Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

ΕΝΑ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΜΑΥΣΩΛΕΙΟ ΜΕΛΛΟΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΕΙ, ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΩΡΑΙΟΤΗΤΑ:

«Ενόραση και αισθητηριακή εμπειρία»: Μια αναλυτική κριτική μελέτη για το ποιητικό έργο του Γιώργου Βέη με αφορμή την τελευταία ποιητική συλλογή του Βλέπω (εκδ. Ύψιλον), από τη φιλόλογο και ποιήτρια  Άννα Αφεντουλίδου: «Στο τελευταίο του ποιητικό βιβλίο ο Γ. Βέης φαίνεται να ολοκληρώνει μια ποιητική πορεία, η οποία με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ξεκίνησε επτά περίπου χρόνια πριν, με τη συλλογή Λεπτομέρειες Κόσμων. Εκεί είχαν τεθεί οι αρχές του λυρικού του θεωρήματος με διάσπαρτες ακόμη και αυτόνομες τις δραματικές του εκβολές. Στο Βλέπω, λυρική όραση και δραματική αναπαράσταση, σκέψη και συγκίνηση, κατ’ αίσθησιν αντίληψη και νοητική πρόσληψη συναιρούνται σε ένα σύνολο συνταγματικών κειμένων που αρθρώνουν την συγκριτική κοσμοθεωρία του και το πολυεστιακό ποιητικό του όραμα.

Και εξηγούμαι. Στις Λεπτομέρειες Κόσμων (όπου υπάρχουν δύο ενότητες ποιημάτων: Πλωτά απογεύματα με 36 ποιήματα και Ήλιος σφραγιδόλιθος (υποσαχαρική Αφρική) με 12 ποιήματα), ορίζονται οι συντεταγμένες του λυρισμού του, όπως θα αναπτυχθούν περαιτέρω και στις επόμενες συλλογές του (Ν όπως Νοσταλγία, Μετάξι στον Κήπο) και μάλιστα υπογραμμίζοντας, όπως φαίνεται και από τον τίτλο, την άμεση διασύνδεση του ελάχιστου: λεπτομέρειες με την ολιστική σύλληψη: κόσμων. Τα φυσικά στοιχεία από τα πιο απλά κοσμολογικά, αέρας, νερό, ως τα πιο σύνθετα, φυτικοί και ζωικοί οργανισμοί-φορείς ενός συμπαντικού, αισθητηριακού αλλά και νοησιαρχικού πνεύματος, συνυπάρχουν με γεγονότα, αφηγήσεις εμπειριών, που αναγνωρίζονται μέσα από τις δραματικές τους συμφύσεις ως συν-αισθηματικά βιώματα με έκτυπα ίχνη στη μνήμη και στη φαντασία. Συνυπάρχουν δηλαδή ποιητικές συλλήψεις, όπως:
Τα φυσικά στοιχεία από τα πιο απλά κοσμολογικά, αέρας, νερό, ως τα πιο σύνθετα, φυτικοί και ζωικοί οργανισμοί-φορείς ενός συμπαντικού, αισθητηριακού αλλά και νοησιαρχικού πνεύματος, συνυπάρχουν με γεγονότα, αφηγήσεις εμπειριών.
«Ο κέδρος ξεχώρισε κιόλας/ ανάμεσα στους μύθους της αυγής/ διάφανα όλα,/ συγκεκριμένα.// Ίριδες σαν παντού.» (Επικράτεια, σ. 19) και
«Να σ’ αφήσω πάλι να μιλήσεις;/ Όπως παλιά που θόλωνες με τα χνώτα/ το τοπίο και χανόμουν μέσα σε υποθέσεις/…//έχεις αλλάξει ισχυρίζεσαι/ έμαθες πολλά στο μεταξύ/ λύγισες ελαφρά,/ με τις εμπειρίες του χειμώνα/ με τις ανοησίες των άλλων»[…] (Οκτώβριος σ.20)
Συμ-βιώνει η συγκινησιακή αφετηρία και στόχευση μαζί με το αίτημα ενός βαθύτερου στοχασμού, μιας υπαρξιακής αγωνίας που απευθύνεται τόσο στο ασυνείδητο όσο και στη συνείδηση του δέκτη. Συνυπάρχουν δηλαδή κείμενα όπως:
«Το άνοιγμα του κιμονό// τόσο όσο να μην γλιστρήσει/ το γυμνό στο πάτωμα/ να μη γίνει θρύψαλα/ η πανάκριβη στιγμή» (Ακρίβεια, σ.22) και
«Ινδάλματα και απωθημένα της Κίνας/ αποτυπωμένα με ορμή στα άψυχα/ Είναι οι πέτρες, οι βράχοι, οι κορμοί των δέντρων/ που αλλάζουν, που γίνονται με τον καιρό/ σοφίσματα και δόξα, εκμαγεία στοχασμών.» […] (Η βιβλιοθήκη που δεν κλείνει ποτέ σ. 24)
Χαρακτηριστικό το πρώτο ποίημα της συλλογής που ονομάζεται Εισαγωγή και λειτουργεί προεξαγγελτικά ως πρόδρομη παράθεση για το σύνολο του επόμενου ποιητικού του έργου – ιδίως όπως θα αποκρυσταλλωθεί στο Βλέπω (θυμίζοντάς μας το βίωμα «του σκοτεινού δάσους», όπως είχε σημασιολογηθεί από τον Σεφέρη στις Δοκιμές του.
«Την πρώτη φορά πέρασα σχεδόν από πάνω του/ σα να ήθελε να με τραβήξει/ να με πάρει στο φως και στις σκιές του/ δεν έδωσα και πολλή σημασία/ το αεροπλάνο υποσχόταν άλλωστε νέους ορίζοντες/ από το παράθυρό μου μπέρδευα ξανά/ αποστάσεις και επιθυμίες.// Τώρα που περπατώ/ ένα ένα τα μονοπάτια του/ κι ακούω το τραγούδι του/ δεν έχουν τέλος οι φωνές του/ μετρώ στους κορμούς δέος/ και φρόνηση// δάσος με τις σημύδες.» (Εισαγωγή, σ. 13)
Η ποιητική φωνή μπορεί να συν-τονίσει τις αντιθέσεις: φως-σκιά/απόσταση-επιθυμία/ δέος-φρόνηση που διχοτομούν τον άνθρωπο σε σώμα και ψυχή, νόηση και αίσθηση, επιθυμία και αναστολή.
Και μια τελευταία αναφορά-γέφυρα που μας μετα-βιβάζει από τις Λεπτομέρειες Κόσμων στο Βλέπω, το ποίημα Ευφορία, όπου θίγεται η σχέση του ανθρώπου με την αντίληψη του θανάτου, αλλά και το γνωσιολογικό ερώτημα για την δυνατότητα και την προέλευση της γνώσης:
«Βλέπω/
τα μανιτάρια που ευδοκιμούν/ στην υγρασία των τάφων./…// Φυτρώνει στο χώμα το μάθημα/ η φυτολογική εκδοχή της ηθικής»[…] (σ.23)
Αναπαραστατική δομή και πρώτες εικόνες
Η συλλογή Βλέπω περιέχει 94 ποιητικά κείμενα με ποικιλία μορφολογικών παραλλαγών, από στιχουργικά πιο αυστηρά μέχρι σχεδόν πεζολογικά, από ολιγόστιχα, μέχρι πολύστιχες συνθέσεις. Οι τίτλοι από μονολεκτικά ονόματα, μέχρι φραστικά σύνολα που λειτουργούν ως διασκελισμοί των πρώτων στίχων. Διαπιστώνουμε ένα ευρύ φάσμα επομένως. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι επιλεκτικοί αποκλεισμοί: δεν υπάρχει κανένα πεζόμορφο ποίημα. Και ενώ τα κείμενα δεν χωρίζονται σε υπο-ενότητες, ακολουθούν μια δική τους εσωτερική λογική, συνέχονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να αποτελούν κομμάτια ενός συνεπούς συνθέματος.
Το δραματικό και το λυρικό συμφύονται, η σωματική αίσθηση με τη στοχαστική συγκίνηση συντίθενται μέσα στο ίδιο κείμενο, οι τόποι χάνουν το χωροχρονικό τους στίγμα και παγκοσμιοποιούνται.
Παραδειγματικά σχολιάζω σύντομα την ενότητα των πρώτων έξι ποιημάτων: Το πρώτο ποίημα της συλλογής αποτελεί ένα είδος έκκλησης-προσευχής στο θαύμα-δέντρο (σταθερό μοτίβο, σχεδόν σύμβολο στην ποίηση του Βέη) «Τι κείμενο!» αναφωνεί ο ποιητής. «Δέντρο, τιμιότερο των βιβλίων./ Δέξου με.» (Η εφήμερη ωραιότητα της μηλιάς, σ.11). Η ιδιαίτερη θέση του ποιήματος αυτού τονίζεται όχι μόνο επειδή είναι το εναρκτήριο, αλλά και από την από-τύπωσή του: κάθε στίχος χωρίζεται με διπλό τυπογραφικό διάκενο. Στα επόμενα ποιήματα εικονογραφούνται: η έρημος και η ιδιότυπη σοφία της (σ.12), ο αιθήρ με την γνώση της αλήθειας, στον οποίο εμπιστεύεται ο ποιητής τις αράδες του, γιατί τον ωθεί να άρει την σιωπή του (σ.13), η θάλασσα που με τον ιπτάμενο θαλασσοβάτη της διδάσκει την τέχνη του ερωτικού σώματος: «να μάθω να πετάω κι εγώ/ χαμηλά πάνω από το ιερό οστούν,/ τη μέση, τη λεκάνη» (σ.14), η άρση της αντίθεσης του ονειρικού και του ρεαλιστικού βιώματος, η φαινομενική αντίθεση άνοιξης και θανάτου: «ξυπνώντας άκουσε κάτι ακόμα/ «Αγάπη μου»/ γύρισε και είδε/ το ίδιο το φέρετρό του/ από πράσινο γυαλί/ να μπαίνει στο δωμάτιο/ ολόρθο/ σαν την άνοιξη»(σ.15). Και όλα τα προηγούμενα συναιρούνται στο ποίημα Στοργή όπου ο κόσμος του ποιητικού βιώματος γλιτώνει τον μύστη του από το εγκόσμιο οδυνηρό βίωμα της ιστορίας: «…το αεράκι θα φυσήξει, σίγουρο τραγούδι,/ θα μας πάρει πούπουλα του ύπνου/ να μας φέρει στων παραμυθιών τα σοφά λημέρια/…/ χωρίς άλλο νόημα η δόξα των ανθρώπων/ ο πόλεμος, αυτά τα είδωλα του κόσμου/ μόνο ας κρατηθούμε τώρα/ λίγο ακόμα απ’ τα γερά κλαδιά του πεύκου» (σ.16)
Φύση και στοχασμός, έρωτας και θάνατος, η ποίηση ως άλλη πραγματικότητα: όλα τα μεγάλα θέματα έχουν θιγεί. Στα επόμενα ποιήματα ξετυλίγονται ένα-ένα, εμπλέκονται και παραλλάσσουν, συλ-λογίζονται και εξατομικεύουν. Το δραματικό και το λυρικό συμφύονται, η σωματική αίσθηση με τη στοχαστική συγκίνηση συντίθενται μέσα στο ίδιο κείμενο, οι τόποι χάνουν το χωροχρονικό τους στίγμα και παγκοσμιοποιούνται: Μέσα στο φως της Ορεστιάδας: «το λευκό χρώμα της αγριοκαροτιάς/ ένα έργο τόσο φυσικό τόσο ολοκληρωμένο/ μέσα στο φως της Ορεστιάδας/ όσο κι αυτό το γινωμένο φιλί/ σέρνεται, αλλά ποτέ δεν φθείρεται/ στην άκρη του λυγμού/ εκεί ακριβώς που οι κνήμες/ έχουν αρχίσει να λιώνουν από το τρέξιμο/ από τις απορίες, τις φασαρίες/ ένα πέλμα, δύο πέλματα ιερά και τρύπια/ στους πέντε δρόμους.» (σ.23)
Κοσμοείδωλο και κοσμο-θεώρηση
Ο Βέης είναι από τους λίγους σύγχρονους Έλληνες ποιητές που αντιμετωπίζει την ποίηση ως μια προσπάθεια αποτύπωσης ενός βιώματος που καλείται να συναιρέσει όλα τα είδη της γνώσης, που αγωνίζεται να γίνει εκείνη η απόλυτη εμπειρία των αισθήσεων, των εικόνων και των ιδεών, η οποία θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην πρωταρχική του μήτρα: την αρχέγονη μητέρα-φύση, όπου οι δυισμοί αίρονται, οι παραμορφωτικές συμβάσεις του σύγχρονου πολιτισμού καταργούνται. Η ποίηση γίνεται η απόκρυφη γλώσσα που μπορεί να μας οδηγήσει στη μυστικιστική εμπειρία της ολοκλήρωσης, στην έκ-στασιν ή και στην κάθαρσιν, με ένα βίωμα ανάλογο της ερωτικής έκστασης, που είναι κλήρος των λίγων. Όπως η ηδονή με την οποία η Κίρκη δοκίμασε τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του: οι υπόλοιποι αποκτηνώθηκαν, ο Οδυσσέας κατάφερε να οδηγηθεί στην πιο σπάνια, την ανώτερη γνώση: να φτάσει στην είσοδο του Άδη, αλλά μέσα από το σκοτάδι του να βρει την γνώση που τον οδήγησε και πάλι στο φως και στο ταξίδι. Γι’ αυτό και στην ποίηση του Βέη συναντάμε στοιχεία από την αρχαία ελληνική μυθολογική πίστη (Εκάτη και Κυβέλη, Δήμητρα και Ελευσίνια μυστήρια) αλλά και ανατολικούς θρησκευτικούς μύθους, κυρίως του ινδουισμού, δίπλα σε ιδέες των «φυσικών» προσωκρατικών φιλοσόφων αλλά και του νεότερου δυτικού ορθολογισμού, στοιχεία της σκέψης του Διαφωτισμού.
Η ποίηση γίνεται η απόκρυφη γλώσσα που μπορεί να μας οδηγήσει στη μυστικιστική εμπειρία της ολοκλήρωσης, στην έκ-στασιν ή και στην κάθαρσιν, με ένα βίωμα ανάλογο της ερωτικής έκστασης, που είναι κλήρος των λίγων.
Το ποίημα Ο κόκκινος ιβίσκος θα σβήσει τελευταίος (σσ 99-106) αποτελεί ένα είδος συμπυκνωμένης ποιητικής αποτύπωσης αυτού του κοσμοθεωρητικού στίγματος: ο ολιστικός χαρακτήρας του ανατολικού μυστικισμού, η πάλη των κοσμογονικών αντιθέτων στον Ινδουισμό συνυπάρχουν με τον ορθολογισμό του δυτικού Διαφωτισμού των νεότερων χρόνων, αλλά και με πτυχές του αρχαίου ελληνικού παρελθόντος, που περιέχουν σπερματικά τόσο την μυστηριακή πλευρά που σχετίζεται με την γονιμότητα και την εναλλαγή όσο και την αποδεικτική λογική της νεότερης επιστήμης, που στο τέλος του ποιήματος μας προς-γειώνει ξανά στη σκηνή του εγκόσμιου δράματος της Ιστορίας.
«(…)το τραγούδι του Κρίσνα τυλίγεται στα πράγματα[…] μαθαίνουμε να ξεχωρίζουμε εύκολα μέσα στο πλήθος/ το κεφάλι του Βίσνο[…] στίχοι από τη Μπάγκαβετ Γκίτα[…] α, ναι πέρασε απ’ αυτά τα μέρη και η μεγάλη Βρετανία/…/ υποτροπιάζει ο πολιτισμός/ ίσως κι εδώ ο λόγος να είναι δούλος των παθών/ όπως ακριβώς τον ήθελε εκείνος ο πεισματάρης Σκότος,/ ο Χιουμ][…] από μετάξι μυστηρίων η ενότητα των πάντων/ οι λωτοί είναι ήλιοι μικροί/ θα εκραγούν κι αυτοί χρόνια μετά[…] αυτό ειδικά το φως το μελέτησαν πρώτοι/ όσοι υπαγόρευσαν τις Βέδες// το έχουν διυλίσει οι Ουπανισάδες[…] στα χρώματα του κήπου-η δύναμη/ μονοθεϊσμοί πολυθεϊσμοί συγκεντρώνονται κι αυτοί εδώ/ λάμπουν[…] δεν ξέρω αν χρειάζεται να βγούμε έξω από τον κήπο/ αν πρέπει να ξαναμπούμε μπουσουλώντας στην Ιστορία/ αλλά εκρήξεις/…// θάνατο στους άπιστους//λατομεία βίας οι πόλεις […]»

Ο Γιώργος Βέης
 Κι αυτή η εξ-ιστόρηση γίνεται μέσα από την κατάργηση του χρόνου αλλά και την κατάργηση του ευκλείδειου χώρου της σύμβασης και της συνήθειας. Σαν την διατύπωση μιας νέας κοσμολογίας που μας παραπέμπει με το δικό της αισθησιακό όχημα και μέσα από θρησκευτικές ανατολικές τελετουργίες σε σύγχρονες εκδοχές της θεωρητικής φυσικής, τόσο παρόμοιες, τόσο αντιθετικές μεταξύ τους.
«Από τα βάθη των τόπων/ ένας-ένας φτάνουν ως εδώ οι χορευτές/ με κόκκινους ιβίσκους στ’ αυτιά/…/ εξογκωμένοι βολβοί, βαμμένα μάτια/ προσηλωμένα μόνιμα σ’ ένα νοητό κάλλος/ σ’ ένα παντοδύναμο μηδέν/…/ μέσα στο ξάφνιασμα του βλέμματος/ περιέχουν όλο τον κόσμο/…// στο τέλος της παράστασης, η καταλλαγή,/ η επίκληση η ιερή:/ΟΜ//…σώματα φερέφωνα/ στα πρόσωπα μια πατρίδα άφεσης// είσοδος στη δεύτερη φύση»
Ενδεικτικά χρονικά ορόσημα οι πρώτοι στίχοι των 4 πρώτων στροφών: «Απέραντο μαυσωλείο μέλλον/…// είναι το πνεύμα που σπρώχνει τον καιρό στο Νέο Δελχί/…// η νωχέλεια γεννάει εδώ επί αιώνες τις μεταφυσικές/…// απόγευμα των δεήσεων υγρό, ανοιχτό»
Χαρακτηριστικά σήματα του ποιητικού χώρου στην 7η ενότητα:
«Πού να οδηγούν οι λεωφόροι του Δαιδάλου;/ έχει κέντρο άραγε αυτή η πόλη,/ υπάρχει άκρη και μέση;/ μπορεί να πέσουμε κι εμείς/ μέσα σ’ αυτό το βιβλίο των κινούμενων εικόνων// ας μη φοβόμαστε όμως/ θα βγούμε ζωντανοί στο τέλος, αλλά διαφορετικοί-/ ας μη σκίσουμε τίποτα./ ας μη σπαταλήσουμε τίποτα/ όλα μετράνε τη στιγμή της εισδοχής, της μύησης//φύλλα του τσαγιού σήμερα οι χάρτες/ κοίτα τις περγαμηνές μεμβράνες του/ εδώ κρύβονται οι εξομολογήσεις[…]»
και στην 8η ενότητα: «η εμπροσθοφυλακή των δικών μας αισθήσεων/ στη λιμνούλα του δημόσιου κήπου τώρα/ η γλώσσα ετοιμάζεται να βγάλει το πουκάμισό της/ φίδι ιερό που τρέφεται με ό,τι καλύτερο έχουμε/ Νέο Δελχί Δελφοί Ινδία Δελχί Δελφοί Ινδία»
Άλλα ερμηνευτικά κλειδιά αυτού του χωροχρόνου υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής. Επιλέγω τέσσερα μικρότερης έκτασης που ωστόσο λειτουργούν ως αρθρωτικοί κρίκοι αρκετά συνεκτικοί, σχετικά με το κοσμοείδωλο που περιγράφηκε παραπάνω.
Γεύμα στην Καστέλα: δηλώνεται με ειρωνικό τρόπο ο χωλός βηματισμός ενός αιτιοκρατικού παρόντος, το οποίο θεωρητικά μπορεί να μας στερήσει από την αμεσότητα των αισθήσεων και να μας οδηγήσει στην τύφλωση, την απώλεια της κατ’ αίσθησιν αντίληψης∙ η διαύγεια της επιστημονικής δια-βάθμισης μάς στερεί από την ολιστική εν-όραση.
«Δεν θα έλεγα όχι για ένα ποτήρι μπύρα/πριν από το μεσημεριανό μας, άλλωστε/ “lakes are more reasonable than oceans”»/είπε ο καθηγητής της φιλοσοφίας,/ο υπερασπιστής των γεύσεων και πρόσθεσε λίγο μετά/ «…το εξ ορισμού αδιάφορο για τις υποθέσεις μας σύμπαν,/αυτός ο μεγάλος, ο αδιάφορος γρύλος,/θα καταφέρει κάποτε να έρθει τόσο πολύ κοντά μας/ώστε να τυφλωθούμε τελείως από διαύγεια/και χρώματα της επιστήμης...» (σ.70)
Ίμερος: αποτυπώνεται με αντιστρόφως ανάλογο, προς το προηγούμενο ποίημα, τρόπο η βιωματική εμπειρία της αισθητηριακής γνώσης, η αξία της οποίας βρίσκεται στο μικρό, το ασήμαντο, στο φαινομενικά ελάχιστο, που κινητοποιεί όμως την ευαισθησία, αυτή την συγκινησιακή βαθύτερη πηγή αντίληψης.
«Σχεδόν ήχος/ μια νότα πιο χαμηλά από τον ψίθυρο/ του σχεδόν νεκρού// λίγο προτού αποχωριστεί, εννοώ, το ξερό φύλλο/ από το κλαδάκι του/ αυτή η τέλεια υπόκρουση/ το θρόισμα ενός γράμματος/ ενός μορίου Γνώσης» (σ.72)
Η προσπάθεια το άρρητο να ειπωθεί, το απόλυτο να ακτινογραφηθεί, το ωραίο να αναπαραχθεί. Η τελειότητα της αισθητικής εμπειρίας ποτέ δεν αποτυπώνεται με τον απόλυτο τρόπο που ο καλλιτέχνης θα ήθελε.
Στάση ζωής: δίνεται με έναν σχεδόν σπαρακτικό τρόπο η προσπάθεια το άρρητο να ειπωθεί, το απόλυτο να ακτινογραφηθεί, το ωραίο να αναπαραχθεί. Η τελειότητα της αισθητικής εμπειρίας ποτέ δεν αποτυπώνεται με τον απόλυτο τρόπο που ο καλλιτέχνης θα ήθελε∙κάτι που καθιστά την προσπάθειά του, με αυτό το παντοτινά ξένο, τραγική.
«Ανήκει βέβαια περισσότερο στο σύμπαν/ παρά σ’ αυτό το φύλλο του τυπωμένου χαρτιού,/ του ήδη μισοξεχασμένου/ κι όμως το έχουμε θελήσει τόσο πολύ/ το έχουμε ονειρευτεί κατάδικό μας/ αλλά εκείνο ξέρει πώς να κρατάει το κεφάλι του ψηλά/ πώς να παραμένει απλησίαστο/ παντοτινά ξένο/ το αηδόνι.» (σ.116)
Εύθραυστον: συντονίζεται η σωματική διάσταση με τη βαθύτερη γνώση∙ η γνώση απορρέει από το σωματικό βίωμα ένας ιδιότυπου αισθησιασμού, που δείχνει τον δρόμο της Κίρκης: η σωματική έκσταση, μέσω της οποίας ακυρώνονται τα όρια του εγώ και του άλλου, η απόλυτη ένωση με το Παν, μπορεί να μην οδηγεί στη συμβατική γνώση, σε μια ψευδοϊστορική όραση, αλλά οδηγεί στη σοφία μέσα από τη λατρεία του σώματος.
«Κράτησε λίγο ακόμη την ανάσα/ το κάθε δευτερόλεπτο λογαριάζει περιπέτειες/ μην πεις για την ώρα τίποτε άλλο/ ανεβαίνω από τα σπλάχνα σου,/ τα σπλάχνα του παντός,/ τυφλός, σοφός κι αγράμματος// υπόσχομαι όμως να γίνω ο πιστότερος φύλακας/ του στήθους σου» (σ.121)

Η σωματική ηδονή ως όρος της αισθητηριακής ολοκλήρωσης
Την άρση της αντίθεσης σώματος-νόησης, τη συσχέτιση της ηδονής με τα όρια της ύπαρξης και τον θάνατο, (συνδεδεμένη και με την νοσταλγία της επιστροφής στο οικείο, στην ποίηση και την πατρίδα) την βλέπουμε με μεγαλύτερη διαύγεια και στις Ανταποκρίσεις:
«Τα νερά τρέχουν στην άκρη του υπόστεγου,/ βρέχει όλη μέρα/ το κινητό ψητοπωλείο αγέρωχο πουλάει βρώση όπως πάντα/ χαράμ ή χαλάλ είναι πεντανόστιμο εδώ το σατέ,/ από μακριά έρχονται να το γευτούν κι ας χάνουν χρόνο/ όχι όμως και την ψυχή τους που λαχταράει ύλη από αρνί/ ή μοσχαράκι, διότι έτσι είναι η ζωή, αυτός ο δισταγμός μεταξύ/ ενός θαυμαστικού κι ενός ερωτηματικού, που λέει ο Πεσσόα,/μαζεύεται όλη στο ξυλάκι του σατέ, στο καλαμάκι της γεύσης,// όχι της πανάκριβης του παραδείσου, αλλά της φτηνής/ του δρόμου/ της αντοχής και της ραστώνης,/των αντιθέτων που γεννούν τις ηδονές,/ προσοχή μόνο μην καρφωθεί στα ούλα/ ή πληγώσει τον ουρανίσκο// το γρήγορο σατέ, στην Ιάβα των θαυμάτων /και στάξει το αίμα/ που φέρνει τους νεκρούς κοντά σου να μυρίσουν φως και τροφή/ ναι, όπως σε κείνη την ποίηση της πατρίδας που πηγαινοέρχεται/ στον κάτω κόσμο.» (σ.25)
Πανάκριβο και φτηνό, παράδεισος και δρόμος, αντοχή και ραστώνη, ηδονή και πόνος, φως και κάτω κόσμος.
Ο τόπος του ποιήματος ορίζεται από το υπόστεγο ενός κινητού ψητοπωλείου, που εφήμερο αλλά και παντοτινό (κινητό-όπως πάντα) πουλά την βρώση του. Οι άνθρωποι που το ποθούν έρχονται από μακριά κι ας χάνουν χρόνο. Το νερό της βροχής, που τρέχει από το υπόστεγο όλη μέρα σηματοδοτεί και τον χρόνο του ποιήματος. Το υπόστεγο προφυλάσσει αλλά δεν σταματά τη ροή της διάρκειας. Αμέσως μετά εδραιώνονται οι αντιθέσεις του κόσμου της αίσθησης και της σκέψης. Η ψυχή λαχταράει το είδωλό της, την ύλη, γιατί έτσι είναι η ζωή: ο δισταγμός μεταξύ του ερωτηματικού και θαυμαστικού του Πεσσόα, (το ανάμεσο του θεού και μη-θεού του Ευριπίδη;) Και ο υπαρξιακός συλλογισμός σώζεται μέσα από τη σωματική αίσθηση, από την αίσθηση της γεύσης και της ηδονής: όλη μας η ύπαρξη συγκεντρώνεται σε ένα φτηνό καλαμάκι, σ’ αυτό που μοιάζει, αλλά δεν είναι ευτελές∙ γιατί είναι η ίδια η ζωή μες στη σοφή της απλότητα. Και συνεχίζουν οι διχοτομικές αντιθέσεις που προσπαθούν να άρουν το ασυμβίβαστο: πανάκριβο και φτηνό, παράδεισος και δρόμος, αντοχή και ραστώνη, ηδονή και πόνος, φως και κάτω κόσμος. Και ο κίνδυνος τη γεύση της ηδονής να συνοδεύσει η οδύνη του θανάτου, το αίμα να φέρει τους νεκρούς είναι κάτι που φαντάζει ως γαλήνια βεβαιότητα, με εκείνο το κυρίαρχο ναι∙ είμαστε ήδη μύστες της, μια που η ποίηση της πατρίδας πηγαινοέρχεται στον κάτω κόσμο, αιώνες τώρα.
Η ηδονή ως απορροή του έρωτα αποτυπώνεται και στο κείμενο: Η διαρκής έκπληξη εκείνων των ερώτων, ένας ύμνος του ερωτικού θαύματος διαποτισμένος όμως και με την πικρία του ανεπίτευκτου
«Ακόμη ένα αλλά γρήγορο σώμα/ το κλέος των προσφορών του/ μέσα στο σκοτάδι γίνεται Κυβέλη/ ή κατά τις περιστάσεις Εκάτη/ ένα σπίτι γεμάτο πυρσούς/ έτοιμο ν’ ανάψει/ οι σπασμοί έχουν αρχίσει από νωρίς/ δάχτυλα ερευνούν απερίσπαστα χάος// Ποιο είναι το αρμόδιο ρήμα/μήπως souffler;/ Αλλά αρκεί για μια τόσο βαθιά πράξη;[…] Με το κορμί να γέρνει ήδη/ πάνω από τα χαντάκι της έξωσης/οι δανειστές να κορυβαντιούν προ πολλού/ εμείς ψάχνουμε στο χάρτη νέες πηγές/ τροφή στα έσχατα των ηπείρων/περισσότερο αποδημητικά πλέον/ παρά σημασίες δίποδες […] Θα επιστρέψω,/ Σίμων ο Μάγος ή απλώς Αλέκος Π./ θα επιστρέψω μέσα στο φως της αλάνθαστης πτώσης.[…] Οι κλειδώσεις μας ποτέ δεν θα πονέσουν/ όσο βάζουμε λίγο μέλι στους αφαλούς/ από εκεί ως το μεδούλι μπορεί να φτάσει/ κι από εκεί ως τους αστερισμούς του Αυγούστου/ να μας δείξει// Μπορούμε ν’ αντέξουμε, σήμερα τουλάχιστον,/ κι άλλη, δίπατη πραγματικότητα/ και το αντίθετό της μαζί/ είμαστε από κεράσια ξαφνικά αδάμαντες.// κάτι από την επανάληψη/ κάτι από την επανάληψη/ έρχεται ο οργασμός να δέσει με το όνειρο της Ρουθ// καθώς κουταβάκια τρέχουμε/ πάνω κάτω στο χαλί της όρεξης και της έκστασης/ όμως/ τα ασταθή βήματα της Πάρκινσον/ τα κραυγαλέα σινιάλα της γεροντικής άνοιας/ τα σφαγμένα βλέμματα της Αλτσχάιμερ/[…]// Παρεισφρέουν πάλι οι γλουτοί/ κι αναστατώνουν για τα καλά/ τη σύνταξη της νύχτας.// Από το μονόλογο της Ευρυδίκης/ καθώς κατεβαίνει ήρεμη την Πατησίων/ προλαβαίνω ν’ ακούσω:/ «…κι η απόσταση που χωρίζει την αριστερή κλείδα/ από τις υποσχέσεις του ουρανού/ μισή ώρα μόνο με τα πόδια είναι/ και μας φαίνεται αιώνας…» (σσ73-76)
Στο κείμενο κυριαρχεί έντονο το σωματικό στοιχείο, οι συνδηλώσεις της σωματικής ηδονής, χθόνιο και σκοτεινό που όμως μας ανυψώνει, η αγωνία μήπως γκρεμιστούμε, μήπως δεν αντέξουμε, η αγωνία της φθοράς και της ασθένειας, αλλά και του ανεπίτευκτου, της ανύψωσης που εμπόδιό της στέκεται ο χρόνος. Υποβάλλονται με έναν άλλοτε πιο λοξό άλλοτε πιο κάθετο άξονα: οι αναφορές σε χθόνιες τελετές και στα ελευσίνια μυστήρια: Κυβέλη, Εκάτη, οι πυρσοί, οι δανειστές να κορυβαντιούν, η αναφορά σε μυστικιστικού τύπου τελετές με τον Σίμωνα τον Μάγο, οι σπασμοί, το γρήγορο σώμα, η ψαύση των δαχτύλων, τα αποδημητικά πουλιά αντί για τις δίποδες σημασίες, η επανάληψη που οδηγεί στον οργασμό, η δίπατη πραγματικότητα που μας κάνει κεράσια και αδάμαντες, το μέλι στον αφαλό και οι αστερισμοί του Αυγούστου….

[παραλείπεται μια ενότητα]
Αισθησιασμός και αισθητική συγκίνηση: ένας υπόρρητος διάλογος με τον Σεφέρη
Η αισθησιακή εμπειρία που υποβάλλεται από το ποίημα Η διαρκής έκπληξη εκείνων των ερώτων και ο συσχετισμός της με το αισθητικό βίωμα, που σπερματικά διαχέεται και σε άλλα κείμενα της συλλογής (ιδιαίτερα όταν το συν-αναγνώσουμε με το Ο κόκκινος ιβίσκος θα σβήσει τελευταίος και την ενότητα του τελετουργικού χορού) φέρνει στο νου τον Νιζίνσκι του Γ. Σεφέρη. Εκεί ο Σεφέρης σε μια αφήγηση που έχει όμως πιο ξεκάθαρη αρχή, μέση και τέλος (για να θυμηθούμε και το ποίημα Ενθύμιον όπου γίνεται αναφορά σε μια ρήση του Γ. Βαρβέρη) αναδιηγείται μιαν παρ-αισθητική εμπειρία (ο αφηγητής, ενώ κάθεται μόνος μπροστά στο τζάκι του σπιτιού του, «βλέπει» ξαφνικά τον χορευτή Νιζίνσκι να αναπαριστά ένα χορευτικό δρώμενο μπροστά του) εξώφθαλμα ομόλογη με αυτήν του ερωτικού βιώματος και η οποία ταυτίζεται με τον αγώνα και την αγωνία του καλλιτέχνη στην προσπάθειά του να αποτυπώσει μια σχεδόν μυστικιστική εμπειρία των αισθήσεων και του νου. Στα Άπαντα του Σεφέρη το πεζόμορφο κείμενο αποτελεί ένα από τα Πέντε ποιήματα του κ. Σ.Θαλασσινού.
Η αισθητηριακή εμπειρία στον Βέη δεν έχει την παραισθητική διάσταση του Σεφέρη, διατηρεί ωστόσο την ενορατική της απόληξη.
Στο κείμενο του Σεφέρη, τα αισθητηριακά ερεθίσματα οδηγούν στην ένταση του συναισθήματος (κυρίαρχη η όραση: κοιτάζω, βλέπω, παρατηρώ, έκλεισε τα μάτια, άνοιξε τα μάτια και η ακοή: ήχος του οργανέτου, ήχος από κύμβαλο, σουραύλι, πέταγμα των πουλιών, ήχος της προσωπίδας). Το αίσθημα της ζέστης εντείνεται και κορυφώνεται, καθώς περνά απ’τα εξωτερικά ερεθίσματα: κάρβουνα/σπίρτα/φωτιά/ αλλά και τα χρώματά τους: κόκκινασπίρτα/βυσσινί χαμόγελο/ πορφυρό κυπαρίσσι, στο σώμα του αφηγητή: Ένιωθα στα πόδια ένα ζεστό στρώμα από πούπουλα και σφυγμούς να φουσκώνει. Τον κοίταζα με μια παράξενη θέρμη που κυρίευε το κορμί μου σαν κυκλοφορία. Αμέσως μετά την κορύφωση του αισθήματος, με το πέταγμα των πουλιών και την συνεχή επανάληψη του ήχου που διακόπτεται, η αίσθηση της ζέστης μεταλλάσσεται το ίδιο αιφνίδια στο αντίθετό της: Έπειτα σταμάτησε απότομα. Ένας ξαφνικός αέρας με χτύπησε παγωμένος, για να οδηγήσει στην κούραση αλλά και την γαλήνη: Έβλεπα τους πόρους στο δέρμα του να βγάζουν ψιλές στάλες ιδρώτα. Κάτι σα λαχάνιασμα με βάραινε(…) Μολονότι βρισκόμουν μπροστά σε μιαν αγωνία, είχα το συναίσθημα πως είμουν καλύτερα, πως είχα κάτι νικήσει. Οι οπτικές και ηχητικές παραστάσεις οδηγούν με ένα είδος κλιμάκωσης στο αίσθημα της ζέστης και του κρύου, της ζάλης και του λαχανιάσματος και ταυτοχρόνως την σκέψη και την μνήμη στην κινητοποίηση (Θυμάμαι/μ’ έκανε να συλλογιέμαι/δεν ξέρω/[και μετωνυμικά]σκόνταψε σ’ ένα βιβλίο/προσπάθησα να εξηγήσω/), για να καταλήξουν σε μια σύνθετη συγκίνηση, ενός συναισθήματος που γίνεται αντιληπτό και σε συνειδησιακό επίπεδο, σε ένα είδος υπεροχής: είχα το συναίσθημα πως είμουν καλύτερα, πως είχα κάτι νικήσει. Ενώ ο χορευτής εξουθενωμένος από τον εκ-στατικό χορό και αφού σκοντάφτει σε ένα βιβλίο (μετωνυμικός υπαινιγμός της σκέψης;), γονατίζει μπροστά στον αφηγητή και χάνεται βυθιζόμενος στις πράσινες παγόδες (συνεκδοχικά υποβάλλεται κάτι από τον ανατολικό φιλοσοφικό και θρησκευτικό μυστικισμό;) του χαλιού που βρίσκεται μπροστά στο τζάκι.
Ομόλογες τέτοιες εμπειρίες υπάρχουν διάσπαρτες σε πολλά από τα κείμενα στο Βλέπω, αν και ο χώρος είναι τις περισσότερες φορές εξωτερικός και ως δρώντα πρόσωπα εναλλάσσονται άνθρωποι, φυτά, ζώα, οι οποίοι και παρουσιάζονται ως ισότιμοι φορείς της συμπαντικής ύλης, των αισθήσεων και της εμπειρίας.
Η αισθητηριακή εμπειρία στον Βέη δεν έχει την παραισθητική διάσταση του Σεφέρη, διατηρεί ωστόσο την ενορατική της απόληξη∙ ωστόσο στην παραγωγή του συγκινησιακού βιώματος του Βέη συμβάλλει και η συλλογιστική πορεία της νοητικής σύλληψης, άλλοτε ως ισότιμος άλλοτε ως δευτερογενής όρος. Έτσι, φαίνεται να καταργούνται ως απαγορευμένες για την ποιητική ενόραση οι περιοχές της αντίληψης και της νόησης. Ο Βέης αναγνωρίζει τις δεσμεύσεις του από το νοησιαρχικό παρελθόν, ιδιαίτερα του Δυτικού ανθρώπου και αναζητά την αφομοίωσή τους μέσα από το μυστικιστικό βίωμα της Ανατολής ή/και μέσα από ομόλογα αρχέγονα κατάλοιπα, όπως αυτά επιβιώνουν στις αρχαίες ελληνικές τελετουργίες( πχ τα Ελευσίνια μυστήρια).
Ίσως κάπως έτσι μπορούμε να δικαιολογήσουμε πως παρόλες τις ομοιότητες, παραμένει η αντίθεση ανάμεσα στην δραματική απαισιοδοξία του Σεφέρη, η οποία προκύπτει από την εγκόσμια ιστορική τοποθέτησή του και στη λυρική αισιοδοξία του Βέη, η οποία απορρέει από την κοσμική, σχεδόν συμπαντική του οπτική.

Επιλογικά
Στο Βλέπω το ποιητικό φάσμα επεκτείνεται από τους υποδοχείς της λυρικής επιφάνειας στα όρια του δραματικού βάθους με μια συνεχή προσπάθεια ενοποίησης. Η εταστική ματιά μεταλλάσσεται συνεχώς σε σπουδή της απρό-βλεπτης εμπειρίας που, είτε ενδίδει είτε αντιστέκεται στις ιδεολογικές σχηματοποιήσεις, καταφέρνει να συναιρέσει το εκτατικό με το εντατικό, να διευρύνει το ιδιωτικό στο δημόσιο, να συνυπάρξει το διδακτικό με το αυτογνωστικό. Ακυρώνοντας τις όποιες ενστάσεις για τους αμοιβαίους αποκλεισμούς: η νεότητα ανήκει στο μικροσκοπικό εδώ-και-τώρα, ενώ η ωριμότητα μακροσκοπεί στο α-θέατο. Ο ποιητής δεν έχει ανάγκη από διορθωτικούς των συμβάσεων φακούς. Η διάθλαση ορίζει τον κόσμο του. Η παρέκκλιση την όρασή του. Ένα ποιητικό βλέμμα που διηθείται μέσα από ένα σύνθετο σύμπλεγμα μυθικών και λογοτεχνικών παραπομπών, μια ποιητική ματιά που απορροφά το ερωτικό μέσα από έναν φυσιοκρατικό αισθησιασμό, χωρίς περιττές αισθηματολογίες. Εξάλλου, οι ποιητικοί αισθητήρες έχουν εδώ και αιώνες κατορθώσει να ανιχνεύσουν, να αντιληφθούν και να αποτυπώσουν τη σκοτεινή συμπαντική μας ύλη, προτού θριαμβολογήσουν οι Φυσικοί επιστήμονες για το επίτευγμα των διαστημικών τους τηλεσκοπίων μεσούσης της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αι. Γιατί μόνο μέσα από την ερωτική ή/και ποιητική Έκσταση, δίνοντας αιματηρή μάχη με τη μνήμη, που βασανίζει με τα διλήμματα της εμπειρίας, μπορούμε να ψηλαφήσουμε για λίγο την αλήθεια και την ομορφιά. Μια αλήθεια που, όσο κι αν στο ανοιχτό βιβλίο του κόσμου μπαινοβγαίνουμε φιλάγρυπνοι, βρίσκεται πάντα κρυμμένη στα πιο απλά.
 [ΠΗΓΗ: ΑΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ είναι ποιήτρια και φιλόλογος]

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ ΤΟ ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΝΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΜΑΣ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΜΙΑΣ ΛΙΜΝΗΣ…
[ανθολογία ποιημάτων από τη συλλογή ΒΛΕΠΩ του Γιώργου Βέη, εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ 2013 με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο]:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου