσια…
αυτή κι ο κόσμος
 κι ανάμεσα εμείς…

Αυτό το εγώ δεν είναι αποσχισμένο ποτέ, ούτε στις πιο δύσκολες στιγμές του, την ώρα που βυθίζεται, που διαπιστώνει την απώλεια, αντιμετωπίζει τους νεκρούς του, συναισθάνεται την αδυναμία του. Χωρίς τους ηρωισμούς του μαζικού κανόνα, χωρίς τις κραυγές των ποιητών που εγκολπώνονται το κοινωνικό χρέος, ο ποιητής εδώ αρπάζεται από το εμείς, δεν το εγκαταλείπει, δεν παραιτείται. Και είναι αυτό κάτι που τού δίνει δύναμη, που τον κάνει να μην αισθάνεται μόνος, που τον σώζει τελικά από τον αφανισμό. Έστω κι αν πρόκειται για δύσκολες παραδοχές, γιατί ακόμα και η ενοχή ελαφραίνει, όταν την μοιράζεσαι, ακόμα και ο πόνος λιγοστεύει στις πληγές, ή και η πικρία της ειρωνείας μπορεί να αποκτήσει ελαφρυντικά: 
τον χρόνο πίσσα στα βαγόνια μοιραζόμαστε…
άντε να τελειώνουμε γιαγιά
να πάμε να παίξουμε μπάλα…
έβαλε και μάς μοίρασαν…
μάς κρατούν τα παιδιά
για λίγο στο χέρι…
μάς κατακλύζει το λευκό…
το ξέρουμε κορίτσι μου…

IL PADRE E MORTO και τα ΚΡΕΒΑΤΙΑ ΤΩΝ ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΩΝ
Γυρίζω από την κηδεία του πατέρα
έβαλε και μας μοίρασαν
τραγούδια παιδικά
παράξενα αλλοιωμένα
πάνω σε μια κούνια τραγουδά
μικρό παιδί ο ίδιος

η κούνια δεν τρίζει
ο κόσμος γυρίζει
φυτρώνουμε για λίγο

στάχυα -ξερά-
μας κρατούν τα παιδιά
για λίγο στο χέρι

(στο ενδιάμεσο)

περιφέρομαι
σε ετοιμοθάτατων κρεβάτια
τα τελευταία τους λόγια καταγράφω
κουράστηκα, μπερδεύτηκα, άρχισα να φωνάζω:

«Ο επόμενος, ο επόμενος παρακαλώ
να δούμε τι θα μας πει κι αυτός παρακάτω»

(«Την έγνοια του για τη ζωή που φεύγει, καημένε
κι αν φεύγει ξαφνικά την έγνοια του για τους δικούς του»)

προετοιμάζομαι, διακριτικά να πεθάνω
σαν άλλος σκύλος του Σελίν
δίχως να παραπονεθώ
και δίχως θέατρο προπάντων
απλά
όπως ο θάνατος συμβαίνει
κι εκεί που το σχεδιάζω
σκοτώνομαι σε ατύχημα
χωρίς ποτέ μου να το μάθω

Παράξενο που σας μιλώ
Παράξενο

«Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ» και «IL PADRE E MORTO»,  σ’ αυτά τα δύο ποιήματα, σύμφωνα με τον Αντώνη Ψάλτη, έχουμε μια εικόνα που πιθανώς να συμπυκνώνει όλη την αίσθηση που έχει ο Πέτρος Γκολίτσης για τον χρόνο. Μοιάζει τα παιδιά στο προαύλιο της εκκλησίας να παίζουνε παιδικά παιχνίδια και να τραγουδάνε παιδικά τραγούδια, έτσι αθώα και ανέγνοιαστα καθώς την ίδια στιγμή μέσα στην εκκλησία γίνεται η κηδεία της γιαγιάς. Τα παιδιά δεν έχουνε συνειδητοποιήσει τι σημαίνει θάνατος, τι σημαίνει χρόνος (ο χρόνος παράγει το νέο την ίδια στιγμή που συγχρόνως παράγει την φθορά, δεν είναι γραμμική η ροή του αλλά συνταρακτικά κυκλική) και όμως είναι τα ίδια η βασιλεία του χρόνου! Ιδού πως το γράφει ο Ηράκλειτος : «αιών παις εστί παίζων,  πεσσεύων,  παιδός η βασιλίη» κι ας ακούσουμε την ερμηνεία του Κώστα Αξελού : « … Ο χρόνος αποτελεί το γίγνεσθαι της ολότητας, κι όταν η σκέψη τον συλλαμβάνει, μοιάζει με το παιχνίδι που παίζει ένα παιδί. Ο χρόνος όμως είναι το παιχνίδι ενός παιδιού που συνεχώς χτίζει και ξεχτίζει, κι αυτό το παιχνίδι παίζεται χωρίς κινδύνους, κινδύνους που ο στοχαστής δεν μπορεί και δεν πρέπει ν’ αποκλείσει αλλά να τους δεχτεί. Έτσι, οι στιγμές του χρόνου έχουν δύο «αντιτιθέμενα» πρόσωπα: είναι βασιλικές (επιτακτικές) και παιδικές (οιστρηλατημένες). Αν ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει, τότε η διαλεκτική του σοφού είναι η διαλεκτική ενός παιδιού που έχει καταλάβει το Παιχνίδι. Ο ενήλικος τοποθετείται μέσα στον χρόνο και με την ατάραχη σοφία του αντιμετωπίζει τις στιγμές του χρόνου με ειρωνεία και θλίψη …» (απ’ την διατριβή του Κώστα Αξελού με τίτλο : «Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία).

ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΕΚΤΟΣ ΚΑΔΡΟΥ:
Η 2η ενότητα περιλαμβάνει 6 κείμενα τα οποία παρουσιάζονται ως βιογραφικά ή ψευδοβιογραφικά ποιητών και εικαστικών καλλιτεχνών: του γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, του ζωγράφου J.M.W.Turner, του ποιητών Ezra Pound, Γκέοργκ Τρακλ, Μίλτου Σαχτούρη, του ζωγράφου Χρόνη Μπότσογλου και ένα που αναφέρεται στον Καντ και μέσα από μια αλληλουχία εμβληματικών μορφών για την ιστορία της ευρωπαϊκής κουλτούρας (Bacon, Chagall, Hopper,Klimt, Balthus, Dali) στον σύγχρονο Έλληνα ζωγράφο Εδουάρδο Σακαγιάν.
Εισαγόμαστε στο δεύτερο μέρος, σχολιάζει η Άννα Γρίβα, με τον τρόπο που τα μουσικά θέματα ξεπηδούν το ένα μέσα από το άλλο σε ένα συμφωνικό έργο. Και δεν είναι τυχαίος ο παραλληλισμός, αφού ποίηση, μουσική και εικαστικές τέχνες εγγράφονται στη συλλογή άλλοτε ρητά  (με αναφορές σε πρόσωπα, ήχους, χρώματα), άλλοτε υπογείως (στην οργάνωση των στοιχείων που γεμίζουν τον καμβά του ποιήματος, στο ξεδίπλωμα των μοτίβων και τις αποχρώσεις των νοημάτων), σαν ένα σύνολο οργανικό και αξεδιάλυτο.
Η Άννα Αφεντουλίδου, για την ίδια ενότητα γράφει: Τα ποιήματα για τον Χαλεπά, τον Τέρνερ και τον Τρακλ εστιάζουν περισσότερο στο προσωπικό δράμα της παρέκκλισης, της διαταραγμένης πρόσληψης ενός περιβάλλοντος που οδηγεί τον δημιουργό στον αποκλεισμό, τον στραγγαλισμό, τον θάνατο. Τα κείμενα για τον Πάουντ, τον Σαχτούρη και τον Μπότσογλου είναι περισσότερο νοεροί διάλογοι με ένα alter ego αναζήτησης της ουσίας της ύπαρξης και της τέχνης. Το κείμενο με τις περισσότερες γραμματολογικές αναφορές μιλά για τον Καντ και τον μαθητή του Φίχτε και μέσα από μια σωρεία ονομάτων καταλήγει στο ζωγράφο Ε.Σακαγιάν με μια υπονομευτική ειρωνεία αντιστρόφως ανάλογη της βαρύτητας της αυθεντίας των προσωπικοτήτων που επικαλείται.
Αυτό είναι το στοίχημα της ποίησης, συμπεραίνει η Άννα Γρίβα:  να μας συμφιλιώσει με την ύπαρξη και την ανυπαρξία, όχι μέσα από θεωρητικά σχήματα, αλλά επιλέγοντας τη σωστή λεπτομέρεια των πραγμάτων και των ονείρων, που έχει δύναμη καταλύτη στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Έτσι, για παράδειγμα ο Σαχτούρης στο ποίημα «Η νυχτερινή στοά του Μίλτου Σαχτούρη», είναι ο νεκρός ποιητής ολοζώντανος ανάμεσα σε νέους νεκρούς ποιητές, ενώ στο τέλος όταν οι νεκροί συνειδητοποιούν τη μοναξάιά της νέκρας τους, ο Σαχτούρης μένει με τον ολοζώντανο Dylan Thomas και «του ψήνω ελληνικό καφέ/μα δε μιλάμε». Η σιωπή της μοναξιάς στη νεκρική αποκορύφωσή της:

Η ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΣΤΟΑ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ
«Σας περίμενα
παρακαλώ περάστε
να προσέχετε
καθώς θα κατεβαίνουμε»

Μιλήσαμε με στίχους
με κίτρινα βεγγαλικά
και περιστέρια-σκύλους
με στίχους του που χάθηκαν
του απαντούσαμε
μας έλεγε δικούς μας
κυρίως τους μελλούμενους
(καταλαβαίναμε πως ήτανε δικοί μας)
Στο τέλος μόνο φάνηκε
πως ήμασταν με τους νεκρούς
πως ήταν πάλι μόνος
πάνω σ’ αυτό δυνάμωσε η φωνή του:

«Το ήξερα από την αρχή
μα δεν στεναχωριέμαι
έχω εδώ –να- δίπλα συντροφιά
τον φίλο μου τον ποιητή
τον Dylan Thomas
έρχεται κάθε τόσο να με δει
του ψήνω ελληνικό καφέ
μα δεν μιλάμε»

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ Η ΦΘΟΡΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΣΩΜΑΤΑ:
– «Το πράγμα καθ’ εαυτό είναι απροσπέλαστο», έλεγε ο Καντ καθώς ο Φίχτε νεαρός παραμιλούσε –εντός του- «κούνια που σε κούναγε γέρο ξερέ σαν παξιμάδι». Τώρα γυρίζουν και των δυο τα οστά γυρίζουν γύρω-γύρω με τη γη, γυρίζουν γύρω-γύρω όλοι για λίγο στον κόσμο… Ανακατεύεις ολίγον bacon με Chagall και παίρνεις έναν Σακαγιάν στο βάθος αχνοφέγγει κι ο Hopper καθώς ο Klimt παραμιλά «μην είναι του Balthus τούτη η γειτονιά;» «μα όχι, όλα κοινά», το λέει ο Dalli καθώς κι ο Σακαγιάν «παραπαπάμ, παραπαπάμ» (ΤΟ ΠΑΞΙΜΑΔΙ ή ο ΚΑΝΤ και ο ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ ΣΑΚΑΓΙΑΝ, από τη δεύτερη ενότητα της συλλογής του Πέτρου Γκολίτση ΤΟ ΤΡΟΒΕΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ: Πορτρέτα ενός κάδρου, εκδόσεις Μανδραγόρας 2013)
Και να που έρχεται με ένα του ποίημα ο Γκολίτσης (ίσως το κορυφαίο της συλλογής, αν δεχτούμε την κριτική του Αντώνη Ψάλτη) να φανερώσει την δική του ειρωνεία και θλίψη, έτσι όπως το γράφει ο Αξελός, και μάλιστα με μια δόση σφαγιαστικού χιούμορ του ιδίου του Πέτρου, που αποτελεί μια απ’ τις ξεχωριστές δικές του πινελιές στον καμβά του εξπρεσιονισμού : « «Το πράγμα καθ’ αυτό είναι απροσπέλαστο» / έλεγε ο Καντ / καθώς ο Φίχτε νεαρός / παραμιλούσε –εντός του- / «κούνια που σε κούναγε / γέρο ξερέ σαν παξιμάδι» / Τώρα γυρίζουν και των δύο τα οστά / γυρίζουν γύρω-γύρω με τη γη / όλοι / για λίγο στον κόσμο». Είναι δεν είναι λοιπόν έτσι ή αλλιώς τα πράγματα στον κόσμο, ο χρόνος εν τέλει θα βασιλεύσει κι εμείς θα γυρίζουμε με τα κόκαλά μας και μέχρι τότε θα «Γυρίζουν οι νεκροί σαν δορυφόροι».


Μίκρο - Μάκρο
Η 3η ενότητα του ΤΡΙΒΕΙΟΥ αποτελείται από κείμενα μικρότερης έκτασης, πιο συμπυκνωμένα, κείμενα, όπου επιστρέφει ξανά το θέμα του ποιητικού μηνύματος που αγωνιά να ενσαρκωθεί, να αποκτήσει υπόσταση, ώστε να καταφέρει να επιδοθεί. Έχουν, σύμφωνα με την Άννα Αφεντουλίδου, πιο έντονο ρυθμό και ένα χωλαίνον αλλά αναγνωρίσιμο μέτρο, στροφικά σχήματα πιο σφιχτά και δομημένα πολλές φορές και με σχηματικές αναλογίες ή νοητούς άξονες συμμετρίας: (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ):
 Ποιητή δωσ’ το σύνθημα
να σκορπίσουμε
ασυντόνιστα να βαδίζουμε
προς όλες τις κατευθύνσεις
να πέφτουμε ολόγυρα
καθώς πλησιάζουν
οι επόμενοι

Μολύβι έσερνες και ερχόταν περιστέρια
μες στο μυαλό χτυπούσαν τα φτερά
νεκρά πουλιά πνίγονταν μες στη γλώσσα
πετούσαν δίχως μάτια

Δεν το περίμενα
τα δέντρα
ʼγίναν πέτρινα
και πέτρινοι οι καρποί βαραίνουνε και πέφτουνε
και ξύλινη η γη δεν θα το αντέξει

Πλησιάζουνε τα  κύματα μας τρών’ σιγά-σιγά
όλα
ʼναι ακίνητα και ένα φεγγάρι
εκεί ψηλά αυτόφωτο
να λιώνει

Τώρα μαζεύονται τα χελιδόνια
όχι στον τόπο που τα φέρνεις –στο μυαλό σου-
αλλά εδώ «ελάτε πίσω χελιδόνια»

μου παίρνουν το χαρτί που γράφω και πετούν

Γυρίζουν οι νεκροί σαν δορυφόροι
αδέσποτοι φυγόκεντροι στους ζωντανούς για λίγο
σπιράλ μετά στο βάθος όλοι σβήνουμε
μιας νύχτας έναστρης και μπλε καμπυλωμένης
σκορπίζουμε στη νύχτα του Chagall
σκεπτόμενοι το άσπρο φόρεμα της νύφης της ιπτάμενης
που ξέμεινε στη γη

Κι άλλες επιλογές ποιημάτων και από τις τρεις ενότητες της συλλογής με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο:  

[Πέτρος Γκολίτσης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1978. Σπούδασε οικονομικά σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (Birkbeck College). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στα Ρουμανικά, στα Σερβικά και στα Αγγλικά. Ποιήματα και δοκίμιά του έχουν επίσης δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά: «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, «Οδός Πανός», «Ένεκεν», «Μανδραγόρας», «poetix», «Θέματα Λογοτεχνίας», «Κουκούτσι», «Πόρφυρας», «Εμβόλιμον», «Τεφλόν», «Αλμανάκ Ποιείν», «poiein» και «poeticanet». Παράλληλα, ασχολείται και με τη ζωγραφική. Έχει πραγματοποιήσει δύο ατομικές εκθέσεις στη Θεσσαλονίκη και έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 20 ομαδικές στην Ελλάδα και στη Σερβία

Και η άποψη του Αντώνη Ψάλτη για το ΤΡΙΒΕΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (αποσπάσματα):
Είμαι ζωντανός, ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται, αφού κι εγώ, όπως κι ο Πέτρος Γκολίτσης : «Χαίρομαι τα σπλάχνα μου απόψε». Μα κι απ’ την άλλη νομίζω πως θυμάμαι θάνατο. Νομίζω πως πέθανα πριν από καιρό, πόσο δεν ξέρω, αγνοώ… και πως μπορώ να αγνοώ, σαν δεν είμαι ζωντανός; Ή μήπως ακριβώς γι αυτό πεθαίνω (ή πέθανα ήδη), επειδή, δηλαδή, τώρα είμαι ζωντανός; Που βρίσκεται ο θάνατος; Που η ζωή; Ανάμεσα από μίκρο και μάκρο (μία απ’ τις τρεις ενότητες της συλλογής)  τι συμβαίνει; «… Το μόνο που ακούγεται η φθορά / αλλάζει σώματα», απαντά ο Γκολίτσης.
Όταν ήμουνα μικρό παιδί θυμάμαι πως έπαιζα συνέχεια γύρω γύρω όλοι, μέχρι να ζαλιστώ και να πέσω, σαν τη γη που γυρίζει κι όλοι μαζί της. Μια μέρα μας πήγαν εκδρομή σ’ ένα ελαιοτριβείο, εδώ παιδάκια γίνεται το λάδι, το τρώμε και παραμένουμε ζωντανοί και άλλα τέτοια. Τώρα πάλι παιδί, μεγάλο, ο Πέτρος με παίρνει απ’ το χέρι και με πάει μια άλλη εκδρομή, ας το πω έτσι, υπαρξιακής ανησυχίας… επίσκεψη στο τριβείο του χρόνου.
- Και τι παράγει ο χρόνος κύριε δάσκαλε; (ο Γκολίτσης ασκεί το επάγγελμα του εκπαιδευτικού),
- Θάνατο παιδί μου. Θάνατο.
Το παραγόμενο προϊόν του χρόνου είναι ο θάνατος και το καταναλώνουν οι άνθρωποι. Δεν μας καταναλώνει ο θάνατος, αλλά εμείς αυτόν, κάθε μέρα κι από λίγο ή κάθε μέρα κατά εικοσιτέσσερις ώρες: Σαν πεθάνουμε [ποτέ δεν ξέρουμε το πότε (γράφει ο Πέτρος : «… απλά / όπως ο θάνατος συμβαίνει / … χωρίς ποτέ μου να το μάθω»)], ο θάνατος απλώς επισφραγίζει, μας επικυρώνει. Ναι κυρίες και κύριοι, υπήρξατε, αφού πεθάνατε…

Ο Πέτρος δεν αρνείται τις καταβολές του (το πρώτο ποίημα της συλλογής έχει τον τίτλο «ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ» που είναι και τίτλος ποιητικής συλλογής του Μίλτου Σαχτούρη (και ένα ποίημα για τον Σαχτούρη και ένα για τον Τρακλ συναντάμε στο βιβλίο)… Οι συνθήκες απ’ τις οποίες ξεπήδησε ο εξπρεσιονισμός είναι παρούσες και σήμερα! – ακριβώς έναν αιώνα μετά την αφετηρία του στην Γερμανία – ίσως μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, καθώς «το «άτομο» συνειδητοποιεί την απομόνωσή του, την απόστασή του απ’ τους άλλους…». Ας ακούσουμε όμως την φωνή του Γκολίτση : « … Εγώ ‘μαι το μυστήριο εμείς / όπως σταθήκαμε στον χρόνο οι αποστάσεις / κάθετοι εμείς σαν κυπαρίσσια οι σκιές / φως που πυκνώθηκε προσωρινά κι απόψε…» Απόσταση, προσωρινότητα και πανταχού παρών κανένας θεός, καμία μεταφυσική υπόσχεση, παρά μόνο ο χρόνος, ο χρόνος πέρα απ’ τ’ ανθρώπινα όρια και ο λίγος ο δικός μας : «… ο κόσμος γυρίζει / φυτρώνουμε για λίγο…». Στο ίδιο ποίημα συναντάμε και τον Ηράκλειτο. Ο σκοτεινός έγραφε για τον χρόνο, το αενάως γίγνεσθαι και μεταβάλλεσθαι «παρομοιάζοντάς» τον (ή δίνοντας του την ιδιότητα) με παιδί. Γράφει ο Γκολίτσης : «… στάχυα –ξερά- / μας κρατούν τα παιδιά / για λίγο στο χέρι…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου