Παρασκευή 9 Απριλίου 2021

ΑΝΑΖΗΤΟΥΜΕ ΠΑΝΤΟΥ ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ

(… και δε βρίσκουμε παρά μονάχα πράγματα…)

Πριν την ανατολή   (στίχοι προεισαγωγικοί)

 «Αν μόνο το ψέμα είναι ευτυχία   

τότε ας είναι αλήθεια   ό,τι μας κάνει ελεύθερους»

 

 (αλλά μετά τη δύση):     Όλη μέρα βράδιαζε…

 

(Οπότε…)   το συμπέρασμα στην απόδοση του υποθετικού λόγου παίρνει άλλες διαστάσεις:    

 

«αν μόνο το ψέμα είναι ελευθερία…    

 τότε ας είναι αλήθεια    αυτό που θα μας δίνει νόημα

(Απελπίσου αλλά συμμάζευε…)

 

Είναι οι πρώτες «στροφές» στη συλλογή

του Αλέξιου Μάινα ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ ΤΟΥ ΟΚΑΜ, εκδόσεις μικρή ΑΡΚΤΟΣ 2014.

 

Μετά την Ανατολή,   το πρώτο ποίημα  (6:37)

τιτλοφορείται ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ

και είναι το «βήμα» για τις απαραίτητες «συστάσεις»:

 («Υποτίθεται πως πρέπει να κάνω εντυπωσιακή είσοδο

αλλά μπαίνω και κάθομαι στην πολυθρόνα.

Αφηγητής δεν είναι ο συγγραφέας,

 είναι η μούμια της γιαγιάς που θα ριχθεί στο τζάκι,

είναι οι πετονιές στα χέρια των παιδιών»).

 

Είπαν ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΥΣΗ ΕΝΤΥΠΩΣΕΩΝ, δηλαδή

«αντικείμενα γεμάτα λέξεις

που κινούνται και γράφονται πάνω τους

όπως φέγγει το φέγγος,

 

Η πρώτη εντύπωση που σχηματίζει κανείς

διαβάζοντας την ποίηση του Αλέξιου Μάινα,

 γράφει στην κριτική της για τη συλλογή του

ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ ΤΟΥ ΟΚΑΜ η Άννα Αφεντουλίδου είναι

«πως πρόκειται για μια ποίηση που διεκδικεί

για τον δημιουργό της τον τίτλο ενός   poeta doctus.

Οι ρητορικές αναφορές, οι φιλοσοφικές μνείες,

οι παραπομπές σε καλλιτεχνικά έργα,

σε ονόματα της Ιστορίας του πνεύματος,

σε έννοιες και φράσεις   ή   σπαράγματα φράσεων

που έχουν πια αποκτήσει από μόνες τους

ηθικό ή και αισθητικό βάρος, αφθονούν.

Επίσης, ο σχεδιασμός μιας σύνθετης δομής

και ενός πλέγματος που λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα:

οριζόντιος άξονας με την ακριβή αναφορά της ώρας

 αντί για τίτλο δίπλα σε ένα ελάχιστο σχόλιο ως μότο,

που πολλές φορές αποτελεί από μόνο του ένα νόημα..».

 

Παραδείγματος χάριν  το ποίημα στη σελίδα 15:

 

ΩΡΑ:  (08:02) ΜΙΑ ΕΙΚΑΣΙΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΜΑΣ ΔΙΑΔΙΔΟΥΝ:

«Πηγαίνω στο μπάνιο να ξεπλύνω  

την έκφραση του προσώπου και να ξυριστώ

και μπαίνω ανάποδα στο κάτοπτρο:

οτκραπύνα αμόκα ιτάκ ωπελβ /

βλέπω κάτι ακόμα ανύπαρκτο

 

Πορτρέτο με λάθη    Είναι τέχνη αυτό το ψέμα;

Kunst = Natur – X1;

 

Κάνω γροθιά το αριστερό μου χέρι.

Ο άλλος απαντάει με το δυνατό του.

 

Λέω κάτι και μένει βουβός.

Ο λόγος λοιπόν είναι με το μέρος μου.

 

(Η φύση μπορεί να με δημιουργήσει και να με μιμηθεί. 

Αλλά όχι να με περιγράψει)»

 

Σχηματίζουμε την εντύπωση,

σχολιάζει πάλι η Άννα Αφεντουλίδου, πως

«ο αφηγητής μάς εκμυστηρεύεται πως γράφει,

όχι για να ξεκαθαρίζει τα όσα αισθάνεται,

αλλά αισθάνεται, για να ξεκαθαρίζει τα όσα γράφει·

ότι γράφει, όχι για να ταξινομεί τις σκέψεις του,

αλλά τις ταξινομεί, για να γράφει.

Σαν ένας φωτογράφος που,   όταν σε κοιτά,

σκέπτεσαι πως, είτε σε τοποθετεί κάθετα στο φως

είτε σε γδύνει στο σκοτάδι,

σε βλέπει μόνο ως natura morta…»

 

Για του λόγου το αληθές σελίδα 12:

 

(ΩΡΑ 07:12) Η ΠΑΛΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΥΘΑΜΠΟ:

«Γράφω δεν θα πει δημιουργώ   

θα πει διαχειρίζομαι, επισημαίνω

(Νεωτερισμοί και ανατροπές είναι τα έργα του αναγνώστη)

Γράφω σημαίνει ξαναγράφω, ομολογώ τι διάβασα.

Χαρτογραφώ ένα μονοπάτι.

 

Μια αφέγγαρη τοπογραφία με βουνό και φρύγανα

ένα δίκτυο από σκάλες που βυθίζονται

σε σχισμές του λευκού χρώματος και υπόγειες κοιλότητες

–   άγραφες πλάκες   

έτοιμες να αποκαλυφθούν  

στην ψευδαίσθηση της δυνατότητας ελέγχου..».

 

[στη συνέχεια  αποδελτιώνονται αντιπροσωπευτικά δείγματα από αυτή τη συλλογή του Αλέξιου Μάινα

ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ ΤΟΥ ΟΚΑΜ, εκδόσεις Μικρή Άρκτος 2014

με ενδιάμεσα χαρακτηριστικά αποσπάσματα

από το σχολιασμό της Άννας Αφεντουλίδου

όπου και το σχόλιο για τον τίτλο της συλλογής – ART by Alicia Armstrong]

  



 


(07: 41)   ΕΔΩ ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑ ΠΕΡΑΣΜΑ   

(… η τύχη είναι το δεξί χέρι της τέχνης…)

Πιέζω τη δίχηλη πένα στο βυθό της παλάμης μου

(καλώ το άλογο της έμπνευσης)

αλλά μου φανερώνονται  

μονάχα πίνακες διαθέσεων και συναισθημάτων

έννοιες ασήκωτες σαν μαντεμένα στρείδια

και κάγκελα γλωσσικών περιορισμών

σκαλισμένα στα πόδια μου   σαν φύκια μετά το μπάνιο

 

(08:29)   ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΜΕΡΙΚΗΣ ΝΩΧΕΛΕΙΑΣ

Έξω ένα πρωινό σαν πεταμένη φλοκάτη.

Ένα δρώμενο της πτώσης. Μια κριτική της καθαρής γεωμετρίας.

Στο βάθος ακούγεται το πιάνο να επαναλαμβάνει τις σκάλες.

 

Ομορφιά διάσπαρτη παντού. Σχεδόν επιθετική.

Το δυτικό παράθυρο π.χ. επιδεικνύει τις καρυδιές

στα ξέφωτα της άπνοιας.

Δίπλα τα επιχειρήματα του αέρα.

Ο κρότος της αποκόλλησης των φύλλων   αποσιωπάται.

 

Πιθανότητα Α (ψυχολογική):

Ένας εσωτερικός οίστρος που φτιάχνει τις αιτίες του

για να δικαιολογηθεί  (να βλέπεις σημαίνει να προβάλλεις).

 

Πιθανότητα Β (γνωσιολογική):

Η ομορφιά ως εργαλείο πρόσληψης, ως δεκανίκι του υποκειμένου

κατά την έξοδό του στον κόσμο (ένα γλυκάκι, ένα διεγερτικό).

 

Πιθανότητα Γ (ποιητές όλων των χωρών ενωθείτε):

Το όμορφο σε καλή τιμή ως παρηγοριά

-το κεφάλαιο των φτωχών.

Εικαστικός πλουτισμός ως περιορισμός επαναστατικών τάσεων.

Και η ποίηση ως εξαργύρωση του (ut pictura poesis).

Ομορφιά ως πολιτικό βάλιουμ.

 

(09:14)   ΑΥΤΟΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ

Οι ράγες οδηγούν στο χολ.

Δυο φράσεις ηλιαχτίδας στην επίπεδη σάλα

γεμίζουν το κενό μηνών χωρίς επίσκεψη

με το εναιώρημα βουβών συμβολισμών.

Ο νους καταδύεται   σε δυο διπλούς καθρέφτες

της μνήμης     και της ζωής

που σβήνουν στην ηλιόσκονη

δείχνοντας ο ένας     πως δεν υπήρξε ο άλλος

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Αλέξιου Μάινα ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ ΤΟΥ ΟΚΑΜ, εκδόσεις μικρή ΑΡΚΤΟΣ 2014]

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΕΝΩ ΓΡΑΦΩ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΓΡΑΦΕΙ

(Η συμβολή της μούσας στην ολοκλήρωση  του έργου

είναι το αίσθημα της παραίτησης):  

Πολλά από τα κείμενα - ποιήματα της συλλογής του Αλέξιου Μάινα ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ ΤΟΥ ΟΚΑΜ είναι, σύμφωνα με την Άννα Αφεντουλίδου, μικρές αφηγήσεις, που κάποτε συνιστούν και αφορμές αναστοχασμού πάνω στην ποιητική δυνατότητα, στην ικανότητα του λόγου να αποδίδει, να αποτυπώνει τις στιγμές και να εγγράφεται επιτυχώς σ’ αυτές. Και σε άλλα σημεία του περιεχομένου καθρεφτίζεται ή αναλύεται η δημιουργική διαδικασία, η πάλη με τον χρόνο και τη μνήμη, με το αίτημα της κατανόησης και συλλογιστικής διάρθρωσης του εξωτερικού και του ψυχικού υλικού, η οποία όμως σαρκαστικά αποδομείται, χτίζεται και γκρεμίζεται μπροστά στα μάτια μας σαν μαγική εικόνα.

 

(10:33)   Ο ΧΑΙΛΝΤΕΡΛΙΝ ΚΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ

Δεν υπάρχει ποίηση

υπάρχει μόνο ποιητική πρόσληψη κειμένων.

Ποιητική πρόσληψη είναι ένα είδος

ακουστικής προκατάληψης.

Είναι μια κατάφαση της μεταφυσικής

μπροστά στα βαρετά κουφάρια των σημαινόντων.

 

(10:40)   ΑΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΙΠΟΣ, ΤΙ ΕΙΝΑΙ;

Δεν υπάρχει τέχνη    υπάρχουν μόνο καλλιτέχνες.

Τους αναγνωρίζεις απ’ τον τρόπο

που περιφρονούν   τις πλαστικές καρέκλες του μπαλκονιού

 

(Παρόν 11:49)  ΥΠΑΡΚΤΑ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ.

ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΑΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ

Μακριά στο χρόνο υπάρχει ο νους.

Ο πόθος διεκδικεί τη θέση της αδράνειας.

Ας μείνω εδώ στο κέντρο αυτού που φεύγει.

 

Έμπνευση ως περιδίνηση εσωτερικού κονιορτού.

Προτεινόμενη μέθοδος   (τριάς):

Νιώσιμο – ψυχολογική συνειδητοποίηση

Σκέψιμο – διανοητική διείσδυση

Γράψιμο – χρήση κατακτημένων τεχνικών κατάθεσης

και ελεύθερων διαθλάσεων στα πρίσματα της γλώσσας

χωρίς αστυνόμευση της αρχικής ιδέας.


Πρώτες φράουλες (της μεθόδου):

Η μελαγχολία δεν είναι τόσο αποτέλεσμα απώλειας

όσο διάψευση αυτού που αναμενόταν.

 

Κοιτάζω ένα γύρο.

Όλα να ήταν κάπως μικρότερα   για να μοιάζουν ειλικρινή.

 

(Ακόμα και οι συνήθειες

σαν κανάλια δεινοσαύρων   παλιότερων αναγκών) 


(12:17) ΕΣΠΕΡΑΝΤΟ ΤΩΝ ΜΟΝΟΚΛΙΝΩΝ

Ο χώρος είναι εξίσου γριφώδης με το χρόνο

αλλά πιο επίπεδος ή λιγότερο ελαστικός.

Επίσης: στο σκοτάδι μοιάζει να καμπυλώνεται λίγο

προς τις άκρες και να στενεύει

εκεί που καλάμι ή γόνατο συναντάμε πρόωρα

τη γωνιά των μέχρι τούδε επίπλων.

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Αλέξιου Μάινα ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ ΤΟΥ ΟΚΑΜ, εκδόσεις μικρή ΑΡΚΤΟΣ 2014]

 

ΠΩΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ ΑΠΛΑ ΓΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΓΓΕΝΩΣ ΠΟΛΥΠΛΟΚΑ

(… για να ζήσει κανείς πρέπει να ταξιδέψει. Και τα μόνα πραγματικά ταξίδια είναι τα συναισθήματα. Τ’ άλλα είναι  μεταθέσεις κρέατος…):

Ο λόγος πάλι στην Άννα Αφεντουλίδου: «Λίγο πριν από το τέλος της πρώτης ενότητας, στα μισά του βιβλίου, ο ποιητής μάς συνδέει εμμέσως με τον τίτλο του βιβλίου: «Το ξυράφι του Όκαμ» είναι μια επιστημονική αρχή, η οποία αποτελεί τη βάση της μεθοδολογικής απαγωγής· αποκαλείται και «αρχή της οικονομίας». Γύρω από τη θεωρία αυτή, που αποδίδεται στον Άγγλο φιλόσοφο του 14ου αι. Γουλιέλμο του Όκαμ, έχουν γραφτεί πολλά και έχουν αποδοθεί επιρροές της σε πολυάριθμους διανοητές. Επιλέγω, με κάθε επιφύλαξη, δυο αποφθεγματικές ρήσεις που θεωρώ ότι μπορούν να συμψηφιστούν και στο ποιητολογικό θεώρημα του Μάινα. Εκείνη του Λεονάρντο ντα Βίντσι: 

Η απλότητα είναι η υπέρτατη επιτήδευση. 

Και του Άλμπερτ Αϊνστάιν: 

Μια θεωρία πρέπει να είναι όσο απλή είναι δυνατόν, αλλά όχι απλούστερη.

Είναι σαν να απαντά ο Μάινας στους θιασώτες της απλότητας και ταυτοχρόνως να υπερασπίζεται τη συνθετότητα μιας αναπόφευκτης δομής:

Πώς να μιλήσω απλά για πράγματα εγγενώς πολύπλοκα; Και ταυτοχρόνως:

Ε, λοιπόν, ορίστε που μιλώ απλούστερα τώρα. Δεν μπορούμε παρά να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας στίχους του Σεφέρη αλλά και του Ρίτσου για την απλότητα, που οι ίδιες οι συμβολικές του πρώτου και οι στιχουργικές επιλογές του δεύτερου κάθε άλλο παρά επιβεβαίωσαν»

(16:49) ΜΕ ΟΜΟΡΦΑΙΝΕΙ ΝΑ ΣΕ ΠΡΟΣΕΧΩ (αρχή της οικονομίας): Έτσι είναι   ναι, μωρό μου, έχεις δίκιο   καταλαβαίνω!..

 

(Γλυφάδα 17:57) ΣΥΝΔΥΑΖΟΥΣΑ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ, ΣΥΝΔΥΑΖΟΥΣΑ ΤΕΣ ΜΕΡΕΣ:

Η ιστιοπλοϊα μου θυμίζει  

δερμάτινες θήκες   κάβους περασμένους σε δέστρες

και τα παχύρευστα νεκρά νερά των λιμανιών

πριν φέξει.

Ακόμα και ριγέ πατάτες πεσμένες

από σακουλάκι σουβλατζίδικου.

 

(18:24) MΟΛΥΒΙ ΓΙΑ ΕΝΑΝ  

Βλέπω θα πει   πολυμερίζω τiς σημασίες των πραγμάτων

ή τα κάνω μεταφορές άλλων.

 

Μια ουλή στο φρύδι, η σκουριά του βραδινού νερού

το πέρασμα ενός σκύλου μπροστά από μια σκάλα

μπορούν για τη μνήμη να συμβολίσουν το ένα το άλλο

ή να αποτελέσουν ιδεογράμματα ολόκληρων ιστοριών.

 

Έτσι εξατομικεύεται η οντολογία των πραγμάτων

και το νόημα των λέξεων.

Ο αναγνώστης ενός απλού καλημέρα σου

προσθέτει από τους τσακωμούς μέχρι το διαζύγιο

ή το χαμόγελο απ’ την απώλεια της αγαπημένης γιαγιάς του

που τον ξύπνησε και τον φίλησε μ’ αυτά τα λόγια

 

Ίσως νιώθουμε μερικοί και κουτσουρεμένοι

γιατί είμαστε σύμβολα και μετωνυμίες κι εμείς οι ίδιοι

αλλά είναι δύσκολο να πούμε τι συμβολίζουμε

(Είμαστε ασκήσεις της φθοράς)

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Αλέξιου Μάινα ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ ΤΟΥ ΟΚΑΜ, εκδόσεις μικρή ΑΡΚΤΟΣ 2014]

 

ΝΙΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΥΝΕΒΗΚΑΝ

(… μεγάλα ρόδια σαν καρδιές με ρωγμές, σαν απογεύματα στα τέλη του Λυκείου…):

Ακολουθεί μια ενότητα ποιημάτων με ερωτικό περιεχόμενο. Κάτι σαν ιντερμέδιο θεατρικής παράστασης. Στήνει, δηλαδή, ο ποιητής ένα θεατράκι, που, όπως κι ο ίδιος σημειώνει σ’ ένα επιμύθιό του «πάντα ανεβάζει την ποιότητα και μας ανεβάζει λίγο κι εμάς» Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση, επιγράφεται ένα άλλο ποίημα όπου «δραματοποιείται» και η μετάβαση από τις σελίδες του ποιητικού λόγου στη σκηνή της θεατρικής (ανα)παράστασής του: «ξάφνου εκεί που πλέω από την πλήξη και λέω μα τι γυρεύω εγώ στην αφαλάτωση, βλέπω τη ματιά μου, αυτό το απείθαρχο πράγμα, να αυτονομείται πηδώντας πάνω στα καθίσματα κι εκεί που λες θα ξεπετάξει τη σελίδα, να συναντάει εκείνη…» (σελ. 50).  Τα ερωτικά αυτά ποιήματα προαναγγέλλει το μότο στη σελίδα 45 ΕΡΩΣ ΑΜΜΟΣ. Κι όπως σε μια παράσταση, έτσι κι εδώ, «η θεατρικότητα απορροφάται από την α-ληθ-ινή ζωή. Η διά-σταση ποίησης και ζωής, προβολής και πραγματικότητας, ομορφιάς και εξαργύρωσης εντείνεται, καθώς στον εσωτερικό μονόλογο του αφηγητή εμπλέκονται και στοιχεία μυθολογικών μεταμορφώσεων από τον Τρωικό κύκλο. Προεισαγωγή του ερωτικού «δράματος»: η περιγραφή μιας γυναικείας οπτασίας, ο χωροχρόνος της, το πάθος που ασφυκτιά σε ένα περιβάλλον το οποίο αντιμάχεται τους όρους του ή αμφισβητεί ακόμη και αυτή τη δυνατότητά του να υπάρξει… Ύστερα οι επόμενες πράξεις με κείμενα-ποιήματα, στα οποία απο-τυπώνεται όλη η τραγική αίσθηση μιας απώλειας, ενός ανεπίτευκτου, της εναγώνιας προσδοκίας μιας εκπλήρωσης, που ήταν γνωστό εξαρχής το αρνητικό της πρόσημο. Τα πρόσωπα και οι τόποι συμβολοποιούνται, η μνημείωση αποκτά την αγωνία ενός τέλους που έρχεται και που δεν μπορεί ωστόσο να σηματοδοτηθεί, γιατί δεν έχει υποστασιοποιηθεί καν η αρχή του: η βεβαιότητα της ερωτικής ανταπόκρισης… » (Άννα Αφεντουλίδου)

 

(Έρως άμμος 20:21) ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΚΟΙΜΗΘΗΚΑΝΕ ΤΑ ΠΙΟ ΚΑΛΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ: 

Ότι είσαι και ό,τι συμβολίζεις

πάλλεται στον καμβά των διλημμάτων μου

και οι γραμμές στα μάτια   και τα χείλια

σαν δροσερά φρεσκοκομμένα   νεκρολούλουδα

εξωραΐζουν την παροδικότητα.

Σε βλέπω να ετοιμάζεσαι   (φωνές με αρώματα και μπουκαλάκια)

σε κοιτώ προσεκτικά   ντυμένη σοβαρές εκφράσεις

και παύσεις αρχέγονης ματαιοδοξίας

και μου αρέσεις.

 

Η καρδιά αυτή μπροστά σου

επαναφέρει το ακατάληπτο.

 

Δεν ξέρω καν αν δεν σε ξέρω

Ignoramus et ignorabimus. Αντιξοότητες.

(Πάντως το δειλινό διεγείρει τη δαντέλα   του γιακά σου).

 

(21:12) ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΛΗΘΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΒΟΛΗ 

Πάνω στα ερείπια των ονείρων μας

πάνω στη διάβρωση

χτίζουμε νέες επαύλεις.

 

Αλλά μένει η αίσθηση του ερειπίου.

Τα σκυλιά μας αφοδεύουν ανάμεσα στα κιονόκρανα.

 

(21:44) ΜΕ ΒΡΗΚΕΣ Ν ΑΣΤΟΧΑΖΟΜΑΙ 

Ξέρω πως κάπου, στο βασίλειο του

ο δημιουργός του κόσμου των συμπτώσεων

(κάτοχος της αναισθησίας θαυμάσιος)

αναπαύεται ικανοποιημένος από την τέχνη του

 

(Διάλειμμα 22:17) ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ ΜΕΡΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ: 

Κάποια με τ’ όνομα Ελένη ή Δελεάνα.

(Σε ξέρω από τον Όμηρο).

Στο μαύρο φόρεμα ολότελα γυμνή

σαν να φοράει τον ίσκιο της.

Διαμπερής η έκπληξη

υποκύπτει στις θηλές.

 

Ύστερα η φωνή της, σαν το βιβλίο όπου η μοίρα

καθορίζει τις ζωές μας.

Σαν τη γαζέλα που χάνεται στα χόρτα.

Σαν τις μπούκλες που αγαπούν το κυνήγι.

 

Η μπόρα στο θερμοκήπιο

ο πάκτωνας κάτω από τη φρεγάτα

η γνωριμία μας

η χειραψία με το κομψό.

Το βελούδινο γάντι που αγκαλιάζει το λεπτοκαμωμένο

ανάλαφρο σύμπαν.

(Με κρατάς όπως οι προτομές το κράτος)

 

Στην αρχή είναι τα πάντα συγκινητικά.

Και βάζω τα δυνατά μου

 

(Κριτική της κριτικής δύναμης 22:28) Ο ΠΑΚΤΩΛΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΤΑΜΙ;  

Ναι, έχεις δίκιο

η ομορφιά    είναι ένα κακό επιχείρημα

που δεν επιδέχεται   ανασκευή

 

(Ναι όντως)  

Το άπειρο   που σε χωράει μισή.

 

(έχω τόσα να σου πω   αλλά είσαι μπροστά)

 

(Εκπνοή 23:09) ΣΙΩΠΗ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΧΑΔΙΑ  

Στο τελευταίο σανίδι

πάνω στην κουρτίνα που χωρίζει το θάνατο από τη ζωή

ο νεκρός – εξιλεωμένος και διάτρητος - προλαβαίνει να στοχαστεί:

 

Η εξαίρεση δεν επιβεβαιώνει τον κανόνα, ούτε τον διαψεύδει

αλλά προοιωνίζεται έναν καινούργιο

εξαίρεση του οποίου θα είναι ο παλιός.

 

(23:30) ΚΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΠΟΥ ΤΑ ΡΙΧΝΕΙ ΣΤΟΝ ΠΗΛΟ 

Εδώ ένα στάσιμο του χρόνου

Να ζαρώνει στις παλιές γωνίες των σελίδων

τον κρόταφο της μούσας

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Αλέξιου Μάινα ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ ΤΟΥ ΟΚΑΜ, εκδόσεις μικρή ΑΡΚΤΟΣ 2014]

 

01:10 ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΙΣΩ ΣΟΥ ΧΑΛΑΕΙ

(Πού είσαι ακόμα κρυμμένη τώρα που δε σε χρειάζομαι;)

(EXODIUM): Τα καναρίνια    εύκολα κίτρινα πουλιά σχεδιασμένα πρόχειρα    φωνάζουν το σκοτάδι    κι οι κόπροι της αλάνας γαβγίζουν και τα πεύκα.    Ο λεγόμενος καιρός, αν ήρθε θα πέθανε τη νύχτα    όπως πεθαίνουν οι τηλεοράσεις.    Ρέματα με μπαζωμένες βροχές και μισογδαρμένες κνήμες    σπασμένοι φράχτες ξύλινες κολόνες μια γειτονιά από συνάψεις τοίχων   και ξεραμένες λάμπες ηλεκτρικού.    Πάνω απ’ τις στέγες η εκπνοή της στάχτης αναζητεί κάτι ακόμα να κάψει   «Αυτό είναι το στοίχημα τούτης της συλλογής (σχολιάζει η Άννα Αφεντουλίδου):  Η προσεκτική, επίμονη μαθητεία στην πολυμορφία της ποίησης, ελληνικής και παγκόσμιας, και η προσπάθεια αποφυγής του επιπόλαιου και τυχαίου με την άρθρωση ενός λόγου γεωμετρικά ακριβούς [...] Κανένα ποίημα δεν αγωνιά για καινοφάνεια και αυτονόμηση από προδρόμους. Όλα ξετυλίγουν μεθοδικά, ενίοτε κινηματογραφικά, το κουβάρι ενός θέματος συχνά άγνωστου μέχρι την τελική ανατροπή. Δεν αναζητούν όμως το πυροτέχνημα του πρωτόφαντου, αλλά την επαναλαμβανόμενη και εγκαιροφλεγή έκπληξη της αρτιότητας (αποσπάσματα από τη συλλογή Αλέξιου Μάινα ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ ΤΟΥ ΟΚΑΜ, εκδόσεις μικρή ΑΡΚΤΟΣ 2014 που σχολιάζει η Άννα Αφεντουλίδου).  

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2021


Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2021

ΤΟ ΣΩΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΙΛΑΔΑ

(… η μόνη  και  η εύφορη συνάμα της ψυχής…)   

Τάδε έφη Γιώργος Βέης σε κείμενό του με θέμα

την ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

που δημοσιεύεται στο 26ο τεύχος της ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ (αποσπάσματα παρακάτω)

 

«Το σώμα είναι ακρογωνιαίος λίθος της ποίησής μου

κι αυτό οφείλεται όχι μόνο σε πνευματικούς χώρους

αλλά και στην ιστορία της ζωής μου... 

Πριν καν καταλάβω ότι υπάρχω,

πριν συνειδητοποιήσω την ύπαρξη

ήμουν ήδη ανάπηρη και εγχειρισμένη.

Και πάντα μου έλεγε η μαμά μου ότι

ήταν θαύμα που επέζησα.

Με απόλυτη επίγνωση της αναπηρίας μου,

την οποία και κέρδισα...

γιατί και έπαιζα και χόρευα και κολυμπούσα…»

(Κατερίνα Αγγελάκη –Ρουκ)

 

Η ποιητική γραφή  =  το χάραγμα, η ρωγμή. Η αυγή.

Γράφουμε διότι βλέπουμε

τι υπάρχει πάνω και πίσω από τα πράγματα

αγεωγράφητο,  αφωτογράφητο,   αγεωμέτρητο.

Όσα διεκδικεί το φως, αυτά ακριβώς μας ανήκουν.

Και πολλά περισσότερα.

Γράφουμε για να αναβαθμίσουμε εκτάσεις,

για να κατανοήσουμε διαστάσεις του φαντασιακού.

Οι λέξεις μας, αναδεικνύονται

ως τα κεκτημένα συνθηκολογήσεων

μεταξύ αρρήτων και μη ποιοτήτων.

Ναι, «πελεκώντας τον εαυτό μας, έτσι γράφουμε» (Γιώργος Σεφέρης)

 

«Εφόσον τα πράγματα και το σώμα μου

είναι φτιαγμένα από την ίδια στόφα,

θα πρέπει και η όραση του σώματος

να λαβαίνει, κατά κάποιον τρόπο, χώρα

μέσα στα πράγματα,   ή ακόμα,

θα πρέπει η φανερή ορατότητα των πραγμάτων

 να επενδύεται μέσα στο σώμα μου

με μια μυστική ορατότητα:

«η φύση βρίσκεται στο εσωτερικό», έλεγε ο Σεζάν.

 

 «Ποίηση γράφει κανείς και με το σώμα του —

γιατί δεν υπάρχει πνεύμα,  νους,    ψυχή

ή όπως αλλιώς να το ονομάσουμε,

που να είναι αποχωρισμένο από το σώμα.

Δυσκολεύομαι, όμως, πλέον να ξεχωρίσω

το θηλυκό από το αρσενικό γένος,

το γυναικείο από το ανδρικό γνώρισμα»   (Άντεια Φραντζή) 

 

«Το σώμα φτιάχνει το λουλούδι    

φτύνει το κουκούτσι-θάνατο

κατρακυλάει πετάει    ακίνητο

στροβιλίζεται γύρω απ’ την καταβόθρα

–κίνηση του κόσμου -

στ’ όνειρο το σώμα θριαμβεύει    

ή   βρίσκεται γυμνό στους δρόμους

κι υποφέρει·

χάνει τα δόντια του   τρέμει από έρωτα

σκάει η γη του σαν καρπούζι    και τελειώνει».

[Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό, Αθήνα, Εκδόσεις Ερμής 1974  -  Art by alexander sigov paintings]





ARS POETICA: Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Από το κενό στην καινή ύπαρξη

(αποσπάσματα από κείμενο του Γιώργου Βέη που δημοσιεύτηκε στο 26ο τεύχος της ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ)

 

Α. Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΡΗΓΜΑΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣ

 «Ξαναδιαβάζω τι έγραφα στο τεύχος 221 του περιοδικού Διαβάζω, τον Σεπτέμβριο 1989, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας την προηγούμενη χρονιά στην Αθήνα, από τις εκδόσεις ύψιλον / βιβλία, του συγκεντρωτικού, ομολογουμένως κομψού εκείνου τόμου που έφερε τον τίτλο  ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΩΜΑ.  H Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ ανθολογούσε εκεί εβδομήντα έξι ποιήματα από επτά συνολικά συλλογές της, οι οποίες κάλυπταν ένα ευρύτατο διάστημα είκοσι πέντε ετών. Δεν έχω να προσθέσω ή να αφαιρέσω κάτι. Έστω η σύνοψη τώρα, τριάντα ένα χρόνια μετά: 

«το σώμα είναι όντως κοιλάδα, η μόνη και η εύφορη συνάμα της ψυχής»

 

Β. Η ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΔΕΙΟΥ

(«Το σώμα ακρογωνιαίος λίθος της Ποίησης»)

Θυμίζω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής ένα ποίημά της, το οποίο φέρει τον τίτλο, μάλιστα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό για τα σημασιολογικά εν προκειμένω δεδομένα, «Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗΣ:  

Θα συγκρατήσω καταρχάς το εξής προλογικό τετράστιχο:

«Ό,τι μου λείπει με διδάσκει

ό,τι μου 'χει απομείνει μ' αποπροσανατολίζει

γιατί μου προβάλλει εικόνες απ' το παρελθόν

σαν να 'ταν υποσχέσεις για το μέλλον».

 

Η έγκυρη γραφή σπεύδει εδώ όχι μόνο να αντικατοπτρίσει, μεταξύ άλλων, το έλλειμμά μας, αλλά να το αναδείξει περαιτέρω ως δείκτη οντολογικής επιβίωσης. Η Επιθυμία ισούται με την απρόσκοπτη εμπέδωση του μείον. Η επίγνωση του μείον είναι το καυδιανό δίκρανο: εκεί υποκλίνεται το ομιλούν / γράφον ον. Το ποίημα έρχεται εν ολίγοις στη ζώνη των υπαρκτών προκειμένου να κατοικήσει τον όποιο κενό χώρο του προσώπου. Η άφιξη του ποιήματος στην έρημο του καθημαγμένου είναι συνιστά πράξη ικανή και αναγκαία:  το όνειρο της γραφής και το όνειρο της ζωής τείνουν να ταυτιστούν. Οι εκ των υστέρων δηλώσεις της ίδιας επιβεβαιώνουν την όλη κειμενική προοπτική. Ήτοι:

 

«Το σώμα είναι ακρογωνιαίος λίθος της ποίησής μου κι αυτό οφείλεται όχι μόνο σε πνευματικούς χώρους αλλά και στην ιστορία της ζωής μου...Πριν καν καταλάβω ότι υπάρχω, πριν συνειδητοποιήσω την ύπαρξη ήμουν ήδη ανάπηρη και εγχειρισμένη. Και πάντα μου έλεγε η μαμά μου ότι ήταν θαύμα που επέζησα. Με απόλυτη επίγνωση της αναπηρίας μου, την οποία και κέρδισα... γιατί και έπαιζα και χόρευα και κολυμπούσα».

 

Ο ποιητικός λόγος προβάλλει από το κορμί ως θεράπων. Η υλικότητα των γραμμάτων, το καλούπωμα των στίχων, το ζύγισμα των συλλαβών συνιστούν κινήσεις, εκτάσεις του σώματος. Αλλά και το πνεύμα αποτελεί κυριολεξία του σώματος. Αρκεί να παραβάλω:

«και η γλώσσα δεν είναι άυλη. Μπορεί να είναι λεπτό σώμα, αλλά είναι σώμα. Οι λέξεις συλλαμβάνονται σε όλες τις σωματικές εικόνες που αιχμαλωτίζουν το υποκείμενο» (Ζακ Λακάν).

 

Γ. Η ΛΕΞΗ: Η ΜΗ ΦΘΟΡΑ

(«πελεκώντας τον εαυτό μας, έστι γράφουμε» - Σεφέρης)

«Δεν μπορώ, δεν τολμώ     ούτ'  έναν άγγελο περαστικό  να φανταστώ

γιατί εγώ  σ' άλλον πλανήτη,    χωρίς αγγέλους κατεβαίνω». 

 … Εξ ου και οι συναφείς ομολογίες πίστης της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ στο γράμμα, που δεν σκοτώνει όπως θέλει και η παυλιανή τάξη, αλλά μεταθέτει συστηματικά το ποιητικό υποκείμενο από τη μη-στάση σε αυθεντική Ζωή, ήτοι:

 

«Δεν θυμάμαι ποτέ να μην έγραφα, είναι πολύ περίεργο. Η ποίηση είναι σαν τα κύματα, έρχεται ένα κύμα που είναι έρωτας, ένα άλλο κύμα που είναι κάτι άλλο, η ζωή στη μοναξιά, μετά ένα άλλο κύμα που είναι η πόλη. Δεν είναι όλα έρωτας. Ένα ποίημα γράφεται όπως γίνεται μια οποιαδήποτε πράξη στη ζωή. Το δύσκολο με το ποίημα είναι ότι δεν αναγγέλλει ποτέ την άφιξή του. Έρχεται απρόσκλητο. Η συγγραφή ποίησης δεν είναι καθόλου κοπιαστική. Όταν έρχεται είναι σαν ευλογία».

 

Η εν- σωματικο- ποίηση, η ενδελεχής και γι΄ αυτό δηλαδή τιμαλφής ώσμωση του μετά -φυσικού με το χώμα της όποιας εξ αντικειμένου πραγματικότητας, αναβαθμίζει το πρόσωπο σε ένα καθόλα κυρίαρχο Είμαι.

      Έχω δε πάντα κατά νου επίσης: γράφουμε, αντιστρατευόμενοι πρωτίστως τον αυτισμό της αδολεσχίας. Το έργο της εν λόγω δημιουργού λόγου συνιστά, κοντολογίς, ένα χρηστικό εγκόλπιο όρων διαφυγής από τους καταστατικό Κακό του βίου. Να μεταφέρω, επειδή θαρρώ αρμόζει και το εξής καταστάλαγμα, από ένα άλλο τετράδιο τα εξής:

 

η ποιητική γραφή = το χάραγμα, η ρωγμή. Η αυγή. Γράφουμε διότι βλέπουμε τι υπάρχει πάνω και πίσω από τα πράγματα αγεωγράφητο, αφωτογράφητο, αγεωμέτρητο. Όσα διεκδικεί το φως, αυτά ακριβώς μας ανήκουν. Και πολλά περισσότερα. Γράφουμε για να αναβαθμίσουμε εκτάσεις, για να κατανοήσουμε διαστάσεις του φαντασιακού. Οι λέξεις μας, αναδεικνύονται ως τα κεκτημένα συνθηκολογήσεων μεταξύ αρρήτων και μη ποιοτήτων. Ναι, «πελεκώντας τον εαυτό μας, έτσι γράφουμε».

 

Η σεφερική δήλωση υπονοεί ασφαλώς πολλά. Ας κρατήσουμε αυτό που αρμόζει στον καθένα και στην κάθε μια κατά περίπτωση και περίσταση. Γράφοντας, η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ γνωρίζει κι αυτή, εκ των προτέρων μάλιστα, ότι ο Άλλος ενδέχεται να μην βρίσκεται στο ίδιο ακριβώς γλωσσικό κύμα επικοινωνίας. Η γραφή διερευνά την αδυναμία ενδελεχούς επικοινωνίας, τις παραμέτρους της θλιβερής ξενότητας, την δυστοπία του όντος. Τότε συστρέφεται, αναφέρεται εις εαυτήν, αλλά κατά τα άλλα δεν περισπάται. Πρόκειται ασφαλώς για τη γραφή των επαρκέστερων δημιουργών. Είναι όσοι  σέβονται πρωτίστως την αξιακἠ ιδιοσυγκρασία της κάθε λέξης ξεχωριστά.

 

Δ. Speculum mentis: Η πραγματικότητα της όρασης

(«Μια εικόνα είναι η στάση του μυαλού στις αβεβαιότητες» - Τζούνα Μπερνς)                                                

Το σώμα δι- οράται. Αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από τα φίλτρα του. Του αρκεί η αίσθηση της υπεροχής των ορατών, όπως τα θέλει, όπως τα επιθυμεί αυτό. Πρόκειται για την κυριολεξία του ενθάδε-εντός. Η ποιήτρια θέλει να τονίσει με τον τρόπο της ότι

 

«εφόσον τα πράγματα και το σώμα μου είναι φτιαγμένα από την ίδια στόφα, θα πρέπει και η όραση του σώματος να λαβαίνει, κατά κάποιον τρόπο, χώρα μέσα στα πράγματα, ή ακόμα, θα πρέπει η φανερή ορατότητα των πραγμάτων να επενδύεται μέσα στο σώμα μου με μια μυστική ορατότητα: «η φύση βρίσκεται στο εσωτερικό», έλεγε ο Σεζάν.

 

Ποιότητα, φως, χρώμα, βάθος, τα οποία βρίσκονται εδωνά μπροστά μας, δεν βρίσκονται εδώ παρά μόνον επειδή το σώμα μας τα υποδέχεται. Αυτό το εσωτερικό αντίστοιχο, αυτή η σαρκική διατύπωση της παρουσίας τους την οποία τα πράγματα ξυπνούν μέσα μου, ξυπνούν, με τη σειρά τους, ένα, ορατό ακόμα, ίχνος όπου κάθε άλλο βλέμμα ξαναβρίσκει τα κίνητρα εκείνα τα οποία υποβαστάζουν τον τρόπο με τον οποίο αυτό το βλέμμα επιθεωρεί τον κόσμο. Εμφανίζεται έτσι ένα ορατό στη δευτέρα, σαρκική ουσία ή εικόνα του πρώτου»( Μωρίς Μερλώ Ποντύ).

 

Ε. ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ ΕΝ ΑΓΑΠΗ

 «Ποίηση γράφει κανείς και με το σώμα του — γιατί δεν υπάρχει πνεύμα, νους, ψυχή ή όπως αλλιώς να το ονομάσουμε, που να είναι αποχωρισμένο από το σώμα. Δυσκολεύομαι, όμως, πλέον να ξεχωρίσω το θηλυκό από το αρσενικό γένος, το γυναικείο από το ανδρικό γνώρισμα» (Άντεια Φραντζή)              

Ξέρουμε προ πολλού από την ίδια ότι «πολύτιμη για μένα κληρονομιά που μ’ άφησε ο νονός μου (: ο Νίκος Καζαντζάκης) ήταν η πίστη - απιστία στον Θεό. Αυτή η σύνθεση ανάμεσα στην έλλειψη ελπίδας για μια προστασία, μια δικαιοσύνη, ακόμα και για μια «μετά θάνατον» ζωή και μαζί μια αδιάκοπη αίσθηση του μυστηρίου που μας έφερε στη ζωή, που φύτεψε τα δέντρα, που στη φλόγα ρίχνει βροχή. Μια αίσθηση ότι η παντοδυναμία της ζωής νικάει την απουσία του Θεού»( Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ). Η μοναξιά προετοιμάζει τον θρίαμβο του δημιουργικού λόγου. Απομονώνω στη συνέχεια το εξής επιλογικό τρίστιχο από την προαναφερόμενη «Ευλογία της έλλειψης»:

 

«Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν

έγινε φίλη καλή

μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου».

 

Κι ο χρόνος της ποιήτριας δεν έχει πλέον σχέση, όπως μάλιστα θα περίμενε κανείς, με τον γνωστό μαθηματικό χρόνο. Οι προσπάθειες ενανθρώπησης του χρόνου είναι, ως εκ των πραγμάτων λοιπόν, αμείωτες. Το ποίημα από την άποψη αυτή είναι ο σμιλεμένος, με άλλα λόγια ο κανονικός, ο αρμόζων χρόνος. Οι εξομολογήσεις υπομνηματίζουν το αγωνιώδες κι ασίγαστο ταυτοχρόνως εγχείρημα της χάραξης χρόνου. Αποδελτιώνω κυρίως τα εξής:

 

«εκείνο που είναι πολύ δύσκολο είναι να βγάλω από τη ματιά και την ψυχή μου την έννοια του μέλλοντα χρόνου. Κάνω κάθε μέρα ασκήσεις, ώστε να μου επιβάλω τη ζωή με μόνη έννοια το παρόν. Το παρελθόν φέρνει μελαγχολία και το μέλλον 'παραμυθία'. Να ζω το παρόν μέρα με τη μέρα. Αυτό... Εύχομαι να μπορώ λίγο ακόμα!».

 

     Το γράμμα «Χ» με κεφαλαίο του «Χρόνου» θα μπορούσε εύκολα να παραπέμψει κάθε φορά που θα συναντούσαμε τους παραπάνω τρεις στίχους, στο γράμμα «χ», στο πρώτο δηλαδή γράμμα της λέξης «χέρι», όπου επίσης εμπεριέχεται το γράμμα «ρ» του «Χρόνου». Πρόκειται για το χέρι, το οποίο τείνει την ευτυχή εκείνη συγκυρία να ακουμπήσει, να σφίξει, να μην αφήσει ποτέ ξανά το χέρι του διακαώς ποθούμενου Άλλου. Η εικόνα δεν θα μπορούσε να ήταν περισσότερο διαυγής, συνάλληλη και συμπαγής σημασιολογικά: αφορά στο «χέρι», εννοώ, εκείνο που θέλει ν΄ αγγίξει, να κλείσει μέσα του, ει δυνατόν  για πάντα, τον κομβικό ιστό του ποιήματος, δηλαδή την τόσο βαρύνουσα λέξη «αγάπη». Κι όπως επισημαίνει αναλόγως ο Ζακ Λακάν τότε:

 

«ξεπροβάλει ένα χέρι που απλώνεται για να συναντήσει το δικό σας, και εκείνη τη στιγμή το δικό σας χέρι ακινητοποιηθεί στην κλειστή πληρότητα του φρούτου, στην ανοιχτή πληρότητα του λουλουδιού, στην έκρηξη ενός χεριού που λαμπαδιάζει ‒ τότε λοιπόν αυτό που παράγεται εδώ είναι ο έρωτας».

 

    Έτσι θα διαβάσω και τους κρίσιμους στίχους από το ποίημα «Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων» από τη συλλογή ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΘΗΛΑΣΤΙΚΟ  Δηλαδή:

 

«Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων

όταν βάζει το ένα πόδι μπρος στο άλλο

και κερδίζει τον συγκεκριμένο χώρο.

Ένα τόπο.

Με τράνταγμα βαρύ.

Θάνατο.

Όταν το σώμα κερδίζει τον τόπο του

με θάνατο

στην πλατεία

σα λύκος με ρύγχος καυτό

ουρλιάζει το «θέλω»

«δεν αντέχω»

«φοβερίζω – ανατρέπω»

«πεινάει το μωρό μου».

Το σώμα γεννάει το δίκιο του/

και το υπερασπίζεται».

[Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό, Αθήνα, Εκδόσεις Ερμής 1974]

 

Η όποια αναίρεση της εμφαντικής αυτής Νίκης από τη θεματικά αντίθετη Ήττα, η οποία απαντά μέσα στο ίδιο ποίημα, επίσης σημειωτέον με αρχικό Η κεφαλαίο, εξετάζεται από την πλευρά μου μόνον εντός του πλαισίου του ρυθμικού, αντιστικτικού μηχανισμού του όλου κειμένου κι όχι από την καθαρά εννοιολογική του σκοπιμότητα. Δεν πρόκειται βέβαια για μιαν εξόφθαλμη αυθαιρεσία, όπως θα έδειχνε ένα βιαστικό συμπέρασμα, αλλά για μια ξεκάθαρη πράξη αναγνωστικής ελευθερίας. Δεν παραθεωρώ τα σημαινόμενα. Για να το διατυπώσω διαφορετικά: απλώς σπεύδω να τονίσω εδώ ορισμένες μεταφορές με διαφορετικό τρόπο. Έτσι λοιπόν και οι επόμενοι επιλογικοί στίχοι του ίδιου ποιήματος προέρχονται από το όνειρο της ανενδοίαστης κατάφασης στο θαύμα κι όχι από την όποια δυναμική απόπειρα της πλήρους αποδόμησής του. Αντιγράφω κατά λέξη:

 

«Το σώμα φτιάχνει το λουλούδι

φτύνει το κουκούτσι-θάνατο

κατρακυλάει πετάει

ακίνητο στροβιλίζεται γύρω απ’ την καταβόθρα

–κίνηση του κόσμου-

στ’ όνειρο το σώμα θριαμβεύει

ή βρίσκεται γυμνό στους δρόμους

κι υποφέρει·

χάνει τα δόντια του

τρέμει από έρωτα

σκάει η γη του σαν καρπούζι

και τελειώνει».

[Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό, Αθήνα, Εκδόσεις Ερμής 1974]

ΣΤ. ΤΟ ΣΠΑΡΑΓΜΑ ΥΜΝΟΣ                                                              

Η δομή είναι λόγος. Και μάλιστα ασίγαστος. Ο ήχος είναι στερέωμα και θόλος της φωνούλας. Αυξάνεται όμως η έντασή της καθώς ανεβαίνουμε τη σκαλωσιά των στίχων. Εκείνη βέβαια ξέρει από ρυθμούς και μέτρα.  Όχι άπνοια, αλλά εγρήγορση. Τίποτα δεν έχει προλάβει να επινοηθεί. Όλα συμβαίνουν στον χωροχρόνο των σπασμών. Η λίμπιντο φθέγγεται: το παρόν διαστέλλεται...διαστέλλεται...κι άλλο...κι άλλο...Ο παλμός της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ: ο παλμός της μετάβασης. Το συλλογικό αυτί έχει βέβαια από ώρα ξυπνήσει. Θέλουμε να το κρατήσουμε αυτό το ανεπούλωτο τραύμα, το ράγισμα του πόθου. Αυτό το κύμα της έξαρσης. Είναι η σάρκα, ναι, η απόλυτη Μορφή, που έχει πάρει σειρά τώρα να αναπτυχθεί ως να είναι η αναβαθμισμένη, η αδιαμφισβήτητη επικράτεια του λόγου. Κι όπως τεντώνονται οι ιστοί, παράγεται αυτομάτως ένα είδος μουσικής. Η αντήχηση του όντος, η υλικότητα των κινήσεων της ύπαρξης. Οι συλλαβές από φορείς καταστατικοί των συμπτωμάτων άλγους, πένθους, απώλειας και πτώσης ηχούν εν τέλει ικανο - Ποίηση. [απόσπασμα από κείμενο του Γιώργου Βέη για την ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ δημοσιευμένο στο 26ο τεύχος της ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ]

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2021