Κυριακή 17 Μαΐου 2020

ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ Η ΓΗ: ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΓΚΑΥΜΑΤΑ… ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ ΑΝΑΜΜΕΝΕΣ

(… το όνειρο απέναντι στο πένθος…)

«Αιφνίδιο σαν από καθρέφτη ξαφνικό το πρόσωπό μας,

ξένο  τρωτό,   κάποτε  νικημένο…

Καράβια μακρινά αθλήματα αντοχής πολεμικά

κι ο θάνατος μόνος κριτής στο πλάι

Επιτύμβια λευκά χρυσά κλειδιά στα σωθικά της..»

(Η ΠΥΛΗ  Γ)

 

Στίχοι από την πρώτη ενότητα στη συλλογή του Πάνου Κυπαρίσση ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ, εκδόσεις Μελάνι 2013.

Η πρώτη ενότητα έχει τίτλο Η ΠΥΛΗ.

Η ΑΥΛΗ  και  Η ΣΙΓΗ   είναι οι τίτλοι στις επόμενες δύο ενότητες.

Σχολιάζοντας ο Αλέξης Ζήρας σημειώνει: 

«Αν δούμε τη συλλογή αυτή ως σύνθεμα, καθώς αποτελείται από τρεις ενότητες, τα ποιήματα στις  δυο πρώτες δημιουργούν μια αμυδρά χαραγμένη κλίμακα ψυχικού αναβαθμού, μεταβαίνοντας από το σκοτάδι στο φως με ενδιάμεσο την ελπίδα»

 «ήσυχος σαν πένθος, ο Ποιητής, στη γιορτή

σαν λάμψη κεραυνού μες στο νερό…»   αφηγείται:  

«Όταν ελπίζεις

το ύψος της ελπίδας σου φοβίζει

καθώς γλιστρούν διλήμματα  και  σκοτεινιάζεις

 

Δεν είναι που δεν μπορείς

Φοβάσαι το αιφνίδιο που σ’ απειλεί μην

το κερί σου σβήσει

Κλέβεις και κλέβεσαι γι’ αυτό που δεν ορίζεις

 

Θέλει βακχείες η ζωή

οίστρο και πειθαρχία…»   (Η ΠΥΛΗ  ΙΑ)

 

Και ο Αλέξης Ζήρας συμπεραίνει:

«Αν και οι αποστροφές αυτές αντλούν πολλές φορές από βιώματα συναισθηματικής ερημίας και πένθους, δεν παύουν, όπως φαίνεται στα ποιήματα του Κυπαρίσση, να αποτελούν πηγή ζωής για την ίδια την ποιητική δημιουργία. Το σιωπηλό, θαμπό, ομιχλώδες τοπίο των νεανικών χρόνων του, η καθημαγμένη οικογενειακή εστία, αυτή η χώρα που ποτέ δεν περιγράφεται και πάντοτε υποβάλλεται ως κατάσταση ψυχής, με την αέναη μνημονική επαναφορά και αναπαράστασή της στη φαντασία, δεν είναι πια κάτι το ξένο και ανοίκειο μα κάτι που η περσόνα του ποιητή το νιώθει δικό της…» [στη συνέχεια αποσπάσματα από την ΑΥΛΗ και τη ΣΙΓΗ με ενδιάμεσα σχόλια από την παρουσίαση της συλλογής] 




ΛΑΜΠΕΙ Η ΨΥΧΗ ΣΟΥ ΓΙΑΣΕΜΙ ΚΑΙ Η ΝΥΧΤΑ ΚΑΤΩ ΡΙΧΝΕΙ ΓΛΩΣΣΑ ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ «Η Αυλή Α»

«Αυτή τη βεβαιότητα της μελαγχολίας και της μοναξιάς έχει τάξει μέσω της ποίησής του να εξοικειωθεί μαζί της και να την αφήσει να κατοικήσει μέσα του μήπως κι έτσι ημερέψει. Εξάλλου, το ολιγαρκές της ύπαρξης, η εσωτερική της πυκνότητα, η ασκητική της αποστολή για τη διάσωση των ελάχιστων τιμαλφών η οποία προβάλλει ως η μόνη της επιδίωξη, το μινιμαλιστικό βλέμμα πάνω στον κόσμο, έχουν τις απευθείας αναλογίες τους και στην ποιητική γλώσσα και έκφραση του Πάνου Κυπαρίσση. Η σιγή τού ενδόμυχου συναισθηματικού τοπίου αντανακλάται στον χαμηλόφωνο ελεγειακό τόνο της φωνής του, στον λυγμικό λόγο που πολλές φορές ζητάει με σπαραγμό να διασώσει τα όσα θραύσματα του ερωτικού πάθους απέμειναν…» (Αλέξης Ζήρας)

 

Η ΑΥΛΗ Δ’ (από ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ του Πάνου Κυπαρίσση)

Εαρινός εμφύλιος

 

Λουλούδια

νάρκες σαν λουλούδια

 

Όποιο πατήσεις

καταστρέφεται ή καταστρέφεις

 

Η ΑΥΛΗ Ε’

Αρκεί το πένθος

η μνήμη των ερειπίων

τα τόσα σου τμήματα

 

Τώρα εδώ

θεός του ελαχίστου

μ’ όσα της τύχης σου κρατάς

χρώματα για να ντυθείς

φτερά που λες ακόμη να τ’ ανοίξεις

 

Άδικο να θυμάσαι

όσα πικρά του νου σε πνίγουν

 

Να σηκώνεις το φουστάνι της επιθυμίας

σαν άνεμος χλιαρός

και τ’ άβατο που το ’κλεισες σε τείχη

με γόνιμα τ’ ανασφαλή να το γκρεμίζεις

 

ΝΥΧΤΩΝΕΙΣ ΜΕ ΤΑ ΡΙΓΗ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ ΣΟΥ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ. ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΞΕΤΥΛΙΓΕΙ ΑΥΛΑΙΕΣ ΒΥΘΙΣΜΕΝΕΣ «Η Σιγή Α»

«Το ιδιαίτερο αυτών των ποιημάτων του Κυπαρίσση είναι ότι δεν μένουν στην καθηλωτική δυναστεία των παιδικών αναμνήσεων του εμφύλιου αίματος στην Ήπειρο. Ανοίγονται  στην τελευταία τους ενότητα προς την αισθησιακή εξύψωση. Έτσι, με μια έννοια τα «τιμαλφή» που διέσωσε μέσω της ποίησης, όσο φοβερά κι αν είναι, δεν παύουν να  είναι τα ελάχιστα πολύτιμα από τα «προικώα» που κρατάει στον κόρφο της η ζωή του ποιητή. Όπως και τα ελάχιστα που διέσωσε από το πήγαιν΄ έλα της μνήμης σε εποχές σκοτεινές, σε χρόνια άνυδρα, αφιλόξενα και άγρια, που όμως όχι μόνο αλλάζει η αίσθησή τους αλλά και χρωματίζονται διαφορετικά από τον ερωτικό κατακλυσμό της ύπαρξης…» (Αλέξης Ζήρας)

 

Η ΣΙΓΗ Γ’ (από ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ του Πάνου Κυπαρίσση)

Ασάλευτα δένδρα σκοτεινά

 

Στο βάθος λευκό φουστάνι ξαφνικό

πρόσωπο μισό, μαλλιά ανεμίζοντας

 

Ρόδες του δειλινού

σηκώνουν ρήματα πλαγιασμένα

 

Μακριά δίχως φτερά

περνά κόκκινο σπίτι

 

«ΠΩΣ ΚΡΑΤΑΣ ΤΕΤΟΙΟ ΚΑΜΙΝΙ ΟΣΟ ΝΑ ΒΓΕΙ;»  

(Μνήμες που πιάνονται σπαρταριστές στις λέξεις δολώματα και λέξεις που πλέκουν το ασφαλέστερο νήμα - οδηγό στα έγκατα της βιωμένης ατομικά και συλλογικά ιστορίας)

Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγε κανείς ότι το παρελθόν διαδραμάτιζε πάντα βαρύνοντα ρόλο στην ποίηση και στη διαμόρφωση της ποιητικής του Πάνου Κυπαρίσση. Από τη συλλογή ΚΑΠΝΟΠΟΛΕΜΟΣ (1977)  ως  ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ  (2013) τα πάντα μοιάζει να συντελούνται κάτω από τον θαλερό ίσκιο προσώπων και πραγμάτων του παρελθόντος, διαπερασμένα από ριπές της μνήμης και της νοσταλγίας και, κυρίως, εμπλουτισμένα με ψήγματα σπασμένων -πλην αναγνωρίσιμων- εικόνων της σχετικά πρόσφατης, μεταπολεμικής, ιστορίας, όπως αυτή βιώθηκε σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, ως «πράξη» και ως απόηχος. Λειτουργεί, όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος, σαν ένας στιγμιογράφος που κρατάει σπαραγμένες εικόνες, όπως τις ανασύρει από την προσωπική του «πινακοθήκη», προκειμένου να τις εναποθέσει στο σώμα του ποιήματος, με συνειρμικές διαστολές και αναγνωρίσιμα σύμβολα, ώστε ο λόγος του αποκτά μια υποκειμενική καθολικότητα. Αυτές τις σπαραγμένες εικόνες, αυτά τα πολύτιμα τιμαλφή μιας ζωής κερδισμένης μέσα από οδυνηρές απώλειες και ματαιώσεις, τα ανασύρει από τα περασμένα με το ζωντανό και κάποτε επίβουλο δίχτυ των λέξεων από τα ορυχεία επουλωμένων και ανεπούλωτων πληγών…  [Κώστας Γ. Παπαγεωεργίου]

 

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΕ ΣΕΝΑ ΚΑΤΟΙΚΩ ή ΠΟΥΘΕΝΑ

(πώς ήρθε η βάρκα ως εδώ; Πώς σφήνωσε σαν ζώο με σπασμένα πλευρά;)

Μεγάλες οι αποστάσεις κι οι δρόμοι άγνωστο που καταλήγουν. Ορυχεία της πληγής!..

Πού βρίσκουν και τρώνε τα πουλιά;

Πού άνεμο για τα φτερά τους;

Ποια σκοτάδια στις φλέβες σου βαθιά

ως την αμάθητη νύχτα που θα ’ρθει να σβήσει κάθε φως…

Λεηλατεί ο καιρός κι ο μύθος ασωτεύει Κίρκες,

σειρήνες πολύφημες,  ανύπαρκτες Ιθάκες…

Θυρίδες τ’ ουρανού κρυμμένα τιμαλφή

όρκοι κι όνειρα χαμένα.

[κι άλλα αποσπάσματα  από ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ του Πάνου Κυπαρίσση, εκδόσεις Μελάνι 2013, με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο]

https://ai2avatongar.blogspot.gr/2017/05/blog-post_18.html


Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Η ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ:

«Γράφω και σκίζω.  Λουστράκι πουθενά για να γυαλίσει όσες ιδέες πέρασαν από μυαλό κι από χαρτί» (Κική Δημουλά, Σκίζω τη Δωδεκάτη, Το Τελευταίο Σώμα μου 1981)

«Με αυτό το γενναιόδωρο στίχο -σαν μαξιλάρι απαλό… - άρχισε το χέρι να εμπιστεύεται λίγο το μολύβι κι εκείνο δειλά - δειλά αφέθηκε να στροβιλίζεται στη σκέψη.

Άραγε, πόσους θεούς και πόσες μούσες να επιστρατεύσει κανείς για να μιλήσει για την Κική Δημουλά.

Και τελικά, πόσο πίσω στο χρόνο ή πόσο μακριά από αυτόν πρέπει να πάει κανείς για να την κατανοήσει;

Αν ζητούσα τη συνδρομή των Μύθων, θα διάλεγα τους Ορφικούς…»,

γράφει στο κείμενο της για την ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ στην Ποίηση της Κικής Δημουλά, η Έλενα Τσαγκαράκη. Και εξηγεί το γιατί:

«Η Κική Δημουλά - σαν άλλη Περσεφόνη - κεντάει το δικό της Μύθο που κουβαλάει όλη τη διαδρομή της ανθρώπινης ζωής.

Γέννηση - Έρωτας - Θάνατος.

Ο Μύθος της έχει μέσα του έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο που άλλοτε είναι εν μέρει λογικός και κατά περίπτωση άλογος.

Το βέβαιο είναι πως δεν έγινε ώστε να είναι αισθητικά ωραίος αλλά για να ανταποκρίνεται σε άλλες συνειδησιακές έξεις.

Με μαεστρία περισσή εναγκαλίζεται με τον Κάτω Κόσμο, τον προκαλεί να την ερωτευτεί και αφού ενδύεται την ανθρώπινη πλευρά της επιστρέφει στον επάνω πάντοτε ως «κόρη».

«Πίστεψέ με θα σ' αγαπώ αιώνια»  επαναλαμβάνει κάθε λεπτό ο θάνατος  στην αιωνιότητα

(Η ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΑΙΩΝΙΟΤΗΣ, Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως )

«Η Κική Δημουλά εναποθέτει το νήμα του κόσμου στα χέρια του Έρωτα και αφήνει να τον ακολουθήσουν η Τάξη και η Δικαιοσύνη. Εγκαλεί το αδύνατο και δεν αποποιείται την ευθύνη γι' αυτό.

Αναζητά μέσα στη Νύχτα το μυστικό του ανθρώπου

 και αναγνωρίζει ότι αυτή καθεαυτή η μαγική λειτουργία του σκοτεινού σημείου είναι που δίνει την κίνηση στον κόσμο.

Γνωρίζει ωστόσο καλά τη διαδοχή:

από το σκοτάδι της Νύχτας, από το Έρεβος - εκτός από τον Έρωτα - γεννήθηκαν

το Πεπρωμένο,   ο Θάνατος,   τα Όνειρα,   η Μνήμη,   η Λήθη.

Κάθε της ποίημα είναι μια ομηρική νέκυια,

μια ευθεία έκκληση στην απώλεια μέσα από την κατονομασία της αίσθησης που άφησαν πίσω τους οι απόντες.

Κάθε ουσιαστικό αποκτά μέσα στους στίχους της αυτοτελή υπόσταση και διακριτό σχήμα,

 εκπέμπει ενέργεια,   αποκτά σώμα,   αρθρώνει λόγο

 και   -εντέλει - ανθρώπινη ζεστασιά…»

[κι άλλα αποσπάσματα από τα σχόλια της Έλενας Σ. Τσαγκαράκη για την ποίηση της Κικής Δημουλά όπως δημοσιεύτηκαν στη  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σαββατιάτικης ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 1-10-2011] 



(περιφραστική λεζάντα στον πίνακα του Μαρκ Ρόθκο)
Ο Σταμάτης Φασουλής, υποδυόμενος το ζωγράφο Μαρκ Ρόθκο στη θεατρική παράσταση «Κόκκινο», προσκαλεί και προκαλεί τον μαθητή του τον Κεν να καταλάβει τη ζωγραφική του. «Άφησε τους πίνακες να λειτουργήσουν» τον προτρέπει. «Λειτούργησε κι εσύ μαζί τους. Δώσε τους χρόνο». «Ενας πίνακας μπορεί να πεθάνει από ένα βλέμμα, ενώ μια αστραπή μέσα σ' αυτό μπορεί να τον αναστήσει!». Αυτό ζητάει και η Κική Δημουλά. Να μην πάει η αγωνία της στράφι. Να της δοθεί ο χρόνος. Ο χρόνος που ολοκληρώνει. Σε κάποια χαλαρή συζήτηση ο Θανάσης Νιάρχος τη ρώτησε ευθέως: «Κική, έχεις γράψει ποτέ κανένα ποίημα έτσι, μια κι έξω;». «Ποτέ» ήρθε η απάντηση χωρίς κανένα δισταγμό. «Ο,τι διαβάζεις είναι αποτέλεσμα πολλής μουντζούρας». Είναι λοιπόν δυνατό να μην αγκαλιάσει κανείς αυτή τη συνεπή αγωνία; Την αγωνία της δημιουργού για την τύχη των πνευματικών της παιδιών, όταν αυτά θα έχουν πάψει να περιβάλλονται προστατευτικά από τη ζωτική της παρουσία και την καταλυτική θερμότητα του ρέοντος λόγου της;


ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΓΡΙΦΩΝ ΤΗΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΗΣΥΧΟΣ

(αποσπάσματα από την παρουσίαση της Έλενας Τσαγκαράκη στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σαββατιάτικης ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 1-102011):

Τα ζευγάρια των αντιθέσεων χορεύουν σ’ έναν καμβά φαινομενικά απλό αλλά και συνεχώς μεταβαλλόμενο, που επιβάλλει πειθαρχία και εγρήγορση χωρίς ωστόσο να απειλείται από την κοινοτοπία. Αντίθετα, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως η ποίησή της συμπορεύεται με το αναπάντεχο. Λέξεις δύστροπες ή τραχιές στο άκουσμά τους, ακόμα και κείνες που θα μπορούσαν εν τη ρύμη του λόγου να ακουστούν παράφωνες ή και χυδαίες, παραδίδονται στους στίχους της με εντιμότητα τέτοια που τις καθαγιάζει και τις αποδίδει με κρυστάλλινη καθαρότητα, καθιστώντας τες έως και λυρικές.

Λέξεις απλές, καθημερινές, μεταμορφώνονται σε μεγαλειώδεις χάρη στο εννοιολογικό φορτίο που αποκτούν μέσα στο στίχο, σε βαθμό τέτοιο που συχνά αναρωτιέται κανείς αν είναι σε θέση να κατανοήσει αυτό που του εμπιστεύεται η δημιουργός. Αν θεωρήσουμε ότι αυτή είναι μία από τις βασικές λειτουργίες της ποίησης, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε στην Κική Δημουλά ότι αν και ασκείται επίμονα σε αυτήν την τεχνική καλλιεργώντας τη συστηματικά, κάθε φορά κατορθώνει να υπερβεί το όποιο εύρημά της χωρίς ωστόσο να το ακυρώνει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ΤΑ ΕΥΡΕΤΡΑ. Δεν τα επικαλείται ως αμοιβή θησαυρού, αντίθετα τα πιστώνει ως απλήρωτο λογαριασμό προσδοκιών.

Οι ανατροπές που συντελούνται στις λέξεις, στους συνδυασμούς, σε κάθε επίπεδο της ποίησής της είναι τόσο ισχυρές, ώστε ο στίχος να είναι άμεσα αναγνωρίσιμος ως φορέας της ιδιαίτερης προσωπικής της γραφής. Και ενώ αυτές τις δημιουργικές γλωσσικές ανατροπές μπορούμε να τις κατανοήσουμε, ένα ειρωνικό μειδίαμα, φιλοσοφικό, ενίοτε μελαγχολικό και άλλοτε πάλι απροσδιόριστο κλείνει ερμητικά την πόρτα στην κατανόηση και τη γνώση που επιδιώκουν, τόσο ο αναγνώστης όσο και το ποίημα. Άλλωστε, ως «Περσεφόνη» άμεσα συνδεδεμένη με τα μυστήρια μάς έχει προετοιμάσει γι' αυτό, πως δεν προτίθεται -δηλαδή- να «βλάψει αίνιγμα» και ότι αυτό που «με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση» προσέρχεται, ανέγγιχτο πρέπει να μείνει.

Η Περσεφόνη βέβαια, πέρα από το μυστικιστικό της προφίλ, παραμένει «αιώνια κόρη». Εκείνη δηλαδή που αυξάνει, που μεγαλώνει - όπως προκύπτει και από την ετυμολογική προέλευση της λέξης. Παιδί και εν δυνάμει ενήλικος. Κορίτσι και εν δυνάμει γυναίκα. Έτσι ακριβώς είναι και η Κική Δημουλά. Είναι κόρη των παιδιών της και φίλη των εγγονών της. Για όσους από μας τη γνωρίζουν, είναι η ίδια η Χιονάτη του ποιήματός της:

Μάνα, λες να είναι  κληρονομική η πραγματικότης;

(Η ΛΙΠΟΤΑΞΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΝΑΤΗΣ,  Χλόη Θερμοκηπίου)

 

Το παιδί μέσα στην Κική Δημουλά αναζητεί την παρηγοριά του παραμυθιού, αλλά η ενήλικη συνείδησή της δεν της επιτρέπει να αφαιρέσει το ερωτηματικό στο τέλος του ποιήματος. Άλλωστε το αίνιγμα της ζωής παραμένει άλυτο ακόμη. Αυτό όμως δεν καταργεί ούτε τις ζωντανές εικόνες ούτε τα χρώματα και τα σχήματα. Και τη στιγμή εκείνη που νιώθει κανείς ότι βρίσκεται πολύ κοντά στην ερμηνεία εξαιτίας ενός τόσο οικείου περιβάλλοντος, το ποίημα «αποσύρεται» και αρνείται να παραδοθεί χωρίς να πολιορκηθεί.

 

«ΔΕ ΘΕΛΟΥΝ ΠΟΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ: ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΠΟΥΝΕ  Σ’ ΕΝΑ ΣΤΙΧΟ…»,

λέει η Κική Δημουλά σε συνέντευξή της, αποκαλύπτοντας το μεγάλο της όπλο. Η ποίησή της είναι ο καθρέφτης μας. Ο καθρέφτης ενός ιδεώδους «Εγώ» απέναντι στον οποίο έχει πρώτα η ίδια σταθεί κι αφού ξεγυμνώθηκε, ντύθηκε τον καλύτερο εαυτό της με τα κρυμμένα προικιά απ' το σεντούκι όπου φυλούσε το γλωσσικό της θησαυρό. Έτσι μας υποδέχτηκε λοιπόν, με τέτοια γενναιοδωρία που δεν είχαμε πλέον κανένα περιθώριο παρά να σταθούμε κι εμείς μπροστά του.

Η Κική Δημουλά έχει πάνω απ' όλα μία ειλικρινή και έντιμη σχέση με το στίχο της. Του εκμυστηρεύεται τις σκέψεις της, τις διαδρομές της ζωής και τις εμπειρίες της, τους φόβους και τα όνειρά της ακόμα. Αφού τα εμβαπτίζει στην προσωπική της κολυμπήθρα, τα ακουμπά με προσεκτικές κινήσεις στο χαρτί, τους εμφυσά ζωή και ρυθμό με το να στρέφει την ίδια τη γραμματική εναντίον της γλώσσας και στη συνέχεια καθησυχάζει την τελευταία με την αγάπη που της δείχνει χρησιμοποιώντας τη σε κάθε απίθανο συνδυασμό. Καμία υπερβολή δεν απαντάται σε αυτή της την πρόθεση. Η γλώσσα δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο απίθανη από την ίδια τη ζωή. Πώς αλλιώς θα μπορούσε -άλλωστε- να την καταθέσει στην ποίηση;

Κινούμενη σε αυτή πάντα τη λογική, επιδιώκει να διατηρεί ζωντανή την αμφίδρομη σχέση με τον εαυτό της, τον εσωτερικό της κόσμο και τον περιβάλλοντα χώρο. Επιλέγει συνειδητά να κρατά τη θέση εκείνη που της επιτρέπει να κινείται με άνεση ανάμεσα στο «τώρα» και το «τότε», την πραγματικότητα και το όνειρο, το λόγο και τη σιωπή, την εικόνα και την αντανάκλασή της.

Με θαυματουργικούς τρόπους και με «βουρκωμένο αλλά ποτέ ένδακρυ βλέμμα» -δανείζομαι αυτή τη μαργαριταρένια φράση από τον Γιάννη Βαρβέρη- προβίβασε την καθημερινότητά μας, στο δικαιωμένο παρηγορητικό σύμπαν που περιμέναμε. Το ποιητικό της θαύμα συντελείται ακριβώς εξαιτίας τού ότι το οδυνηρό και βαθύτατο βίωμά της ανάγεται σε συνολική γεμάτη σοφία ενατένιση της τελικής πράξης της ανθρώπινης ζωής.

Τα βέλη των στίχων της εκτοξεύονται από την ποιητική της φαρέτρα με αποχρώσεις θλίψης που μακράν απέχουν της απόγνωσης, συνοδευμένα από μια διάθεση εμμέσως πλην σαφώς εξομολογητική και ταυτόχρονα απολογιστική των καθημερινών σκέψεων και πεπραγμένων του παρελθόντος του και του παρόντος. Ταυτόχρονα οι παραλείψεις και οι απώλειες που μετρά ακουμπούν στο αβέβαιο σύμπαν μιας πίστης αυτοαναιρούμενης που υπονομεύει κάθε βεβαιότητα. Ωθούμενη από μια σκοτεινή ανάγκη, διαμορφώνει ένα παγανιστικό και ταυτόχρονα θρησκευόμενο εκμαγείο στο οποίο αφήνει να διαφανούν ο φόβος και -πολύ περισσότερο- η ζωοδόχος ελπίδα για το ενδεχόμενο της ύπαρξης του Θεού στο τώρα και το διηνεκές, σε μια άλλη διάσταση αλλά κυρίως σε αυτή. Γι' αυτό άλλωστε επιδιώκει να παρατείνει ή και ακόμη καλύτερα να απαθανατίσει εικόνες, στιγμές, ανάσες και σκιές, που τεκμαίρονται - και γιατί όχι, δύνανται να επιβεβαιώνουν το παρελθόν στο μέλλον διά μέσου της ποιητικής σποράς του παρόντος.

Ξεμπροστιάζει χωρίς δισταγμό αυτή την παράφωνη διχοστασία της ζωής που απορρέει από τον θάνατο, καθώς δεν είναι η ζωή που καταργείται με την έλευσή του, αλλά είναι ο θάνατος που αυτοαναιρείται. Η αποκάλυψη αυτή καθιστά την Κική Δημουλά σημείο αναφοράς, γιατί καταφέρνει να αντιστρέψει τη φυσική εξελικτική πορεία προς τη φθορά. Την έχει κλέψει λέξη λέξη και την έχει ξορκίσει στίχο τον στίχο κοιτώντας στα μάτια τον πιο σκοτεινό της φόβο με ολοένα αυξανόμενη τη συνειδητή της κυριαρχία.

Στο ΦΙΛΟΠΑΙΓΜΟΝΑ ΜΥΘΟ (κείμενο που εκφώνησε η Κική Δημουλά κατά την τελετή υποδοχής της στην Ακαδημία Αθηνών στις 11 Νοεμβρίου 2003) απαντά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για την «πρόθεση» της σύγχρονης Ποίησης:

Λέει πως στόχος της «είναι να προσθέσει το λιθαράκι της σε ό,τι κληρονόμησε, φτιάχνοντας το ιδιωτικό μητρώο της εποχής της, συμπληρώνοντας το γενεαλογικό δέντρο των ονείρων που τη γεννούν και την υποστηρίζουν». Η παράδοση της ποίησης -η οποία για τον Σεφέρη έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα- είναι ένας κινούμενος συρμός «στον οποίο κάθε τόσο προσαρτάται ένα έκτακτο, φρεσκοβαμμένο βαγόνι, γεμάτο με νέες, υπερ-επείγουσες ανησυχίες του ανθρώπου και με τον ίδιο πάντα προορισμό: την αυθεντική έκφρασή τους».

 

ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΨΥΧΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΚΑΙΡΟ Η ΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΑ ΤΑ ΟΦΕΛΗ ΤΗ

(… ακουμπώντας με τη διακριτική της μαγεία όσους την εμπιστεύονται…)  

Η Κική Δημουλά, που αγαπάει το ερωτηματικό, χαϊδεύει την τελεία και αφουγκράζεται με προσοχή την ανάσα των αποσιωπητικών, χάρη στην πολλαπλασιαστική ευαισθησία και τη λυρική της αφαίρεση καταθέτει μια ποιητική μέσα από την οποία ο χώρος χαρτογραφείται εκ των άνω, με μια απόσταση που αυξάνει το κύρος του οπτικού πεδίου, με εναλλαγές στις οποίες τα αντιφατικά και τα οδυνηρά εισπράττουν το δικό τους αναλογούν συμπαθείας, ενώ εκείνη τα παραθέτει, τ' αναλύει, τα συμβιβάζει και τα διαπραγματεύεται με την απόλυτη σιωπή, όπως συμβαίνει στα όνειρα που προστατεύουν από τις επιθυμίες, τις αγωνίες ή και τους πανικούς του ασυνειδήτου.

Ταυτόχρονα, με κάθε της ποίημα υπονομεύει την επικράτεια της σιωπής, και με κάθε λέξη καταργεί το αδιαπέραστο σύνορο της σκοτεινής σελήνης. Καταδύεται αδιάκοπα μέσα της επιδιώκοντας να ανασύρει τις κινητήριες δυνάμεις της ψυχής, της σκοτεινής Περσεφόνης που ενυπάρχει στον καθένα μας και βασιλεύει στον προσωπικό μας Αδη, με αποκλειστικό σκοπό μια εσωτερική άνοιξη που θα μας λυτρώσει μέσα από την ποίησή της, ανάγοντας το προσωπικό της επίτευγμα σε άθλο.

[Ελενα Σ. Τσαγκαράκη στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σαββατιάτικης ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 1-10-2011]

 

ΜΑΚΡΥ ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

(… μα το χειρότερο  πας  ή  έρχεσαι  δεν ξέρεις…)  

(ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ)

 Ένα ΑΛΤ, υπόκωφο άκουσα να με σημαδεύει.

Ουδέν πρόβλημα.

Έτσι κι αλλιώς μες στην ακινησία προ πολλού με είχε η αίσθησή μου μεταφέρει.

Ωστόσο νιώθοντας ωσάν ακόμα ν’ αναδεύεται το μέσα μου κατάτι,  

υπάκουσα στο άκουσμα του ΑΛΤ περιμένοντας να εκπυρσοκροτήσει η φοβέρα!..

Τίποτα,   σιγή απόλυτη,   μα δεν ξεθάρρεψα,

τα ξέρω εγώ τα κόλπα,

ξέρω ότι με σιγαστήρα σε καθαρίζει το ανεξήγητο κι άντε να το συλλάβεις…

Τηρώ,   Χρέος,   το κατά δύναμιν τις εντολές σου,

τα δύσκολα ΠΡΕΠΕΙ σου.

Υπάκουες δείχνουν οι σκέψεις αλλά όρκο δεν παίρνω

μια και έχουν την άνεση να παραβαίνουν εν κρυπτώ.

Αλλά τις πράξεις μου πώς να τις δαμάσω;

Βγαίνουν έξω,   κόσμο συναντούν   γείτονες πειρασμούς,

να μην κοντοσταθούν;

Μα φταίνε οι εντολές σου ούτε πλήρεις ούτε ξεκάθαρες είναι.

Για παράδειγμα:   Πρέπει να είναι πιστή η Αγάπη;

Κι αν δεν είναι, εμείς τι πρέπει;

Με σταυρωμένα τα χέρια ν’ αγαπάμε;

[ΔΕΝ ΑΣΤΟΧΕΙ  και  ΠΡΕΠΕΙ

κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 2016

με ενδιάμεσα σχόλια για τα κύρια χαρακτηριστικά της ποίησής της με ΚΛΙΚ εδώ]

https://deepunctum.blogspot.gr/2016/11/blog-post.html


Κυριακή 12 Απριλίου 2020

ΠΕΡΠΑΤΩ ΕΙΣ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΓΙΑΤΙ Ο ΛΥΚΟΣ ΣΥΧΝΑΖΕΙ ΕΔΩ

ΠΕΡΠΑΤΩ ΕΙΣ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΓΙΑΤΙ Ο ΛΥΚΟΣ ΣΥΧΝΑΖΕΙ ΕΔΩ

Για τον Μάρκο Μέσκο η ποίηση

ως λόγος αναπεπταμένος αλλά και γήινος, ως έλξη του αιώνιου που εκκινεί ανάδρομα από το ιστορικό παρόν,

διατρέχει την κοινωνική πραγματικότητα καταθέτοντας μια γραφή που παλινωδεί ανάμεσα στην πρωτοπρόσωπη απόγνωση και τη συλλογική ελπίδα.

Όλα τα μέσα και οι μορφές χρησιμοποιούνται, προκειμένου να ειπωθεί

 η στιγμή με όλη τη σοβαρότητά της,

η φύση μ’ όλη την αμφισημία της

και η εμφυλιακή παράνοια σε όλο της το μεγαλείο.

Πεζοποιήματα και χαϊκού,   σονέτα και μονόστιχα σε μία σμίκρυνση πολυτελή των νοημάτων   μα και πολύστιχα ποιήματα σπεύδουν στην υπηρεσία του και καθιστούν το λόγο του πολιτικό με τη βαθύτερη και ευρύτερη έννοια του όρου,   όταν αυτός άπτεται μιας ανθρώπινης κραυγής.

Αρνούμενος να ρητορεύσει, μιλά με σιγανή φωνή

για τη διάψευση και την αξιοπρέπεια των αγνών που τόσο ανενδοίαστα χλευάστηκε.

Στον στίχο του οι άνθρωποι του καθ’ ημέραν βίου γίνονται ήρωες και άγιοι, ενώ την ίδια ώρα η φύση και τα όντα της αποθεώνονται και υμνούνται.

Αντάρτες των βουνών και ζώα του δάσους,

πουλιά και φίλοι του καλοί συνοικούν στο σπιτάκι των στίχων του

και μέσα από τα ερείπια της ιστορίας αρθρώνουν έναν λόγο

που συνιστά συγκερασμό παραδοσιακής και σύγχρονης φωνής.

Κλέφτες κι αρματολοί, συμπατριώτες του μα και διαψευσμένοι των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων,

άνθρωποι της γενιάς του, ζώντες και τεθνεώτες που γνώρισε το δράμα τους,

 ήρωες αδικαίωτοι και όνειρα διαμελισμένα

κυκλοφορούν παρέα μ’ όλα τα τραυματισμένα οράματα της Αριστεράς

διατρέχοντας τόσο το γενέθλιο τόπο όσο και την ψυχή του.

Μια ποίηση ανθρωποκεντρική που αναλαμβάνει να μιλήσει εξ ονόματος των αδικημένων

διασώζοντας την αξιοπρέπεια τους,

ομολογώντας τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν,

εγκλήματα κατά της ανθρωπιάς και των αγνών προσδοκιών.

[η εισαγωγή από το δοκίμιο κριτικής για το Μάρκο Μέσκο από το βιβλίο της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019

 ΣΥΝΕΧΕΙΑ με επιλογές στίχων από τις συλλογές του ποιητή και άλλα αποσπάσματα από το σχολιασμό της δοκιμιογράφου]




Η ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΣΙΔΕΡΩΝΕΙ ΜΕ ΤΑ ΠΕΛΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΗΝ ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΜΑΣ

«Μια μέρα θα βγάλω τους στίχους στον δρόμο εν δυο, εν δυο, εν δυο  - αλτ εμπρός μαρς!

Εν δυο, εν δυο ευθυτενείς, σιδερωμένοι

σε κάθε γωνιά να χαιρετούν τ’ άστρα

με το χέρι στο πηλίκο, εν δυο, εν δυο

μια μέρα θα βγάλω τους στίχους στο δρόμο

ν’ αναπνεύσουν τα πράσινα φύλλα» (ΜΑΥΡΟ ΔΑΣΟΣ, Τα ανώνυμα, 1971)

 

Η ποίηση λοιπόν κι ο εσωτερικός ρυθμός της παρελαύνει και χαιρετά στρατιωτικά από τη μια την ιστορική μνήμη κι από την άλλη την ίδια τη φύση που ως επίσημος στην εξέδρα παρακολουθεί την αρμονία και ωραιότητα των στίχων να τη συναγωνίζονται. Στο ποίημα αυτό  συμπυκνωμένη περιέχεται ολόκληρη η εσωτερική γεωγραφία του Μέσκου,, η οποία εμποτισμένη από τα γεγονότα της κατοχής και του Εμφυλίου ανασαίνει στην ύπαιθρο, ευρισκόμενη σ’ ένα διαρκή ανταρτοπόλεμο με το άδικο. Άλλωστε, η αντίσταση των στίχων του δεν είναι παρά μια συνειδητή και καίρια πράξη διαμαρτυρίας, καθώς όπως γράφει:

«η βαρβαρότητα της εποχής σιδερώνει με τα πέλματά της την αθωότητά μας»

Ως εκ τούτου, η φυσιοκρατική του αντίληψη συνιστά στη γραφή του οργανικό στοιχείο, καθώς συνδέει το οικείο με το ανοίκειο ή αλλιώς το ανθρώπινο δράμα και την απώλεια με τη χαρμόσυνη προοπτική του αναγεννημένου τοπίου.

Μια διελκυστίνδα εσωτερικής και εξωτερικής τοπιογραφίας που συναιρεί το συνεχές με το διακοπτόμενο, την ήρεμη ροή της έγχρωμης ανθοφορίας με τη βίαιη επέλαση του ζοφερού θανάτου.

Ωστόσο, ο νατουραλισμός του Μέσκου δεν αποτελεί μια προεκτεινόμενη λυρική θέαση που επιτρέπει στο υποκείμενο του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου τη συμφιλίωση του με τη φύση δίκην σκηνικού στο ανθρώπινο δράμα, αλλά διδάσκει μέσω των αλλεπάλληλων αντιθέσεων το ενιαίο της φύσης και των όντων…

[αποσπάσματα από το δοκίμιο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου για το Μάρκο Μέσκο, από το βιβλίο της ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019]

 

ΚΡΙΝΑ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ ΚΑΙ ΜΟΣΧΟΒΟΛΙΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΗΘΗ ΤΟΥ ΑΒΥΣΣΑΛΕΟΥ ΠΡΙΝ…

«Όταν τ’ ανώνυμα άνθη την πέτρα ραγίζουν

αντάρτη ταπεινέ ανιδιοτελή

λάμπρυνε την ψυχή μου

 

όταν το στόμα την αλαλία καταπιεί

χώμα και σκόνη κι αέρας ας μείνει –

(ένα κλαδί το δάχτυλό μου να ’ρχονται τα πουλιά») (Δυο τρίστιχα, Ελεγείες, 2004)

 κι αλλού

«κρίνα του Απρίλη και μοσχοβολιές από τα στήθη του αβυσσαλέου πριν

ασύλληπτος ακροβάτης το αεράκι όταν η πληγή είναι ανθός

και όταν κέρματα και γρόσια η αιτία του Κακού αιωνίως

σε μαγεμένη θάλασσα σε γαλαξίες και πετρώματα εύφορα

η πολλαπλή γλώσσα ζώων πτηνών και ανθρώπων αιωνίως

με το μαχαίρι και το μπαμ του ολέθριου θανάτου…»

(ΧΧ, Στον ίσκιο της Γης, 1986)

 

Η ποίηση του Μέσκου δίνει την εντύπωση πως ανάμεσα στους στίχους υπάρχει ένα διάκενο, όπου κρύβονται εκεί άλλοι στίχοι με νοήματα και εικόνες που αναπαράγουν την ιστορία και την μέσα αλήθεια, τους οποίους όμως εσκεμμένα την τελευταία στιγμή αφαιρεί, προκειμένου να αφήσει στον ίδιο τον αναγνώστη την ελευθερία να ακούσει στον δικό του χρόνο την άλλη γλώσσα και να την εντάξει στο δικό του βίωμα.

Κι ενώ κάποτε αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να κατηγορηθεί για κρυπτική ασυνέχεια, εντούτοις σε μια δεύτερη ανάγνωση λειτουργεί ως γενναιοδωρία του ποιητή που αποβλέπει με μιαν ιδιάζουσα διακριτικότητα να εντάξει στη διαδικασία της γραφής του τον άγνωστο αναγνώστη και να εγκαινιάσει κατ’ αυτόν τον τρόπο την πλέον δημοκρατική συνομιλία των ψυχών.

Ως εκ τούτου, δεν αγωνιά για την άμεση πρόσβαση στην κοινή εμπειρία με μέσα εύχρηστα και απλά, ούτε πολύ περισσότερο μάχεται να καταστήσει προσβάσιμο το νοηματικό του σύμπαν επεξηγώντας όλα τα επιμέρους. Τον απασχολεί κυρίως η ολότητα της ποίησης που εμπεριέχει το ανολοκλήρωτο και ανεξερεύνητο, το συγκοπτόμενο και παρενθετικό αντιστεκόμενη στην πλήξη του απόλυτα σαφούς και του συνδεδεμένου.

Η διαύγεια δεν προκύπτει συνεπώς από την ορθή διαχείριση των εκφραστικών του μέσων που αρθρώνουν μια συνεκτική σταθερότητα αλλά από μια διαισθητική σύνδεση με έναν εσωτερικό ασθματικό ρυθμό που παρασύρει τον αναγνώστη στην ασυμβίβαστη φαντασία, στο πλαίσιο της οποίας ό,τι αποσιωπάται ομιλεί κι ό,τι αποκρύπτεται σημαίνει.

[αποσπάσματα από το δοκίμιο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου για το Μάρκο Μέσκο, από το βιβλίο της ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019]

 

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΔΙΠΛΗΣ ΑΠΟΣΤΑΞΕΩΣ

«Τα ρούχα μου τρίφτηκαν, κόπηκαν σε μέρη πολλά,

όμως, το απόγευμα είναι ήσυχο. Στα χέρια μου

κρατώ ποιήματα από τον άλλο κόσμο

στρατιώτης εγώ τι τα θέλω;

Σαν κακούργος διαβάζω στο πάρκο

τώρα που ευωδιάζει το Μάη.

 

Ω δεσποινίς, ω δεσποινίς, πόσο ομορφήνατε!

Άραγε με θυμάστε;» (ΜΑΥΡΟ ΔΑΣΟΣ, Αδειούχος)

 

Αποφθεγματικός λόγος διπλής αποστάξεως, λόγος διαμεσολαβητικός κρύβει μες στην ελλειπτικότητά του το λόγο των νεκρών, των αφανών και ανωνύμων που δανείζονται τη φωνή του και εκπροσωπούνται δια μέσου του σε μιαν αέναη διαμαρτυρία για το σύστημα των αξιών που έχει ανεπανόρθωτα πληγεί.

Εκείνο λοιπόν που τον απασχολεί είναι η βαθύτερη ουσία του ανθρώπου και η ιδιαίτερη ιστορία της, η εποποιία των «έντιμων και σαλεμένων», των κάθε λογής καταραμένων που επανέρχονται με όλη την παρακμή και διάψευσή τους και καταλαμβάνοντας τον υπαίθριο και εσωτερικό χώρο, εμπλέκουν ως δια μαγείας τον ιστορικό με τον προσωπικό χρόνο.

Εγείρεται,  δηλαδή, ένα μυθοποιημένο σύμπαν που εκκινώντας από τον Διγενή και το Δημοτικό τραγούδι, εντάσσει κλέφτες και αρματολούς, πολεμιστές και παλικάρια σ’ ένα κλίμα που ωστόσο δεν απηχεί μια λαογραφική και ηθογραφική τάση αλλά συνδράμει στο ποιητικό αποτέλεσμα με τη διαδικασία του συνθετικού βιώματος.

Το παρελθόν αλλάζει μεριά και γίνεται παρόν, μια ανάλογη ανατρεπτική μετακίνηση με αυτήν που αφορά στην παιδική ηλικία, όταν τελείως παράδοξα και αιφνίδια μετουσιώνεται στην ποίηση του Μέσκου σε χώρο και χρόνο, καθιστώντας τον γενέθλιο τόπο – την Έδεσσα, τα παλαιά Βοδενά – περιοχή συνώνυμη του εδεμικού κηπίου. «Παιχνίδια στον Παράδεισο» άλλωστε ονομάζει τη συλλογή του

«Πάνω από τα Βοδενά

περνάει ο δρόμος της Σωτήρας.

Ήσυχοι λόφοι, άγριο φαράγγι πιο ψηλά

το καστανό χώμα της κερασιάς είναι νιόσκαφτο

εδώ η χλόη του σταριού εκεί χορεύει

ανθισμένα η δαμασκηνιά, γελάδια πάλι στον πλαγιά

κατά το Πάικο μια φοράδα ασέλωτη

βιτσίζει τον αέρα…

 

Οδυσσέα!... (Μνήμη, Μαύρο Δάσος 1971)

 

ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΕΣΚΟΥ

Κάποτε στην ποίηση του Μέσκου αντηχούν οι βηματισμοί αγαπημένων ποιητών όπως του Καρυωτάκη, παραπέμποντάς μας στην «Πρέβεζα» και στη «Δικαίωση», με αποτέλεσμα μέσα από τις σατιρικές ελεγείες να χαριεντίζεται, όπως γράφει ο ίδιος, με το παράδοξο.

Νεκρός μονάχα θα χαμογελώ γιατί θα ξέρω τα πάντα
-θα ’ναι γελοίο και ποταπό αν κρούει κάποιος την μπάντα
.

Θα μου αρκεί ένα σύννεφο –χαίρε στον ουρανό και στο πουθενά 
-παντοτινά (και τώρα) η λεύκα ψηλά θροΐζει στα Βοδενά. 
[…] «IX», Στον ίσκιο της γης, 1986

Κι αλλού πάλι με ύφος πιο ειρωνικό μα κατά βάθος αυτοσαρκαστικό και δηλωτικό της μοναξιάς βρίσκει λυτρωτική καταφυγή στην ουτοπία…

Όμως μαζί με τον Καρυωτάκη ακούγεται να περπατά κάπου κοντά κι ο Σολωμός, όπως στο ποίημα «Τα φαντάσματα της Ελευθερίας» (1979)

… στο δρόμο πρωί πουλάκι λαλεί και πάλλει το στήθος 
ντο-ρε-μι λουλούδι γιασεμί 

απ’ το παράθυρο η φωνή που περιμένει -μίλησέ μου!

 

Στην ποίηση του Μέσκου είναι φανερό πως το παιχνίδι παίζεται ανάμεσα στον λόγο και στη σιωπή, μια σιωπή που εισχωρεί και τον διακόπτει, τον αποσταθεροποιεί, τον κάνει να τρεκλίζει, να μοιάζει απροσπέλαστος σαν άβατο ναού, δίνοντας την αίσθηση του ασυνεχούς και ατελέσφορου, κάτι σαν μια ταυτόχρονη ανάγκη διάψευσης και επιβεβαίωσης, μια χαμηλόφωνη υπόμνηση των βασικών νημάτων που πλέκουν το ακατάληπτο με το συμβολικό, την ευκρίνεια με την ανατροπή και αφήνουν αμήχανο κάποτε τον αναγνώστη να συνδράμει με τη φαντασία και το ένστικτο στην επικοινωνία. Ψηφίδες ριγμένες στα περιθώρια και στα κενά προσκαλώντας και αποζητώντας τη συμμετοχή της άλλης ψυχής. Δουλεύοντας περισσότερο το υπόστρωμα των ποιημάτων του απαιτεί τη γνώση των γεγονότων και αναθέτει στη φύση και στους νεκρούς τη διάσωση της ουσιαστικής συνομιλίας. 

Αναθέτει, με άλλα λόγια, στην ουτοπία και την παραδοξότητα να διερμηνεύσουν το ακατανόητο της φθοράς και του θανάτου ελπίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε μιαν άλλου είδους σωτηρία.


Σε καμία περίπτωση δεν θρηνωδεί αλλά θυμάται, προκειμένου να διασώσει, ενώ με έναν λόγο που παραπέμπει σε μοιρολόι ταπεινό και διακεκομμένο υπενθυμίζει πως όλα αυτά για τα οποία μιλά είναι ελλιπή και βίαια αποκομμένα. 

Πρόκειται για μια βίαιη αποκοπή από την αθωότητα που επιβλήθηκε στη ζωή, για να της θυμίζει την προσωρινότητά της. Οι πόλεμοι και οι νεκροί, οι ακρωτηριασμένοι έρωτες και τα όνειρα που εξορίστηκαν στη χώρα του ανέφικτου, όλα μα όλα είναι μια ακύρωση διαρκείας, μια ήττα εκ γενετής που επιβάλλει τη δική της σκοτεινή γλώσσα και το δικό της ιδιότυπο πένθος. Πώς λοιπόν να μιλήσει με λόγο αδιατάρακτο για το διαταραγμένο, πώς να περιγράψει με λόγο εναργή τον ασαφή προορισμό μας; 

Συμπάσχει με τους συνοδοιπόρους του, συνομιλεί μαζί τους και συμμερίζεται το αίτημά τους για δικαιότερη ζωή, που όμως έμεινε μετέωρο. Συγκινείται από την περιθωριοποίηση των ηττημένων και αναζητά μιαν άλλη ισότητα που θα συνδράμει στον εναγκαλισμό των όντων με την ανθρώπινη διάστασή τους. 
Μια δικαιοσύνη που την ανακαλύπτει στον έρωτα, όταν απαλλαγμένος από στερεοτυπικά σχήματα που αποθεώνουν το κάλλος και την τελειότητα στρέφεται στον αισθησιασμό που προκαλεί η γυμνή και αθώα ψυχή. 

Αυτήν ευλαβείται και αποθεώνει, με αποτέλεσμα ανάμεσα σε τόσους νεκρούς και διαψευσμένους ο έρωτας να αντιστέκεται στη συμβατικότητα δημιουργώντας τη δική του περιοχή για να αναπνεύσει.  Η ατέλεια και η πληγή, το τραύμα και η πάσχουσα ύπαρξη σε καμία περίπτωση δεν λειτουργούν αποτρεπτικά για την εμφάνιση του ερωτικού σπινθήρα. 


Έτσι, η κάθε μορφής αναπηρία που στοιχειώνει τα όντα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που στιγματίζει και την κοινωνία, συνιστά το εύθραυστο σύμπαν, στο οποίο τα πλάσματα μαθαίνουν να ζουν με θραύσματα γυαλιών στερεωμένα πάνω τους, κοφτερές αιχμές ανάλογες με αυτές που λανθάνουν μέσα στα ποιήματά του.

Η αρραβωνιαστικιά μου είναι κουτσή 

κι ως περπατούσαμε δίπλα στα ποτάμια 

θαρρώ πως μια καταποντίζομαι βαθιά στον ποταμό 

κι άλλοτε πάλι με τραβούν τα μαύρα της μαλλιά 

ψηλά στα κύματα που κελαηδούν αηδόνια…

«Κατάσταση», Μαυροβούνι, 1963

[αποσπάσματα από το δοκίμιο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου για το Μάρκο Μέσκο, από το βιβλίο της ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019]

 

ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΓΗΙΝΟΣ, ΒΑΘΙΑ ΕΔΡΑΙΩΜΕΝΟΣ ΣΤΟΝ ΡΕΑΛΙΣΜΟ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΣΚΟΥ

Κι όμως ο έρωτας στα ποιήματα και στη συνείδηση φυσικά του ποιητή είναι καθ’ όλα γήινος, βαθιά εδραιωμένος στον ρεαλισμό. Δεν εθελοτυφλεί ούτε και ψεύδεται και προπαντός δε δανείζεται συνθήκες, ήρωες και προοπτική από κανένα παραμύθι. 
Είναι ένας έρωτας σεμνός που ανηφορίζει ήσυχα σε οικεία μονοπάτια. 
Δεν είναι φαντασιόπληκτος και προπαντός ουδέποτε λοξοδρομεί απ’ την κοινωνική του θέση, δεν φλυαρεί με την ανατροπή και την ουτοπία αλλά έχοντας σαφή συνείδηση των ορίων κινείται σταθερά στο περίγραμμα των εκάστοτε ταξικών συνθηκών.

Εκείνος καροτσέρης στην αγορά 

το αλεύρι στις πλάτες, τα τσουβάλια με τα τσιμέντα 

από τις αποθήκες στις άλλες αποθήκες 

και σκόνη και φωνές και βαρέλια 

με το αγώγι όλη μέρα μαλώνει.

Λαντζέρισσα εκείνη 

άλλοτε πάλι λιώνει τα χέρια της στην σκάφη 

λησμονώντας πολύν καιρό τον ουρανό.

«Ένας έρωτας», Μαυροβούνι, 1963

 

Όσον αφορά τώρα στο ίδιο το ποίημα και στη θέση του στην ποίηση του Μέσκου θα έλεγα πως είναι ένας βηματισμός στο κενό, μια ταυτόχρονη έλξη και άπωση για το συγκεκριμένο, η εξιστόρηση ενός μύθου που αναπαριστά τη νοσταλγία της ουτοπίας και όχι τόσο την ίδια την ουτοπία. Τα ποιήματα ωστόσο δεν τα γράφει μόνος του. 

Τα γράφει μαζί με τους νεκρούς και τους εκτελεσμένους, με τα ποτάμια, τα άλογα, τα πουλιά και τα απευθύνει σ’ αυτούς που αγαπά, σε όσους προηγήθηκαν. 


Στον Ησίοδο και στον Όμηρο, στον Ντάντε, στον Βιγιόν, στον Σαίξπηρ. Στον Πούσκιν, στον Χάινε και στον Γουίτμαν, στους Δερβίσηδες της Ανατολής και στον Λη Μάστερς. Στην Αχμάτοβα, στον Μάντελσταμ, στον Ρίλκε, στον Τσελάν. Αλλά και στον Πόε, στον Μπωντλαίρ, στον Μιλόζ, στον Μαγιακόφσκι. Στη «γυναίκα της Ζάκυθος» του Σολωμού. 


Στα ποιήματα του Μέσκου το ζητούμενο είναι η αναζήτηση της προσωπικής γλώσσας, αυτής που θα μιλήσει για την «πολυπαθή άγνοια» καθώς και για τα άλεκτα, που μόλις πάνε να ειπωθούν θαρρείς και πιάνει ένα ψιλόβροχο, από αυτά που κατακλύζουν τους στίχους και βγαίνουν κάποτε και έξω από το βιβλίο, το μουσκεύουν, γίνονται ακόμα και τίτλοι συλλογής.

 

Ομόκεντροι κύκλοι, 

το περιθώριο της Ζωής, της Ποίησης το περιθώριο (όχι το άσυλο), 
μα το κατακτημένο περιθώριο.

Διαφορετικά: 
η χώρα των αξιών 

το αξιοπρεπές (μάλλον) και το τίποτε.

Ίσως 
το επιζητούμενο σημείο της Ελευθερίας 

που βογγάει σκοτεινά στο φαράγγι. 

«ΧΙ», Στον Ενικό και Πληθυντικό Ψίθυρο, 2009

[αποσπάσματα από το δοκίμιο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου για το Μάρκο Μέσκο, από το βιβλίο της ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019]

 

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΔΑΣΟΣ ΚΑΜΕΝΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΕΣΚΟΥ:

Ένα μαύρο δάσος καμένων ονείρων η ποίησή του, με την Ιστορία να επιβάλλει τη δική της κόλαση κάθε φορά, θέτοντας σε αχρηστία τα φτερά της ψυχής και τον προορισμό τους. 
Όσο για το τοπίο, αμετακίνητα εκεί να υπαινίσσεται αξιοπρέπεια και να διδάσκει καρτερία, την ίδια ώρα που οι στίχοι με την πολυσημία τους δεν μπορούν παρά να στέκουν αμήχανοι. Μια εκκρεμότητα η ποίηση λοιπόν, σαν την επίμονη αναζήτηση της αλήθειας που γοητεύεται απλώς από το μάταιο του εγχειρήματος. 

Μια αέναη κίνηση προς το ανολοκλήρωτο που αγωνιά να ειπωθεί, κι ας είναι αυτό που κατορθώνει τελικά μονάχα ένα απλό «κατά προσέγγισιν». 

Μια ποίηση αποχαιρετισμός και δίλημμα, μια σιωπηλή εξομολόγηση, η αναμέτρηση της γλώσσας με τις προθέσεις και τις σημασίες της. 

Και, τέλος, μία πικρή παραδοχή, όταν ανασηκώνοντας όλες τις διαστρωματώσεις της Ιστορίας, του Έρωτα και της Ουτοπίας αποκαλύπτει ακέραιη τη ματαιότητα ή αλλιώς τη σταθερή περιστροφή γύρω από το αστραφτερό Τίποτα που περιέγραφε τόσο απόλυτα και ο Ορέστης Αλεξάκης: «Όθε η Σιωπή σαν μουσική αναβλύζει //Και σαν διαμάντι λάμπει / το Μηδέν».

 

Γράφει ο Μάρκος Μέσκος:

[…] 
Το ποίημα τελείωσε: Συντρίβοντας και καταργώντας την ποίηση. 
Το ποίημα τελείωσε: Ώρα που λες «αγάπη μου» σε όλον τον κόσμο. 
Το ποίημα τελείωσε: Μάταιος λόγος, επικήδειος, οδυνηρός. 
[…] 
Το ποίημα τελείωσε: Φίδι που σύρθηκε αφήνοντας πίσω το πουκάμισό του, πάνω στις πέτρες και στα γυμνά πτώματα.
Το ποίημα τελείωσε: Γκρεμός και αδιέξοδο και χωρίς άνθη!
Το ποίημα τελείωσε: Πρόσωπο αποκεφαλισμένο στον καθρέφτη, σαν ποίηση από γηρατειά και ψέματα. 
Το ποίημα τελείωσε: Στίχοι κομμάτια ψυχής που λείπουν και δεν είναι – Πώς θα σκεπάσεις τα κενά της ψυχής σου; Το ποίημα ρούχο δεν είναι. Τι είναι λοιπόν το ποίημα; Ο ζωντανός που μένει πίσω ή ο πεθαμένος φίλος;
Το ποίημα τελείωσε: Δεν σημαίνει πουλί που λάλησε και πέταξε στα ουράνια, αλλά δεσμευτικά για τον μεταχρόνο λειτουργεί.
Το ποίημα τελείωσε: Φωτιά, νερό, χιόνια που τήκονται και χιόνι ανέπαφο. Τα βουνά ξεχασμένα σχεδόν άχρηστα και τα οράματα στα δεκαοχτώ σου χρόνια. Στα πάντα δεκαοχτώ σου χρόνια. 
Το ποίημα τελείωσε: Τίποτα δεν κινήθηκε, παγωμένος ο κόσμος. 
[…] 
«Μετά το ποίημα»

[αποσπάσματα από το δοκίμιο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου για το Μάρκο Μέσκο, από το βιβλίο της ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, εκδόσεις Ρώμη 2019]





Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΛΥΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (μνήμη Μάρκου Μέσκου 1935-2019):
Ο Μάρκος Μέσκος υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποιητές της Δεύτερης Μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς, καταθέτοντας, πρώτα και κύρια στο ποιητικό πεδίο μιαν απολύτως προσωπική εκδοχή του ανεπούλωτου τραύματος που άφησε σ’ αυτόν -και ίσως στους σημαντικότερους συνοδοιπόρους του- η από κάθε άποψη τραυματική δεκαετία του ’40 (Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, ψυχροπολεμική περίοδος), εμπλουτίζοντας, με έναν εντελώς ξεχωριστό τρόπο, τη μεταπολεμική εκδοχή της πολιτικής ποίησης. Τείνοντας να εκμηδενίσει και, με πόνο ψυχής, επί εξήντα χρόνια και βάλε, θερμαίνοντας την απόσταση ανάμεσα στα χρόνια της ψυχικής -και όχι μόνο-δοκιμασίας και στο παρόν –στο εκάστοτε παρόν της γραφής. Δοκιμασίας που τα ίχνη της είναι διάχυτα στην ποίηση -και στα αφηγήματα- του Μάρκου Μέσκου και που, στην αρχή τουλάχιστον, δεν μοιάζει να έχουν σαφές ιδεολογικό στίγμα∙ κάτι που μπορεί να οφείλεται στην έκπληξη ενός νέου ανθρώπου μπροστά στην ανθρώπινη κτηνωδία ή στη μυθοποιητική -ίσως και παραμυθητική- μετάπλαση συγκεκριμένων τραυματικών περιστατικών και εικόνων του παρελθόντος με τη συνδρομή πραγματικών και αλληγορικών στοιχείων της φύσης, καθώς και ενός ενδιάθετου φυσιοκρατικού λυρισμού που εξαρχής τον χαρακτηρίζει.  Στοιχείων που, με τον καιρό, δημιουργούν γύρω από τον υπαρξιακό του πυρήνα έναν προστατευτικό κλοιό απροσπέλαστο από τις διεκδικητικές του παρόντος μνήμες, εκτός κι αν αυτές έχουν προηγουμένως υποστεί μια, συνειδητή ή όχι αδιάφορο, διαδικασία λείανσης και απάλυνσης των αιχμών τους [απόσπασμα από το άρθρο του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου στην Εφημερίδα των Συντακτών 4-6 Ιανουαρίου 2019 – η συνέχεια του άρθρου με ΚΛΙΚ στο παρακάτω σύνδεσμο]