Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

ΜΗΝ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙΣ ΜΟΝΟΣ ΝΥΧΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΓΙΑΤΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΥΠΙΕΣ

Η συλλογή ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014) είναι το 7ο ποιητικό βιβλίο της Χλόης Κουτσουμπέλη. Η Θεσσαλονικιά ποιήτρια, σπουδαία και αναγνωρίσιμη πλέον ποιητική φωνή, δίνει ανελλιπώς το λυρικό παρόν της από το 1984, τότε που κυκλοφόρησε απ' τις εκδόσεις ΕΓΝΑΤΙΑ η πρώτη ποιητική της συλλογή ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΙΩΠΗΣ. Μεσολάβησαν Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΑΛΑΙΝΑ (Βιβλιοπωλείο ΛΟΞΙΑΣ 1990), Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ (Νέα Πορεία 2004), Η ΛΙΜΝΗ, Ο ΚΗΠΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ (Νέα Πορεία 2006), Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ (Γαβριηλίδης 2009), ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΝΩΡΙΣ (Γαβριηλίδης 2012). Με την ωριμότητα και την πείρα τριάντα και πλέον ετών, βάζει την έβδομη αυτή σφραγίδα της στο ποιητικό γίγνεσθαι της νέας γενιάς δηλώνοντας ΠΑΡΟΥΣΑ. Και η διακριτική παρουσία της έγκειται στη σταδιακή αποκάλυψη της σημασίας που έχει αυτή καθεαυτή η ποιητική δημιουργία. Ο άνθρωπος χρωστάει την αθανασία του στην Τέχνη. Μπορεί τα λόγια του, όπως σοφά το είπε ο Σεφέρης, να «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων». Καθώς «σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί, το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου. Ο άνθρωπος έφυγε δεν είναι εκεί»  Με αυτή την έννοια ο ποιητής έφυγε ή είναι ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ αλλά η Ποίηση έμεινε και μαζί της αποκτά μαγικές διαστάσεις και η υστεροφημία του ανθρώπου. Η Ποίησή του, ο πραγματικός πολιτισμός του. Το λέει με το δικό της τρόπο και η Χλόη Κουτσουμπέλη σ' ένα ανέκδοτό της ποίημα: ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ: «πετούν διστακτικά απ' το παράθυρο, μετεωρίζονται για λίγο σε καθρέφτη ουρανό κι ύστερα γέρνουν τις μαύρες τους φτερούγες και ακολουθούν την κατακόρυφη πορεία προς τα κάτω. Μόνο σπάνια κάποιο από αυτά ξεγελάει το νόμο της βαρύτητας και προλαβαίνει να σ' αγγίξει εκεί κοντά στο στόμα πριν γκρεμιστεί για πάντα μες στην άβυσσο. Γι' αυτό το ένα ποίημα γράφω ακόμα». Είναι, λοιπόν η Ποίηση, η ξεχωριστή εκείνη αντίληψη που μας βγάζει από τα ρούχα της καθημερινότητας και από τα όρια κάθε συμβατικότητας. Μπορεί με μια έννοια να είναι παντού, δεν είναι πάντως «τα άψογα χαμόγελα, οι τέλειες αντιστοιχίες, οι σιδερωμένοι άνδρες, η τσάκιση στο παντελόνι, τα αναπαυτικά όνειρα…». Το ωραίο είναι ότι βρίσκεις την ποίηση εκεί που δεν το περιμένεις, στα πιο κοινά πράγματα. Αυτή είναι η μαγεία της, αυτή είναι η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ: «Γι’ αυτό και ζω σε ερειπωμένα σπίτια. Κάτι να χάσκει, κάτι να λείπει, κάτι να διαβρώνει την τελειότητα. Γιατί τέχνη είναι πάντα η οροφή που λείπει»! [παρουσίαση ποιητικής συλλογής με εσωτερική εστίαση Τάσου Κάρτα]

Με βαθιά, γήινη φωνή -ανοίγοντας έτσι μια μικρή χαραμάδα στην εγγύτητα της επικοινωνίας με τον αναγνώστη- η Χλοή Κουτσουμπέλη καταδύεται στις διαστάσεις του αδόκητου, της αλληγορίας, του συμβολισμού, στο γήινο των πραγμάτων ταξίδι το ονειρικό, παρεμβαίνοντας καθοριστικά στη λογική τους. Όλοι οι στίχοι της  υπαινίσσονται την ύπαρξη ενός υπερφυσικού, σκοτεινού κόσμου, που δεν τον βλέπουν τα μάτια, αλλά που φανερώνεται ακέραιος μέσα από τη φανταστική ανασυγκρότησή του και παρουσιάζεται στο ποίημα σαν οργανικό σύνολο [Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη] Η Χλόη Κουτσουμπέλη χαράζει ένα προσωπικό όραμα, σε πρώτο και δεύτερο πρόσωπο που μοιάζει σε πρώτη ανάγνωση να αποδυναμώνει τα κείμενα, όμως σε δεύτερη και τρίτη προσέγγιση ως δια μαγείας αποκαλύπτεται ως νέα Σαλώμη με πέπλα που πέφτουν μαζί με τις αμφιβολίες για την αγάπη στην ποίηση και τον λόγο που κάποιος γράφει επειδή είναι προσηλωμένος και με περισσή πίστη. Αν υπήρχε ένα «Σχολείο Ποίησης» με τη Χλόη θα ήμουν συμμαθητής, ο άχαρος ρόλος της απουσιολόγου θα έπαιρνε μια άλλη διάσταση στο μικρό μεθοδικό κορίτσι που παλεύει με την μνήμη, μας κλείνει το μάτι, σβήνει τις απουσίες εξωραΐζει τα κακώς κείμενα και μας επαναφέρει στην τάξη. [Βασίλης Δασκαλάκης]

α] Εκ προοιμίου παιδιά σιωπηλών διαλόγων τα λόγια των ποιητών  καταβροχθίζοντας τις λεπτομέρειες «ιδίως την ώρα της εγκατάλειψης», τότε που «ακόμα και οι αυταπάτες είναι τρύπιες» γράφουν το ΤΕΛΟΣ που «είναι πάντα σαρκοβόρο». Αλλά, «οι πιο ευδιάκριτοι τίτλοι τέλους εμφανίζονται πάντα στην αρχή


Βασικά χαρακτηριστικά στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι η ανατροπή, η μετωνυμία και η μεταφορά:  οικείες εικόνες της πραγματικότητας όπως για παράδειγμα «τα σπίτια που κατοικήσαμε παλιά», «το βελούδινο χαλί», το «κάθε σκαλοπάτι» ή «το χαλασμένο δόντι», χρησιμοποιούνται ως αμφίεση της ποίησής της και ανατρέπονται διαρκώς. Μας αιφνιδιάζει ο απροσδόκητος τρόπος χρήσης των λέξεων, η ζωντάνια των εικόνων και, μερικές φορές ο υπερρεαλισμός τους: «σώματα που επιπλέουν στο ποτάμι», «μια γυναίκα με μαύρο κότσο», «μέσα από ένα παράθυρο το δάσος μοιάζει πιο γοητευτικό καθώς βυθίζεται στη θάλασσα», «τα ολισθηρά μου πέλματα που αφήνουν τα ίχνη τους στο βούτυρο» «κι εκείνη η εγκοπή στο γόνατο από το φερμουάρ Γοργόνας» Διπλό το όφελος από τις απροσδόκητες ποιητικές ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ: πρώτο όφελος η εκδοχή της απόδρασης, έστω και με δυσκολίες,  στα ποιήματα: «Χωρίς τα πόδια μου πώς μπορώ να διαφεύγω στα ποιήματα;» αναρωτιέται η ποιήτρια στο ποίημα της ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ, όντας ήδη στο δύσβατο αυτό μονοπάτι της διαφυγής.  Δεύτερο όφελος, ΑΚΡΩΣ ΕΡΩΤΙΚΟ και ΑΠΟΡΡΗΤΟ, η εξιδανίκευση της μοναξιάς: «πρέπει να φύγω πάλι. Από το θάνατο του έρωτα προτιμώ τη μοναξιά».     Σχεδόν σε κάθε ποίημα στήνεται ένα μικρό υπερρεαλιστικό σκηνικό. Το σκηνικό μπορεί ν’ αλλάζει από ποίημα σε ποίημα, το θέμα του έρωτα όμως επανέρχεται με πολλές και διαφορετικές παραλλαγές. Άλλοτε ως βασανιστική προσδοκία, άλλοτε ως εναγώνια αναζήτηση του ιδανικού και άλλοτε ως μηχανισμός άμυνας και ΣΥΜΠΑΙΓΝΙΑ: «ότι υπήρξε Συμπαιγνία όλοι πια το καταλάβαμε, ότι αυτό το σώμα δεν είναι απλά κορμί, άβυσσος είναι που πονάει, το εμπεδώσαμε…».   Η αποκάλυψη της συμπαιγνίας παίρνει όνομα στους τέσσερις τελευταίους στίχους στις ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ: Όλοι εμείς οι συγγενείς που στο λήμμα αγάπη διαβάζουμε πάντα λάθος το συνώνυμο», και ολοκληρώνεται με τη συνταγή και τις τελικές οδηγίες στο ποίημα:  
ΑΓΑΠΩ ΝΕΚΡΑ ΓΙΑΤΡΕ
Φορώ ένα σκονισμένο νυφικό
με μακριά ουρά που σέρνεται στον δρόμο.
Η αρρώστια καλπάζει
κόκκινο άλογο μέσα στην καρδιά.

-Αγαπώ νεκρά γιατρέ.

-Εδώ είναι αποστακτήριο.
Όχι κλινική.
Με γυμνά ποδιά πατάμε τον πόνο
κι αυτός στάζει λέξεις.

-Γδύνομαι συνέχεια
μπροστά σε άνδρες που φορούν
ψηλό καπέλο και κοστούμι
και την τελευταία στιγμή
γλιστρούν απ’ την εικόνα.

-Κάντε τατουάζ
τρυπήστε το ένα αυτί
και πάψτε να εκτρέφετε νυφίτσες.

-Θα βοηθήσει; Θα γίνω φυσιολογική;

-Λέγομαι Τζόκερ
Διαβάζω  παλιές συνταγές μαγειρικής
παίζω αυλό
ανακατεύω τα χαρτιά.
Μα εσείς χρειάζεστε έναν ξυλουργό
να λειάνει τις καμπύλες
ή έναν ωτορινολαρυγγολόγο
να πνίξει τα ουρλιαχτά.

Φυσιολογική;
Φυσικά.
Στον κόσμο των σκιών
παίζετε επιδέξια τις μαριονέτες.
Άλλωστε σας σφράγισαν μικρή.
Με εκείνο το μισό πέταλο στον ώμο.
Που σημαίνει πως τίποτε
ποτέ δεν θα ’ναι ολόκληρο.
Εκτός από ένα μελανοδοχείο
που αδειάζει.
Στη σκληρή πραγματικότητα, η ποίηση συνιστά μια επώδυνη και συγκλονιστική μετάβαση από τον κόσμο της καθημερινής παθογένειας στον μόλις ορατό κόσμο των θαυμάτων. Καθώς, από τη μια μεριά, προϋποθέτει μεγάλη δωρεά, καλλιέργεια και ευαισθησία τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη, κι από την άλλη θίγει την ίδια την υφή της καθημερινότητας. Αυτή η «καθημερινότητα», στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη, έχει τις ρίζες της στον ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ, όπου βραδιάζει νωρίς. Εκεί, σε μια έρημη στάση/αφετηρία, περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής «μια γριούλα Κλωθώ πλέκει ασταμάτητα» Αλλά, «ταυτόχρονα σχεδόν μία γυναίκα με άσπρο νυφικό ετοιμάζεται να πέσει από το μπαλκόνι… Κάτι γειτόνισσες απέναντι τινάζουν τα χαλιά τους ρυθμικά ένα παιδάκι-σταφιδόψωμο τρέχει γυμνό στο δρόμο το κυνηγούν ο φούρναρης, ο χασάπης κι ο μανάβης…». Έτσι, αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι της ποίησης σαν ένα παραμύθι που μας διαβάζουν τα βράδια κοντά στο τζάκι και καθώς η φωτιά αργοσβήνει, μαγεμένοι από τα λόγια τα σοφά, ξεχνάμε ότι «το λεωφορείο της γραμμής, χρόνια τώρα δεν περνάει από δω» (ΣΤΗ ΣΤΑΣΗ, από τη συλλογή στον ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΝΩΡΙΣ). Η Κουτσουμπέλη ίσως οραματίζεται την ποίηση σαν ταξίδι σ’ ένα δύσβατο μονοπάτι, το οποίο διαβαίνουμε με ό,τι εφόδια διαθέτουμε, αξιοποιώντας στο έπακρον κάθε δυνατότητα, έστω μικρή, ξεγελώντας κάθετι που έχει αρνητικό πρόσημο με την εσωτερική μας ευρυχωρία. Έτσι η ποιήτρια, στο ταξίδι αυτό «ξενιστής μιας αμφισβήτησης που κοιμόταν στο σκουρόχρωμο αυγό της», με την πάροδο του χρόνου πολλαπλασιάζεται αλλάζοντας ίσως προσωπεία και αλήθειες κρατώντας όμως αναλλοίωτη την αλήθεια της Αγάπης, το δικό της τρόπο ν’ αγαπά.    Μπορεί από μια γυναίκα παράνομη, όπως η αρχαία Αντιγόνη, που «διαθέτει το κορμί όπως και την ψυχή ελεύθερα… ξέρετε από εκείνες που προφητεύουν τα μελλοντικά δεινά ή χώνουν το κεφάλι τους στο φούρνο ή ταξιδεύουν με το Όριεντ Εκπρες, πίνοντας τσάι σε ανύπαρκτα φλυτζάνια» (ΣΤΗ ΣΤΑΣΗ, από τη συλλογή στον ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΝΩΡΙΣ).  να μεταμορφώνεται σε μια γυναίκα «με γυμνά πόδια, που πατάνε τον πόνο κι αυτός στάζει λέξεις». Μπορεί από ΕΚΑΤΗ, ΚΑΛΙ, ΛΙΛΙΘ, ΑΝΤΙΓΟΝΗ και «σιωπή που κράτησε αιώνες», ή από μια στιγμιαία διάρκεια, που οφείλεται στη δαιμονική διάθεση να γράφει ποιήματα, να μετεξελίσσεται σε «ιλιγγιώδη ποίηση» καθώς «τον τελευταίο καιρό τρέχει με ξένες νύχτες που κυλούν με ασημένιες ρόδες προς το Χάος… Δεν οδηγεί, πια, τις μέρες, τις βρίσκει βαρετές. Τα απογεύματά της, τώρα, θέλουν καινούργια αμορτισέρ. Τόσες πινακίδες να προειδοποιούν για διάβαση πεζών κι ούτε ένα πρόστιμο για ιλιγγιώδη ποίηση» (ΤΟ ΠΡΟΣΤΙΜΟ, από τη συλλογή ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ). Ο τρόπος της αγάπης όμως είναι ένας και μοναδικός από τον ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ έως και ΣΗΜΕΡΑ. Κι ο φόβος της αγάπης ατελείωτος. Από το προπατορικό αμάρτημα της Εύας, όπου, δίχως πρόσωπο αλλά με τη μορφή του φιδιού, την παρασύρει στην πρώτη της περιπέτεια: «Κι ευθύς κατρακύλησα στο χώμα. Ούτε Θεός, ούτε διάβολος. Στον Κήπο τον αποκαλούσαν  «άνδρα». Στο στόμα άφηνε τη γεύση μήλου σε αποσύνθεση» (ΕΥΑ, από τη συλλογή Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΙ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ) έως τους ΣΤΟΙΧΕΙΒΜΕΝΟΥΣ ΕΡΩΤΕΣ του σήμερα που «κοιμούνται σε σεντούκια με το ένα μάτι μισόκλειστο σε αργή αναμονή. Δεν βιάζονται ποτέ. Ξέρουν πως το παιχνίδι τους ανήκει. Πως σε κάθε αναμέτρηση είναι αυτοί οι βέβαιοι νικητές. Την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν και μπήγουν τα λευκά τους δόντια στην καινούργια σου ζωή». Κλινικά απών, λοιπόν. Μας παραπέμπει στο κλινικά νεκρός αλλά σημαίνει ακριβώς το αντίθετο, σχολιάζει ο Αλέξανδρος Βαναργιώτης. Και συμπληρώνει:  «κλινικός θάνατος είναι η παύση της καρδιακής, της αναπνευστικής και της εγκεφαλικής λειτουργίας. Κλινικά απών είναι ο άνθρωπος που εξακολουθεί να υφίσταται σωματικά, απουσιάζει όμως πνευματικά. Με τον τίτλο υποδηλώνεται η απουσία, το κενό, που αφήνει πίσω ο θάνατος της αγάπης, η ερωτική ματαίωση, ο θανατηφόρος λαβύρινθος των επιλογών που κουβαλά ο καθένας είτε ως παιδικό τραύμα  είτε ως προσχεδιασμένη ατυχία, γιατί «στο αγώνισμα της μονομαχίας το παν είναι η δική μας εξολόθρευση»:         
ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ
Στο αγώνισμα της μονομαχίας
δεν έχει σημασία η παιδική σου ηλικία,
αν ο μπαμπάς τραγούδαγε στο μπάνιο,
αν η μαμά άνοιγε τρύπες στον τοίχο με τρυπάνι,
αν σε κλείδωναν στο υπόγειο μιας ψυχρής ματιάς.
Το θέμα είναι η προσεκτική επιλογή.
Αυτή είναι ο καθρέφτης που ραγίζει.
Γιατί δεν τυχαίνει,
εμείς είμαστε αυτοί
που ρίχνουμε το γάντι στο πρόσωπο του άλλου,
εμείς που σφραγίζουμε
με βουλοκέρι τον πάπυρο
που καταφθάνει με μαύρη άμαξα την νύχτα.
Έρωτας, γράφει επάνω,
την τάδε ώρα κάτω από τα κυπαρίσσια.

Στο αγώνισμα της μονομαχίας
αυτό που έχει σημασία
είναι ο αντίπαλος με το κοντάρι
Γιατί συστηματικά κάτω απ’ την πανοπλία
τον ίδιο ιππότη διαλέγουμε συνέχεια
ηθελημένα γυμνωνόμαστε μαζί του στο σκοτάδι
εσκεμμένα του γεμίζουμε με βέλη τη φαρέτρα.
Στο αγώνισμα της μονομαχίας
το παν είναι η δική μας εξολόθρευση.

Αφού αυτήν έχουμε μεθοδεύσει
.
β] Η Σιωπή των Λέξεων και ο στιγμιαίος ίλιγγος της αιωνιότητάς τους που αείποτε πελαγοδρομούν σε αμφίσημα διλήμματα, δίχως κάθαρση: «ποια διαδρομή είναι πιο σύντομη το δάγκωμα του φιδιού ή ένα αιλουροειδές φιλί;»
«Η ποίηση είναι ανατρεπτική και ο ποιητής περιθωριακός από τη φύση του. Ένας χαρισματικός αποσυνάγωγος, ένα επικίνδυνο αδέσποτο σκυλί. Γι' αυτό και ο θανάσιμος εχθρός του, η κάθε είδους εξουσία σε κάθε χώρα και εποχή, επιδιώκει να τον αλιεύσει από τον δρόμο και να τον εγκαταστήσει στην άνεση του καναπέ, να μεταποιήσει το αδέσποτο σε οικόσιτο» Η γνωμάτευση ανήκει στον Τόλη Νικηφόρου και καλύπτει πλήρως και το «Παράνομο Παρκάρισμα», οικεία κατάσταση που ανακυκλώνεται  στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη, και τη Ματαίωση, που απειλεί τη συνέπεια της πορείας της προς τη χειραφέτηση: «Η γλώσσα σάλεψε στην κόκκινη σπηλιά της και τεντώθηκε ν’ αγγίξει τους σταλακτίτες δόντια»… «Θα σε ειδοποιούσα σίγουρα, αλλά τα ταχυδρομικά περιστέρια καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα… Γι’ αυτό σου λέω στείλε αυτή την τενεκεδένια απουσία για ανακύκλωση». Η μεγαλύτερη απειλή είναι ο εγκιβωτισμός του ποιητή στη συνήθεια, η μηχανική επανάληψη λέξεων που μπορεί να σηματοδοτούν την απελευθέρωση αλλά ανεπαίσθητα καταντούν μια ΣΧΕΔΟΝ ΠΕΙΣΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ της αδράνειας, της μη ανατροπής των κατεστημένων. Για τον αληθινό ποιητή όμως δεν υπάρχουν εποχές, δεν υπάρχουν στάσιμες λέξεις που λιμνάζουν στο κατεψυγμένο ποίημα. Σ’ ένα λεπτό περνούνε χρόνια και μια στιγμή είναι αιώνας. Το καταλαβαίνεις «από τις ρυτίδες στους κορμούς των δένδρων και τις μικρές αλεπούδες που γερνούν στο σαλόνι». Αλλόκοτος ο χρόνος στην ποίηση. Το ξέρει καλά η Χλόη και το διαλαλεί στα ποιήματά της  Μα η μεγαλύτερη ανατροπή συμβαίνει στο χώρο καθώς «συστέλλονταν και διαστέλλονταν οι πλατείες, οι δρόμοι, τα στενά, οι διευθύνσεις άλλαζαν και μέναμε με αγνώστους σε σπίτια με λαίμαργες ντουλάπες που έτρωγαν τσάντες και παπούτσια… Γι’ αυτό κι εγώ λοιπόν σκόνταψα στην σκιά μου, το πόδι μου παγιδεύτηκε στην μαύρη της δαντέλα και αστραπιαία υπέθεσα πως μ’ αγαπάς ακόμα»   
Η ΚΟΝΣΕΡΒΑ
Το να συντηρεί κανείς κατεψυγμένους έρωτες
είναι κι αυτό μια τέχνη
όπως του καλλιγράφου
ή του πυροσιδηρουργού.
Ακόμα και διαδικασία
όπως αυτή του αρουραίου
που ανοίγει λαγούμια
για να δραπετεύσει.
Πολλοί άνθρωποι κάνουν συλλογή
από τέτοια διάφανα βαζάκια.
Χωρίς συντηρητικά γράφει απέξω η ετικέτα
και εννοούν γνήσια δάκρυα μικρού κροκόδειλου
ή μιας νυφίτσας που την απήγαγαν νωρίς.
Στον αντίποδα αυτών –των θερμοσυγκολλητών-
 υπάρχουν οι άλλοι οι αμνήμονες
που θάβουν σε λάκκο το κεφάλι
ενώ το υπόλοιπο σώμα εξακολουθεί να ζευγαρώνει
με στρουθοκάμηλους τους είδους τους.
Κάθε μέθοδος είναι θεμιτή.
Έτσι κι αλλιώς τίποτε ποτέ δεν αποτρέπει
εκείνο το θανάσιμο άλμα στο κενό.
Κοινός τόπος στην ποίηση ο θάνατος των ερώτων. Πεθαίνουν οι έρωτες, το ξέρουν και οι πέτρες.  Κάποιοι όμως αμετανόητοι και αμνήμονες εξακολουθούν να συντηρούν κατεψυγμένους έρωτες, συνεχίζουν να συνάπτουν σχέσεις αδιέξοδες Είναι μια τέχνη κι αυτό, δηλαδή παραμυθία, παρηγοριά ή μια διαδικασία-ανάγκη της ζωής να δραπετεύει;  Το ρητορικό ερώτημα οδηγεί στην τραγική δήλωση/ θέση με την οποία κλείνει το ποίημα ΑΚΡΩΣ ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΗΤΟ «Από το θάνατο του έρωτα προτιμώ την μοναξιά». Ο κόσμος της τέχνης είναι κόσμος σκιών, θέτει αμείλικτα ερωτήματα χωρίς να δίνει απαντήσεις. Περιγράφει ή ωραιοποιεί καταστάσεις, ονομάζει συναισθήματα ή εφευρίσκει συνώνυμα για να τους δώσει διαφορετικές προεκτάσεις. Έτσι ο φαύλος κύκλος της αναζήτησης κι άλλων λέξεων για τα ίδια πάθη φαντάζει ΚΕΝΟΣ και το ποίημα μοιάζει να στριφογυρίζει γύρω από ένα ΤΙΠΟΤΑ. Το ποίημα όμως δεν σε γέλασε. Γιατί έτσι και μόνο έτσι θα μπορείς να γράφεις κι άλλα ποιήματα ες αεί με κατανόηση της ματαιότητας αυτού του μεγαλείου της συγγραφής:  
ΤΟ ΚΕΝΟ
Διαλέγεις έναν άνδρα κατά προτίμηση μεσόκοπο
σε κάποια ουρά
με μια επιταγή χωρίς αντίκρισμα στο χέρι
ή ενώ ψωνίζεις κιμά
αν και το αίμα στην λευκή ποδιά
ενός χασάπη συνήθως απωθεί.
Προσωπικά επιλέγω τα ταχυδρομεία.
Οι άνθρωποι κρατούν νούμερα στο χέρι
και παραλαμβάνουν ή στέλνουν
χωρίς επίγνωση της ματαιότητας.
(Διαλέγω πάντα άνδρες που το νούμερό τους τελειώνει σε μηδέν).
Τυλίγεις το ανδρικό κορμί
σε μια κόλλα από χαρτί
αφού το φιμώσεις με μελάνι
κοιμάσαι μαζί του μία δυο φορές
σε ένα φτηνό ξενοδοχείο
το κρεβάτι τρίζει αφόρητα
η βρύση στάζει
η μούχλα τρώει τους τοίχους.
Κι εκεί γύρω στις πέντε το πρωί
μες στο αμνιακό υγρό της ποίησης
όλα θα ζωντανέψουν ξαφνικά
ο πόνος της αποκοπής
ο ομφάλιος λώρος σκουλήκι
η μητέρα χωρίς φύλο
ο πατέρας με τα πλαστικά γάντια
η μυρωδιά του αιθέρα
το διπλό άλμα του ακροβάτη.
Τότε και μόνο τότε
μπορείς να γράψεις για το τίποτα.

γ] ΕΥΑ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΛΩΤ, ΠΗΝΕΛΟΠΗ, ΚΙΡΚΗ και ΝΑΥΣΙΚΑ (άλλα δύο πρόσωπα της ίδιας Πηνελόπης), ΑΝΤΙΓΟΝΗ, ΓΟΡΓΟΝΑ, ΛΙΛΙΘ, ΛΑΙΔΗ ΚΑΠΑ, ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ, ΑΛΙΚΗ, ΣΦΙΓΓΑ, ΑΡΠΥΙΑ και ΔΑΙΜΟΝΑΣ και ΓΑΤΑ και άλλα πρόσωπα μυθικά ή φανταστικά που ως διαχρονικές θηλυκές εκλάμψεις  εμφανίζονται σε κατάσταση διεγερτικής καταληψίας στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη και ιστορώντας τη μοίρα τους περιπλανώνται από ποίημα σε ποίημα κι από συλλογή σε συλλογή προσδοκώντας έναν ευκρινή χρησμό
Τελευταία άφησα τα γυναικεία (κυρίως)  πρόσωπα-σύμβολα, που είναι κυρίαρχη εμμονή στην ποίηση της Χλόης, ιδιαίτερα ευδιάκριτη σ’ όλες σχεδόν τις ποιητικές συλλογές της. Ο Γιώργος Νικολόπουλος, μάλιστα, γενικεύοντας  καταγράφει ως εξής αυτή την εμμονή:  «Η Πηνελόπη και ο Οδυσσέας, η απώλεια, η Αντιγόνη και ο Οιδίποδας, η απώλεια, το σκάκι, η απώλεια, οι άντρες, η απώλεια, ο Πήτερ Παν και η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, η απώλεια... Είναι τόσο ιδιαίτερος ο τρόπος που γράφει, ώστε μπορεί να αναφερθεί στο ίδιο θέμα σε δεκάδες ποιήματα και να μην γίνει ούτε για μια στιγμή βαρετή ή μονότονη». Όχι μόνο δεν είναι βαρετή η επανάληψη αυτή αλλά αποκτά και ένα πρόσθετο ξεχωριστό ενδιαφέρον καθώς παρακολουθούμε εξελικτικά την οδυνηρή πορεία του διωγμού ή καλύτερα την κλιμάκωση της πικρής γεύσης που παίρνει ανά τους αιώνες η ΣΥΜΠΑΓΝΙΑ του διωγμού: «γιατί το Μήλο ήταν διωγμός και όχι ευτυχισμένη απόδραση». Η ουσία του προπατορικού που βαραίνει την Εύα δεν είναι «το πλευρό ή η δεξιά άτρωτη πτέρνα», δεν είναι ένα φίδι που άγγιξε την καρδιά του, αλλά η αιώνια καταδίκη της, γυμνή να ψάχνει τη χαμένη ευτυχία: «καταδικασμένη να σε ψάχνω στους αιώνες, μέρος κι αυτό της γνώσης που δεν έπρεπε» και η συνειδητοποίηση της σκληρής της μοίρας: «έπρεπε να φτύσουμε τότε τα κουκούτσια» Κι αυτό είναι «γεύση μήλου σε αποσύνθεση»! είναι «πίδακες θερμού αέρα κάτω απ’ τα στρώματα του πάγου», είναι «δάχτυλα που ξεπουπουλιάζουν τη νύχτα» ή «ένα μόνο τηλεφώνημα κι όλη η Λήθη καταποντίζεται στον ζεστό κόλπο της Αλήθειας» που ως εικόνες μαγικές έχουν ένα πρωτόγονο λυρισμό αλλά  συνάμα προσημαίνουν τη ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ, που εκτός των άλλων είναι και διαχρονική, γιατί έχει την ίδια γεύση ανά τους αιώνες:  «Υπήρξε λάθος του κατασκευαστή από την αρχή. Ο Κήπος ήταν ναρκοθετημένος με μήλα που εύκολα αναφλέγονταν. Η Κιβωτός είχε ρωγμές και βούλιαζε. Η ποσότητα ελπίδας που διοχετεύτηκε στην αγορά ήταν ελαττωματική. Και όμως υπήρξαν άνθρωποι μέσα στους αιώνες παράλογα και ανόητα γενναίοι που αψήφησαν τη βέβαιη ήττα, άγγιξαν ξένο κορμί, δικό τους, άλλη ψυχή, οικεία και με ένα φιλί σταγόνα βουλοκέρι σφράγισαν το Χρόνο». Έκτοτε ο χορός της εξαπάτησης (που ίσως να οφείλεται σε μια παρεξήγηση) καλά κρατεί: «κάθε ένας περίμενε άλλον αλλού και κανείς δεν πήγε ποτέ στο ραντεβού. Φύσηξε δυνατός αέρας και σκόρπισε τα κορμιά τους μακριά. Τουλάχιστον απ’ αυτούς έμειναν τα παπούτσια. ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΕΡΑΣΤΕΣ»! Είναι πολύ πικρό το ποτήρι της απομάκρυνσης από την ευτυχία, είναι διπλά και τρίδιπλα πικρό το ποτήρι της περιπλάνησης: «στις κατηφόρες των αποστεωμένων προσώπων, των μαύρων δελεαστικών μαξιλαριών… Δεν μ’ άγγιξε κανείς μα ούτε εγώ πλησίασα κανένα, που και που μερικοί τολμηροί  βούλιαξαν τα δάχτυλά τους στο πρόσωπό μου και σαν πείθονταν πως δεν έχω πρόσωπο, τότε ανακουφισμένοι με χτυπούσαν φιλικά στην πλάτη ενώ εγώ ταξίδευα όλο το βράδυ ακροβατώντας (ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ, από τη συλλογή Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΑΛΑΙΝΑ). Η αρχαία αυτή γνώση «που κατοικεί στα κύτταρα και εκσφενδονίζεται στο αίμα» που ο τίτλος της είναι ΖΕΥΓΑΡΩΜΑ αλλά οι ποιητές τη λένε «συνουσία σώμα με σώμα» που συμβαίνει στο σκοτάδι αλλά εκπέμπει φως, που συντελείται «σε παλιά εργοστάσια, σε ρημαγμένα σπίτια, μέσα σε ερείπια, ο ένας πάνω στον άλλο πεινούσαν και χόρταιναν σάρκα» «αλλά κανείς ποτέ δεν αισθανόταν», είναι καθαρά υπόθεση μιας λέξης, που η αναζήτηση του νοήματος της είναι όλη η ουσία της Ποίησης: «Τι θα πει η λέξη; Θα πει γνωρίζω το όνομά σου. Εκείνο το παλιό, αναγνωρίζω σε σένα το δελφίνι, τον λύκο, το σκαντζόχοιρο, τα ημερεύω και τρίβομαι επάνω μου. Θα πει σου χαρίζω τα μάτια μου. Θα πει δώσε μου τα χέρια σου να αγγίξω… Θα πει επαφή…»! Η λέξη/ χρησμός είναι χαραγμένη σε ατέλειωτους παπύρους, σε χάρτες χαραγμένους στην παλάμη, στο χαρτί της έξωσης από το δενδρόσπιτο του κήπου.  Αλλά η λέξη ως χρησμός έχει τις αμφισημίες της: δεν είναι ευκρινής ή τον παρερμηνεύει: Ήλπισα τότε, ήλπισα και πάλι. Χωρίς μάτια ξεκίνησα και με πρησμένα πόδια…  Η Σφίγγα ήταν στον σταθμό και με περίμενε
απεγνωσμένα έκανα την ίδια ερώτηση, ενώ ρωτούσα αυτή πέτρωνε, στο τέλος διαλύθηκε σε σκόνη (Η ΣΦΙΓΓΑ)
. Αλλά ως ΑΝΤΙΓΟΝΗ, όταν φεύγει πάντα κάτι ξεχνάει: «ένα δαντελένιο γάντι στα μεταξωτά σεντόνια, μιαν αχνιστή σταγόνα από λεμόνι στο μάγουλο του φίλου, ένα φευγαλέο άγγιγμα στο μπράτσο του εραστή, ένα αποτύπωμα χελιών στο πορσελάνινο φλιτζάνι του τσαγιού». Ως ΓΥΝΑΙΚΑ του ΛΩΤ, γυρίζει πίσω και γίνεται τελεία, όχι αποσιωπητικά… « Μα η γυναίκα του Λωτ ήταν γυναίκα και ταυτόχρονα η Εύα και η Σάρα η Ραχήλ, η Στέλλα, η Ιωάννα η Τζίνα και η Μαρία, είχε δει το παιδί της στον σταυρό, είχε δει τους συγγενείς της στα στρατόπεδα, είχε δει την έκρηξη της βόμβας μανιτάρι είχε δει τα ακρωτηριασμένα κορμιά, είχε δει είχε ακούσει είχε χάσει, η γυναίκα του Λωτ είχε κορμί και οι μνήμες γράφονταν επάνω του και όταν ξεχνούσε έχανε τα μέλη της, την μήτρα, το συκώτι, την καρδιά, τα χέρια και τα πόδια της.! «Μην μου ζητάτε να ξεχάσω»
ψιθύρισε και τότε το κορμί της έγινε άμμος στη παραλία ενός νησιού, φθινόπωρο του δύο χιλιάδες δέκα…»
Κι ας είναι όλα αυτά μόνο για κάτι γραφικούς ποιητές. Κανείς ποτέ δεν τα αισθάνεται γι’ αυτό είναι ΒΕΒΑΙΗ Η ΗΤΤΑ, γι’ αυτό είναι «μουσκεμένο απ’ τα ξαφνικά δάκρυα της στιγμής το αραχνοΰφαντο μαντήλι». Γι’ αυτό πάντα φεύγει η Αντιγόνη και «μόνο κάποιες νύχτες, αρχίζει κάτι να θυμάται, φοράει τη νεκρική της μάσκα, ρίχνει στάχτη στα μαλλιά της και θαμμένη στη σπηλιά της, θρηνεί τους άταφους νεκρούς της…» (ΑΝΤΙΓΟΝΗ από τη συλλογή Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ). Η γυναίκα αυτή, που παρακολουθούμε στα ποιήματα της Χλόης Κουστουμπέλη, δεν έχει παιδική ηλικία και αυτό της επιτρέπει να διαπερνά τους τοίχους των αιώνων αλώβητη. Φοράει πάντα ένα λευκό φουστάνι και λευκά εσώρουχα, έχει κότσο τα μαλλιά της και μυρίζει γιασεμί. Την βλέπουμε  «να περπατάει στο σκοτάδι, το φόρεμα θροΐζει μες στη νύχτα, άσπρη σαν θάνατος, κόκκινη σαν αλεπού, μαύρη σαν νυχτερίδα, βραχνές κοφτές ανάσες, μικροί αποκεφαλισμοί κι ένα φεγγάρι κοφτερό γυαλί να κόβει επιδέξια τις φλέβες (ΒΡΑΔΙΝΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ). Την ώρα του αποχαιρετισμού αρνιέται κάθε ανάμειξη, μπαίνει στη φωτογραφία και εξαφανίζεται μέσα στη δυσπιστία  του ποιήματος, με την άρνηση να κυματίζει, σημαία της υπερηφάνειας της, ακόμα κι όταν την έχει πλησιάσει ο ιππότης με φωνές συμπόνιας ή κατανόησης. Δεν τον πιστεύει τον ιππότη η γυναίκα στην ποίηση της Χλόης. Γιατί «οι αληθινοί ιππότες δεν κραυγάζουν, δεν φοράνε πανοπλία, δεν κονταρομαχούν με θόρυβο, παρά στέκουν παράμερα, κοιτούν, νιώθουν την υγρή σου θλίψη και πολύ απαλά σου χαϊδεύουν τα μαλλιά» (Η ΑΣΠΙΔΑ, ανέκδοτο ποίημα).  Για μας, τους εκλεκτούς συγγενείς, τους δήθεν φίλους, είναι οι εξάρες στην οδό Αρίστου Τέλους κι ας έχουμε φέρει ντόρτια στο καφενείο χωρίς όνομα: «Γιατί άραγε λαχανιάζουμε άδικα μέσα στους αιώνες, χωρίς γένος χωρίς φύλο, που τρέχουμε γυμνοί μέσα σε γυάλα, που σμίγουμε κρυφά φτηνά και με ντροπή σε παχιά μαξιλάρια από πούπουλα κύκνων που ραμφίζουν για λίγο στη σιωπή για πάντα στο κενό» (ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ). Είναι θεϊκή η γυναίκα, όποιο όνομα κι αν την ομορφαίνει στο πέρασμα της από τους αιώνες: ΕΚΑΤΗ, ΚΑΛΙ. ΛΙΛΙΘ, ΑΝΤΙΓΟΝΗ, ΠΗΝΕΛΟΠΗ, ΛΙΛΛΑΚΕ, ΜΠΕΛΙΛΙ, ΜΑΑΛΑΤ. Κάποιοι θα την αποκαλούν Αρχόντισσα του Σκότους ή ηγέτιδα των θηλυκών βαμπίρ. Το φταίξιμό της προπατορικό: «Γεννήθηκε ισότιμη, έκανε έρωτα με πάθος, πρόφερε την ιερή λέξη που ο Αδάμ δεν άντεχε ν’ ακούσει, ανέτρεψε την γαλήνια πλήξη του Κήπου με τα πολλά σκουλήκια και την μυρωδιά της ήδη σήψης, που δεν χώρεσε στο καλούπι του πηλού, εκείνο με το λειψό πλευρό που είχε ετοιμάσει ο αφέντης της γι’ αυτήν» (ΛΙΛΙΘ) και από τότε λύνει τα μακριά φλογισμένα της μαλλιά, γλιστράει μέσα στο χρόνο, αφήνει πίσω της ένα άρωμα πικραμύγδαλου και μέντας και ανέγγιχτη, έξαφνα, γίνεται μια μικρή κόκκινη αλεπού που σαν σπίθα χάνεται για πάντα μέσα στο δάσος. Και από τότε μέχρι σήμερα γράφοντας ποιήματα για τα παθήματά της και την κάθαρσή μας αναρωτιέται ουρλιάζοντας μέσα στο σκοτάδι: «Υπάρχει κάτι πιο δαιμονικό από αυτό;»   και την άλλη στιγμή σφυρίζοντας αδιάφορα «φοράει το γυάλινο γοβάκι της και εξαφανίζεσαι στο ΚΕΝΟ (ΣΤΙΓΜΗ-ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ) αφήνοντας σύξυλους τους ΦΙΛΝΤΙΣΕΝΙΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ της ζωής της και τις ενοχές της, που τις νύχτες με σβηστά φώτα στο κρεβάτι μπορεί τους άνδρες να τους είχε περάσει για αληθινούς και τις ενοχές για ΕΡΙΝΥΕΣ:  
Πίσω από τις μεμβράνες των χειλιών τους
σαύρες πεινασμένες
πίσω από την στύση
η ανύπαρκτη καρδιά
άψογοι διακόπτες συναισθήματος
κυκλοφορούν με ρεντινγκότα
χλωμοί, διοπτροφόροι, διανοούμενοι
με ένα βιβλίο ανάμεσα στα χέρια
κι από κάτω κρέμονται τα ξέφτια
των λέξεων που ψιθυρίζουν
σε ρόδινα αυτιά
που με προσμονή ανοίγουν
τους μικρούς βολβούς τους.
Σε παιδικό φέρετρο η συγκίνηση
Ξέρουν να φιλούν
όμως ποτέ δεν έχουνε φιλήσει
ξέρουν να αγγίζουν
όμως ανοίγουν τρύπες στο κορμί…

ΕΝΟΧΗ
Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.

ΚΙΡΚΗ και ΝΑΥΣΙΚΑ (δυο από τα πρόσωπα της ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ)
Όχι ποτέ δεν ερωτεύτηκε την Κίρκη ο Οδυσσέας.
Πρώτον για γυναίκα έπινε πολύ.
Ύστερα ήταν το θέμα με τις μεταμορφώσεις.
Άδικα αυτή ισχυριζόταν
πως μπορεί κάποιος να γίνει μόνον
αυτό που πιο πολύ φοβάται
και πως το μόνο που έκανε η ίδια
ήταν να σπάει το εκμαγείο
για να απελευθερώσει το ζωντανό κορμί.
Τέλος έφταιγε που ήταν μάγισσα.
Όμως πανσέληνος το σύμπαν της γυναίκας.
Βελούδινο όπως μια μαύρη γάτα.
Πότε ορχιδέα πότε ρόδι.
Κουβάρι από κλωστές που σπαν συνέχεια
όπως οι χορδές μιας λύρας μες στον Γαλαξία.
Ούτε όμως την Ναυσικά ερωτεύτηκε.
Την άφησε μόνη της να παίζει με δεμένα μάτια
με άσπρο φόρεμα και κοντά καλτσάκια
σε ένα ακρογυάλι με τις φίλες της τυφλόμυγα.
Όχι δεν ερωτεύτηκε ποτέ
ούτε την μία ούτε την άλλη ο Οδυσσέας.
Και ούτε βέβαια ποτέ του υποπτεύτηκε.
Πως Κίρκη και Ναυσικά
ήταν δύο από τα πρόσωπα της Πηνελόπης.

ΛΙΛΙΘ και ΕΥΑ
Όχι η Εύα, η Λίλιθ.
Αυτή κυλιέται στο σκοτάδι
γυμνή και ανασαίνει
στην πηχτή λίμνη με τους βάτραχους
αυτή είναι Άρπυια και δαίμονας και Γάτα
αυτή ξεσκίζει, καταστρέφει και τρελαίνεται.
Όχι λοιπόν την μαλακή πειθήνια Εύα
με το κορμί ροδάκινο
αλλά την Λίλιθ
εκείνη την αλλοπαρμένη,
που έχει δυο μισά φεγγάρια μοναξιάς στο στήθος
και ξεριζώνει με ένα μαχαίρι την καρδιά
για να γράψει με το αίμα της στους τοίχους
κι ύστερα γίνεται ένα κουβάρι μήλο
και κατακόκκινη κυλάει στα σκοτάδια
την Λίλιθ του Κάτω Κόσμου που γερνά.
Αυτήν πρέπει πρώτα να γνωρίσεις.
Αν όπως λες, μπορείς και μ’ αγαπάς.


κι ο ΑΠΟΗΧΟΣ:  «ΕΥΑγγελίες για τον έρωτα της ΠΟΙΗΣΗΣ (έστω και κλινικά ΑΠΟΝΤΑ):
Έχοντας διαβάσει πολλές φορές τη συλλογή ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ αν ήθελα να αφήσω απ’ έξω τα «Παροράματα Συναισθήματος» που συνειρμικά αποτυπώθηκαν σε όλο το προηγούμενο κείμενο καθώς περιπλανιόμουν ελεύθερα στο δάσος των λέξεων του ποιήματος, αφήνοντας με αυτό τον τρόπο τα δαχτυλικά αποτυπώματά μου, τώρα που έχω πλέον κλείσει οριστικά το βιβλίο για να πάρει σειρά το επόμενο, αφουγκράζομαι την πνοή και την  αλήθεια τους να επιστρέφει ως απόηχος παντοτινά δικός μου! Το βιβλίο πάει έφυγε, οι λέξεις του ποιήματος μένουν:    
1. Μην ταξιδεύεις μόνος νύχτα μέσα στα ποιήματα. Όλη η αγέλη οσμίζεται το αίμα, το φεγγάρι ματώνει ως το κόκκαλο, αστέρια οστά γεμίζουν τον ουρανό. Η στέπα του μυαλού ερημώνει... Το τέλος γράφεται από μόνο του και είναι πάντα σαρκοβόρο (ΣΤΕΠΑ)
2. Στο αγώνισμα της μονομαχίας δεν έχει σημασία η παιδική σου ηλικία, αν σε κλείδωναν στο υπόγειο μιας ψυχρής ματιάς... Στο αγώνισμα της μονομαχίας το παν είναι η δική μας εξολόθρευση. Αφού αυτήν έχουμε μεθοδεύσει απ' την αρχή με τόσο πάθος (ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ)
3. Το να συντηρεί κανείς κατεψυγμένους έρωτες είναι κι αυτό μια τέχνη όπως του καλλιγράφου ή του πυροσιδηρουργού... Κάθε μέθοδος είναι θεμιτή. Έτσι κι αλλιώς τίποτε ποτέ δεν επιτρέπει εκείνο το θανάσιμο άλμα στο κενό (Η ΚΟΝΣΕΡΒΑ)
4. ... με γυμνά πόδια πατάμε τον πόνο κι αυτός στάζει λέξεις... Μα εσείς χρειάζεστε έναν ξυλουργό να λειάνει τις καμπύλες ή έναν ωτορινολαρυγγολόγο να πνίξει τα υρλιαχτά (ΑΓΑΠΩ ΝΕΚΡΑ ΓΙΑΤΡΕ)
5. Κι εκεί γύρω στις πέντε το πρωί μες στο αμνιακό υγρό της ποίησης όλα θα ζωντανέψουν ξαφνικά, ο πόνος της αποκοπής, ο ομφάλιος λώρος σκουλήκι, η μητέρα χωρίς φύλο, ο πατέρας με τα πλαστικά γάντια, η μυρωδιά του αιθέρα, το διπλό άλμα του ακροβάτη. Τότε και μόνο τότε μπορείς να γράψεις για το τίποτα (ΤΟ ΚΕΝΟ)
6. Κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι... Όλοι εμείς οι συγγενείς που στο λήμμα αγάπη διαβάζουμε πάντα λάθος το συνώνυμο (ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ)
7. Η γλώσσα σάλεψε στην κόκκινη σπηλιά της και τεντώθηκε να αγγίξει τους σταλακτίτες δόντια. Ποια διαδρομή είναι πιο σύντομη το δάγκωμα του σκορπιού ή ένα αιλουροειδές φιλί; (ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΠΑΡΚΑΡΙΣΜΑ)
8. Θα σε ειδοποιούσα σίγουρα αλλά τα ταχυδρομικά περιστέρια καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα. Κι όταν ερχόμουν θα σ' αγκάλιαζα, αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα. Γι' αυτό σου λέω μην λυπάσαι. Και στείλε αυτην την τενεκεδένια απουσία για ανακύκλωση (ΜΑΤΑΙΩΣΗ)
9. Τρεις αγγέλους έστειλε ο Θεός... στην θεϊκή γυναίκα. Κάποιοι την αποκαλούν Αρχόντισσα τους Σκότους ή ηγέτιδα των Θηλυκών Βαμπίρ... (γιατί) γεννήθηκε ισότιμη, έκανε έρωτα με πάθος, πρόφερε την ιερή λέξη που ο Αδάμ δεν άντεχε ν' ακούσει, ανέτρεψε την γαλήνια πλήξη του Κήπου με τα πολλά σκουλήκια και τη μυρωδιά της ήδη σήψης. Αρχόντισσα του Σκότους γιατί δεν χώρεσε στο καλούπι του πηλού, εκείνο με το λειψό πλευρό που είχε ετοιμάσει ο αφέντης της... (Τότε)  Έπεσε σιωπή που κράτησε αιώνες. Μα γράφεις ποιήματα, Αρχόντισσα; Υπάρχει κάτι πιο δαιμονικό από αυτό; (ΛΙΛΙΘ)
10. Τον τελευταίο καιρό τρέχω με ξένες νύχτες, κυλούν με ασημένιες ρόδες προς το Χάος. Δεν οδηγώ τις μέρες μου. Τις βρίσκω βαρετές. Τα απογεύματα θέλουν καινούργια αμορτισέρ. Τόσες πινακίδες να προειδοποιούν για διάβαση πεζών κι ούτε ένα πρόστιμο για ιλιγγιώδη ποίηση (ΤΟ ΠΡΟΣΤΙΜΟ)
11. Οι στοιχειωμένοι έρωτες κοιμούνται σε σεντούκια με το ένα μάτι μισόκλειστο σε αργή αναμονή. Δεν βιάζονται ποτέ. Ξέρουν πως το παιχνίδι τους ανήκει, πως σε κάθε αναμέτρηση είναι αυτοί οι βέβαιοι νικητές. Την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν και μπήγουν τα λευκά τους δόντια στην καινούργια σου ζωή (ΟΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ)
12. Αν δεν μπορείς να έρθεις με ένα τρένο ούτε να ξεφλουδίσεις το πορτοκάλι του ουρανού, σούρουπο με ένα αεροπλάνο, αφού το πλοίο εντείνει την αστάθεια και σου δημιουργεί όπως λες ναυτία, δέσε ένα ποδήλατο πίσω από ένα σμάρι πουλιά και πέταξε να 'ρθεις κοντά μου. Εσύ που ισχυρίζεσαι ανίσχυρος (ΑΔΥΝΑΜΙΑ)
13. Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα. Κορμί είναι μπορεί δικό σου, μπορεί κάποιου ξένου από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται... Έτσι κι αλλιώς πάντα με τη σκιά μας πλαγιάζουμε τις νύχτες... κι αυτό που λέμε αγάπη είναι μόνον ένας σπασμός μέσα στο σύμπαν! Την ώρα του αποχαιρετισμού θα αρνηθώ κάθε ανάμειξη. Γιατί όταν εσύ θα μπαίνεις στην φωτογραφία, εγώ πάντα θα είμαι πίσω από τον φακό  (ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ, ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ, ΤΟ ΣΙΔΕΡΕΝΙΟ ΚΡΕΒΑΤΙ)   

Στο μέσον περίπου της συλλογής βρίσκουμε το ποίημα ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ που κρύβει άσσους σε μανίκι δίχως χέρι: Το πένθος (από το ρήμα πάσχω, από όπου προέρχεται βέβαια και το πάθος) συνοδεύει τη ζωή μας. Μας ακολουθεί από τη γέννησή. Είναι ο ομφάλιος λώρος που μας δένει με την μνήμη. Το ενδυναμώνει η απουσία της αγάπης. Η συμβουλή της ποιήτριας  είναι να συμφιλιωθούμε μαζί του, να είμαστε ψύχραιμοι κι ευγνώμονες γιατί υπάρχει για να καλύπτει το απόλυτο κενό. Ο κόσμος της ποιητικής συλλογής ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ είναι θλιμμένος, μοιάζει αδιέξοδος. Υπάρχουν όμως και σημεία φυγής. Στο ποίημα ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΤΕ φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ελπίδα βρίσκεται πάλι στην αγάπη, γιατί συνέχεια «ο χωρισμός είναι απόφαση, η αγάπη χωρίς διακοπή». Και στο ποίημα Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ, και κλείνω με αυτό το απόσπασμα, διαβάζουμε:  Κι όμως υπήρξαν άνθρωποι μέσα στους αιώνες παράλογα και ανόητα γενναίοι που αψήφησαν την βέβαιη ήττα αγγιξαν ξένο κορμί, δικό τους, άλλη ψυχή, οικεία και με ένα φιλί σταγόνα βουλοκέρι σφράγισαν τον Χρόνο

ΤΡΕΦΩ ΜΟΝΟ ΦΙΛΙΚΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΑΣ (ανθολογία ποιημάτων απ’ όλες τις ποιητικές συλλογές της Χλόης Κουτσουμπέλη) με ΚΛΙΚ εδώ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου