Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΣ ΠΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ:

«Στην ολισθηρότητα που μας τριγυρίζει η ΑΓΑΠΗ είναι το μόνο στέρεο έδαφος στο οποίο μπορούμε να πατήσουμε», τάδε έφη Μιχάλης Γκανάς στην ποιητική σύνθεση με τον παράξενο τίτλο ΑΨΙΝΘΟΣ (εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ 2012). Αφορμή και θέμα του ποιήματος ο κλονισμός της φύσης αλλά και η σύγχρονη κρίση, όπως τη «διαβάζει» ένας ποιητής. Υπέρτιτλος θα μπορούσε να είναι η ρήση του Έλιοτ: «Έτσι τελειώνει ο κόσμος. Όχι μ’ έναν πάταγο, αλλά μ’ έναν λυγμό».  Όλο σχεδόν το ποίημα είναι ένας διάλογος με τη φύση. Γράφει ο ποιητής: «Όσα γίνονται με τη φύση μας απασχολούν. Το λιώσιμο των πάγων, τα πρόβλημα της πανίδας και της χλωρίδας. Άψινθος είναι το αρωματικό φυτό και από την άλλη είναι η απειλή που έρχεται από μακριά την οποία, όπως θα καταλάβει, ελπίζω, ο αναγνώστης, εμείς την προετοιμάζουμε». Μπορεί, λοιπόν, να διαβαστεί και ως ένας γενικότερος συμβολισμός για την κρίση!..  Δεν είναι καθόλου τυχαίο, λοιπόν,  που ο Μιχάλης Γκανάς επιλέγει το παρακάτω απόσπασμα από την Αποκάλυψη  του Ιωάννη ως προμετωπίδα της έμπνευσής του: «Κι ο τρίτος άγγελος εσάλπισε κι έπεσε εκ του ουρανού αστήρ μέγας καιόμενος ως λαμπάς, και έπεσεν επί τον τρίτον των ποταμών, και επί τας πηγάς των υδάτων και το όνομα του αστέρος λέγεται ο Άψινθος και εγένετο το τρίτον των υδάτων εις άψινθον, και πολλοί των ανθρώπων απέθανον εκ των υδάτων, ότι επικράνθησαν…»!.. Ένα συμβολικό, επομένως, μήνυμα γι' αυτό που ζούμε τώρα, για την καταστροφή που έρχεται. Παραδείγματος χάριν το ποίημα:
Αυτοί παιδί μου δενδεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τουςόλο δεν και δεν και δεν-τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τουςδεν χάιδεψαν σκυλί, γατί, πουλάκι πληγωμένογυναίκα άσχημη και στερημένηαυτοί παιδί μου δενδεν δίνουν τ΄ Αγγέλου τους νερόδεν άκουσαν ποτέανάκουστο κιλαϊδισμό και λιποθυμισμένοδεν έπιασαν με τα ρουθούνια τουςτο άοσμο άνθος του θανάτουδεν είδαν –κατάργησαν τα μάτια τους-μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλααυτοί παιδί μου δενδεν ξέρουν δεν αγαπούνξέρουνε μόνο ν’ απαιτούνπερισσότεραπερισσότεραπερισσότεραπερί-που έτσι γράφεται το μέλλον μας»
Ακολουθούν κι άλλα αντιπροσωπευτικά ποιήματα από τη συλλογή διανθισμένα με σχόλια ή στοχασμούς του ποιητή ((art people gallery exciting photo illusions)



ΑΥΤΟΙ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ ΔΕΝ ΑΓΑΠΟΥΝ:
Είναι η φράση της εποχής μας, όπως τη συλλαμβάνει ένας από τους πλέον ευαίσθητους δέκτες της: ο Μιχάλης Γκανάς. Ο βραβευμένος ποιητής και στιχουργός, και άλλοτε διαφημιστής και πιο πριν βιβλιοπώλης, και πάντα άνθρωπος της φύσης και της πόλης, της δημοτικής παράδοσης και της νεωτερικότητας, επιστρέφει στην ποίηση έπειτα από εννέα χρόνια, με μια σύνθεση σαφώς πολιτική, χωρίς να είναι στρατευμένη. Είναι η «Αψινθος», ένα έργο που συνομιλεί με την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη και καταγράφει με τον πιο λιτό, τον πιο υπαινικτικό, αλλά και τον πιο δραστικό τρόπο το απειλητικό κλίμα που τυλίγει τον σύγχρονο κόσμο και τον σημερινό άνθρωπο. Άψινθος είναι το αστέρι που έπεσε στη Γη και δηλητηρίασε «το έν τρίτον» των πόσιμων υδάτων, αψέντι είναι και το ποτό της ποιητικής έμπνευσης.
Αυτοί παιδί μου δεν
δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους (...)
Αυτό το κομβικό ποίημα αναπτύσσεται με συνεχείς αρνήσεις και προδίδει ταυτόχρονα κυνισμό και απελπισία. «Το «Δεν» είναι η λέξη της εποχής - μια μεγάλη άρνηση που αποπνέει θυμό, τόσο θυμό που κανείς δεν έχει την ψυχραιμία να ψάξει να δει τι συμβαίνει»... Το συγκεκριμένο ποίημα γεννήθηκε το 2008 και βρήκε τη θέση του σε τούτη τη σύνθεση, η οποία είχε ξεκινήσει να γράφεται το 2005 αλλά πέρασε από πολλαπλή επεξεργασία ώσπου να βρει την αιχμή της. Έτσι στο βιβλίο του το ποίημα είναι τυπωμένο σε δεξιά σελίδα και αντικρίζεται με τη φράση από την «Αποκάλυψη»: «Ούτως ότι χλιαρός ει, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, / μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου». Αυτόν τον τρόπο ακολουθεί ο Γκανάς σε ολόκληρο το πρώτο μέρος, παίρνοντας κάθε φορά τη σκυτάλη από έναν στίχο της «Αποκάλυψης» και ενσωματώνοντας στην εκάστοτε αντιφώνησή του στίχους άλλων ποιητών (Σολωμού, Σεφέρη, Ελύτη, Καρούζου). Κτίζει έτσι ένα πολυφωνικό τραγούδι για τον σύγχρονο κόσμο.

«ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΗΤΑΝ Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΜΟΥ»
Ο γαρ καιρός εγγύς εστίν, ω αγέννητε γέροντα, γράφει στο εισαγωγικό του ποίημα. Επίκληση στη Μούσα;  «Γέροντα εσύ με τα μακριά μαλλιά και τα άκοπα νύχια… Έρχεται μπόρα!.. Φύλαξέ με. Πάρε το φόβο να περάσει η νύχτα, εσύ με τα κατηφένια γένια. Αγέννητε γέροντα αιώνιο βρέφος». Ο γαρ καιρός εγγύς εστίν και η βιβλική περιγραφή αρχίζει: «Λίγα φύλλα λίγα πουλιά στο τέλος του φθινοπώρου. Νύχτα, ω σκοτεινέ βατήρα της ψυχής μου!.. Τελευταίο χορτάρι, τελευταίος άνεμος πάνω στη γη. Σκοτεινή μητέρα χτυπάει ακόμα η ζεστή σου καρδιά… Με τα πουλιά. Με τα πτηνά και με τα ωοτόκα, όχι με το σμήνος ούτε δυο-δυο σαν τα τρυγόνια. Μόνος. Να πίνεις το νερό όπου το βρεις κοιτάζοντας τον ουρανό χωρίς κανένα μάρτυρα (εκτός από τον κρυμμένο κυνηγό). Κι ο Έρωτας; Αναπαραγωγή!..» Παρεμβάλλεται, καθόλου τυχαία πάλι το ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ.  «Αυτό θα ήθελα να το έχω γράψει εγώ, είναι ένα ποίημα που παραθέτει μόνον τα ονόματα σπάνιων και λιγότερο σπάνιων πουλιών».

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΠΟΥ ΠΟΘΟΥΝ Ν’ ΑΝΟΙΞΟΥΝ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΜΕΣ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΟΥΣ: 
Πού είναι τα πουλιά;

Ατσάραντοι και λιάροι κι' αητομάχια
συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια
τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι
καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια
τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι
τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες
καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια
μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες
ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες
κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια
γαϊταρίθια κα σβουρίτζια κα σγουρδούλια
θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;

Πού είναι ο κοκκινολαίμης;

Πού είναι τα παπιά;
Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες
ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκόλια
γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα
ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;

Πού είναι ο Μολοχτός κι' ο Πάπουζας;
Η Αβοκέτα κι' ο Καλαμοκανάς;

Πού είναι οι συκοπούλες οι βουλγάρες κι' οι σιταρίθρες
τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι' οι αερογάμηδες
οι φάσες και οι σπαθομύτες
τα κιρκινέζια κι' οι χαλκοκουρούνες;

Πού είναι
ο μπούφος ο χουχουλόγιωργας κι' ο κούκος
ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι' ο καράπαπας;

Πού είναι
τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;

Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;

Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;
[Γιώργης Παυλόπουλος, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ, εκδόσεις Κέδρος 2004]

Στην ποιητική αυτή σύνθεση υπάρχουν πολλές αφιερώσεις. Μία είναι στη Ζυράννα Ζατέλη. «Θυμάμαι που τα λέγαμε το 2007, μετά τις μεγάλες πυρκαγιές, σε μια συγκέντρωση στο Σύνταγμα, τότε που οι ειδοποιήσεις έγιναν μέσω SMS. Αισθάνθηκα την ανάγκη να της αφιερώσω κάτι, γιατί η ίδια η Ζυράννα είναι καταφύγιο θηραμάτων». Αφιερώσεις υπάρχουν και στον Νάσο Θεοφίλου, στον Δημήτρη Κοσμόπουλο και στον Θανάση Μαρκόπουλο, ποιητές που, όπως λέει, τους αγαπά.

ΛΙΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΠΕΡΣΙ ΚΑΙ ΓΛΥΚΟΣ (στη Ζυράννα Ζατέλη): 
Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντομπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το ’στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΣΕ ΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ 1 (στον Νάσο Θεοφίλου, συλλογίζοντας): 
Τα σπίτια ποντισμένα στο βυθό
με φυσαλίδες αναθρώσκουσες.
Δαχτυλιδάκια γαλανά ή μέδουσες;

Αιγαίος κόσμος πολυκύμαντος
κι εσύ ο αυτουργός του
ο επικηρυγμένος των συμβάντων.
Μικρά συμβάντα που τα μεγαλύνεις
επινοώντας την πραγματικότητα.

Ένας δραπέτης είσαι διημερεύοντος Σαββάτου
και χορηγός μιας ηλικίας
που επωάζεται αλλιώς σε κάθε σώμα σου.
Σώμα υπό σκιάν και σώμα πάμφωτο
από βαθιά πηγάδια αστεροδεικτούμενο
χτισμένο ζωντανό σε ατίθασα γεφύρια
για να περνούν αλαφροΐσκιωτοι διαβάτες.

Τις νύχτες πάλι υδροχαρές και αιμοφόρο
και συγκοινωνούν με τα μικρά οικόσιτα σκοτάδια
και τα ανήμερα μεγάλα σκότη
που μας βυζαίνουνε γλυκά
όταν καθόμαστε και γράφουμε.

Ασπρίζει τότε η σγουρή προβιά τους
από το γάλα της πληγής μας
και φέγγει δωδεκαετής ημέρα
μέσα στα γηρατειά της νύχτας.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ
Ο Μιχάλης Γκανάς σπανίως γράφει ποιήματα για την πόλη που ζει. «Αν και ζω στην Αθήνα από τα δεκαοκτώ μου, σαν εσωτερικός μετανάστης, υπήρχε πάντα ένα γυαλί ανάμεσα σε μένα και την πόλη. Η Αθήνα είχε μόνο αρνητικά πράγματα να μου δώσει: δεν κατάφερα να σπουδάσω, εργαζόμουν πολύ, ενώ η ποίηση με τραβούσε από το μανίκι. Μου πήρε χρόνο να αγαπήσω την Αθήνα, στην πράξη εξοικειώθηκα μαζί της μέσω της γυναίκας μου και των παιδιών». Δεν είναι το ίδιο με τους στίχους του. «Πράγματι, εκεί είμαι πιο στρατευμένος κοινωνικά. Παρακολουθώ τον αναγνώστη, θέλω να του μιλήσω».

Η ποίηση δεν έχει μεγάλο κοινό. Πώς το αντιμετωπίζει αυτό; «Ποτέ δεν ήταν η ποίηση για πολλούς. Ο Καρούζος έβγαζε τα βιβλία του μόνος του σε 200 αντίτυπα και η ΣΤΡΟΦΗ του Σεφέρη μπορεί να υπάρχει ακόμα στην αποθήκη. Την ποίηση πρέπει να τη βρεις, δεν θα σε βρει αυτή. Προσωπικά δεν συμφωνώ με την εξωστρέφεια των ποιητών που εκφράζεται με εκδηλώσεις για να περάσει η ποίηση στην κοινωνία. Αυτό είναι αντίθετο στην ουσία της ποίησης, γιατί έτσι η πρόσληψή της γίνεται με λάθος τρόπο, μέσω ενός κοσμικού γεγονότος ή μιας διαμαρτυρίας, παρά ως εσωτερική ανάγκη». Και συμπληρώνει: «Η ποίηση θέλει αφοσίωση, να τρελαίνεσαι με αυτό που διαβάζεις. Είναι η μόνη τέχνη που δεν έχει μπει στο χρηματιστήριο της τέχνης, κανείς εκδότης δεν θα σε πιέσει να γράψεις μπεστ σέλερ».

ΕΠΙΚΛΗΣΗ (στην Πόπη, αλλιώς…)
Ω ριγηλό πουκάμισο αθώο ρούχο
με τις πτυχές σου φρίσσοντας στον άνεμο
κατέβα εδώ και γίνε μου σημαία
κόκκινο μεσοφόρι αερόστατο.

Επικαλούμαι τη ρώμη του κορμιού της
τα στήθη τα μικρά τη στίλβη του εφηβαίου
τη φώκια των γλουτών
και τους τερμίτες των μηρών της.

Αυτό δεν είναι αγάπη
είναι ένα ζώο που γυρεύει την αγάπη
δεν θα την βρει θα την παρεξηγήσει
θ’ αφήσει το ’να πόδι του στο δόκανο
και θα χαθεί στο δάσος

Με Δεκάξι ποιήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή ΑΨΙΝΘΟΣ, ο Γκανάς συλλαμβάνει εντέλει την κυρίαρχη αίσθηση του φόβου, που «δεν είναι ένας υπαρξιακός φόβος αλλά ένας αρχέγονος φόβος που τρέφεται με ρεαλιστικές αφορμές και σε οδηγεί στην κατάθλιψη», σημειώνει στην κριτική της η Μικέλα Χαρτουλάρη. Παράλληλα συλλαμβάνει τη μοναξιά που νιώθει ο σημερινός άνθρωπος, όχι στην ερημία του πλήθους, που έγραφε ο Αναγνωστάκης, αλλά
«...με την αγέλη, όχι με τα ζεύγη (...)
όχι με το σμήνος ούτε δυο δυο σαν τα τρυγόνια.
Μόνος. Να πίνεις νερό όπου βρεις...».

Διότι όταν η εποχή πριμοδοτεί το Εγώ, και όταν η πραγματικότητα σου στήνει παγίδες που σε εκμαυλίζουν, καταλήγεις να συμπεριφέρεσαι αγελαία και να πληρώνεις ολομόναχος... Στο βάθος προβάλλει η αίσθηση του αδιεξόδου (η εικόνα της αρκούδας που δεν μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη λόγω των πυρκαγιών είναι σπαρακτική) και του αμείλικτου δράματος που καραδοκεί μέσα στην αδιάφορη ομορφιά.

Η «Αψινθος» όμως, συνοψίζει συμπεραίνοντας η Μικέλα Χαρτουλάρη,  δεν είναι μανιφέστο, και ακριβώς εκεί βρίσκεται το ενδιαφέρον της. Στο ότι με τη γλώσσα, το ύφος και την αρχιτεκτονική της, με τις παρηχήσεις, τις αναφορές στο δημοτικό τραγούδι, τις εκφράσεις του προφορικού λόγου και τις γειωμένες εικόνες, που εναλλάσσονται με ποιητικές εικόνες, προτείνει έναν άλλο τρόπο πολιτικού λόγου ο οποίος συνδέει το χθες με το σήμερα και το αύριο, τις αιώνιες αξίες με την καθημερινότητα, την κριτική (και την έμμεση καταγγελία) με την ελπίδα. Συγκεκριμένα, στο δεύτερο και πιο προσωπικό μέρος της συλλογής ο ποιητής επικαλείται τους αγαπημένους του νεκρούς και ζωντανούς, για να μας υπενθυμίσει ότι μέσα σε αυτό το κλίμα του «κα-τα-κλυ-σμού» υπάρχει ωστόσο μια παραμυθία (αν και όχι θεραπεία): η αγάπη.
Γι αυτή την αγάπη, θέμα που τόσο συχνά επανέρχεται στην ποίησή του, ο Μιχάλης Γκανάς παραθέτει ένα ποίημα του Μάθιου Αρνολντ, την Παραλία του Ντόβερ:
Αχ, αγάπη, ας είμαστε αληθινοί
ο ένας με τον άλλο! Γιατί ο κόσμος που μοιάζει
να απλώνεται μπροστά μας σαν χώρα ονείρων,
τόσο ποικίλος, τόσο όμορφος, τόσο νέος,
δεν έχει πράγματι μήτε χαρά, μήτε αγάπη, μήτε φως,
μήτε βεβαιότητα, μήτε ειρήνη, μήτε βοήθεια για τον πόνο.
Κι είμαστε εδώ σαν σε σκοτιδιασμένο κάμπο
σαρωμένο από συγκεχυμένους συναγερμούς αγώνα και φυγής,
όπου άγνωρες στρατιές χτυπιούνται τη νύχτα (Matthew Arnold, Η Παραλία του Ντόβερ)

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ σε μια ανάγνωση 2 (αφιερωμένο εξαιρετικά στη Κική Δημουλα)
Πίνοντας έρχεται η δίψα τι νομίζεις;
Πίνοντας πίκρες συνήθως μονορούφι
πίνοντας γλύκες με κουταλάκι του γλυκού
- γιατί ο φόβος του πνιγμού
φυλάει τα εύθυμα ανέκαθεν.
Πίνοντας το νερό της λησμονιάς.
(Ποια βρύση να το κάνει;)
Πίνοντας τέλος τ' αμίλητο κρασί.
Ακου - τίποτε τόσο αμίλητο
Όσο το μιλημένο.
Τόσο μουγγό κι ανόητο και ηττημένο
πώς τα 'πε όλα τάχαμου
πώς τα 'βγαλε από μέσα του
ενώ μπορεί να τα 'βγαλε απλώς απ 'το μυαλό


Ο Μιχάλης Γκανάς το έγραψε για την Κική Δημουλά και, όπως εξηγεί, είναι σαν να της λέει: «Τι κάνουμε τώρα; Τα γράψαμε, και λοιπόν;».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου