Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ. ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΙΚΡΑΙΝΟΥΝ. ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕΙ ΑΛΛΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΠΟΝΟΥ:

«Χους ει και εις χουν απελεύσει» σημαίνει ότι υπάρχουν πράγματα που καλύτερα να παραμένουν ανείπωτα, το πρόσωπο καλύτερα να σκεπάζεται, ο αδελφός μου το προηγούμενο βράδυ είδε ένα μαύρο σκυλί. Το άλλο πρωί μας δάγκωσε [κατακλείδα από τους IN MEMORIAM στοχασμούς της  Χλόης Κουσουμπέλη και τίτλος της ανάρτησης μια στροφή από το ομότιτλο με τη συλλογή ποίημα ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ, εκδόσεις Γααβριηλίδης 2016). Η ποιήτρια,  μπορεί στο σπονδυλωτό αυτό ποίημα να δηλώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι «Δεν ξέρει πώς να τελειώσει ένα ποίημα, ίσως γιατί ποτέ ένα ποίημα δεν τελειώνει… Μόνον οι άνθρωποι τελειώνουν…», μπορεί να απεύχεται το συγχρωτισμό με τους αγαπημένους της νεκρούς προστάζοντας τους με την απέλπιδα κραυγή «Μην έρχεστε σε μένα, τους φωνάζω. Διαβάστε την πινακίδα, είμαι από τη γενιά του ιδιωτικού οράματος που ομφαλοσκοπεί…» ωστόσο ενδόμυχα θέλει να τους θυμάται κάθε στιγμή και κάθε λέξη που θα βγαίνει από τα ποιήματα της θέλει να είναι η Υπόσχεση ότι στην «επόμενη στροφή θα δούμε το χωριό με τα πλατάνια και τα πολλά νερά, που κυλούν όπως το αίμα στις φλέβες»!.. Ο εντυπωσιακός τίτλος της συλλογής: ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ, παραπέμπει ευθέως σ’ εκείνη την άλλη διάσταση, στο μεταφυσικό δηλαδή χώρο όπου οι αγαπημένοι νεκροί, στους οποίους αφιερώνονται τα ποιήματα, είναι ομοτράπεζοι και συνδαιτυμόνες. Παρακάτω ανθολογούνται η σύνθεση IN MOMORIAN όπου «χτυπούν την πόρτα της παράξενοι άνθρωποι –χελώνες που κουβαλούν το σπίτι τους στην πλάτη. Περπατούν αιώνες!.. Κάποιοι από αυτούς στάζουν νερά, τα σανίδια σαπίζουν από την υγρασία. Δώσε μας, λένε, ένα κεραμίδι να βάλουμε από κάτω το κεφάλι. Τους δίνω μόνο ένα βελανίδι τόσο είναι το αντίτιμο των στίχων». Στο δεύτερο μέρος αυτής της ανάρτησης αποδελτιώνονται αποσπάσματα από τις κριτικές που έχουν γράψει για τα ποιήματα της συλλογής ο Μάριος Μιχαηλίδης, η Ελένη Χωρεάνθη και η Διώνη Δημητριάδου. Κατακλείδα η Λυπητερή Ιστορία της Γουίνονα Ρέιτσελ, Ποιήτριας με κακό τέλος (άλλωστε ποια ποιήτρια έχει καλό τέλος; Painting by Lucy Campbell)   




Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΓΡΑΠΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ, Ο ΑΦΕΛΦΟΣ ΜΟΥ ΚΛΑΙΕΙ ΚΙ ΕΓΩ ΣΑΣ ΥΠΟΣΧΟΜΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΤΡΟΦΗ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΝΕΡΑ, ΠΟΥ ΚΥΛΟΥΝ ΟΠΩΣ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ:
IN MEMORIAM I
Θυμάμαι τότε που ξεκινούσαμε από τη Θεσσαλονίκη για να πάμε στην Κοντοβάζαινα, στην Αρκαδία, για να επισκεφτούμε τον παππού και την γιαγιά, αλλά και τον θείο, την θεία και την ξαδέλφη μου τη Δώρα, όταν έπρεπε να περάσουμε τον Αχλαδόκαμπο που είχε όλο στροφές, εγώ άρχιζα να ανυπομονώ, ανακατευόμουν και γκρίνιαζα, πόσο ακόμα μπαμπά ρωτούσα, στην επόμενη στροφή απαντούσε αυτός, όμως περνούσαμε την επόμενη στροφή και δεν φαινόταν το χωριό, μα πού είναι η Κοντοβάζαινα ξαναρωτούσα, να τώρα στην επόμενη στροφή θα την αντικρίσουμε, απαντούσε πάλι αυτός και χαμογελούσε. Μην στεναχωριέσαι μπαμπά, σου το υπόσχομαι εγώ τώρα, στην επόμενη στροφή θα δούμε την Κοντοβάζαινα με τα πλατάνια και τα πολλά νερά, που κυλούν όπως το αίμα στις φλέβες.

IN MEMORIAM IΙ
Το σύμπαν στο νεκροτομείο είναι λευκό. Φοράει ρίγες και έχει τους δικούς του κανόνες. Ο δίσκος του φαγητού περιέχει απαραίτητα ζελέ. Το βλέπω επάνω στο τραπέζι ροζ και αραιό, όπως ο χρόνος εδώ μέσα. Ο μπαμπάς διηγείται ιστορίες, γραπώνεται από τις λέξεις, ο αδελφός μου κλαίει, κι εγώ σ’ αγαπώ του λέει τότε ο μπαμπάς και του χαϊδεύει το κεφάλι με το χέρι που έχει τον ορό. Μόνο σε παρακαλώ όχι κλάματα. Μιλάει για το παρελθόν ζωντανά, βλέπουμε την κονσέρβα που ανοίγει το μεγαλύτερο παιδί να γυαλίζει, το μαχαίρι να κόβει το μέταλλο, την μπομπότα να ξεπροβάλει μέσα από το σακίδιο, η κονσέρβα είναι του Ερυθρού Σταυρού, το βοδινό που περιέχει είναι λίγο, το παιδί μοιράζει σε ίσα μερίδια το ψωμί με ένα μικρό στεφάνι κρέατος επάνω του. Ποτέ, λέει ο μπαμπάς, δεν έφαγα κάτι τόσο νόστιμο, όσο εκείνη η μπομπότα με το λίγο κρέας από κονσέρβα. Η νοσοκόμα πλησιάζει. Φάτε το ζελέ αν θέλετε, προτείνει. Όμως ο μπαμπάς είναι χορτάτος πια.

IN MEMORIAM IΙΙ
Ο μπαμπάς μου υπήρξε ένας παλαιάς κοπής γιατρός, από αυτούς που ψηλαφούν το ανθρώπινο σώμα και νιώθουν κάτω από τα δάχτυλά τους το πρόβλημα, από αυτούς που τις περισσότερες φορές πληρωνόταν με αυγά ή φρούτα, από αυτούς που εκτός από παθολόγοι και καρδιολόγοι ήταν ταυτόχρονα και ψυχοθεραπευτές.  Από αυτούς που άγγιζαν, από αυτούς που συμπονούσαν. Δεν υπήρξε ποτέ ούτε πλούσιος, ούτε διάσημος, όμως όταν έλεγα το επίθετό μου, πέντε στους δέκα ανθρώπους με ρωτούσαν, αν ήμουν κόρη του και είχαν να μου αναφέρουν ένα καλό, που τους είχε κάνει. Την περίοδο που είχαμε μείνει μόνοι, τον θυμάμαι να μαγειρεύει μία ντοματόσουπα δικής του επινόησης. Έκοβε ντομάτες και μέσα έριχνε λαχανικά, ρύζι και ό,τι άλλο ήταν διαθέσιμο στο ψυγείο. Το μείγμα πάντα έκρυβε μία έκπληξη, τις περισσότερες φορές όχι τόσο ευχάριστη. Έτρωγα πάντα όμως τη σούπα που μου μαγείρευε. Ίσως αυτό που θα μου λείψει περισσότερο είναι η ντοματόσουπα αυτή.

IN MEMORIAM IV
Στο Γυμνάσιο φύγαμε από την Κοντοβάζαινα και πήγαμε να μείνουμε μόνοι στον Πύργο. αφηγείται ο μπαμπάς. Ο θείος Γιάννης είχε μαγειρέψει φασολάδα και την είχε βγάλει στο περβάζι να κρυώσει. Όταν ήρθε η ώρα του φαγητού, είδαμε μια παχιά στρώση μυρμηγκιών επάνω στην επιφάνεια της σούπας. Πεινούσαμε πολύ και το φαγητό ήταν πάντα λιγοστό. Με ένα κουτάλι αφαίρεσα τα μυρμήγκια και καθίσαμε στο τραπέζι. Ο γιατρός κοντοστέκεται στην πόρτα και ακούει. Αύριο κύριε Κουτσουμπέλη, του λέει. Όλα θα παν καλά. Εσύ τι θα έκανες στη θέση του, τον ρωτάει ο μπαμπάς. Θα έτρωγα την φασολάδα, απαντάει ο γιατρός. Με ή χωρίς μυρμήγκια.
(IN MEMORIAM, από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2016)

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ: ΣΧΟΛΙΑ για τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ και τη ΣΥΛΛΟΓΗ από το Μάριο Μιχαηλίδη την Ελένη Χωρεάνθη και τη Διώνη Δημητριάδου

β] ΕΙΧΑΜΕ ΠΑΓΙΔΕΥΤΕΙ Σ’ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΑΡΑΒΙ ΠΟΥ ΟΛΟ ΕΠΛΕΕ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΩ (αποσπάσματα από την κριτική του Μάριου Μιχαηλίδη)
Όσοι τυχαίνει να παρακολουθούν την πορεία της Χλόης Κουτσουμπέλη εύκολα αναγνωρίζουν ότι η ποιήτρια βρίσκεται ήδη στο μεταίχμιο μιας επίμοχθης και πεισματικής προσπάθειας που άρχισε πολύ νωρίς να αφήνει ολοκάθαρες αποτυπώσεις ποιητικής σοβαρότητας και ευθύνης. Το πρόσφατο ποιητικό έργο της Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης επιβεβαιώνει την ορατή πλέον σε πολλούς ανοδική πορεία που ακολουθεί. Πρόκειται για ώριμους και ολοκληρωμένους ποιητικούς καρπούς… Το έργο Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης διεκδικεί πολλά εύσημα. Και τα δύο μέρη που το συνιστούν -Τα γυάλινα σπίτια και το Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;- συνθέτουν δύο ευδιάκριτες, εν μέρει και εν συνόλω, ποιητικές αφηγήσεις που μεταξύ τους συνδέονται οργανικά. Στην πρώτη, κεντρικός άξονας είναι η μνήμη. Η πικρή και αδυσώπητη μνήμη που δεν ησυχάζει, καθώς ανακαλεί διαρκώς την παρουσία-απουσία προσφιλών κυρίως ατόμων που πέρασαν στην αντίπερα όχθη, αλλά και ατόμων που επέλεξαν να αλλαξοδρομήσουν και να υπερβούν τα όρια του κοινού, μεταξύ αυτών και της φθεγγόμενης φωνής, συναισθηματικού χώρου. Κάποτε, το βασανιστικό κενό των παρόντων-απόντων προσλαμβάνει τη μορφή μιας βασάνου που τροφοδοτείται από το βάρος ενός διαρκώς διογκούμενου πένθους. Όμως, ο ποιητικός λόγος δεν αφήνεται να εκπέσει. Αυτοελέγχεται με τη συνέργεια μιας μεστής γλώσσας, με συνέπεια να παραμένει στις παρυφές του μαύρου και της καταχνιάς, χωρίς όμως ποτέ να αφήνεται σε σπαρακτικές επικλήσεις και άλλα μέσα που υπονομεύουν και συνθλίβουν ακόμη και τις πιο αγνές ποιητικές προθέσεις. Αντίθετα, κι αυτό πιστώνεται στις αρετές της ποιήτριας, μεταβάλλεται σε μια χαμηλόφωνη πένθιμη ποιητική που εκφέρεται με ένα σύνολο υπέροχων εικόνων: Πού και πού χτυπάει την πόρτα ένα κοριτσάκι./Έχει ένα καλαθάκι φράουλες/δεν είναι η Κοκκινοσκουφίτσα./Φάε, μου λέει, είναι ματωμένες/και πασαλείβεται με αίμα. V) ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗ ΓΗΣ:  
          -Ι-
Ο άνδρας στην φαντασίωσή της γέρασε
Πέταξε το μαστίγιο και τα γάντια
κάθεται κουλουριασμένος στην φωτιά
ενώ ο χρόνος
του γλείφει πιστά τα πόδια.
          -ΙΙ-
Η γυναίκα μεγαλώνει
Τα ποιήματα μικραίνουν
Θα πρέπει να παραγγείλει
άλλο μέγεθος πόνου
          -ΙΙΙ-
Τελευταία χτυπούν την πόρτα της
παράξενοι άνθρωποι χελώνες
κουβαλούν λεν
το σπίτι τους στην πλάτη
περπατούν αιώνες
κάποιοι απ’ αυτούς στάζουν νερά
τα σανίδια σαπίζουν
από την υγρασία
Δώσε μας, λένε, ένα κεραμίδι
τους δίνω μόνο ένα βελανίδι
τόσο είναι το αντίτιμο
των στίχων
Κάποιοι ζητούν ένα φτυάρι
Να θάψουμε λένε την ντροπή.
Στην αυλή μετά βρίσκει παιδικά παιχνίδια
ξεσκισμένα αρκουδάκια
πνιγμένα λαγουδάκια με μάτια χάνδρες
κι ένα μουσικό κουτί
μ’ ένα ξεκούρδιστο νανούρισμα.
          -ΙΙΙ-
Μερικές φορές έξω απ’ το παράθυρο
περνάει ένας νεαρός
με μια ζώνη δεμένη σφιχτά γύρω απ’ το λαιμό.
Στο οικοτροφείο περνούσα καλά, της γνέφει
αν εξαιρέσεις τους αλλεπάλληλους βιασμούς,
ένας άλλος σωριάζεται στην τριανταφυλλιά,
την βάφει κόκκινη
στην πλάτη σφηνωμένο ένα μαχαίρι
τραγουδάει για λύκους και μαύρες κουκούλες
μα μία σβάστικα που απλώνεται παντού
          -V-
Μην έρχεστε σε μένα, τους φωνάζω
Διαβάστε την πινακίδα,
είμαι από τη γενιά του ιδιωτικού οράματος
που ομφαλοσκοπεί.
Μα συνέχεια έρχονται άλλοι
χώνονται στους στίχους
μπλέκονται στο αμπάρι
πλημμυρίζουν το κατάστρωμα.
          -VI-
Προχθές ήρθαν χαρούμενοι εκδρομείς.
Κουβαλούσαν μαζί τους σπιτική αρκούδα
Είχαν καλαθάκια με  φαγητό,
στρώσαν καρό τραπεζομάντηλο
τα σώματά τους διάτρητα από σφαίρες.
Ένας απ’ αυτούς ανοίγει ένα κρασί
και της προσφέρει ένα ποτήρι
Πάρε της λέει το νομίζεις για αρχή
αλλά είναι στην πραγματικότητα το τέλος
          -VΙI-
Δεν ξέρει πώς να τελειώσει ένα ποίημα.
ίσως γιατί ποτέ ένα ποίημα δεν τελειώνει
πάπυρος ξεδιπλώνεται στον χρόνο
βούβαλοι χαραγμένοι στις σπηλιές.
Μόνον οι άνθρωποι τελειώνουν.
Ύστερα η γάζα της νύχτας στο οστεοφυλάκιο
μούμιες αναμνήσεις τους τυλίγει
          -VIII-
Πούπουλα,
Πούπουλα στο χιόνι,
Και μόνο η ανάσα σου ζωή

ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΠΟΥ ΔΥΝΑΣΤΕΥΕΙ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ; (αναρωτιέται ο Μάριος Μιχαηλίδης και σχολιάζει):
Εκείνο όμως που κυριαρχεί στις παρουσίες-απουσίες είναι η απώλεια των οικείων και κυρίως του πατέρα. Ένα βίωμα που αναπόφευκτα στιγματίζει τη ζωή ευαίσθητων ατόμων. Οι δεσμοί αίματος, κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, ισοδυναμούν με σωσίβια γι' αυτούς που μένουν και που «απρόσμενα» καλούνται να υπομένουν. Γιατί, ποιος είναι εκείνος που, ενώ ξέρει την αλήθεια για τη μοίρα που δυναστεύει τα ανθρώπινα, δεν αποδιώχνει την ιδέα του θανάτου ακόμη και την ώρα που αυτός κουρταλεί την εξώθυρα του δικού του σπιτιού; Τότε είναι που η ποίηση, σαν αντίστιξη του έσω κόσμου, ντύνεται κατάσαρκα το χρώμα του πένθους. Τότε είναι, που με τη χάρη της ποίησης, το ιδιωτικό μεταβάλλεται σε κοινό δώρημα, καθώς η ομιλούσα φωνή δεν ανασύρει μόνο το δικό της πένθος, αλλά, ανασκαλεύοντας την ψυχή αυτών που γεύονται το δικό της πάθος, ενεργοποιεί, με την τεχνική του ποιητικού αυτοματισμού, τη δική τους ανενεργό ή και υπνώττουσα μνήμη. Και μοιάζει σαν ενορχηστρωτής που στέκεται απέναντί τους και τους καλεί στο όνομα της μνημοσύνης: τους νεκρούς… αυτούς μην τους ξεχνάτε… Θα με προστατεύεις τώρα που πέθανε ο μπαμπάς;/(…). ΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ: 
Ίδια μάτια, ίδια μαλλιά
παρόμοια ελιά στο μάγουλο
Σ’ αυτό το στρώμα
κοιμόταν παιδί το βράδυ ο μπαμπάς,
σ’ αυτό το λάκκο τον έθαβε μωρό
η γιαγιά,
όταν έπρεπε να δουλέψει στο χωράφι.
Ο παππούς χρόνια ράφτης στο χωριό
του ράβει ανυπόμονα κουστούμι
με ανύπαρκτη κλωστή.
Θα με προστατεύεις τώρα που πέθανε ο μπαμπάς;
ρωτώ τον μικρότερο αδελφό
που κοντεύει πια τα εβδομήντα
και φοράει την μύτη του μπαμπά.
Η αδελφή μυρίζει κεφτεδάκια
που τηγάνιζε σαράντα χρόνια πριν,
όταν είχαμε πάει
να την επισκεφτούμε στο χωριό.
Σε θυμάμαι μου λέει
μικρό κορίτσι σε θυμάμαι
να σου απαγορεύει ο πατέρας το ψωμί
κι εσύ να μαζεύεις σε σβώλους ψιχουλάκια
και να τα χώνεις όλα μαζί στο στόμα
από τότε πεινούσες ανυπόφορα.
Η ξαδέλφη ρωτά για τον σύζυγο, για τα παιδιά
δεν ήμουν εκεί όταν πέθανε με φοβερούς πόνους
η μαμά της
και η σιωπή είναι βάραθρο
με κροκόδειλους λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ
και μας κατασπαράζουν.
Μετά το τρισάγιο φεύγουν όλοι μαζί
με ένα μαύρο τρένο που χάνεται στην ομίχλη.
Από πίσω τους ακούω ψαλμωδίες
από μελλοντικές κηδείες.

Τελικά
θάβει κανείς πολλά περισσότερα από έναν πατέρα.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ (που δεν μπορεί να γίνει ανέξοδα):
Το δεύτερο μέρος του ποιητικού βιβλίου της Χλόης Κουτσουμπέλη έχει τον τίτλο Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;  Η Χλόη Κουτσουμπέλη ακολουθεί την ίδια τεχνική, αυτήν της πρωτότυπης ποιητικής αφήγησης. Μόνο που εδώ μετατοπίζει το λεκτικό και αφηγηματικό βάρος σε μια ιδιότυπη σύνθεση ονομάτων και ελλειπτικών μύθων που μεταξύ τους ανταγωνίζονται σε θεατρική επινοητικότητα. Κοινός τόπος όλων αυτών η απώλεια που συνέχει και προωθεί τα επιμέρους.
Εξαρχής δηλώνεται, μέσω της ακουόμενης φωνής, ότι η απόπειρα επιστροφής στην παιδική ηλικία της αθωότητας δεν μπορεί να γίνει ανέξοδα. Πίσω από τις προθέσεις που ωραιοποιούν το χθες, καιροφυλακτεί η γόνιμη αμφιβολία: Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι που όλο έπλεε προς τα πίσω και όταν τελικά φθάσαμε στην καινούργια γη, ανάλαφρος αέρας ανασήκωσε τα κολλαριστά μας φορέματα, τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα, χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε πως ήταν η αθωότητά μας, όπως τα φτερά πεταλούδας ή ένα αλογάκι της θάλασσας και ένας ναύτης είπε είναι η αγάπη κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε σε άλλο αιώνα. (Το παλιό καράβι του καινούργιου κόσμου)

Είναι ολοφάνερη η πρόθεση της Χλόης Κουτσουμπέλη να προκαλέσει τον αναγνώστη να σκεφτεί μήπως η περίοδος της αθωότητας είναι μύθος και αυταπάτη, αφού πολύ νωρίς διεμβόλιζεται από το τραγικό που καραδοκεί και λεηλατεί τη ζωή πολλών ανθρώπων. Ο μύθος αυτός συρρικνώνεται και ξεφτίζει από τις κινήσεις της αξιοζήλευτης δεσποινίδος Εντελβάις Φλέτσερ στο ομώνυμο ποίημα Η ΑΞΙΟΣΕΒΑΣΤΗ ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ ΦΛΕΤΣΕ : 
Μέσα στο δωμάτιο έβραζε καρούλια
και τύλιγε τις μπούκλες η Εντελβάις,
έβαφε το πρόσωπο με ασβέστη
χάραζε τα χείλη που δεν είχε,
μ’ ένα πινέλο ζωγράφιζε τα δάκρυα.
Ω πόσο λυπημένη ήταν η Εντελβάις.
Ύστερα πάλι τα έσβηνε
και χρωμάτιζε χαμόγελα.
Ω πόσο χαρούμενη ήταν η Εντελβάις.
Άλλωστε σε λίγο θα έρχονταν οι κύριοι
θα τους κερνούσε σοκολατάκι με λικέρ
η μητέρα με δάχτυλα γύπα
παραμορφωμένα από δαχτυλίδια στις αρθρώσεις
θα άναβε τα κεριά στα κηροπήγια
κι ένα γραμμόφωνο θα έπαιζε γλυκά.
Ω πόσο όμορφη θα ήταν η ζωή της Εντελβάις
αν είχε μόνο ένα πιάνο
κι ένα νυφικό με ουρά
που να σέρνεται φολιδωτό πάνω στα πλακάκια
κι αν ο κύριος Στήβενς με την περούκα του
φωλιά γι’ αυγά ψύλλων
δεν την πονούσε τόσο
όταν της ζητούσε να διαλέξουνε κρασί
απ’ το κελάρι του
κι ο κύριος Τζέφερσον
που δεν έβγαζε ποτέ τα γάντια
δεν είχε την παράξενη συνήθεια
να την γυρνάει μπρούμυτα
(ψιθύριζαν ότι το ίδιο έκανε και με τον σοφέρ)
Ω πόσο ευτυχισμένη ήταν η Εντελβάις
όταν έμπαινε στην σάλα με τους φραμπαλάδες της
και όλοι οι άνδρες και μερικές γυναίκες την ποθούσαν
κι αυτή ήταν ατσαλάκωτη
χωρίς τα γεροντικά δάχτυλα να αυλακώνουν το κορμί της
και όταν όλοι έφευγαν
και μέσα από το παντζούρι
ξεχυνόταν το χλωμό φως του φεγγαριού
αυτή κουλουριαζόταν στην μικρή του κούνια.
Ήταν αξιοζήλευτη η Εντελβάις.
Όπως οι πεταλούδες που καίγονταν γύρω απ’ το κερι
και με τις στάχτες τους πασάλειβε το πρόσωπό της.
Κοινός εκθέτης όλων των ποιημάτων της συλλογής είναι το μοτίβο της απώλειας που, όπως εξαρχής ειπώθηκε, συνδέει οργανικά τα δύο μέρη. Εκείνο που ξαφνιάζει ευχάριστα, εκτός όλων των άλλων, είναι ο ποιητικός λόγος της Χλόης Κουτσουμπέλη. Τα ζεύγματα, κυρίως, των αναφορικών και των προσδιοριστικών λέξεων, τα σημαινόμενα και τα σημαίνοντα, χαρακτηρίζονται από ευφυέστατες και όλως απροσδόκητες συλλήψεις, που καθόλου δεν εμποδίζουν αλλά ευκολύνουν την πρόσληψη. Σ’ αυτό συνεισφέρουν το εξαίρετο μίγμα ποίησης και αφήγησης, τα πρόσωπα, τα σκηνικά και οι «ανατροπές» που προκαλούν την αίσθηση εσωτερικών λειτουργικών αναδιπλώσεων.

β] ΣΤΗ ΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΔΑΝΤΕΛΑΣ (αποσπάσματα από την κριτική της Ελένης Χωρεάνθη)
Ο λόγος της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι απλός, καθαρός, χωρίς εξάρσεις, ρέει ποιητικά με απαλούς ρυθμούς και εσωτερικούς διαλόγους ακολουθώντας την εξέλιξη της δράσης. Είναι χαρακτηριστικό το πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο: «Αν κάποτε βρεθείς», που μιλάει σε κάποιον απόντα και με εύσχημο τρόπο τον διαβεβαιώνει ότι δεν τον ξέχασε:
«Αν κάποτε βρεθείς σε ξένη γη
 χειμώνα με ομίχλη
και την υγρασία ψόφιο όρνεο
κάτω απ’ το σακάκι
διασχίζεις έρημα χωράφια
και συναντάς μόνο σκιάχτρα
που ριγούνε στο σκοτάδι
και δεν υπάρχει δρόμος
 ούτε κορμί
ούτε ένα γερό κονιάκ παρηγοριάς
 να τονώσει τα κόκαλα που τρίζουν
θυμήσου πως σε θυμάμαι
πως πλέκω τις ίνες μεταξύ τους
τα νήματα δένω του χρόνου
υφαίνω το κόκκινο χαλί
στην ζεστή κουζίνα
με την χύτρα να κοχλάζει
το ξύλινο τραπέζι
τη σούπα, το τυρί και το ψωμί
και κάθισε ξανά απέναντι
αφού το μόνο σπίτι
που μοιράζονται δυο άνθρωποι
είναι η μνήμη.

 Δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιεί το «ξύλινο τραπέζι, το τυρί και το ψωμί», στοιχεία λαϊκά, ολοκάθαρα ελληνικά με φόρτιση αιώνων, που αντιπροσωπεύουν βασικά υλικά καθημερινής χρήσης και υπαινικτικά παραπέμπουν σε ό, τι παίρνει μαζί του ο εκλιπών στην «ξένη γη», στην άλλη ζωή. Με πολλούς τρόπους εικονογραφεί την απώλεια, τη μοναξιά, την ερημιά, την εγκατάλειψη που ακολουθεί όταν φεύγουν από τη ζωή αναντικατάστατοι προσφιλείς, ενώ οι συγγενείς είναι τυπικά παρόντες:
«και η σιωπή είναι βάραθρο
με κροκόδειλους λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ
και μας κατασπαράζουν.
Μετά το τρισάγιο φεύγουν όλοι μαζί
με ένα μαύρο τρένο και χάνονται μες στην ομίχλη.
(…) Τελικά
 θάβει κανείς πολλά περισσότερα από έναν πατέρα».

Η ποιήτρια ζει το παρόν της κάθε μέρας, παρατηρεί τα δρώμενα στο φυσικό και στο ανθρώπινο κυρίως τοπίο, σε κάθε ήρωα καρφιτσώνει στο πέτο του το παράσημο που αποκομίζει από την εκμετάλλευση. Ο «Αξιοσέβαστος κύριος Όουεν» π. χ., ο μη ων, ο ανύπαρκτος, στην πραγματικότητα, ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό για να πάρει μαζί του στην άλλη ζωή αποκτά:
Ένα τέλειο όμικρον με διαβήτη.
(…)ένα ακόμα χρυσό δόντι
στην οδοντοστοιχία που αστράφτει»
 Πολύς πόνος και ερημιά υποβόσκει στη σάρκα της ποιήτριας πίσω από τον ήρεμο, απαλό, εκφραστικό, απλό ίσαμε την ειλικρίνεια που αγγίζει τη γυμνότητα που αφήνει πίσω του μια τελεσίδικη απώλεια ποιητικό της τρόπο και τον σιγανό, διακριτικό θρήνο που διαρρέει τους καλοστημένους στίχους της και διαβρώνει την ύπαρξή της περνώντας μέσα από τις σάρκες όλων των ηρώων που τους φορτώνει τα αμαρτήματα όλου του ανθρώπινου γένους.
Στην «Ταυτοπροσωπία της Άννας Ο και της Άννας Κ. Αγνώστων λοιπών στοιχείων»,
Ώστε Άννα Ο. και Άννα Κ.
Η ίδια γυναίκα.
Δεν θα το φανταζόμουνα αυτό.
Γιατί ποια φωτογραφία αιχμαλωτίζει
την πρόσκαιρη τριβή
καθώς μετάξι σε λευκό μηρό;
Κι ύστερα υπάρχει διαφορά αιώνων.
Η Άννα Κ. φοράει άσπρα
ποτέ όμως μακριά φουστάνια.
Σπάνια συστήνεται με το όνομά της
Μιλάει συχνά με αινίγματα.
Ζει στη ραφή της δαντέλας.
Τρελαίνεται
Όμως το κυριότερο.
Σχεδόν ποτέ της δεν υπήρξε.
Αφού δεν αγαπήθηκε ποτέ.

γ] Ο ΑΛΛΟΚΟΤΟΣ  αλλά ΠΑΡΑΔΟΞΩΣ ΠΡΟΣΙΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ  προσιτός της Χλόης Κουτσουμπέλη (αποσπάσματα από την κριτική της Διώνης Δημητριάδου)
Είναι η ποίηση απρόβλεπτη, αλλόκοτη, αφύσικη; Αν αυτές οι λέξεις ακούγονται προκλητικές, ας σκεφθούμε αν θα συμβιβαζόμαστε με τις αντίθετές τους: προβλέψιμη, κοινότοπη και φυσιολογική. Μα, σ’ αυτήν την περίπτωση μάλλον το ποιητικό αποτέλεσμα δεν θα μας αφορούσε. Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη ξέρει να αιφνιδιάζει. Ξέρει να προκαλεί με την εικονοπλασία της. Πάνω απ’ όλα ξέρει να προσεγγίζει τον εσώτερο κόσμο του αναγνώστη της και να τον παίρνει μαζί της στη δική της αισθητική και ηθική της ποιητικής της άποψης.
Το βιβλίο της Χλόης, αν και ποιητικό, διαβάζεται σαν ένα αφήγημα με την απόλυτη συνέχεια που απαιτεί ο πεζός λόγος. Με την απαίτηση της μέθεξης όμως προς τον  αναγνώστη της. Η ποίηση αυτή δεν είναι για εύκολες αναγνώσεις. Και για όποιον θελήσει να εισχωρήσει στα δικά της μονοπάτια, η επιστροφή σε ανώδυνες γραφές δεν υπάρχει.
[…]
Αυτό είναι το νυχτερινό τρένο.
Κανείς δεν είδε ποτέ τον οδηγό του.
Όμως εδώ και χρόνια μάτια μου
Δεν υπάρχει άλλο όχημα για μας.

Ανάμεσα στις δύο συλλογές που συναποτελούν τους «ομοτράπεζους της άλλης γης», τα «Γυάλινα σπίτια» και το «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;», υπάρχει μυστική δίοδος, για όποιον πατήσει σωστά πάνω στα σημάδια τους. Η απώλεια με το βάρος της χαράσσει βαθιά τους στίχους της πρώτης συλλογής και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το βιωματικό τους περιεχόμενο. Έχει τον τρόπο να πει τα πράγματα ακριβώς όπως είναι, με μια πιστότητα εικόνων και αισθήσεων, κι όμως τη βλέπουμε καθαρά τη μεταμφίεσή τους, απαραίτητη στον ποιητικό λόγο, που έτσι λειτουργεί η κατάθεσή του διαχρονικά.
 ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ:
Ι.
Την λένε Αντιγόνη και ήρθε να θάψει τον αδελφό της.
Και από πού και ως πού ακούει σ’ αυτό το όνομα;
Έβαλε το σώμα της ασπίδα απέναντι στα βέλη και στα ακόντια του εχθρού;
Έγινε η μάνα και ο πατέρας του, όταν αυτοί τον εγκατέλειψαν;
Ή έφυγε από το σπίτι στα δεκαοκτώ και τον άφησε κι αυτή;
Καλύτερα να την ονομάσετε Άννα ή Μαρία.
Και ετοιμάστε τις πρέπουσες τιμές για τον νεκρό.

ΙΙ.
Άρχοντα είναι πολύ νέος
-Ναι, με αγαπούσε από καιρό.
Έπαιζε σκάκι μαζί μου εδώ και χρόνια.
-Άρχοντα, του έδινες πάντα τα μαύρα.
-Ναι, αλλά τον άφηνα να παίζει πρώτος.
-Άρχοντα, ήταν στημένη η παρτίδα.
-Και λοιπόν, πότε δεν είναι;
Δεν είναι πάντα στημένη η παρτίδα των θνητών;
Κέρδισε κανείς ποτέ με ρουά ματ και δεν το ξέρω;
-Όμως αυτός μικρός έχασε τη βασίλισσα
ο βασιλιάς έπαιρνε αντικαταθλιπτικά
οι αξιωματικοί δεν ήταν θαρραλέοι
τα άλογα πάλι έτρωγαν πολύ σανό
και έγιναν νωθρά και κακομαθημένα.
-Ναι αλλά ένα πιόνι –αδελφή- έγινε υποκατάστατο Βασίλισσας.
-Αφού το ξέρεις ήταν άχρηστο με πολλές τάσεις φυγής
δυο-δυο δρασκέλιζε συνέχεια τα τετράγωνα
και εγκατέλειψε γρήγορα την σκακιέρα.
-Και τι φταίω εγώ για όλα αυτά;
Δεν κατανέμω εγώ τους συγγενείς.
Απευθυνθείτε στον Ανύπαρκτο Αρμόδιο.
-Άρχοντα είναι πολύ νέος.
-Ναι, θα ζήσουν να τον θυμούνται πολλά χρόνια.

Τα μυστικά περάσματα από την άγνοια στη γνώση, η σοφία συντροφευμένη πια με την οδύνη, αλλά και η συναίσθηση ότι αυτή η απόλυτη πλέον προσέγγιση, του ασαφούς μέχρι πρότινος, αξίζει περισσότερο από όλη την ήρεμη και βολεμένη απόσταση από την αλήθεια. Κυρίως αν έχει όλη αυτή η πορεία αγγίξει τα όρια της αισθητικής απόλαυσης. Σκληρό; Οπωσδήποτε. Αλλά πώς αλλιώς να μιλήσεις για μεγέθη που υπερβαίνουν το ανθρώπινο ύψος;
Ο ΣΤΡΟΒΙΛΟΣ:
 Εμένα ούτε οι νεκροί μου δεν είναι όπως των άλλων.
Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα
ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου
δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα
δεν φορούν μυτερά λουστρίνια
ούτε λευκά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος
δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι μου
ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.

Οι δικοί μου νεκροί κάθονται
μπροστά σ” ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματα της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνονται τότε τα γυαλιά στην μύτη.
Θροΐζει ο αέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες στο πάρκο.

Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.

 Και σκέφτομαι αν ήταν χρώμα αυτό το ποίημα τι θα ήταν; Θα είχε κάτι από το σκούρο πράσινο των φύλλων, εκεί κοντά στο μούχρωμα, να σκιάζει πάνω στο χώμα τον βαθύ του ήχο, να αντιφέγγει πάνω του όλο το μαύρο και το γκρίζο που σέρνουνε τα σύννεφα λίγο προτού να αποσυρθούν. Έτσι θα το ζωγραφίζαμε αφήνοντας στην άκρη τις λέξεις και τον πόνο τους. Γιατί τα χρώματα τη βάφουνε καλύτερα τη βιωμένη θλίψη. Κι έπειτα θα αφουγκραζόμασταν τα ηχοσήματα που στέλνουν εκείνοι που σχολαστικά πληκτρολογούν μηνύματα από έναν κόσμο σιωπηλό, μήπως πιο πολύ (κι από τις λέξεις και τα χρώματα ακόμη) φανεί μια αλήθεια ασήμαντη, μα απόλυτη, λυτρωτική: καθένας μας με τους δικούς του που αναχώρησαν κάνει παιχνίδι, γιατί με τη φυγή τους άλλαξαν μορφή, και πια μας μοιάζουν τόσο.
 Ίσως για τη βίωση της απώλειας τα σκηνικά να είναι απαραίτητα, όπως στο θέατρο ή στον κινηματογράφο, που ξέρεις ότι όλο αυτό είναι στημένο και ψεύτικο, και όμως κλαις. Τη θλίψη την υποδυόμαστε, κατάσαρκα ντυνόμαστε το ρούχο της και με την αμφίεση αυτή πορευόμαστε. Κι εδώ, στην ποίηση, όλα τα βλέπεις, αρκεί να ανασηκώσεις λίγο την κουρτίνα που επιμελώς τα σκεπάζει. Γι’ αυτό πιστεύω πως η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι απολύτως προσιτή παρά τις μεταμφιέσεις της. Κάτω από κάθε μάσκα που βάζει στα πρόσωπα και στα πράγματα ανακαλύπτεις τον εαυτό σου. Όχι τις ιδέες σου, όπως σε άλλους ποιητές, μα το ίδιο σου το πρόσωπο. Και αυτό δεν είναι σύνηθες στον κόσμο της ποίησης. Τελικά αυτή η ποιήτρια είναι δική μας.
ΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΠΟΡΤΕΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΝΤΕΛ:
Στην οικογένεια μου είμαστε όλοι πορτρέτα.
Ζούμε γαντζωμένοι από καρφιά.
Με πρόσωπα χλωμά και μάτια μαύρα
μαλλιά σε κότσο και παλαιομοδίτικα φουστάνια
σακάκια που μυρίζουν πράσινο σαπούνι.
Καθώς είμαστε κρεμασμένοι σε τοίχους
που χρειάζονται σοβάτισμα,
έξαφνα κάποιος ερωτεύεται
η κορνίζα του ραγίζει
και κυλάει στο πάτωμα.
Στον τοίχο εμφανίζεται τετράγωνος
ο λεκές της απουσίας.
Ύστερα από λίγο κάποιοι τον ανασύρουν
τον αποκαθιστούν στην αρχική του θέση.
Μόνο τα μάτια του για λίγο αλλάζουν χρώμα.
Μπορεί όμως να ’ναι κι απ’ την υγρασία

Η ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΟΥΙΝΟΝΑ ΡΕΪΤΣΕΛ, ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ ΜΕ ΚΑΚΟ ΤΕΛΟΣ (άλλωστε ποια ποιήτρια έχει καλό τέλος;)

Ο μπαμπάς μου είχε κακό γούστο στα σπίτια, στα αυτοκίνητα και τις γυναίκες. Έτσι όταν μέναμε μόνοι, αφού μας εγκατέλειψε η μητέρα, ήμασταν αναγκασμένοι να αλλάζουμε διάφορα σπίτια, το ένα πιο αλλόκοτο από το άλλο. Άλλα είχαν την καμινάδα στην μέση του σαλονιού, σε άλλα το τζάκι ήταν μέσα στην τουαλέτα και κάπνιζε, υπήρχαν σπίτια με οδοντοστοιχίες στα παντζούρια που ανοιγόκλειναν επικίνδυνα και άλλα που μας ρουφούσαν μέσα στους μαλακούς τους τοίχους. Για τα αυτοκίνητα έχω να πω τα εξής: ο μπαμπάς ποτέ δεν μπόρεσε να εξημερώσει αυτοκίνητο, παρέμεναν όλα άγρια και μας δάγκωναν όταν καθόμασταν  στα καθίσματα ή κλωτσούσαν όταν ανοίγαμε την πόρτα. Μάλιστα ένα από αυτά, μία παλιά Κάντιλακ, απογειώθηκε μέσα στη νύχτα και χάθηκε μες στην ομίχλη. Θα μπορούσα ωστόσο να του συγχωρήσω τις κακές επιλογές στα σπίτια και στα αυτοκίνητα, έτσι κι αλλιώς εκείνη την εποχή μεγάλωνα και μίκραινα όλη την ώρα, με αποτέλεσμα να έχω άλλες μπλούζες για το πρωί και άλλες για το βράδυ και δεν υπήρχε τίποτα σταθερό, αφού και ο Μάκης, ένα χρόνο μεγαλύτερός μου, σπάνια μου χαμογελούσε, όταν διασταυρωνόμασταν στο τούνελ, παρόλο που θα έγραφα τουλάχιστον τρία ποιήματα γι’ αυτόν και ένα από αυτά θα έμπαινε αργότερα στην πρώτη ποιητική μου συλλογή, ενώ αυτός θα έφευγε στην Αμερική χωρίς να μάθει τίποτε ποτέ. Αυτό όμως που με παίδευε πιο πολύ απ’ όλα ήταν οι γυναίκες που διάλεγε ο μπαμπάς μου. Ήταν καλές γυναίκες, σχεδόν κανονικές, υπερβολικά όμως συναισθηματικές, στα όρια της υστερίας, ένιωθαν συμπόνια συνήθως για μένα και προσπαθούσαν να είναι φιλικές, όμως όλες είχαν κάτι στραβό, άλλες φορούσαν πολύ στενά φορέματα που σκίζονταν συνέχεια με θόρυβο, άλλες έβαφαν πολύ έντονα τα μάτια και τα χείλη τους και όταν ζεσταίνονταν η μπογιά κυλούσε στο πρόσωπό τους και το μουντζούρωνε ολόκληρο, άλλες ήταν πολύ παχιές και αγκομαχούσαν στα σκαλιά και άλλες πολύ αδύνατες και έτρωγαν μόνο ένα παξιμάδι βουτηγμένο στο νερό. Ο μπαμπάς  μου παντρεύτηκε την τελευταία στη σειρά και δεν έκανε παιδιά μαζί της. Νομίζω πως έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα ως τη στιγμή που κάποιος έκοψε μ’ ένα ψαλίδι το νυφικό και όλα της τα φορέματα στην ντουλάπα. Δεν ξέρω λεπτομέρειες γιατί είχα ήδη μεγαλώσει και εγκατασταθεί στο τωρινό μου σπίτι, το πιο αλλόκοτο, το πιο αφύσικο, το πιο απρόβλεπτο από όλα, την ποίηση. 


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΑΤΟΦΙΟ ΤΟΝ ΣΠΑΡΑΓΜΟ, ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ-ΑΠΟΥΣΙΑΣ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΩΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΠΑΥΣΕΙΣ:
Αν η Σέξτον, διεκδικεί το δικαίωμα στο ουρλιαχτό, αποκαλύπτει «οικογενειακά μυστικά», κάνει χρήση «αντιποιητικών» λεπτομερειών του γυναικείου σώματος, παραμένοντας ώς τέλους ένα κορίτσι πληγωμένο που ζητά την προσοχή και την αγάπη όσων την περιτριγυρίζουν, η Θεσσαλονικιά ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη, στο νέο της ποιητικό βιβλίο «Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», κινείται ακριβώς αντίστροφα, δίνοντας αγάπη και χώρο στον άλλον, στην πραγματική και στην παραμυθητική του έκφανση.
Η Κουτσουμπέλη στο νέο της βιβλίο, επαναπροσδιορίζοντας εκ νέου τις προτεραιότητές της και τη σχέση της με το υπαρκτό και με την απώλεια, τοποθετεί στη θέση της απουσίας του «άλλου» το ίδιο το ποίημα και κυρίως την αφήγηση-εκφώνησή του. Ένα ποίημα που όχι μόνο φέρει το παράπονο και ίσως τη γλύκα του βλέμματος ενός ζωντανού ανθρώπου, αλλά κινούμενο πέρα από τη νοσταλγία, με τρόπο αιχμηρό και ευθύβολο, στοχεύει στο δόξα πατρί του κόσμου.
Συμπληρώνοντας επαναληπτικά το κενό με την ανάδυση της φωνής, με τα ηχοχρώματα, τη θέρμη της και την αμεσότητα της συγκεκριμένης απεύθυνσής της. Χωρίς να πετυχαίνει πάντοτε τον στόχο στο κέντρο, θα λέγαμε πως τον πλευρίζει με τρόπο γνήσιο και απέριττο, συμπυκνώνοντας και ξετυλίγοντας τα αλλόκοτα και απρόβλεπτα παραμυθο-ποιήματά της σαν ένα κουβάρι πλάι στο τζάκι.
Ποιήματα που καρφώνονται μέσα μας και μεταφέρουν ατόφιο τον σπαραγμό, αφήνοντας τα ερωτήματα της παρουσίας-απουσίας να λειτουργούν και ως μουσικές παύσεις.
 [απόσπασμα από κριτικό σημείωμα του Πέτρου Γκολίτση που με τίτλο «Διαθέσεις και Κλιμακώσεις Μεταμορφώσεων», δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών 24/03/2017 

ΠΟΡΤΕΤΟ ΜΙΑΣ ΚΑΘΙΣΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΣΜΙΘ:
Γιατί καθιστή;
Ποια πράξη σου έμεινε μισή
πριν σε αιχμαλωτίσει το πινέλο;
Και γιατί ημιτελής, θαμπή
ατελής σχεδόν
στο κουκούλι του μυαλού του;
Άραγε ο άνδρας που σε δημιούργησε
σ’ αγάπησε ποτέ;
Την βραχνή κραυγή του φόβου
Την σπειροειδή λαχτάρα;
Πόσο εύκολα άραγε ο ζωγράφος σε παράτησε,
για να ολοκληρώσει το επόμενο πορτρέτο
που με πιο ζωηρά χρώματα

διεκδίκησε την τότε προσοχή του;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου