Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΑΜΗΧΑΝΟΙ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΚΑΠΝΙΖΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΝΑ ΦΟΒΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ (και χρησιμοποιούμε την ποίηση κάνοντας σήματα καπνού στο πουθενά):

«Μου έλαχε βιαστική ψυχή / Ήθελε να προλάβει πρώτη να φύγει στην  εκκίνηση / Δεν περίμενε την πιστολιά του αφέτη / Είχε  ακούσει ήδη τη γενέθλια πιστολιά της Πρέβεζας / Εκτινάχθηκε απ’ τη βαλβίδα ασφαλείας να κόψει πρώτη το νήμα της ζωής / Να σπάσει το φράγμα του ήχου της ήττας». Είναι η ΒΙΑΣΤΙΚΗ ΨΥΧΗ (σελ. 12), ένα κομβικό ποίημα στη συλλογή του Θωμά Ιωάννου ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 15 που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν το 2011. Στο άκουσμα της «γενέθλιας πιστολιάς της Πρέβεζας» η εμφανής αναφορά στον απόηχο του άδοξου τέλους Καρυωτάκη είναι μια πρώτη κιόλας ένδειξη για ένα από τα βασικά στοιχεία της ποίησης του Ιωάννου.  Έχουμε εδώ –και όχι μόνο σ’ αυτό το ποίημα - τη σκιά ενός  «Καρυωτάκη» με όλα τα σημαινόμενα του ονόματος και της εποχής του αλλά επιφορτισμένο επιπλέον  με την ανασφάλεια, τον φόβο, την αμηχανία και την κυνικότητα της δικής μας εποχής. Μια εποχή, για την οποία ο Ιωάννου, έχει να μας πει πολλά με το δικό του τρόπο.  Ενδεικτικό παράδειγμα το ποίημα ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ, με το οποίο κλείνουμε αυτό το εισαγωγικό σημείωμα: «Όταν ο χρόνος που μου δόθηκε χτυπήσει το χέρι στα τραπέζι / ζητώντας τα ρέστα του / με τι ύψους αποτυχίας επιταγή θα τον πληρώσω; / Όμως μόνο τοις μετρητοίς εξοφλείται ο καιρός / Με ήττες πολλών μηδενικών  και με ζεστό ρευστό αίμα / το πιο σκληρό του κόσμου νόμισμα / Αλλιώς χωρίς πρόσωπο στην αγορά / προσημειώνεται η ύπαρξή σου / και βρίσκεσαι υπόχρεος μιας αλυσίδας αποτυχιών / χρεώστης απογοητεύσεων / οφείλοντας να κομίζεις διαρκώς εγγυήσεις της ανεπάρκειάς σου / Στερούμενος ακόμη και του δικαιώματος να εξαργυρώσεις / εδώ και τώρα / το δικό σου μερτικό στη συντριβή» (από τη σελ. 18) ART by rothko painting


ΕΠΙΔΕΞΙΟΙ ΣΚΙΕΡ ΤΕΧΝΙΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΙΧΟΥ που ΑΡΓΑ ή ΓΡΗΓΟΡΑ ΠΕΦΤΟΥΝ ΣΕ ΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΓΚΡΕΜΟ:
Σε αρκετά ποιήματα της συλλογής Ιπποκράτους 15 βρίσκουμε στίχους του Θωμά Ιωάννου που σχολιάζουν αυτή την ίδια την περιπέτεια της συγγραφής τους η οποία, αν δεχτούμε τα στάδια που περιγράφονται στο ακροτελεύτιο ποίημα ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΕΛΙΚΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ (βλέπε παρακάτω), είναι επίπονη, επίμονη και επώδυνη άσκηση με αμφίβολα αποτελέσματα και εντελώς αβέβαιη την τελική έκβασή της, αφού «στο τεστ ευφυούς ζωής έδινε πάντα λευκή κόλλα. Έτσι έμεινε στάσιμος στην ίδια την ποίηση» (Λευκή Κόλλα σελ. 19). Και σ’ άλλα της συλλογής ποιήματα εντοπίζουμε θέματα ποιητικής με σχόλια για τον ποιητή ή το ίδιο το ποίημα. Έτσι, για παράδειγμα το ποίημα ορίζεται ως «ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης με θαλάμους αερίων από τις αναθυμιάσεις της πάλαι ποτέ ψυχής» (Στρατόπεδο συγκέντρωσης σελ. 27) ενώ  ο Δίχως Μέλλον Ποιητής τραγουδάει «παράφωνα όνειρα… υπό το σεληνόφως» (σελ. 29) ξέροντας ότι «το ποίημα αυτό που ζει δεν θα τελειώσει με λέξεις» (Υποσημείωση σελ. 34). Η Αυτοψία (σελ. 13), όταν πια θα τον περισυλλέξουν πνιγμένο, αυτόν που θέλησε να περπατήσει  πάνω στη θάλασσα των λέξεων, επιβεβαιώνει το φαύλο κύκλο της περιπέτειας του ποιητή: «Σαν το χταπόδι τον χτύπησαν να μαλακώσει κάπως η ψυχή του. Αλλά αυτός δεν έβγαλε απ’ το στόμα του την τελευταία του λέξη.  Δεν έλεγε να καθαρίσει από τη στερνή του επιθυμία… Ανάμεσα στα δόντια του πεισματικά κρατούσε ένα κοχύλι από κείνα που μάζευε παιδί. Ενθύμιο των βυθών φυλαχτό για όσους θέλησαν να περπατήσουν πάνω στη θάλασσα».   Σ’ όλα αυτά γίνεται φανερή η ανασφάλεια του ποιητή, η οποία υποδηλώνεται από την αρχή με το μότο του Λεοντάρη που ανοίγει το σύνολο της συλλογής «να απελπιστώ λοιπόν ας έχω αυτό τουλάχιστον το θάρρος» (Βύρων Λεοντάρης) και επιβεβαιώνεται με τα συμπεράσματα στο τέλος της συλλογής που καθόλου βιαστικά δεν είναι «τώρα πια είναι ένας ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΕΛΙΚΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ:
Έβλεπε τα συμπτώματα
Αλλά παρίστανα τον υγιή

Με πνεύμονες σταχτοδοχεία ονείρων
Δεν μπορούσα να πάρω τα χέρια μου
Στις ανηφόρες των λέξεων
Μ’ έπιανε τσιγαρόβηχας
Κι έφτυνα αίμα
Να αρθρώσω ένα φωνήεν

Μου ’βγαινε η γλώσσα
Κι απ’ τη γλώσσα με έσερνε η ποίηση
Σε νεκροτομεία παθών
Να αναγνωρίσω τις απώλειες μου

Και τα λευκά χάρτινα κύτταρα
Να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεκτα
Καταλαμβάνοντάς με
Εκ μυελού οστέων

Είχε αρχίσει η αμφιβολία να μεθίσταται
Να εξουδετερώνει κάθε ζωτικό μου ψεύδος

Έπεσα έξω στη διάγνωση της ζωής
Βγάζοντας βιαστικά συμπεράσματα
Ερεθισμένος από την αυθεντία της ευφυΐας
Σε μόνιμη διάσταση με την κλινική εικόνα
Και ήταν ήδη πολύ αργά όταν έπαψα
Να κλείνω τα μάτια στη θνητότητά μου

Τώρα πού είμαι πια
Ένας ποιητής τελικού σταδίου
Ποια ευθανασία ψυχής
Θα με λυτρώσει;

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΥΝΙΑ ΥΠΕΡΒΑΡΟΙ ΣΕ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΞΕΝΕΣ ΜΑΣ ΤΡΕΧΟΥΝ ΤΑ ΣΑΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΝΟΣΤΙΜΟ ΘΑΝΑΤΟ:
Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής του Θωμά Ιωάννου είναι οι πεσιμιστικές εμμονές του που ενισχύονται από τις πολλές υπαινικτικές ή μη αναφορές στον κατ’ εξοχήν διδάξαντα την απαισιοδοξία  Κώστα Καρυωτάκη. Ο Καρυωτάκης πρωταγωνιστεί άμεσα ή έμμεσα  σε πέντε τουλάχιστον ποιήματα, με την σκιά του να επιβαρύνει και να σκεπάζει κι άλλα. Από το ποίημα Βιαστική Ψυχή, όπου εκπυρσοκροτεί «η γενέθλια πιστολιά της Πρέβεζας» και το ποίημα Εκπυρσοκρότηση, όπου ο ποιητής περισυλλέγει «επιζήσαντα τραύματα, συντρίμμια μιας λάμψης» έως την ΠΡΕ(ΒΕ)ΖΑ ΘΑΝΑΤΟΥ: Δώστε μου λίγη Πρέ(βε)ζα θανάτου της σελ. 56. Επιρροές από τον Κάφκα και από την ιατρική  (μάχιμος ιατρός νευρολόγος στην επαγγελματική του ζωή) συνθέτουν ένα ιδιόμορφο μείγμα ποιητικής τέχνης με αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά: «Ξέρω, δε θα βρεθεί αντίδοτο στο δηλητήριο της ύπαρξης. Φαρμακωμένοι θα φεύγουμε από την ξενιτειά του κόσμου» (σελ. 41) «Έτσι και τα φιλιά μας πικρίζουν κάποτε. Είναι τότε που τα λόγια μας σταλάζουν τη μελάνη τους στους βλεννογόνους της νύχτας…» για να κλείσει με τον στίχο: «Έστω μια απλή περιποίηση τραυμάτων»!.. (Πρώτες Βοήθειες σελ. 41) «Με τη γλώσσα μαζεύουμε ψίχουλα νόστου από το χώμα. Μας τρέχουν τα λόγια. Σαλιαρίζουμε με αλληγορίες αλλά δεν μπαίνουμε στο ψητό» (Μας τρέχουν τα Λόγια σελ. 53).  Εύθραυστο στα χέρια του ποιητή «Το Παιχνιδάκι της Ζωής» κινδυνεύει  ανά πάσα στιγμή να το κάνει συντρίμμια κομμάτια:  «Παραλήπτης ενός δώρου που ακόμα δεν μου επιτρέπεται να ανοίξω. Χρειάζεται να φτάσω στην ηλικία που θα μπορώ να αναλάβω τις ευθύνες μου έναντι των παραλείψεων του Θεού… Δεν βρίσκω ησυχία στις θέσεις των θεατών. Θα παραφυλάω να κοιμηθούν οι φύλακες. Να δοκιμάσω τον απαγορευμένο καρπό. Μια μέρα θα πάρω το παιχνιδάκι της ζωής στα χέρια μου και θα το σπάσω (Το Παιχνιδάκι της Ζωής από τη σελ. 35). Είναι μια κατά συνθήκη πραγματικότητα που κάνει δύσκολη υπόθεση την ενασχόληση με την ποίηση. Γι’ αυτό είναι αναγκαία κι απαραίτητα τα ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ (σελ. 26):
Πες στα ποιήματα
Να μην κάθονται πολύ στον ήλιο

Μαυρίζουν μαυρίζουν οι στίχοι
Και τα λευκά περιθώρια
Στενεύουν κόκκινα
Από την αγωνία των εγκαυμάτων

Ζήσε επιτέλους υπό σκιάν
Ή έστω βάλε ένα αντηλιακό
Προστάτευσε στοιχειωδώς τον εαυτό σου
Γιατί αυτή η τρύπα της ψυχής
Μέρα τη μέρα μεγαλώνει

Και πώς θα απορροφηθεί
Όλη αυτή η φωτοχυσία ζωής;
Όλη αυτή η σπατάλη του θείου;

Τι θα σταθεί ηθμός
Του υπεριώδους τρόμου;

Τώρα που ανακαλύψαμε
Ότι τα σημάδια στο σώμα μας
Άλλαξαν χρώμα και μέγεθος
Και προβάλλουν ως τίτλοι τέλους
Ενδιάμεσα ο Ποιητής, διάτρητος έστω από λάθη, συνεχίζει να ζει και, παροδικά τουλάχιστον, να εμφανίζει κάποιες αναλαμπές αισιοδοξίας. Αρνιέται να παραδοθεί άνευ όρων «να σηκώσει τα χέρια σ’ αυτό που λέμε ζωή»! Οπλίζει «τα  κοντόκαννα λόγια του μήπως σημαδέψουν σωστά»… Όμως «τα λόγια ποτέ δεν βρίσκουν στόχο, ξώφαλτσα περνούν απ’ τις ψυχές» (από το ποίημα με τον ευρηματικό τίτλο ΜΕΛΛΟΖΩΝΤΑΝΟΣ σελ. 54)  Τα παραπάνω συνδυασμένα με την αμηχανία συναντώνται στο ποίημα ΑΜΗΧΑΝΟΙ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ (σελ. 46), μια (αποσπασματική εδώ) καταγραφή της πραγματικότητας έτσι όπως τη συλλαμβάνει η ποιητική ευαισθησία του Θωμά Ιωάννου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η έμπνευσή του απομονώνει κάποια παραδείγματα από την αμηχανία των ανθρώπων να επικοινωνήσουν πραγματικά χωρίς προσχήματα, χωρίς φόβους, μάσκες κλπ. Το αν η άποψη που διαχέεται είναι υπερβολική ή δεν αντιστοιχεί με τη δική μας αντίληψη για την πραγματικότητα των ανθρωπίνων σχέσεων είναι ένα ενδιαφέρον ζητούμενο που δεν αναιρεί τις ποιητικές ή φιλοσοφικές προεκτάσεις του όλου θέματος. Γιατί, όπως ο ίδιος ο ποιητής αποφαίνεται σ’ άλλο σημείο  «ίσως μόνο η ποίηση μπορεί» με τα σκουριασμένα εργαλεία της να καταγράψει πτυχές της πραγματικότητας:
Δεν ξέρουμε
Τι να κάνουμε
Το στόμα και τα χέρια μας
Και καπνίζουμε τον ένα φόβο
Πάνω στον άλλο

Δεν ξέρουμε
Να μιλάμε και να γράφουμε
Και χρησιμοποιούμε την ποίηση
Αυτή τη διάλεκτο των νεκρών
Κάνοντας σήματα καπνού στο πουθενά

Δεν ξέρουμε
Να φιλάμε και ν’ αγγίζουμε
Κι έγινε η αγάπη
Στάχτη που τίναξε
Απ’ τα ρούχα του ο Θεός

ΕΝΑ ΕΞΩΤΙΚΟ ΩΔΙΚΟ ΠΤΗΝΟ ΠΙΑ ΣΤΟ ΧΡΥΣΟ ΚΛΟΥΒΑΚΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΠΑΠΑΓΑΛΙΖΕΙΣ ΟΝΕΙΡΑ:
Στο ποίημα με τον σημαίνοντα τίτλο Παπαγαλία Ονείρων (σελ. 49)  αναφέρονται και σχολιάζονται –με διάθεση σατιρική και, παρόλο το δεύτερο πρόσωπο, αυτοαναφορική- στοιχεία της ταυτότητας του ποιητή και του ρόλου του. Μαθαίνουμε, λοιπόν, πως ο Ποιητής είναι «Καταζητούμενος των γραμμάτων, Ένοχος για αντίσταση κατά της Ποίησης»!.. Οι ίδιες οι λέξεις του τον «καρφώνουν» δίνουν, δηλαδή, το στίγμα του στους εχθρούς. Ωστόσο υπάρχουν κι άνθρωποι που θέλουν το καλό του  που «υπερασπίστηκαν με θέρμη την αθωότητα της ενοχής του». Τον κρύβουν στα περιοδικά και τα βιβλία, μεταποιούν τα λόγια του κόβοντας και ράβοντάς τα στα μέτρα τους έτσι ώστε να είναι τελικά η ποίησή του «ένα ακόμα ανώδυνο τραγουδάκι καθαρτικό της μνήμης» και ο ίδιος ο ποιητής  «ένα εξωτικό ωδικό πτηνό πια στο χρυσό κλουβάκι της ζωής που παπαγαλίζει όνειρα». Και το συμπέρασμα; Μάλλον το συναντούμε στο ποίημα «ΜΑΣ ΤΡΕΧΟΥΝ ΤΑ ΛΟΓΙΑ» (σελ.53):
Μας μπουκώσανε με τη ζωή
Με το κουτάλι φάγαμε
Το δήθεν θαύμα της

Από την κούνια υπέρβαροι
Σε προσδοκίες ξένες
Που μας γεννήθηκε μια πείνα
Μας τρέχουν τα σάλια
Για ένα νόστιμο θάνατο

Όμως δεν μας μέλλεται επιστροφή
Ούτε καν νεκρομαντείο του χθες
Από την άλλη πλευρά του τοίχου
Να συνομιλούμε με τους νεκρούς μας
Και να μαθαίνουμε τα τετελεσμένα
Παρά ένα παρόν ανέμελλον
Για να ξεχνιόμαστε που κάποτε
Βιώσαμε έναν πρώιμο κόρο ζωής
Και τώρα τρυγούμε τους χυμούς της

Με τη γλώσσα μαζεύουμε
Ψίχουλα νόστου από το χώμα
Μας τρέχουν τα λόγια
Σαλιαρίζουμε με αλληγορίες
Αλλά δεν μπαίνουμε στο ψητό

ΚΙ ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΣΤΑΛΑ ΣΜΙΞΙΜΟ ΔΕΝ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΦΗ (σχόλια του Πέτρου Γκολίτση για τη συλλογή Ιπποκράτους 15):   
«… Συνοψίζοντας κατά κάποιον τρόπο, τα ποιήματα του Ιωάννου σπιθίζουν από ένα μίγμα μελαγχολίας, ευφυΐας και μιας γλυκιάς ειρωνείας, που προκύπτει τόσο από την ιδιαίτερη απόσταση που διατηρεί από τον εαυτό του, ως δρώμενο και ως αυτόματο, όσο και από τις δυνάμεις και τις εκφάνσεις της εποχής. Μια απόσταση που διατηρείται και είναι διπλή, τόσο ως απόσταση μιας «ψυχής» που μαλακώνει σε σημεία στην πορεία της στο ρευστό του κόσμου (ας την ονομάσουμε απόφαση του νου), και που ίσως το παρατηρεί χωρίς να εφάπτεται απαραίτητα μαζί του, κι από την άλλη μια απόσταση που πιθανώς ριζώνει στα παιδικά βιώματα και την διαμόρφωση του τότε ψυχισμού σε μια τύπου προσκόλληση (ας την χαρακτηρίσουμε αυτή την απόσταση «συναισθηματική»). Έτσι σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε πως ένα μέρος του ποιήματος, αλλά και της συλλογής, προκύπτει από τον νου και ένα υπόλοιπο από την ψυχοσύνθεση, χωρίς όμως να προχωρούν απαραίτητα αυτά τα δύο σε μια διαλεκτική σύνθεση. Πρόκειται για μια ποίηση «τελικά» που έχει τις ρίζες της στον τόπο των παιδικών και εφηβικών χρόνων και μυθοποιείται εν μέρει εκ των υστέρων με απόφαση (εδώ εντάσσεται η «Πρέβεζα» και η μυθολογία του Καρυωτάκη) σε μια κίνηση αντι-αντί-ηρωική, ως αντίποδας δηλαδή στον αντιήρωα του Ελπήνορα του Σεφέρη και του Σινόπουλου, μυθοποιώντας τελικά τους ίδιους τους ποιητές (Καρυωτάκη, Ελύτη και Λεοντάρη) και τελικά την ίδια την ποίηση, ως συμβάν αλλά και ως στάση κοινωνικής ολίσθησης στο «δύσβατο» του κόσμου, που θα αδρανοποιούσε ενδεχομένως τον εν λόγω ποιητή με αυτόν τον νου και αυτή την ψυχοσύνθεση −αν στερούνταν του όπλου-εργαλείου της ποίησης. Έτσι το στοιχείο της μη προσαρμογής και της αποδοχής του «απέναντι», κι από εκεί η ανάγκη της μυθοποίησης των προσώπων, φαίνεται να τον συνοδεύουν εξ αρχής, ως μια καταστατική λύση ενός a priori αδιεξόδου. Μια απόσταση που σε ένα άλλο σάρωμα αποκαλύπτεται και πάλι διπλή, αυτή τη φορά ως αδυναμία «σύνθεσης» κι ως μάκρος . Κι εδώ είναι που εντάσσονται θεωρώ και τα ιδιαίτερα ποιήματα ποιητικής…».

ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΙΣΜΟΝΗ ΕΝΟΣ ΑΔΙΑΛΛΑΚΤΑ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥ (αποσπάσματα από την κριτική της Άννας Αφεντουλίδου  για την ιδιόλεκτο του Θωμά Ιωάννου (δημοσιεύτηκε στη Νέα Ευθύνη το 2004):
«… Θεωρώ ότι ο Θωμάς Ιωάννου, αν και βρίσκεται στην αρχή μιας διαδρομής, η οποία, απ’ ό, τι φαίνεται, θα έχει βάθος χρόνου, ωστόσο έχει ήδη διαμορφώσει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά…  Πρώτ’ απ’ όλα έχει κατορθώσει να αποκτήσει μια προσωπική ιδιόλεκτο με αναγνωρίσιμα ειδοποιά στοιχεία…  Σταθερός και κυρίαρχος πυρήνας της γραφής του είναι η αγωνία. Αγωνία που υποστασιοποιείται με διάφορες μορφές: γλωσσική αγωνία, ποιητική αγωνία, αγωνία για την επικοινωνία που μένει ημιτελής, για τον χρόνο που χάνεται, για την απώλεια της ζωής αλλά με την έννοια της απώλειας μιας ευκαιρίας να καταγράψει το άρρητο, αυτό που δεν κατόρθωσε ακόμη να αποτυπώσει. Ή και γενικότερα να κατορθώσει να αρθεί σε ένα ιδιόμορφο, όπως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται, ύψος των περιστάσεων. Ο φόβος αυτός, κατά κάποιον τρόπο της αποτυχίας του ποιητικού υποκειμένου να ανταποκριθεί σε ένα ρόλο που με κόπο και πόνο και ματώνοντας κατάφερε να αναλάβει ή και κατάλαβε ότι του αναλογούσε ως μοίρα…
Σημαντικό χαρακτηριστικό της ποιητικής του, τόσο εννοιολογικό όσο και υφολογικό, είναι και η αντίθεση. Αξιοσημείωτο είναι πως γύρω από ζεύγη αντιθέτων περιστρέφεται η θεματική και των τίτλων των ποιημάτων της συλλογής Ιπποκράτους 15. Αν κοιτάξουμε τα περιεχόμενα θα διαπιστώσουμε πως οι τίτλοι καταλαμβάνονται από δύο βασικές αντιθέσεις: από την μια κυριαρχεί η έννοια της διακινδύνευσης, της απειλής μέσα από τις συνδηλώσεις μιας ασθένειας ή ενός ατυχήματος: Δελτίο θυέλλης, Χρόνιο περιστατικό, Υψηλού κινδύνου, Παράλυση βλέμματος, Εκπυρσοκρότηση, Ποιητής τελικού σταδίου, και από την άλλη η επιδίωξη της απωλεσθείσης ασφάλειας: Μέτρα προστασίας, Ασφάλεια ψυχής, Κρατά αποστάσεις, Πρώτες βοήθειες, Νόμιμη άμυνα. Από την μια έννοιες δηλωτικές της αποτυχίας: Το ύψος της αποτυχίας, Λευκή κόλλα, Άρση λαθών, Απώλεια (δύο φορές), Απόρριψη μοσχεύματος, Εγκατάλειψη εαυτού, και από την άλλη μόνο μια φορά το αντώνυμο του θριάμβου και μάλιστα με τρόπο δηλωτικό μιας έντονης και απέλπιδης επιθυμίας και όχι ως πραγμάτωση: Επαίτης του θριάμβου…
Κυρίαρχη εκφραστικά στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής συλλογής είναι η χρήση αναλογικών παραλληλισμών, οι οποίοι πολλές φορές ξαφνιάζουν με την παραδοξότητά τους. Οι αναλογίες είναι ευρηματικές, σχηματίζουν ένα σύνθετο και πολύτυπο πλέγμα, δείχνουν μια χαρισματική φαντασία που αρδεύεται από πλούσια παιδεία, αναδεικνύουν γλωσσική ικανότητα, ένα ταλέντο πραγματικό να συνταιριάζει έννοιες με λέξεις που φαινομενικά θα έμοιαζαν ασύνδετες. Οι αναλογίες αυτές εδράζονται τόσο σε κυριολεκτικές όσο, το περισσότερο, σε μεταφορικές ομοιότητες, οι οποίες γίνονται πρόθυμα αποδεκτές, κυρίως μέσω της χρήσης του κατάλληλου ειδικού λεξιλογίου, από χώρους που μοιάζουν ανοίκειοι και άξενοι. Τα παραδείγματα είναι πολλά και από ποικίλους χώρους, αν και προσφιλέστερος παραμένει ο χώρος της Ιατρικής και της παθολογίας του ανθρώπινου σώματος…
Ο Θωμάς Ιωάννου είναι ένας νέος ποιητής με πολλές και ευοίωνες προϋποθέσεις για μια σημαντική εξελικτική και δημιουργική λογοτεχνική πορεία. Διαθέτει ταλέντο, γλωσσικό αίσθημα, ποιητική παιδεία, πάθος για την ποίηση. Ο φόβος που υπάρχει σε κάθε νέο ποιητή να εγκλωβιστεί σε ένα στενόχωρο σχήμα που θα ανακυκλώνεται σε μια μανιέρα, θεωρώ πως εν τέλει υπερβαίνεται μέσα από τον βαθύτερο, τον εσωτερικό πόνο με τον οποίο βιώνεται η περιπέτεια της γραφής. Οι στίχοι του Ιωάννου που σπαράσσουν και σπαράσσονται δείχνουν ότι είναι πρόθυμος να θυσιάσει και να θυσιαστεί καιόμενος για χάρη της…
»

Κατακλείδα το ποίημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή: ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 15 (από τη σελ. 62):
Φοράς πάλι το ίδιο σώμα
Ξέχασες όμως να κουμπώσεις
Την επίμαχη πληγή
Προκαλώντας το παρελθόν
Να επέμβει

Όμως αυτό αδιάβροχο στέκει
Στην απέναντι όχθη
Δεν αποδέχεται την διαιτησία του χρόνου
Αποσύρεται και η στάθμη του
Διαρκώς χαμηλώνει στη ζωή μας
Αφήνοντας τα σώματά μας ακάλυπτα

Και τα βλέμματά μας
Αποτυγχάνουν να διασταυρωθούν
Γέφυρες που δεν φτάσανε στην άλλη όχθη
Κι έμεινα χέρια που τείνουν
Μα φευ τους προλαβαίνει ο καιρός
Και ούτε μια στάλα σμίξιμο
Δεν απομένει στην αφή

Κι εκεί που έλεγες θα μας σκεπάσει
Ένας ποταμός, ένα ρέον πάθος ορμητικό
Που θα σαρώσει τα φράγματα
Μια στέγνα τώρα στο στόμα
Και οι λέξεις μας ξεζουμισμένες
Τι γύρευες στην Ιπποκράτους
Με τα μαλλιά σου λυτά;
Ένα σμάρι φόβων
Που διέσχιζε την άπνοια

Αργοπορούσε η μέρα στο πρόσωπό σου
Και τα δάχτυλά σου ξεχάστηκαν
Επάνω στο παλτό μου
Λες και γύρευαν το κουμπί μου

Άργησε να προχωρήσει
Σε άλλο πλάνο ο Θεός
Βράδιασε
Και ο ήλιος εκεί
Να στέκει παρείσακτος

Μεσίστιο φως

Ο Θωμάς Ιωάννου γεννημένος στην Άρτα το 1979 μεγαλώνει στην Πρέβεζα. Σπουδάζει Ιατρική στην Αθήνα και ειδικεύεται στη Νευρολογία. Ποιήματά του δημοσιεύονται ενδεικτικά στα λογοτεχνικά περιοδικά «Σημειώσεις», «Οδός Πανός», «Μανδραγόρας», «Ένεκεν» και στην «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας. Με την πρώτη του συλλογή, την Ιπποκράτους 15, μοιράζεται με τον Θωμά Τσαλαπάτη και τον «κύριο Κρακ» του το κρατικό βραβείο ποίησης πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή. Ενώ ζει και εργάζεται στα Ιωάννινα εμφανίζεται δραστήριος, τόσο στην πρωτεύουσα των Αθηνών όσο και στη Θεσσαλονίκη, υπηρετώντας το ποιητικό μας σώμα, καθώς φαίνεται ως μέρος ή ως εκδοχή της όποιας «εξέλιξής» του. Επίσης, κατορθώνει να «ενσωματωθεί» στη συντακτική επιτροπή του περ. «Τα ποιητικά» των εκδ. Γκοβόστη και πλέον αναμένουμε κι από εκεί την προσφορά του, όπως και τη δεύτερη φωνή του. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί, πως του αναθέτουν και το ποιητικό ανθολόγιο της εφημερίδας Αυγής κατά τον μήνα Μάιο του 2014.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου