Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

ΟΝΟΜΑ: (επ)Αφή, ΕΠΙΘΕΤΟ: Ηλεκτρονική -Εξ Αποστάσεως, ΠΕΡΙΦΡΑΣΗ: Μεγέθυνες τις Αποστάσεις, Διύλισες το Χρόνο, Υπήρξες ποτέ;

Κούλα Αδαλόγλου ΕΠΟΧΗ ΑΦΗΣ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2016: «Ποίηση αιχμηρή με βελούδινο κόψιμο» (Άγγελα Καϊμακλιώτη), «Υπέροχη ποίηση σε τρεις φωνές στα άδυτα της προσδοκίας για ερωτική εγγύτητα και για την παγωνιά της ματαίωσης (Δεσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη). Ακολουθεί αποσπασματική παρουσίαση σε πέντε ενότητες με εσωτερική εστίαση Τάσου Κάρτα: α] Ο τίτλος και οι αμφισημίες του β] Τρεις φωνές αφηγούνται μια ιστορία σε διαφορετικά επίπεδα χρόνου, τόπου και σημασίας γ]Χρόνοι, Τόποι και Αποστάσεις: στην Εποχή της Αφής ο Αιφνιδιασμός είναι ένα ρίσκο και η Συνέχεια Απορίες αναμενόμενες δ]Τώρα πληγωμένο αγρίμι στη μονιά μου… Κατάλαβα ότι δεν είχες να μου δώσεις λέξεις / Χιόνισε μέσα μου και ε] Πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό: επίλογος με τη Συνέχεια της (συγ)Γραφής πολλά υποσχόμενη: «κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν…». «Πόσο η κοινοτοπία ακούγεται αλλιώτικα, όταν υπάρχει ανάγκη» γράφει σε κάποιο σημείο της συλλογής της η Κούλα Αδαλόγλου. Και μ’ αυτό τον απολογητικό αφορισμό υπογραμμίζει με το δικό της τρόπο τη μεταμορφωτική λειτουργία της ποίησης: είναι κάτι σαν «μαγικό ραβδί», που στα χέρια χαρισματικών ποιητών αποκτά μυστηριακή δύναμη, μπορεί δηλαδή να  καθαγιάζει και τις πιο πεζές καθημερινές λέξεις, να χαρίζει υπόσταση λυρική στις εικόνες τους και έτσι να τις απογειώνει ως ποιητικές στιγμές πλέον στη μεταφυσική εκείνη διάσταση που θα τις αντιλαμβάνονται ως κοινή ανθρώπινη μοίρα αναγνώστες διαφορετικών εποχών συμμετέχοντας  συνειδητά ή υποσυνείδητα, «δι ελέου και φόβου»  στη μυσταγωγία της «των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν»: ΦΩΝΗ Γ:  «Καθάρισε τη μνήμη του τηλεφώνου. Τόσο κόκκινο την πνίγει. Εικόνες από μακριά και πιο κοντά, διαμελισμένα ερείπια, πρόσωπα θρήνος όροι τραύματα αίμα, ρουκέτες παράκρουσης, ανατιναγμένη λογική, ζωές λαθραία παγιδευμένες, λάμες απόγνωσης, σημαδεμένα φρούτα θεομηνίας»       [ART by Chexm1X Ascent ]


Α. ΕΠΟΧΗ ΑΦΗΣ: ο τίτλος και οι αμφισημίες του
Δεν πρέπει να είναι τυχαία  η επιλογή του τίτλου «Εποχή Αφής» για τη νέα ποιητική συλλογή   της Κούλας Αδαλόγλου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν τον Ιούνιο του 2016. Ο  εύκολος συνειρμός με την Οθόνη Αφής, βασικό στοιχείο εξέλιξης στις έξυπνες συσκευές νέας τεχνολογίας, παραπέμπει εμμέσως πλην σαφώς στις αντιφάσεις του πολιτισμού που επέτεινε αυτή η τερατώδης και ραγδαία ανάπτυξή του: από τη μια μεριά όλα ενεργοποιούνται δια της αφής, έρχονται δίπλα και γίνονται «οικεία» μ’ ένα ΚΛΙΚ κι από την άλλη η πραγματική επικοινωνία και επ-αφή μαζί τους (και μεταξύ των υποκειμένων) ομολογείται ως εικονική: ΜΟΝΟ «Δάχτυλα που αγγίζονται και ριγούνε με την προϊούσα οσμή μιας απομάκρυνσης»!... είναι η εποχή αυτή.  Η διαπίστωση είναι λυρική στην έκφρασή της μα τραγικά οξύμωρη στη σημασία της. Γιατί σ’ αυτή την Εποχή Αφής: «αυτή η άνοιξη δεν αντέχεται να μένει άνοιξη». Γι’ αυτό η ποιήτρια, «με το άσπρο φουστανάκι της κι ένα πελώριο χαμόγελο σε αναμονή», εικόνα αγγιγμένη αλλά αφίλητη σε «προσμονή γηράσκουσα»,  ξεσπά στην κατακλείδα του ευχετικού αχ να Γινόταν: «να εκραγούν επιτέλους τα αισθήματα, να λάμψουν τα χείλη, να ανατιναχτούν οι ηλεκτρονικές σου άμυνες, να υψωθεί ο πόθος στους ατμούς του»:
ΝΑ ΓΙΝΟΤΑΝ:
Να γινόταν. Να μπούμε σε ρομαντικό παλιό τραγούδι και μακριά να φύγουμε, μαζί.
Διάφανη εγώ, να φαίνεται το αίμα που ανθίζει στις αρτηρίες μου.
Μου κάνεις χάρες και απογειώνομαι. Σε ξεχωρίζω και θριαμβεύεις.
Μου χαρίζεις φεγγάρια, σου χαρίζω στίχους, τον Γαλιλαίο μου χαρίζεις και νικάς.
Θέλεις να φύγεις και δεν σ’ αφήνω, λέω να φύγω και σου σφηνώνεται η μπουκιά στο λαιμό

ξαφνικά τσινάς κι αντιδράς αναίτια, λιωμένος ζητάς συγγνώμη,
δεν τη δέχομαι απολογείσαι γράφεις όλα τα βλέμματα προβάρεις
με κάνεις και γελώ - και πάλι από την αρχή

ξεσπάς επάνω μου τις από αλλού πιέσεις ξεσπώ επάνω σου ανασφάλειες
σε φοβίζω λες δεν καταλαβαίνεις λες αμφιβάλλω λέω τον ασαφή σου λόγο
καμιά εξομολόγηση μια στέρηση με σφάζει υποχρεώσεις σε χτυπούν αλύπητα
πού είμαστε ποιοι είμαστε δεν ξέρω ένα σουέλ η ψυχή μας
… αυτή η .άνοιξη δεν αντέχεται να μένει άνοιξη
να εκραγούν επιτέλους τα αισθήματα να λάμψουν τα χείλη
να ανατιναχθούν οι ηλεκτρονικές σου άμυνες
να υψωθεί ο πόθος στους ατμούς του.
   
Β. ΤΡΕΙΣ ΦΩΝΕΣ αφηγούνται μια ιστορία σε διαφορετικά επίπεδα χρόνου, τόπου και… σημασίας:  
Παρατηρώντας προσεκτικά στα περιεχόμενα τους τίτλους των ενοτήτων/ ποιημάτων, υπάρχει μια δυσκολία στο να αντιληφτούμε το σκεπτικό της όλης σύνθεσης. Πρωταγωνιστούν ως Πρόσωπα/ αφηγητές τρεις Φωνές: Φωνή Α, Φωνή Β και Φωνή Γ, που εναλλάσσονται χωρίς κάποια λογική σειρά.      Η Χλοή Κουτσουμπέλη σχολιάζοντας αυτή τη σύνθεση φαντάζεται πίσω από τις συγκεκριμένες Φωνές «Έναν άντρα, Μία Γυναίκα, μία σχέση από απόσταση και μία Τρίτη Φωνή, που είναι η συγγραφέας-ποιήτρια…». Η Περσεφόνη Τζίμα, από την πλευρά της, πιστεύοντας ότι οι Φωνές «δίνουν μιαν άλλη διάσταση φόντου, ένα ευρύτερο πλαίσιο ποιητικών υποκειμένων», προσδιορίζει με άλλο κριτήριο το ρόλο τους: πρωταγωνιστικό ρόλο δίνει στη Φωνή Α, παράλληλη ή απαντητική θεωρεί τη Φωνή Β, ενώ η  Φωνή Γ, η πιο ολιγόλογη, είναι η αποστασιοποιημένη Φωνή του Παρατηρητή. Το σημαντικό για την Περσεφόνη Τζίμα είναι οι διαφορετικές διαθέσεις των Φωνών, γιατί στην ουσία είναι «τρεις παραλλαγές ποιητικής έκφρασης σε διαφορετικές διαθέσεις του ίδιου και του αυτού ποιητικού υποκειμένου».      

ΦΩΝΗ Α - ΙΧΝΗ… ΑΥΤΟΝΟΗΤΗΣ ΑΙΤΙΑΣ
Ρίχνω ψιχουλάκια στο διαδίκτυο,
να τσιμπήσεις να πλησιάσεις,
μη σε χάσω στην παγωνιά εσωέξω…

Κι αυτός, που βεβαιώθηκε εκείνη τη στιγμή
πως για κείνον ομόρφαινε,
έβαλε την ψυχή του στα μάτια
και της τη δώρισε.

ΦΩΝΗ Β - ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΕΙ. ΣΑΝ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΠΑΝΤΑ…
… Τι ξέρει η αγάπη από το όμορφο;
Τι ξέρει από το διαφορετικό;
Γεμίσανε ταμπέλες τα ράφια, οι δρόμοι
γράφω με το δάχτυλο τη σκόνη τους
τις ξεκαρφώνω με τα νύχια  τα χέρια μου σκίζονται
γκρεμίζομαι στο σπάσιμο της κατανόησης.

Έτσι το βίωσα, καιρό.
Σαν παροξυσμό.
Να επιθυμώ τώρα
ό,τι μελλοντικά ήταν αβέβαιο.
Το σκότωσα ένα βράδυ με τον τρόπο που ξέρω.
Έμεινα σαν ξεφουσκωμένο παιχνίδι
σαν κατεστραμμένη μαριονέτα -

φτάνουν οι παρομοιώσεις-
ένας άνθρωπος με ματαιωμένη προσδοκία.

ΦΩΝΗ Γ - ΚΑΘΑΡΙΣΕ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΦΩΝΟΥ
Τόσο κόκκινο την πνίγει.
Εικόνες από μακριά και πιο κοντά
διαμελισμένα ερείπια
πρόσωπα θρήνος
οροί τραύματα αίμα
ρουκέτες παράκρουσης
ανατιναγμένη λογική
ζωές λαθραία παγιδευμένες
λάμες απόγνωσης
σημαδεμένα φρούτα θεομηνίας

Γ. ΧΡΟΝΟΙ, ΤΟΠΟΙ κι ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ: στην Εποχή της Αφής ο Αιφνιδιασμός είναι ένα ρίσκο και η Συνέχεια Απορίες αναμενόμενες 
Η εποχή, που είναι της Αφής, δηλώνεται εξαρχής με τον τίτλο της συλλογής. Εποχή Αφής είναι και ο τίτλος ενός ποιήματος στη σελ. 21 που ακολουθεί την αφήγηση της Φωνής Γ, με την οποία η Κούλα Αδαλόγλου ως αποστασιοποιημένος παρατηρητής ολοκληρώνει τους στοχασμούς της σε κάθε επιμέρους ενότητα. Στο ομότιτλο λοιπόν με τη συλλογή ποίημα δίνονται κάποια πιο ειδικά στοιχεία. Προηγείται η εικόνα της γυναίκας «με το άσπρο της φουστανάκι κι ένα πελώριο χαμόγελο σε αναμονή… χαμόγελο εφιαλτικό» Στο φουστανάκι ζωγραφίζει λεκέδες πολύχρωμους. Ο τόπος της δράσης δίνεται με την υπερρεαλιστική εικόνα της θαλασσινής αύρας που χαϊδεύει τα μαλλιά της γυναίκας, τα μακραίνει και τα κάνει να φτάνουν και να βρέχονται στη θάλασσα!.. Ο θαυμασμός σε πρώτο πρόσωπο:  «πόσο ζηλεύω το θαλασσινό αεράκι να χαϊδεύει τα μαλλιά μου…».  Η συνέχεια είναι επιγραμματική αποτύπωση στοιχείων Εποχής Αφής!  Μια «σκυταλοδρομία» λέξεων στην οποία η μια λέξη παραδίδει στην επόμενη τη σκυτάλη της αφής και της ανταποδίδεται το χάδι του ανέμου. Δηλαδή, ένας αέναος Κύκλος Αγγιγμάτων, στρόβιλος αποριών και στο βάθος Απουσία πανταχού παρούσα:
«Ο άνεμος στα μαλλιά.
Τα δάχτυλα στα μαλλιά
Τα δάχτυλα στα δάχτυλα.
Τα δάχτυλα στα χείλη.
Τα χείλη στο μάγουλο.
Το μάγουλο στην παλάμη.
Η σιωπή στα χείλη.
Ο αερόσακος της απόστασης στα σώματα.
Ο στρόβιλος των αποριών.
Η απουσία σου παντού.
Το γρατσούνισμα της μνήμης.
Τα δάχτυλα χωρίς πλήκτρα ψαύουν μηνύματα»

Και ύστερα; Θα φτάσει ο Χρόνος; Ή διαφορετικά: πόσος χρόνος μένει; Θα βγει σε καλό; Πώς να το προ(σδι)ορίσεις;  Η τελική α-πορία είναι πρωθύστερη: «Της διευκόλυνσης της ευκαιρίας; Όχι της ανάγκης της επιθυμίας; Κόβουν πολύ τα γυαλιά της θρυμματισμένης ψευδαίσθησης». Στον παρόντα χρόνο πάντως έχουμε την εικόνα  μιας Συνάντησης (του Άνδρα με τη Γυναίκα;). Την αφηγείται μάλλον η Φωνή Α, της Γυναίκας. Υποκειμενική εστίαση στα μαγαζιά, τα κλειστά περίπτερα,  την ερημιά των δρόμων αλλά «πάντα ένας προβολέας να τους ακολουθεί, ούτε μια άκρη να ξαποστάσουν». Το ποίημα επιγράφεται ΧΡΟΝΟΣ, «χαλαρός, γέλιο, μαλακώνει ο πόνος, απαλό κρασί, μπουκιές-μπουκιές η απόλαυση, έτσι… η αγάπη ζεσταίνει, τα μάτια βαθιά ψάχνουν τη διέξοδο, υπόσχονται… Έτσι το μέλλον αργεί…». Η Γυναίκα προαισθάνεται τη δυσκολία εκπλήρωσης των επιθυμιών στον εναπομείναντα  χρόνο:  «Το ξέρει φυσικά πως όλο αυτό δεν πρόκειται ή δεν είναι δυνατόν  να βγει σε καλό…». Κι επειδή καταλαβαίνει ότι δεν μένει πολύς καιρός «θα τον μετρήσει πάλι σε μια ολόσωμη φωτογραφία τεμαχίων, θα τον μετρήσει με τις αντοχές της, με τον αέρα που της μουντζουρώνει τα μάτια που γίνονται γκρίζα καθώς λιώνει το μακιγιάζ, με την πλατεία που αποστηθίζει τα αδιέξοδά της, με το βαμβακερό νυχτικό μούσκεμα στον ιδρώτα»!...    Τη λυρική εμβόλιμη πρόζα του ΧΡΟΝΟΥ ακολουθεί η Φωνή Γ, που με εναλλαγή χρωμάτων, με  οπτικές και τις ακουστικές εικόνες, ολοκληρώνει το σκηνικό της συνάντησης:
Το σύννεφο είχε καθίσει πάνω από το σπίτι.
Ένα σύννεφο σαν μπουκέτο λουλούδια, μοβ, μαύρα, φούξια.
Ακούστηκε η βροντή, μια λάμψη,
το σύννεφο σκόρπισε σε μυριάδες κομμάτια.
Απ’ το ταβάνι έπεφτε μια βροχή από μοβ πέταλα. 

Δ. ΤΩΡΑ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΑΓΡΙΜΙ ΣΤΗ ΜΟΝΙΑ ΜΟΥ… «Κατάλαβα ότι δεν είχες να μου δώσεις λέξεις/ χιόνισε μέσα μου»:
Όψεις μοναξιάς που μεγεθύνουν απροσδιόριστα συναισθήματα παρατηρεί ο αναγνώστης να εκτυλίσσονται καθώς προχωρά η αφήγηση με την εναλλαγή των Φωνών. Εναλλάσσονται και οι εικόνες που δραματοποιούν τα γεγονότα. Στη μια εικόνα η Φωνή Γ/ Παρατηρητής βλέπει τον άνδρα μέσα στο νερό σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια αντίστασης στο ορμητικό  ρέμα: «κρατάς το κεφάλι πίσω τεντωμένο μη σου ’ρθει κανένα σανίδι ή κλαδί ορμητικό, το κορμί ευέλικτο για τις κατεβασιές και τις στροφές δώθε κείθε». Εδώ κυριαρχεί ο φόβος   για την τύχη του ήρωα: «φοβάμαι μην ξοκείλεις σε καμιά άκρη, ξέπνοος και ξεχασμένος ή μη σε δω να σε παίρνει ο καταρράκτης με ανοιχτά χέρια και πόδια…».  Στην άλλη εικόνα χιονίζει και η ηρωίδα μη έχοντας τα κατάλληλα παπούτσια γλιστράει και σκίζεται το καρό της αδιάβροχο. Πρόσοψη μοναξιάς: «τα μαλλιά σου λερές ρίζες χώνονται στους τοίχους». Κάτοψη το πρόσωπο που λιγοστεύει και μένει μια κουκίδα. Πανόραμα μοναξιάς χέρια που πέφτουν και «τα κιάλια-μάτια μου ανακαλύπτουν έντρομα πως στον καθρέφτη τόσους μήνες κοίταζα». Εναλλαγή με εικόνα υπερρεαλιστική των πληγών του έρωτα: στα καφασωτά παράθυρα «στριμωγμένη η ανάσα στριμωγμένο το φιλί στραμπουλιγμένη η ματιά»!...  Η Περσεφόνη Τζίμα σχολιάζει τη σκηνή: «Με αρκετά «γριφώδη ενάργεια» εισέπραξα τη Γ΄ φωνή-σύνθεση στη σελίδα 27. Ένιωσα έναν πόθο πολύτιμο αλλά ανεκπλήρωτο, που ο «άλλος» τον πέταξε, ούτως ειπείν, «στα σκουπίδια» – και πόσο μια τέτοια αντιμετώπιση τραυματίζει αλλά και γεννάει στίχους.  Εμπόδια παντού: καφασωτά παράθυρα, το χνούδι στα δάχτυλα είναι μόνο ένα ίχνος, ένα ψίχουλο, μια αφή πόθου, εκδηλωμένου ή εμποδισμένου…». Το συμπέρασμα μαγικός ρεαλισμός: «κι ούτε καν ολονύχτιος πόθος μόνον ένα ροδακινί χαμόγελο, έστω, τόσο κατ’ επανάληψη «λάθος» η γεμάτη σακούλα πάντοτε δίπλα στον κάδο πλέον…». Κι όμως στη δύστροπη αυτή κι αντιφατική Εποχή Αφής, σε τούτη την άλλη γωνιά της ποίησης,  όλα είναι Απόφαση μιας Βραδιάς με Πανσέληνο, τότε που η γλώσσα πλαταγίζει όνειρα με φιλιά κάτω απ’ την ομπρέλλα:
«Πανσέληνος.
Κι εγώ κρατημένος από μια λεπτή κλωστή.
Πανσέληνος.
Κι εγώ που διέκρινα εκείνη
τη λεπτή τομή
στραμμένος  να τη διερευνήσω
μ’ όλο το φως που συμπυκνώθηκε στα μάτια μου.

Δεν σε αιφνιδίασα.
Δεν έβλεπες. Γι’ αυτό δεν είδες τα σημάδια.
Πολλά, μέρα τη μέρα πλήθαιναν.
Είναι ένα ρίσκο.

Χέρσα χωράφια
εκτάσεις σφερδούκλια
γυαλί και ατσάλι φυτρώνει στον κάμπο κάτοπτρο ρουφά τον ήλιο.
Ο κάμπος με ζεύει υποζύγιο
τα ζώα ρουφούν την ορμή μου.

Σε τυλίγω με  τα μεγάλα μου χέρια
Κουρνιάζεις και ηρεμείς.
Σε φιλώ απαλά
σε κοιτώ βαθιά
απομνημονεύω την εικόνα σου.

Το μικρό γούρι στον σάκο μου,
ένα βιβλίο κι άλλο ένα,
μια κούπα με τον Τενεσσί Ουίλιαμς.
Το διαμέρισμα αδειάζει,
ο καναπές με το ριχτάρι που ξέρεις
μετακόμισε ήδη.

Ξέρω ότι θα μου λείψει η μυρωδιά και το γέλιο σου
θα μου λείψουν οι πολύχρωμες μπαλαρίνες σου,
τα παράπονα και οι θυμοί σου.

Σε μέμφομαι για την πικράδα στο στόμα μου
για τη χορταριασμένη αγκαλιά μου.
Ο  κάμπος ξέρει πως είμαι άδειος
εγώ πονάω για τα ουδέτερα μέλη μου
βαλτώνω στη λάσπη.

Μεγέθυνες τις αποστάσεις
διύλισες το χρόνο.

Ανασαίνω στρέμματα αρωματικά φυτά
στο εργαστήριο τα πρώτα αιθέρια έλαια,
μα δεν σκιρτά η παγωμένη αγάπη.

E. ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΑΡΑΒΑΚΙ ΜΕ ΤΕΤΟΙΟ ΚΑΙΡΟ (επίλογος με την Συνέχεια της (συγ)Γραφής υποσχόμενη: «Κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν… )
Σημαντικό είναι που η  Κούλα Αδαλόγλου διατηρεί ακμαίο το νεανικό της πνεύμα  και σ’ αυτή την έβδομη ποιητική συλλογή της. Διαβάζουμε ποιήματά της από το 1982 που εκδόθηκαν οι ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ, η πρώτη της ποιητική συλλογή. Ακολούθησαν οι συλλογές: ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (1992), ΔΥΟ ΕΛΕΓΕΙΕΣ και μια ΩΔΗ (1996), ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ (2001), ΔΙΠΛΗ ΑΡΘΡΩΣΗ (2009) και ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ (2013).

Διπλά σημαντικό που δεν ολοκληρώνεται η μελέτη των ποιημάτων της συλλογής όσες φορές κι αν την διαβάσει κανείς. Γιατί σε κάθε ανάγνωση ανακαλύπτεις στοιχεία που δεν τα είχες προσέξει τις προηγούμενες φορές. Η εποχή αυτή, όπως κι άλλες εποχές στη νεότερη ελληνική ιστορία, δεν είναι εποχή για ποίηση. Όταν ορθώνεται μπροστά σου μ’ όλα τα πελώρια ποδάρια  της η Λερναία Ύδρα της αντικειμενικής πραγματικότητας, το κάλεσμα της Μούσας εύκολα μένει ανεπίδοτο ή ανεκτέλεστο. Και γι’ αυτό, πολύ συχνά, τα ποιήματα «είναι τόσο πικραμένα (και πότε άλλωστε δεν ήσαν; ) κι είναι -προ πάντων- και τόσο λίγα» (Εγγονόπουλος 1948). Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο όμως η ποίηση είναι απαραίτητη κι αξιέπαινη η προσπάθεια των ποιητών που κόντρα στον καιρό με πόνο ίσως αλλά και μ’ έμπνευση περισσή γράφουν για όλα αυτά «όπως η γλώσσα που πλαταγίζει όνειρα».

Έτσι κι η Κούλα Αδαλόγλου στην Εποχή Αφής, την εποχή μας, έγραψε και θα συνεχίζει να γράφει όσα νομίζει πως έχουν να μας πουν οι διαφορετικές Φωνές που αφηγούνται την ιστορία της παρουσίας μας σ’ αυτή την πραγματικότητα. Συνθέτει τις σκέψεις τους, προδιαγράφει το μέλλον τους. Δεν είναι αναμενόμενη η συνέχεια; «Ή μήπως τους αγάπησα πολύ», είναι ο στίχος με τον οποίο κλείνει η Φωνή Γ την αφήγησή της. Η αποσπασματική παρουσίασή μου, που εστίασε σε κάποια μόνο στοιχεία των ποιημάτων της Κούλας Αδαλόγλου, κλείνει με την αντιγραφή τριών ακόμα ποιημάτων, ένα από κάθε Φωνή: ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΓΩΝΙΑ (Φωνή Β), ΣΑΝ ΝΑ ’ΤΑΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (Φωνή Α) και ΓΙΑ ΠΟΛΥ ΚΑΙΡΟ ΗΤΑΝ ΣΑΝ ΝΑ ΕΜΠΑΙΝΑ ΣΕ ΔΩΜΑΤΙΟ ΝΕΚΡΟΥ (Φωνή Γ):    

ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΓΩΝΙΑ
Σταφύλια μύρτιλα γλυκάνισος δυόσμος δενδρολίβανο θυμάρι
μποτίλιες βάζα κρύσταλλα διαφανή πολύχρωμα
ταξιδεύουν ανθίζουν ξυπνούν
σε τούτη την άλλη γωνιά, στην υγρασία φως,
όπως το κίτρινο αδιάβροχο που μιμείται τον ήλιο,
όπως η γλώσσα που πλαταγίζει όνειρα,
φιλιά κάτω απ’ την ομπρέλα.

Γύρισα όλα τα κάστρα του Βορρά.
Νόμιζα θα βρω ιππότες κι ευγενείς.
Βρήκα μόνο λίγα ξερά κόκκινα φύλλα.
Τα κόκκινα φύλλα ξυπνούν τις μνήμες.

Ο Μανόλης έρχεται συχνά,
συνοδεύει τις βουβές βόλτες μου,
σπεύδει με μια ομπρέλα στις νεροποντές,
σχολιάζει τις περαστικές φιλενάδες μου
«η Αργυρώ ήταν καλύτερη μεγάλε».
Εσύ χαμένη στα ντοσιέ και στα ταξίδια σου
Σκοτεινιάζουν πολύ τα νερά του Havel,
αινιγματικά σιωπηλά κι ακίνητα.

ΣΑΝ ΝΑ ’ΤΑΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Βρέχει περπατώ στην παραλία
φυσά δυνατά η ομπρέλα μου σμπαράλια
γκρίζα και ταραγμένη η θάλασσα
λίγο αργότερα ακούω για το ναυάγιο και πάλι.
Γέμισαν τα νερά θάνατο.
Θέλω πίσω τα νησιά μου.
Αυτές οι θάλασσες θα κουβαλούν για πάντα το βαρύ φορτίο τους.
Ψάρια γκαστρωμένα κακό
γυάλινα μάτια θα κοιτάζουν την αντανάκλαση των νεκρών ονείρων.
Και το σκούρο δέρμα στις ακτές μια χαίνουσα ενοχή.
Και να μην μπορώ να σου κρατήσω το χέρι στην άκρη του ξεροχώραφου.
Εραστή της απομάκρυνσης, των διαδρομών του τρένου και των πτήσεων.
Με γέλασες όταν παρίστανες τον εραστή του πράσινου.
Σε γκρίζες αγορές εκτίθεσαι
σε παγωμένες πλατείες πλανιέσαι
μαυρίζει η μέρα
μοιρολογεί το άγνωστο.

Σαν να ’ταν καλοκαίρι άπλωνες φωτογραφίες χαμόγελα φιλιά
πόθους να στεγνώσουν και να νοστιμέψουν
Σαν να ’ταν χειμώνας τα μάζευες στα σκοτεινά κουτιά σε κρυφές αποθήκες.
Έμειναν μαύρα τετράγωνα να με απειλούν
μια δίνη αμφιβολία πάει να με καταπιεί -
υπήρξες ποτε;

Γ (τελευταία σελίδα συλλογής)
Για πολύ καιρό ήταν σαν να έμπαινα σε δωμάτιο νεκρού.
Απέφευγα την είσοδο.
Δεν άγγιζα τίποτα. Δεν διάβαζα τα σημειώματά τους, δεν γύριζα
στην ηλεκτρονική τους συνομιλία, δεν έβλεπα φωτογραφίες τους.
Κάποτε άνοιγε η βαλίτσα και χύνονταν κάτω όνειρα ξεσκλίδια,
επιθυμίες πορφυρές, πληγωμένα e-tickets.
Μήπως ήμουν αναίσχυντη χάκερ;
Αργότερα έστρωνα τραπέζι, έβαζα πιάτα και ποτήρια γι’ αυτούς.
Πολλά βράδια έπινα το τσάι μου μαζί τους, οι γεύσεις και τα φλιτζάνια που τους άρεζαν.
Κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν, να συνθέτω τις σκέψεις τους, να προδιαγράφω το μέλλον τους.
Η συνέχεια έμοιαζε αναμενόμενη.
Ή μήπως τους αγάπησα πολύ;

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ. ΒΟΥΤΑΩ ΣΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΛΑΓΟΥΜΙ ΜΟΥ
ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ, ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2013 παρουσίαση της συλλογής με αποσπάσματα από συνέντευξη της ποιήτριας και σχόλια ή κριτικές παρατηρήσεις από: Αναστασία Γκίτση, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Πώλη Χατζημανωλάκη, Μιχ. Μπακογιάννη ενώ η όλη παρουσίαση κλείνει μ’ ένα κείμενο της Χλόης Κουτσουμπέλη -  με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου