Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΘΑ ΣΗΜΑΝΕΙ ΤΟ ΣΧΟΙΝΙ:

«Από την πόρτα του δωματίου αδιάκοπα μπαινοβγαίνουν ονόματα ποιητών, κατεξοχήν ονόματα πεθαμένων ποιητών, κατεξοχήν ονόματα πεθαμένων, κατεξοχήν ονόματα»: Είναι το μότο που, κατά κάποιον τρόπο προοικονομεί την ιδιότυπη μορφή και τις ιδιαίτερες αναφορές που κάνει ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου σε ονόματα ποιητών (και όχι μόνο) στο βιβλίο  του με το συμβολικό (από πρώτη ματιά) τίτλο ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΟΥ (Θράκα, Αθήνα 2015). Ο τίτλος, ως σημαίνον, παραπέμπει στη γνωστή παροιμία, το περιεχόμενο όμως του βιβλίου και ειδικά το τελευταίο ποίημα με τίτλο ΔΩΜΑΤΙΟ 1925 –ΓΙΑΣΕΝΙΝ μας κάνουν να σκεφτούμε ότι εδώ ο Συφιλτζόγλου με μια μεταφορά… κυριολεκτεί και σημαινόμενα του είναι τα ίδια τα γεγονότα που υπονοούν οι στίχοι: «ξύλινο ρολόι/ φεγγάρι/ μεσάνυχτα/ σωλήνας κεντρικής θέρμανσης – στο σπίτι του κρεμασμένου ποιητή/ το ποίημα θα σημάνει το σχοινί». Έχουμε, δηλαδή, μέσα σε έξι στίχους/ γραμμές μια άμεση μεταφορά στο δωμάτιο Νο 5 του ξενοδοχείου «Αγκλετέρ» όπου ο Σεργκέι Αλεξάντροβιτς Γιεσένιν κρεμάστηκε από τους σωλήνες κεντρικής θέρμανσης με το λουρί της βαλίτσας του ενώ στο δωμάτιο βρήκαν το τελευταίο ποίημά του γραμμένο με το αίμα του. Στο πρώτο ποίημα, ο Φραντς Κάφκα σκοτώνει τον πατέρα του. Στο τελευταίο, ο Ρώσος ποιητής Γιεσένιν αυτοκτονεί. Στο ενδιάμεσο συναντούμε θανάτους ποιητών και άλλων ηρώων και άλλες παράδοξες συναντήσεις και καταστάσεις. Γι’ αυτό…Παύση και Πάροδος/ εικαστική παρέμβαση: «μπροστά  από έναν πίνακα. στο ένα μέτρο ο Μαρκ Ρόθκο. πιο πίσω ο Ρολάν Μπαρτ. συμφωνουν στο περίγραμμα. διαφωνούν στα σημεία. στο βάθος ο Λουί Φερντινάν Σελίν. εποπτεύει –τα μάτια του μια οριζόντια κλεψύδρα» (από τη σελίδα 18 του βιβλίου – ART by Mark Rothko) 



ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΠΟΤΕ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ «Λακάν»
 Ο ποιητής, μας ενημερώνει, στην παρουσίαση του βιβλίου η Μαρία Τοπάλη,  «έχοντάς μας συνηθίσει ήδη στο ιδιαίτερο χαρμάνι της ιδιοσυγκρασίας του, σκηνοθετεί εδώ 26 σύντομα κομμάτια όπου πρωταγωνιστούν γνωστά ονόματα ποιητών, φιλοσόφων, ζωγράφων, μυθιστοριογράφων. Συχνά ενώπιος ενωπίω.  Τα ποιήματα θυμίζουν ταινίες μικρού μήκους, καθώς αποτελούνται από ελάχιστα, καμιά φορά ένα μονάχα, «καρέ». Για την ιδιοπροσωπία του Συφιλτζόγλου μίλησε και   Πέτρος Γκολίτσης σ’ ένα σημείωμα του για τον ποιητή και την τέταρτη αυτή εκδοτική προσπάθειά του:  «έχοντας κατακτήσει ήδη την ιδιοπροσωπία του, καταθέτει μια ελλειπτική, παιγνιώδη και διακεκομμένη –φωτογραφική θα λέγαμε– γραφή, κινούμενος κυρίως στον χώρο του φασματικού και του παράδοξου…». Και συμπληρώνει: «οι χρονολογίες και οι ποιητές γίνονται επισκέψιμοι χώροι και τόποι… Ο ποιητής ως περιηγητής αποτυπώνει με τη φωτογραφική του γραφή στιγμιότυπα και καταλήγει σε κρυπτικά συχνά «συμπεράσματα».  

Έτσι, τα ποιήματα αφενός λειτουργούν αυτόνομα σε ένα κλίμα μεταφυσικό-εικαστικό τύπου Ντε Κίρικο και αφετέρου διψούν για αστερίσκους, δηλαδή υπομνηματισμούς που οδηγούν τον αναγνώστη σε άλλα κείμενα και περιστατικά, προσκαλώντας τον σε νέες περιηγήσεις.
Στεκόμαστε, για παράδειγμα,  στο έτος θανάτου «δωμάτιο 1968-Γκαγκάριν», του πρώτου Σοβιετικού κοσμοναύτη, και στο «δωμάτιο 1938-Μπουχάριν», έτος εκτέλεσης του γνωστού θεωρητικού του μαρξισμού:
ΔΩΜΑΤΙΟ 1968 – ΓΚΑΓΚΑΡΙΝ (από τη σελ. 32):
δούλεψες σε χυτήριο
υπηρέτησες στον Βόρειο στόλο
πέταξες με ελαφρά αεροπλάνα
ώσπου μπήκες πρώτος σε τροχιά γύρω απ’ τη Γη
-άντεξες  την επιτάχυνση
το ανθρώπινο λάθος
όχι όμως και την κακοκαιρία

ΔΩΜΑΤΙΟ 1938 – ΜΠΟΥΧΑΡΙΝ
έχει και ο Οκτώβρης το πρόγραμμά του
έχει και η επανάσταση τον χαρακτήρα της

-αγαπημένος του Κόμματος
κρατούσες σημειώσεις
επέμενες με τους αγρότες
ώσπου το κόμμα σε δίκασε
με μια σφαίρα κι αντίο

Γι’ αυτό το ποίημα ο Πέτρος Γκολίτσης γράφει: «Ο ποιητής κινείται με άνεση στον καλλιτεχνικό και στον ιστορικό χώρο, επιδεικνύοντας επίσης τον δέοντα «υιικό σεβασμό», για να προχωρήσει στον παράδοξο και πολυκατοικημένο του κόσμο, έναν κόσμο πραγματικά διακριτό και αναγνωρίσιμο»

Για το πρώτο ποίημα/ κείμενο της συλλογής η Μαρία Τοπάλη σημειώνει: «Ο δεκάχρονος Κάφκα στο Μέσα Συναγώι των Ιωαννίνων παίζει επικίνδυνα με τον σουγιά του, ενώ στη σελίδα-οθόνη εμείς βλέπουμε αυτά και άλλα ακόμη, αν το θελήσουμε. Το Μέσα Συναγώι, κλεισμένο μέσα στο κάστρο των Ιωαννίνων, βλέπε και Κάστρο (=Πύργος του Κάφκα) της Πράγας αλλά και Γιωσέφ Ελιγιά, και καφκική θανάτωση του πατέρα και λίμνη των Ιωαννίνων ως διαχρονικός τόπος θανάτωσης και πένθους. Αυτά, δεν λέγονται ρητά: τα προκαλεί, ακριβώς, η επιτυχημένη πύκνωση». Ιδού το ποίημα:
Ο Φρανς Κάφκα, στα Γιάννενα. στο μέσα Συναγώγι. φορά λεπτό σακάκι. γύρω στα δέκα –τα μάτια του δυο λίμνες. κρατά σουγιά. σκαλίζει το μπροστινό στασίδι. έχει κάνει γούβα –τρεις οι λίμνες. έρχεται ο ραβίνος. ξυλοκέρατο. τον αρπάζει απ’ τ’ αυτί –πέντε οι λίμνες. ο Φρανς μπήγει το σουγιά στο γόνατο του ραβίνου. τον στρίβει –έξι οι λίμνες. ο ραβίνος στο πάτωμα. ο Φρανς σηκώνεται. βγάζει μια μικρή αλεπού. απ’ το σακάκι –οκτώ οι λίμνες. την ξεσαρκώνει. φορά το δέρμα της. φεύγει στα τέσσερα. για Πράγα. όχι στη Βιέννη. είναι η σειρά του πατέρα –δέκα οι λίμνες

Σε άλλα ποιήματα-ταινιάκια τα ονόματα ζευγαρώνουν με τρόπο μάλλον προφανή, σε άλλα μένουν εντελώς μόνα («υπήρχε κάποτε ασθενοφόρο/ με το όνομα “Λακάν”»). Στο αγαπημένο μου, λέει η Μαρία Τοπάλη, πρωταγωνιστεί αναπάντεχο ζεύγος: «ο Σάμουελ Μπέκετ με τη Μέλπω Αξιώτη:
«ο Σάμουελ Μπέκετ με τη Μέλπω Αξιώτη. αυτή ποτίζει τις ρυτίδες του. αυτός οργώνει τις σκέψεις της. συγγενεύουν. απ’ το ίδιο ινδιάνικο φαράγγι. καπνίζουν αμίλητοι. ένα ποτάμι αυλακώνει τα μάτια τους. η σελήνη τραβάει τα νερά. κάνουν να φιληθούν. ξαφνικά η Μαντώ Αραβαντινού. τους χαστουκίζει. σπάνε σαν ξερόκλαδα –ο ένας πάνω στον άλλο»

Με την προσθήκη της Μαντώς Αραβαντινού η συγγένειά τους φανερώνεται και στο επίπεδο του έργου τους, παρατηρεί η Ελένη Τσαντίλη. Και επισημαίνει:  «Βαδίζουν πάνω στη γραμμή του μοντερνισμού. Αν ανατρέξουμε στα κείμενά τους πρέπει να σπάσει ο λόγος, να σπάσει το νόημα, να σπάσουν οι βεβαιότητες να σπάσουν οι ήρωες, να μείνει η μνήμη.

Είναι ενδιαφέρον να δούμε, μέσα από τις διακειμενικές αναφορές και την ονοματολογία ποιητών και ζωγράφων, τι προτιμά ο Συφιλτζόγλου, τι διαβάζει, τι και ποιους μοντάρει σε κοινά ποιήματα. Η Ελένη Τσαντίλη, στην παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο ΕΠΙ ΛΕΞΕΙ, την Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015, έκανε τις παρακάτω πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις: «Έχουμε κλασικούς γερμανόφωνους: Κάφκα, Μπέρνχαρντ, Χάιντεγκερ, Μπένγιαμιν, Φάλαντα. Έχουμε κείμενα περί εικόνας: Έβανς, Γουίνογκραντ, Σόνταγκ, Ρόθκο, Ροτσένκο, Χόπερ. Έχουμε Ρώσους ή γενικότερα σλαβόφωνους, και συγκεκριμένα από το κομμάτι της ρωσικής πρωτοπορίας. Υπάρχουν και Έλληνες: Καβάφης, Βιζυηνός, Φιλύρας, Σαχτούρης, Αναγνωστάκης και Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου. Δεν τους ονοματίζουμε όλους αλλά βάζοντάς τους σε μια νοητή λίστα, πέρα από τα περισσότερο ή λιγότερο προφανή ζευγαρώματα, θα θέλαμε να δούμε πού συγκλίνουν όλα τα ονόματα. Διότι σε αυτόν τον πρώτο άξονα έχουμε καταρχάς έναν συγγραφέα, τον Κ. Συφιλτζόγλου, που διαβάζει και ύστερα γράφει για αυτά ή αυτούς που έχει (όχι απαραίτητα) διαβάσει. Ίσως το κοινό στοιχείο που τους συνέχει και για το οποίο μας προϊδεάζει η προμετωπίδα του βιβλίου είναι ο θάνατος. Όχι το γεγονός ότι είναι όλοι νεκροί, αλλά κυρίως ο τρόπος του θανάτου τους, ή η περιθωριακή ζωή τους. Κάθε πρόσωπο έχει ένα βάσανο, αυτό το βάσανο μπορεί να εμπλέκεται στην τέχνη τους μπορεί και όχι. Άλλοι παγιδευμένοι από την τρέλα έφυγαν στα τρελοκομεία. Άλλοι ψηλαφούν τις ρωγμές του μικροαστισμού και του περιθωρίου. Όλοι λοιπόν μοιάζουν να έχουν μια σκοτεινή μοίρα, ενώ για ορισμένες περιπτώσεις η ποιητική τέχνη εξισώνεται με πολιτική επιλογή (σελ. 28):
Κόνραντ: Πολωνός πατριώτης με αγγλική υπηκοότητα
                        στην Ουκρανία υπό ρωσική κατοχή
Ζέμπαλντ: Γερμανός φιλόλογος βαυαρικής καταγωγής
                        στον χιτλερικό στρατό υπό γαλλική αιχμαλωσία
ανασκαλεύουν, άρα υπάρχουν
ο πρώτος μ’ ατμόπλοιο
ο δεύτερος μ’ αεροπλάνο

Συναντάμε συγγραφείς που γράφουν χωρίς τυμπανοκρουσίες για τις αθέατες πλευρές του καθημερινού, του αστικού ή επαρχιακού τοπίου, άλλωστε «η καθημερινότητα είναι ένα ζήτημα» όπως λέει ο στίχος από το ποίημα της σελίδας 29:
«κ. Γουίνογκραντ,
άλλος ο καρκίνος στο Λος Άντζελες, άλλος στη Δράμα. ίσως είναι θέμα οπτικής. άλλη γωνία λήψης. η καθημερινότητα είναι ένα ζήτημα. –όχι πολιτικοποιημένη. το λέμε αναπόδραστα. η πολεμική αεροπορία κάνει εξαιρετική δουλειά –με τις αεροφωτογραφίες
/κατάμουτρα
τινάζονται
τα ελατήρια

η εικόνα
βγάζει
γλώσσα

τέτοιο ιδρυτικό
«πλιάτσικο»
-από την εποχή
των σπηλαίων

επώδυνα
τα χιονοπέδιλα
στον ώμο

κατά ριπάς
το zapping

κι οι φωτογράφοι
-με κλειστό διάφραγμα
περνάν αξονικη»

Ο Συφιλτζόγλου φροντίζει και τους τοποθετεί σε ανάλογα περιβάλλοντα: τους Θεσσαλονικιούς ποιητές στην Αθήνα, Ρώσους κι Αμερικανούς σε δωμάτια ξενοδοχείων, άλλοι ανταλλάσουν πόλεις π.χ. Τόκιο-Μπουένος Άιρες. Από όλες τις συναντήσεις προσώπων τίποτα δεν φαίνεται παράταιρο, ούτε καν ο Εμίλ Σιοράν στη Σίφνο. Η πρώτη ανάγνωση και ο συνδυασμός προσώπων και έργων που επιχείρησε ο Συφιλτζόγλου βασίζεται πάνω στα κοινώς αποδεκτά αναγνωρίσιμα σημεία τους.

Όπως προαναφέρθηκε τα κείμενα αναφέρονται στις τύχες των ηρώων τους στη ζωή. Το εύλογο ερώτημα (καθόλου ρητορικό) είναι: γιατί διαβάζουμε τα βιογραφικά ενός συγγραφέα και πώς οι πληροφορίες για τη ζωή του επηρεάζουν τη δική μας αναγνωστική συμπεριφορά απέναντι στο έργο του; Οι παρατηρήσεις της Ελένης Τσαντίλη είναι αρκούντως διαφωτιστικές:  «Τα περισσότερα ποιήματα πιάνονται από μια λεπτομέρεια της ζωής κάθε προσώπου. Υπάρχει κάτι που πρέπει να γνωρίζουμε για τον Δανιήλ Χαρμς, για το πού πέθανε και από τι. Αλλιώς δεν βγάζει νόημα το να βρίσκεται μαζί με τον Χανς Φάλλαντα, όπως και ο Φάλλαντα μοιάζει παράταιρος χωρίς την ανάγνωση μέχρι τέλους του Πότη του (στοιχεία από το ποίημα της σελίδας 13). Με λίγα λόγια έχουμε έναν ποιητικό βιογραφισμό. Μπορεί ο βιογραφισμός να αποφεύγεται στη σύγχρονη θεωρία και την κριτική, ωστόσο σε μια ποιητική εκδοχή, δεν φωτίζει τόσο  πτυχές του έργου ενός συγγραφέα, θα ήταν παρακινδυνευμένο, αλλά αναδεικνύει στοιχεία που μπορεί και να απαντούν στο ερώτημα πώς φτιάχνεται η τέχνη, από τι υλικά συγκροτείται και πώς τα υλικά αυτά τη διατηρούν στο χρόνο. Τι είδαν οι άνθρωποι που στάλθηκαν στην εξορία, πέθαναν από κάποια αρρώστια, στάθηκαν μπροστά σε ένα ζωγραφικό πίνακα ή πίσω από μια φωτογραφική μηχανή για να απαθανατίσουν ένα ζευγάρι αγροτών; Όλα αυτά είναι κρίσιμες στιγμές στη ζωή τους. Εμείς σήμερα διαβάζουμε το έργο τους και διαβάζουμε για τη ζωή τους και βλέπουμε μια μαρτυρία ή μια κατάθεση. Αυτό δεν είναι δεσμευτικό αλλά είναι μια πραγματικότητα για κάθε αναγνώστη… Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου επιλέγει μια μικρή φέτα από ένα πρόσωπο, την πιο χαρακτηριστική για εκείνον, και πρώτον, σαν άλλος κριτικός επιγραμματικά συνοψίζει το καλλιτεχνικό του ύφος και τη θεματολογία του σε δυο σειρές, και δεύτερον μιλά για το ιστορικό υπόβαθρο του έργου μέσω του ίδιου του καλλιτέχνη που το έφτιαξε. Τα έργα πολλές φορές μας κάνουν να αναζητήσουμε το υπόβαθρό τους. Τον τόπο γέννησής τους, τη χρονολογία τους. Το αν χύθηκε γύρω τους αίμα, ή αν έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Το βιβλίο ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΟΥ  είναι μια προσωπική ανάγνωση που υπενθυμίζει τη συνάφεια μεταξύ προσώπων και έργων και μας δείχνει τον μεγάλο καμβά όπου όλα τα έργα γράφονται απ’ το ίδιο μελάνι. Η πρόσληψη σε αυτά τα κείμενα λειτουργεί σαν καθρέφτης με πολλαπλά είδωλα. Ο δε βιογραφισμός είναι δίκοπο μαχαίρι για την κριτική. Και τα δυο μαζί, είναι εργαλεία για μια κοινωνιολογική θεώρηση της τέχνης»

Και ένα σχόλιο του ΑΝΤΩΝΗ ΨΑΛΤΗ στη Θράκα (αποσπάσματα):
«Η βιογραφία των «επώνυμων»  και διάσημων ανθρώπων πάντα απασχολούσε τους υπόλοιπους. Είτε με μια αδιάκριτη περιέργεια, είτε με την αίσθηση ότι η γνώση λεπτομερειών του βίου θα συμπλήρωνε το παζλ της εικόνας, πιστεύοντας ότι έτσι θα εισχωρήσουμε στα άδυτα της ψυχής τους, και ότι πιο βαθιά και ουσιαστικά θα κατανοήσουμε το έργο τους… Κάπως έτσι έχουμε να συνοδεύουν τα τυπωμένα έργα (λογοτεχνία, φιλοσοφία, πίνακες ζωγραφικής, φωτογραφίες) και τα λοιπά δημιουργήματα των ανθρώπων της τέχνης και της  φιλοσοφίας, η επιστολογραφία τους, τα ημερολόγιά τους  αλλά και ασήμαντες, ουσιώδεις ή όχι λεπτομέρειες από τον προσωπικό τους βίο…

Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου στο βιβλίο του ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΟΥ συνθέτει φανταστικά μικροεπεισόδεια, εμπλέκοντας ανθρώπους που χρονικά και τοπογραφικά δεν θα γινόταν να βρεθούν ποτέ μαζί, στέλνει αποκόμματα επιστολών ο ίδιος σε άλλους, με άλλα λόγια συνθέτει μια φανταστική «μεταμυθολογία» (συγχωρήστε μου την φτιαχτή αυτή λέξη) των ανθρώπων – δημιουργών που (προφανώς) από λίγο ως πολύ τον απασχόλησαν. Αντί λοιπόν να αποκαλύπτονται οι δημιουργοί μέσω πραγματικών περιστατικών, καλούνται να ανταποκριθούν σαν μαριονέτες στη μελάνι του συγγραφέα (αυτά τα πραγματικά ονόματα! Χάϊντεγκερ, Μπένζαμιν π.χ.) ως ήρωες εγκλωβισμένοι σε μυθοπλαστικά περιστατικά. Δεν προτίθεται ο Συφιλτζόγλου να εισχωρήσει με αυτό το λογοτεχνικό κόλπο στο ενδότερον του χαρακτήρα τους, λες και είναι ένας ψυχαναλυτής. Τα κείμενα του Συφιλτζόγλου δεν λειτουργούν ως «ντιβάνι». Τα μικροπεριστατικά του βιβλίου σκηνοθετούν ένα πεδίο «λογοτεχνικής» βολής. Εκεί ο Συφιλτζόγλου θα περιγελάσει τους ήρωές του, θα τους χλευάσει, θα τους απευθυνθεί με αγάπη, με στοργή, θα τους προστατέψει από τις φτηνές «λογοτεχνικές φήμες» που εν είδει θαυμασμού τους περιβάλλουν και πολλά άλλα που θα τα διαπιστώσετε εντός του κειμένου Εν τέλει και ως εκ τούτου του σκηνοθετημέτου πυροβολισμού ο συγγραφέας αντί να αναρωτηθεί [προς πιθανό παραδειγματισμό] για το τι έπραξαν οι εκάστοτε ήρωές του στην αληθινή ζωή τους, θα αναρωτηθεί για τον νόημα και την ουσία της ίδιας της δημιουργίας…
Η γραφή του Συφιλτζόγλου, όπως πάντα, υπαινικτική, ονειρική, σαρκαστική, μα πάντα με συνέπεια ρυθμού και εκπάγλου γλωσσικής λάξευσης, απλώνει το σεντόνι των «μικρού μήκους» αφηγήσεών του στο χαρτί έτσι ώστε γρατζουνιά καμία να μην πονέσει τα μάτια του αναγνώστη, αλλά να εισβάλλει στη σκέψη του καθενός ως σκλήθρα (ανα)στοχαστικού φωτός…»

ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ (δυο ακόμα αποσπάσματα από το βιβλίο χωρίς σχόλια):
όταν αφυπηρέτησα απ’ τις Νήσους των Μακάρων, με βρήκε ο Μαύρος Κόκορας. μου ’δωσε ένα αυγό. για το Σαχτούρη. πού τον ξέρετε. ρωτώ. ήμασταν συμφοιτητές στη Νομική, μου λέει, ο Μίλτος έγινε Ποιητής, εγώ Κόκορας
κι έφυγε δακρυσμένος
με  το κόκκινο
λειρί του
μεσίστιο [από τη σελ. 19]

κ. Καβάφη,
εδώ ας σταθώ λιγάκι στον τάφο του Λεύκιου. ξέρετε, δεν ήταν και τόσο όμορφος, το ίδιο και ο Χαρμίδης, αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία. η κοινωνία πάντα συσχέτιζε κουτά και ειδικά οι φίλοι. με σιγουριά σας λέω πως ο Λεύκιος ήταν αλλήθωρος και δεν του άρεσαν τα μισόλογα, ήταν γνωστός ξυλουργός. φτηνός και γρήγορος στη δουλεία του. πέθανε ένα βράδυ στον ύπνο του. αυτή είναι η ιστορία άκρες-μέσες. τώρα εσείς, τι τα θέλετε να κομίσετε εις την τέχνη, δεν καταλαβαίνω. λένε οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. εσείς όλα τα μπερδέψατε και αναρωτιέμαι αν βγαίνει κομμάτι νόημα. μόνο μια  ερώτηση ήθελα να σας κάνω και μη με πείτε πικρόχολο, αλήθεια, πόσα «εν μέρει» χρειάστηκαν για ένα ανεπαισθήτως»;
δικός σας
Μ. [από τη σελ. 25]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου