Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

ΜΕΣΑ Σ’ ΕΝΑ ΛΕΠΤΟ γαμ* ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΝΙΩΣΕΙΣ ΟΤΙ ΑΓΑΠΑΣ ΑΙΩΝΙΑ:

Τι είναι το ΓΑΜ; Είναι τότε που η λέξη γαμώτο τρώει μια τσεκουριά και σπάει στα δύο (ακριβώς όπως η λέξη γάμπα); Η συγγραφέας ευχαριστεί για την κατανόηση και για το ότι δεν σκεφτήκατε τη λέξη γάμος στην ηλικία σας. Παρακαλούμε, συνεχίστε την ανάγνωση κανονικά… από τη σελίδα 57 του βιβλίου όπου υπάρχουν κι άλλες εξηγήσεις για  τον… περίεργο αυτό τίτλο Γαμ. Μυθιστορήματα ενός λεπτού, εκδόσεις Απόπειρα 2012: «το τρίτο γράμμα γάμμα από τρίτο γράμμα της αλφαβήτου γίνεται πρώτο και τελευταίο (α! και ω! μαζί) και από αρχικό αγαπημένου ανδρικού ονόματος μετατρέπεται σε προστακτική βήτα ενικού ενός πολύ ωραίου ρήματος…». Αλλά το παρόν βιβλίο της Κατερίνα Έσσλιν, που κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο φοράει κόκκινο κραγιόν, δεν είναι για μια απλή ανάγνωση.  Πρέπει, μας λέει στην παραπάνω σελ. 57, κλείνοντας το μάτι πονηρά, να το αισθανθούμε παρά να το διαβάσουμε!..  ΓΑΜ, λοιπόν, μια λέξη σε εκκρεμότητα. Βάζει τον αναγνώστη στη διαδικασία να συνδιαλλαγεί με το κείμενο και να συμπληρώσει ό,τι λείπει με το μάτι (ή τα υπόλοιπα αισθητήρια). Όμως μη φανταστείς ότι επειδή ο τίτλος είναι μισός κάνει και μισές δουλειές: το βιβλίο έρχεται με «λυσάρι», καθώς εξοπλίζει με ποικίλα συναισθήματα τον αναγνώστη (ώστε, όταν αποφασίσει μόνος του τι θα πει Γαμ., να πέσει μέσα). Αλλά θα σας δώσω και κάποια hints: Γαμ. μπορεί να σημαίνει γαμέτης (αν ο άλλος ασχολείται με τη φυτολογία) ή γάμος (αν κάποιος θέλει να νοικοκυρευτεί) ή να σημαίνει το άλλο, το ξέρετε ποιο, (αν ο άλλος είναι ρομαντικός και θέλει να πάει να… «αγαπηθεί») ή να προέρχεται απλώς από το «και γαμώ». Δεν θα μπορούσε να μη λέγεται ΓΑΜ αυτό το βιβλίο. Πρώτον, έχει σχέση με όλα τα παραπάνω (διαφόρων ειδών παντρέματα και αναπαραγωγές) και δεύτερον σου δίνει μια συμβουλή: τη στιγμή που πας να πεις «Γαμώτο» να φροντίζεις η λέξη να τρώει μια αόρατη τσεκουριά και να σπάει στη μέση. Πιστεύω πως η ζωή ακόμη κι όταν είναι σκληρή σαν βράχος έχει αμέτρητα ωραία βοτσαλάκια γύρω- γύρω. Σιγά μην κάτσουμε να χάνουμε τον χρόνο μας λέγοντας συνέχεια γαμώτο και γαμώτο!. Επί της ουσίας, τώρα,  το ΓΑΜ. περιέχει 24 μυθιστορήματα του ενός λεπτού: Η Κοπέλα που κρύβει κάτι απ’ το Όνειρό της στον υπνόσακο, η Βροχή από σιλικονούχα ενθέματα και ροζ γόβες στιλέτο, οι Μαγικές Ανθοδέσμες της Ανθής–Φυτά-Δαρέμα, η Ληγμένη Μαρμελάδα της Επανασύνδεσης και τελευταία ιστορία Ο Υπόλοιπος, που αποτελεί συνέχεια της ιστορίας Μισός Βέσπα από το ομότιτλο προηγούμενο βιβλίο, που κι αυτό «Μυθιστορήματα του ενός Λεπτού» είχε… Ιστορίες της πόλης, δηλαδή, και όχι μόνο, σουρεαλιστικές αλλά και βαθιά ανθρώπινες, κυνικές αλλά και συγκινητικές, εκεί που το γλυκό συναντά το πικρό. Με τη μοναδική γραφή της Κατερίνας Έσσλιν, που παίζει με τη γλώσσα σαν τη γάτα με το ποντίκι και σίγουρα παραμένει… γκρινιάρα γάτα, γιατί από την πρώτη κιόλας σελίδα παραπονιέται πως «κάποιοι μετατρέπουν τις λέξεις της από μονοκατοικίες σε τριώροφα»!.. Γιατί όμως αυτή η εμμονή σε ιστορίες ενός λεπτού; Ιδού η εξήγηση από την ίδια: Είναι πιστεύω πρόκληση να πετύχεις να κάνεις τον αναγνώστη να νιώσει κάτι δυνατό, να διαβάσει μόλις 3-4 σελίδες και να του φάνηκε σαν να διάβασε μυθιστόρημα. Στο ΓΑΜ. οι άνθρωποι παντρεύονται σε ένα λεπτό, μεγαλώνουν σε ένα λεπτό, γεννάνε σε ένα λεπτό, αλλάζουν ζωή σε ένα λεπτό. Επί της ουσίας, η εμμονή στο λεπτό έχει να κάνει με τη σκέψη μου ότι η ποιότητα ενός συναισθήματος δεν σχετίζεται με το πόσο διαρκεί. Προσωπικά νομίζω πως μέσα σε ένα λεπτό μπορείς να νιώσεις λες και αγαπάς χρόνια. Ακολουθούν κι άλλα αποσπάσματα από μια συνέντευξη της συγγραφέως  και φυσικά, για να πάρουμε μια γεύση, «Μετρώ» μια ιστορία από το βιβλίο όπου η γυναίκα «που καθόταν στην απέναντι θέση από μένα στο μετρό φορούσε ένα αδιάφορο φόρεμα σ’ ένα χρώμα που δεν ήξερα καν ότι υπάρχει και… τίποτα σ’ αυτό το φόρεμα δεν είχε ήχο, τίποτα δεν φώναζε βγάλε με τώρα… ART by Lamboray Olivier)


α] ΛΙΓΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ της Κατερίνας ‘Εσσλιν για το βιβλίο της ΓΑΜ*
ΒΙΟΣ και ΠΟΛΙΤΕΙΑ: Δυναμική, πάλλουσα, πυκνή, σύγχρονη. Η Κατερίνα Έσσλιν μπορεί να είναι καινούργια στον χώρο της λογοτεχνίας, η γραφή της όμως ξεχωρίζει. Στον χώρο της λογοτεχνίας μπήκε το 2011 με το βιβλίο Ο ΜΙΣΟΣ ΒΕΣΠΑ, μυθιστορήματα του ενός λεπτού. Το 2012, το δεύτερο βιβλίο της με τίτλο ΓΑΜ.υθιστορήματα του ενός λεπτού   ήταν υποψήφιο στην κατηγορία καλύτερη συλλογή διηγημάτων της χρονιάς των λογοτεχνικών βραβείων του «Αναγνώστη». Το τρίτο της βιβλίο έχει τίτλο 32 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ   και περιεχόμενο… «ιστορίες που λάμπουν σαν φωτάκια νυκτός, αθωώνοντας το σκοτάδι».
«Για μένα δεν χρειάζεται να ξέρουν απαραίτητα κάτι κι αυτό φροντίζω να το κάνω σαφές και στα βιογραφικά μου σημειώματα όπου ως πληροφορίες-σταθμό αναφέρω αοριστίες, επί παραδείγματι ότι δεν γνωρίζω λέξη φλαμανδικά, ότι δεν έχω δει ποτέ ελέφαντα, ότι δεν έχω πάει ποτέ στο Βερολίνο ή ότι δεν έχω αγοράσει ποτέ κάτι από τον φούρνο εδώ πιο πάνω. Για κάθε ήρωά μου, αφού διαβάσουν τα βιβλία μου, θέλω να λένε «Α, τον ξέρω αυτόν». Κάθε χαρακτήρας βιβλίου για μένα πρέπει να είναι γραμμένος σαν υπαρκτό πρόσωπο που σε μισή ώρα από τώρα θα σε πάρει τηλέφωνο…»

ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΜΣΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:
Θεωρείς ότι η πολύχρονη επαγγελματική εμπειρία σου στη διαφήμιση σε έχει επηρεάσει ως προς τις περιεκτικές, αποτελεσματικές και έξυπνες ατάκες ή και λογοπαίγνια που συχνά χρησιμοποιείς στις ιστορίες σου;
Αν με ρωτούσατε γιατί κάνω διαφήμιση θα σας απαντούσα γιατί μπορώ. Αν με ρωτούσατε γιατί γράφω θα σας απαντούσα γιατί δεν μπορώ αλλιώς. Δεν ξέρω αν η γραφή μου έχει επηρεαστεί από τη διαφήμιση, αλλά δεν το νομίζω (αν κρίνω από το ότι η γραφή μου ήταν και “από πριν” έτσι, και μάλλον έτυχε να “κουμπώνει” με το επάγγελμα αυτό). Δεν το αποκλείω βεβαίως, γιατί στο τέλος άντε να διαχωρίσεις τον σούπερμαν από τον Κλαρκ Κεντ. Το μόνο που με βεβαιότητα μπορώ να πω είναι ότι όταν γράφω λογοτεχνία νιώθω σαν να αναπνέω κι όταν γράφω διαφημιστικά νιώθω σαν να κρατάω την αναπνοή μου (και ομολογώ μου αρέσουν και τα δύο, με “γυμνάζουν”).
Η βασική ομοιότητα, η πρόκληση έντονου συναισθήματος σε μικρό χρονικό διάστημα και με πρωτότυπο τρόπο, είναι και λίγο οφθαλμαπάτη πάντως, μια και συνοδεύεται από μια μεγάλου χάσματος ειδοποιό διαφορά: στα διαφημιστικά σποτάκια συνήθως θες να αιφνιδιάσεις και πάντα πουλάς λύσεις, τσιρότα. Στα βιβλία μου δεν έχω σκοπό να αιφνιδιάσω πάση θυσία ή να πουλήσω λύσεις γιατί αυτό μπορεί να εντυπωσιάσει φτηνά και ίσως να αποξενώσει – δεν είναι αληθινό. Στην αληθινή ζωή συνήθως τα τσιρότα τραβιούνται απότομα και συχνά πριν κλείσει η πληγή.

Ρομαντισμός και κυνισμός συμβαδίζουν μέσα σου, όπως και στο έργο σου; Αυτό τον καιρό υπερισχύει κάτι απ' τα δυο; Ή κάτι άλλο; Όλοι ας πούμε δηλώνουν θυμωμένοι…
Στην προσωπική μου ζωή είμαι πολύ ρομαντική και ταυτόχρονα μπορεί να τραβήξω με βία το χαλί κάτω από τα πόδια του ροζ χρώματος. Το έχω αποδεχτεί πια και δεν θυμώνω: για κάθε υπόγειο η ζωή σού επιφυλάσσει ένα ρετιρέ. Στη συναισθηματική μου αποθήκη, η κούτα με τα κοντομάνικα δάκρυα έχει και μακρυμάνικα γέλια. Αλλά τι να κάνουμε; Δεν γίνεται να έχουμε μονίμως φτερά – και τα κομμένα πόδια χρήσιμα είναι, το παν είναι η ψυχραιμία: δεν γίνεται να απαιτείς να έχει συνέχεια ήλιο γιατί το φεγγάρι τι θ’ απογίνει στο τέλος (κυριολεκτικά) της ημέρας; Θα βγει στη σύνταξη; Ρομαντισμός και κυνισμός μόνο να συνυπάρξουν λοιπόν μπορούν μέσα μου– και μάλιστα στη ίδια πρίζα. Τον θυμό τον θεωρώ ιδιαίτερα χρονοβόρο συναίσθημα και πραγματικά δεν έχω καθόλου χρόνο να κλαίω πάνω από το σπασμένο ποτήρι με το χυμένο νερό, προτιμώ να καταναλώσω την όποια ενέργειά μου για να πάω στη βρύση (κι αν έχει χαλάσει να την επισκευάσω, κι αν δεν επισκευάζεται να τη φανταστώ).

Τι είναι αυτό που σε ωθεί και σε κρατά στη συγγραφή και ποιά τα μελλοντικά σου σχέδια;
Η γραφή έχει ποινή – αλλά ευτυχώς η φυλακή της είναι στα σύννεφα. Εκεί δεν μου βάζει κανείς πρόστιμο αν φέρ’ ειπείν γράψω μια ιστορία όπου η θάλασσα βρίσκεται κάθετα μέσα στο σπίτι σου, σαν ταπετσαρία πίσω από τους καναπέδες, ή αν γράψω για δυο ανθρώπους που κάνουν μαζί παιδί λίγα λεπτά μετά τη γνωριμία τους. Αυτό με κρατά στη συγγραφή: το ότι δεν με κρατάει τίποτα απ’ το λαιμό, αυτή η αίσθηση ότι ο δεσμοφύλακας είναι το σύννεφο. Αλλά και το άλλο: αυτό που το κείμενο είναι γραμμένο ήδη χωρίς να το ξέρεις κι εσύ το υπαγορεύεις στον εαυτό σου. Στα μελλοντικά μου σχέδια είναι ένα τρίτο βιβλίο (το εγκυμονώ), ενώ ετοιμάζω και διάφορα θεατρικά κείμενα με στόχο να ανέβει μια “συλλογή από παραστάσεις του ενός λεπτού”, όπως θα τις λέω.

Μετρώ (μια ιστορία από το βιβλίο Γαμ. υθιστορήματα του ενός λεπτού της Κατερίνας Έσσλιν)
Τίποτα σ’ αυτή τη γυναίκα, που κάθεται στην απέναντι θέση από μένα στο μετρό, δεν μου εξηγεί κάτι, τίποτα απολύτως – ούτε καν τα μάτια της. Τίποτα στα μάτια αυτής της γυναίκας δεν μαρτυρά εικόνες που να μου δίνουν να καταλάβω γιατί. Φοράει ένα αδιάφορο ραντέ φόρεμα σ’ ένα χρώμα που δεν ήξερα καν ότι υπάρχει, κι ακόμα δεν ξέρω πώς λέγεται αυτό το χρώμα. Ίσως γκρενά. Η τσέπη του είναι ελαφρώς ξηλωμένη κι έχει έναν σχεδόν αόρατο λεκέ κοντά στο στρίφωμα, που ίσως και να τον κατασκευάζουν τα μάτια μου. (Τίποτα σ’ αυτό το φόρεμα δεν έχει ήχο, τίποτα δεν φωνάζει βγάλε με τώρα)
Το βλέμμα της είναι βαρύ, και κάπως σαν να έχει κι αυτό στρίφωμα, μάλιστα ελαφρώς κοντό, κάποια ξέφτια εξέχουν απ’ τα μάτια της, λίγο μπλε πάει να στάξει –αλλά τίποτα. Η μύτη της δεν ανοίγει κανένα διάλογο με τα γούστα μου: είναι άκομψη, άνιση και με ελαφρύ ύβο. Δεν διακρίνεται καμία λαχταριστή μυρωδιά από καλομαγειρεμένο φαγητό μέσα στο συρμό, τίποτα σ’ αυτή τη μύτη δεν μαρτυρά αν η γυναίκα ξέει να περιποιείται έναν άνδρα, ένα σπίτι, ένα παιδί.

Στα χέρια της κρατάει μια γυναικεία τσάντα που τη βλέπω σαν κανονική γυναικεία τσάντα μόνο και μόνο για να μην την προσβάλω, ενώ είναι απλώς μια σακούλα συνοικιακού σουπερμάρκετ μέσα από την οποία διακρίνεται ένα πακέτο χαρτοπετσέτες (ίσως με γαλάζια λουλουδάκια). Τίποτε σ’ αυτές τις χαρτοπετσέτες δεν μου εξηγεί γιατί δεν θέλω να προσβάλω αυτήν τη γυναίκα.

Τα χέρια της γυναίκας μοιάζουν σαν να τα ’χει ξεχάσει σπίτι. Δεν υπόσχονται τίποτα. Τα δάχτυλά της δεν είναι δάχτυλα γυναίκας που ξέρει να καθησυχάζει. Τίποτα σ’ αυτά τα δάχτυλα που κρατάνε αυτή τη σακούλα που περιέχει αυτές τις χαρτοπετσέτες δεν εξηγεί γιατί θέλω να λύσω το (ίσως γκρενά) ραντάκι, ν’ αγγίξω τη μεταχειρισμένη σιωπή του. Η γυναίκα έχει τα μαλλιά της πιασμένα κοτσίδα. Μερικές τούφες κολλάνε στο ιδρωμένο της μέτωπο, μοιάζει άλουστη από προχθές, η μυρωδιά πικραμύγδαλου προέρχεται από το σαμπουάν κάποιας άλλης που κατέβηκε στην αμέσως προηγούμενη στάση και ίσως ήταν άνδρας, δεν πρόσεξα τίποτα (τίποτα στα μαλλιά αυτής της γυναίκας δεν δίνει μια ικανοποιητική εξήγηση στο γιατί δεν προσέχω ποιος κατεβαίνει, ποιος ανεβαίνει, πόσες στάσεις έχουν περάσει, αν δίπλα μου κάθεται ή δεν κάθεται κάποιος, τίποτα σ’ αυτά τα μαλλιά δεν με κάνει να καταλάβω γιατί οραματίζομαι πως, αν λούσω τη γυναίκα που κάθεται απέναντί μου στο μετρό, θα νιώσω σαν να γυρίζω στο σπίτι μου μετά από χρόνια).

Τα χείλη της γυναίκας είναι άβαφα, δεν είναι ούτε ροζ ούτε κόκκινα ούτε ροδιά ούτε απαλά ούτε κατά διάνοια μισάνοιχτα. Τίποτα σ’ αυτά τα χείλη δεν μου εξηγεί γιατί θα ήθελα ο γιος που θα κάνω ν’ αποκαλέσει κάποτε μαμά αυτή τη γυναίκα, να παρηγορηθεί στην αγκαλιά της (Οι ώμοι της είναι στενοί. Τίποτα πάνω τους δεν μαρτυρά ότι η γυναίκα ξέρει ν’ αγκαλιάζει το γιο μου ή την απογοήτευση που μου δίνει η δουλειά μου).

Χτυπάει το κινητό της. Η γυναίκα απαντάει χωρίς χρώματα, λέει ναι, ναι, ναι, όχι, ναι – και το κλείνει χωρίς γεια. Τίποτα στο ναι ή στο όχι της δεν μου εξηγεί γιατί ποθώ τη μονολεκτική της απόσταση, τίποτα απολύτως δεν μου εξηγεί γιατί στον ώμο αυτής της γυναίκας που απαντάει ναι, ναι, ναι, όχι, ναι, είναι γερμένος στοργικά ένας άνδρας που αφότου άρχισα να μετράω έχει διακόψει ανεξήγητα το διάβασμά του δύο φορές για να πει σ’ αυτή τη γυναίκα σ’ αγαπώ.
Όλα τα σ’ αγαπώ που το στόμα αυτού του άνδρα πυροβόλησε πάνω μου μου εξηγούν πώς ακριβώς να ζυγίσω τις στάσεις της ζωής μου μέχρι σήμερα, πριν κατέβω στη σωστή.

Πάνω που είχα ανεβάσει τα μάλλινα δάκρυα στο πατάρι, άρχισε πάλι να ψιχαλίζει τ' όνομά σου. Το μισό αλφάβητο πλημμυρίσαμε. Έχει γεμίσει το υπόγειο με ωμέγα, θα πνιγούμε χωρίς άλφα. Με είδες κι εσύ στο όνειρό μου χτες; Βάλε επιτέλους ένα ζακετάκι στον έρωτα σου είπα. Κάνει ρεύμα -δεν ακούς που φταρνίζεται; Μετά άρχισα να τσακώνομαι με τη μοναξιά σου. Λουζόταν με μπετόν η χαζή. Δεν καταλαβαίνω, είπα. Θες να γιατρέψεις τα δάχτυλά σου πάνω στο δέρμα μου; Οι ανοργάνωτοι εμπρησμοί σου στο σώμα μου έχουν αρχίσει να λήγουν. (Την πυρκαγιά δηλαδή εσύ εκεί στο υπόγειο δεν την βλέπεις που καίει συνέχεια; Θα φτάσει στον πρώτο όροφο και θα τη δουν όλοι στο τέλος. Δυο χρόνια έχεις να φωνάξεις την πυροσβεστική) Μόνο να διχάζεις τις τελείες μου ξέρεις -και να μ αφήνεις να ξυπνάω αγκαλιά με το σπασμένο σου ποδηλατάκι (λες κι αν ενηλικιωθούμε θα πεθάνουμε)…. Όποιο σώμα κι αν δοκιμάσω εκτός από το δικό σου, μου πέφτει φαρδύ.
[Κατερίνας Έσσλιν, Ο Πεζός λόγος στην Ποίηση]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου