Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ, ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΣΩΜΑ ΚΙ Ο ΑΠΡΟΣΩΠΟΣ ΧΑΜΟΣ ΤΟΥ: (αίσθημα και αμεσότητα, σε έναν τόμο όλο το έργο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ):

Τον διάσημο στίχο του Μαγιακόβσκι «ο χρόνος είναι κάτι αφάνταστα μακρύ» τον διαψεύδουν με το έργο τους οι ίδιοι οι ποιητές. Ίσως γιατί κανένα άλλο είδος του γραπτού λόγου δεν αντέχει στον χρόνο όσο η ποίηση. Κι όταν το έργο ενός σημαντικού ποιητή μάς προσφέρεται ολόκληρο σε έναν τόμο, διαπιστώνουμε πως στην ποίηση πρώτης γραμμής το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ενοποιούνται. Τέτοια είναι και η αίσθηση της διάρκειας και του παντοτινού που αποκομίζουμε. Κι αυτή την αίσθηση έχει κάποιος σε πρώτη ανάγνωση της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Δεν πρωτοτυπεί κανείς λέγοντας πως η Ρουκ ανήκει στις σημαντικότερες ελληνίδες ποιήτριες. Οι αναγνώστες το γνωρίζουν εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά τώρα, έχοντας σε έναν τόμο και τις δεκαπέντε ποιητικές συλλογές που εξέδωσε σε μια πεντηκονταετία, διαπιστώνουμε πως η ποιήτρια εξαρχής είχε ορίσει τις συντεταγμένες του έργου της, γι' αυτό και είναι δύσκολο - και για εμένα περιττό - να αποφανθούμε ποιο βιβλίο της είναι και το καλύτερο. Απλώς προχωρώντας από την πρώτη στη δεύτερη ανάγνωση διαπιστώνουμε πως αλλάζοντας τον φωτισμό, αποκάλυπτε συνεχώς νέα επίπεδα του κόσμου της, των εμπειριών της, των ενθουσιασμών, των τραυμάτων, των βιωμάτων και των αισθήσεων που την καταλάμβαναν κάθε φορά. Με γνήσιο αίσθημα και αδιαμφισβήτητη αμεσότητα. [κριτική παρουσίαση του έργου μιας από τις πιο εμβληματικές μορφές στη νέα ελληνική ποίηση από τον Αναστάση Βιστωνίτη – Art by ENDER ANDREAS]

Στην καλαίσθητη έκδοση των 505 σελίδων με τίτλο ΠΟΙΗΣΗ 1963-2011, Εκδόσεις Καστανιώτη,  συσσωματώνονται τα 15 βιβλία της. Έχει σημασία να αναφερθούν οι τίτλοι τους ως σημαίνοντες οδοδείκτες μιας σταθερής πορείας μισού σχεδόν αιώνα:  Λύκοι και σύννεφα (1963), Ποιήματα ’63-’69 (1971), Mαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό (1974),  σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης (1977), O θρίαμβος της σταθερής απώλειας (1978), Eνάντιος έρωτας (1982),  Oι μνηστήρες (1984),  Eπίλογος αέρας (1990), Άδεια φύση (1993), Λυπιού (1995), Ωραία έρημος η σάρκα (1996), H ύλη μόνη (2001), Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος (2003), Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα (2005) και Η ανορεξία της ύπαρξης (2011). Ενδιαμέσως είχαν εκδοθεί μια αυτοανθολόγηση ποιημάτων της,  Όταν το σώμα (Eπιλογή ποιημάτων 1963-1988) (1988), και η συγκέντρωση του έργου της σε τρεις τόμους, Ποιήματα 1963-77 (1997), Ποιήματα 1978-85 (1998) και Ποιήματα 1986-96 (1999). Στην παρούσα, «οριστική» συγκεντρωτική έκδοση της ποίησής της περιλαμβάνεται «Αντί για πρόλογο» το ποίημα «Μοναξιά» (σ. 9-10), το οποίο, όπως διαβάζουμε σε σημείωση, «πρωτοδημοσιεύτηκε –και δεν αναδημοσιεύτηκε σε καμία συλλογή ποιημάτων της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ– στο τεύχος ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1956 του περιοδικού Καινούρια Εποχή (Εκδόσεις Δίφρος), μαζί με γράμμα του [νονού της] Νίκου Καζαντζάκη που συστήνει το ποίημα» (σ. 491). Είναι εντυπωσιακό αφενός πόσο ώριμο είναι αυτό το ποίημα της τότε μόλις δεκαεπτάχρονης ποιήτριας, αφετέρου ότι η «Μοναξιά» προλέγει, με τρόπο προφητικό θα έλεγα, βασικά θεματικά και «ιδιοσυγκρασιακά» γνωρίσματα του έργου της Αγγελάκη-Ρουκ.

ΑΙΣΘΗΣΙΑΚΗ – ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ
Η Ρουκ είναι αισθησιακή ποιήτρια - όμως δεν είναι απλώς αυτό. Γιατί γνωρίζοντας ότι από μόνο του δεν αρκεί, το προεκτείνει σε υπαρξιακό βάθος χωρίς ταυτοχρόνως η ποίησή της να χάνει τη «σωματικότητά» της. Για χρόνια πολλοί τη χαρακτήριζαν «ερωτική» ποιήτρια - και τούτο δεν είναι ψόγος, αφού η ερωτική είναι ίσως η πιο δύσκολη ποίηση. Εν τούτοις, ο ερωτισμός στη Ρουκ είναι τόσο πιο έντονος όσο εντονότερο παρουσιάζεται το ερωτικό βίωμα, κυρίως όμως οι προεκτάσεις του και η αγωνία που προκαλεί το ερώτημα πάνω στο μείζον και αιώνιο ποιητικό θέμα: της ζωής και του θανάτου. Αυτό είναι κατά βάθος η ερωτική συνομιλία. Το ίδιο και η ποιητική της μεταγραφή. Ή αν θέλετε και η αλληγορική της εκδοχή, την οποία η ποιήτρια μας προσφέρει στη συλλογή της Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης (1977), μια από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της μεταπολεμικής μας ποίησης όπου συνδυάζονται αριστοτεχνικά το άμεσο βίωμα και η έμμεση γλώσσα, η αίσθηση και ο σχολιασμός, το αυτό και το άλλο:

«Αδειάζω, όλ' αδειάζω / τη στιγμή απ' το παρόν / και μπαίνω σ' άλλο τώρα / πηχτό κι αδιαίρετο» γράφει στο ποίημα «Ο χρόνος του ερωτευμένου» σε τούτη την εξαίρετη συλλογή. Για να καταλήξει στο σπαρακτικό τέλος του ποιήματος «Το τελευταίο φως» της ίδιας συλλογής: «Θα 'χει πεθάνει η καρδιά μου / κι ακόμα θα ζω / θα προσβλέπω στη φύση / και θα σε λέω καλοκαίρι / χωρίς μνήμη  πια / θα σε λέω ανθό, ώσπου / ο μύθος να τραβήξει / πίσω μου την κουρτίνα: / απέναντι ο άσπρος τοίχος / όλα τελειωμένα και λευκά / κι εγώ μια πατημένη κατσαρίδα».

Η Ρουκ προσβλέπει στη φύση - και η φύση κυριαρχεί στο σύνολο της ποίησής της. Την απεικονίζει στο βλέμμα της και στην εικόνα του εραστή, στην έλλειψη και στο δόσιμο, στη μήτρα του ορατού και του αοράτου όπου κατοικούν οι πιο ενδόμυχες σκέψεις και τα πιο βαθιά μας αισθήματα. Η Δημιουργία (δηλαδή ο γύρω μας κόσμος), έτσι, είναι ταυτοχρόνως ευλογία και κατάρα και η ποίηση ο τρόπος να την υμνήσουμε και να την εξορκίσουμε. Κι εδώ βρισκόμαστε μπροστά στο σπάνιο φαινόμενο αυτή την αίσθηση του ιερού της ζωής και τον φόβο του θανάτου να την αποκομίζουμε από το έργο μιας ποιήτριας που δεν θρησκεύει, ακόμη κι όταν αναφέρεται στον Θεό.

Η φύση όμως είναι ομόλογη της σωματικότητας. Πέραν τούτου, νόημα χωρίς αίσθηση στην ποίηση δεν μπορεί να υπάρξει. Είναι σαν να έχει πάρει η ποιήτρια τοις μετρητοίς τον αφορισμό του Σεφέρη πως κατά βάθος ο ποιητής έχει ένα μόνο θέμα: το ζωντανό του σώμα, γι' αυτό και γράφει στο ποίημά της «Φάνηκε και από άλλα ποιήματα», της συλλογής Ωραία έρημος η σάρκα (1996): «Το θέμα είναι ένα: / το προσωπικό σώμα / κι ο απρόσωπος χαμός του».
Εδώ χρειάζεται να προσθέσω και τον παράλληλο - και επί του προκειμένου συμβατό - αφορισμό ενός άλλου ποιητή, με τον οποίο η ίδια δεν έχει καμιά συγγένεια, του Γουάλας Στίβενς που στα Adagia του έγραφε πως «όλες μας οι ιδέες προέρχονται από τον φυσικό κόσμο. Π.χ. δέντρα = ομπρέλες». Η Ρουκ αγαπά τα δέντρα, τους κήπους, τα φυτά, τον άνεμο που επισκέπτεται τη Δημιουργία: τον αληθινό κόσμο της γέννησης και του θανάτου. «Η φύση έχει την πιο ωραία μνήμη» τιτλοφορεί ένα ποίημά της στη συλλογή Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας (1978) και Άδεια φύση μια συλλογή της του 1993.   
Στον φυσικό κόσμο προβάλλεται το είδωλο όχι μόνο των ατομικών της παθών αλλά και του κόσμου μέσα στον οποίο ζει, θυμάται και ονειρεύεται ψάχνοντας τις απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν τα θέτει η ίδια και υπάρχουν από πάντα, και στα αινίγματα της ζωής που έζησε και εκείνης που θα ήθελε να ζήσει και δεν έζησε.

ΠΑΘΟΣ και ΘΛΙΨΗ
Θα βρούμε τη λαχτάρα και το πάθος αλλά και τη θλίψη και τη δυσθυμία, όπως στην τελευταία της ποιητική συλλογή Η ανορεξία της ύπαρξης (2011) και ειδικότερα στο ποίημα «Η ευλογία της έλλειψης» όπου γράφει: «Δεν μπορώ δεν τολμώ / ούτ' έναν άγγελο να φανταστώ γιατί εγώ / σ' άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους / κατεβαίνω». Σε τούτους τους υποβλητικούς στίχους, που παραπέμπουν στη μεγάλη παράδοση των ρομαντικών, έχουμε την απίστευτη αντιστροφή: στους πλανήτες δεν κατεβαίνει αλλά ανεβαίνει κανείς. Όμως ο πλανήτης στον οποίο αναφέρεται, ο χωρίς αγγέλους, είναι το μεγάλο άγνωστο. Κι η πορεία εκεί είναι καθοδική.
Πώς ζει λοιπόν η ποιήτρια σε μεγάλη ηλικία; Ξαναζώντας μέσα από τις αναμνήσεις. Όχι τόσο ανακαλώντας τις εικόνες των περασμένων (που ποτέ δεν είναι ολοκληρωμένες), όσο παρατηρώντας τον άλλοτε αδιόρατο κι άλλοτε θαμπό φθορισμό τους. Κι η νέα αυτή ζωή, το μετείκασμα της παλαιάς, περιέχει και θλίψη και αυτοσαρκασμό και ειρωνεία, εμφανέστατα στις δύο τελευταίες συλλογές του τόμου: Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα (2005) και στην Ανορεξία της ύπαρξης, όπου η  Ρουκ απευθύνεται στον εαυτό της και λέει «επιτέλους ξέφυγες από τη φυλακή του "εγώ"». Δεν υπάρχει κανένα ας πούμε φροϋδικό περιεχόμενο εδώ. Φεύγοντας από τη «φυλακή του εγώ» θα γίνουμε μέρος της φύσης, που αδειάζει και γεμίζει καθώς οι εποχές διαδέχονται η μία την άλλη, καθώς οι αναμνήσεις είναι κι αυτές παρακολουθήματα των εποχών, ενώ το παλαιό ερωτικό βίωμα λειτουργεί ως παραβολή και προβολή της ζωής αλλά και της εκφραστικής της μεταστοιχείωσης.

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΚΑΙ ΕΙΡΩΝΕΙΑ
Υπάρχουν πλήθος αυτοβιογραφικά στοιχεία στην ποίηση της Ρουκ. Κι αυτά της παιδικής της ηλικίας παρουσιάζονται ως τα πλέον αναγνωρίσιμα. Οι βιαστικοί θα έλεγαν πως το σύνολο της ποίησής της είναι αυτοβιογραφικό. Πιστεύω, ωστόσο, πως δεν είναι εξομολογητικό και παραμένει υπαινικτικό από την αρχή ως το τέλος. Αν δεν γνωρίζει κάποιος τις πραγματικές αφορμές δεν θα τις βρει στα ποιήματα. Εξάλλου, όταν μιλάμε για ποίηση οι αφορμές ελάχιστη σημασία έχουν - κι αν έχουν.
Τα βιώματα και τα περιστατικά είναι στοιχεία αυτογνωσίας. Αισθηματικής, ψυχικής και κυρίως εκφραστικής. Αν η Πηνελόπη λ.χ. ανήκει στα κυρίαρχα σύμβολά της είναι γιατί η ποιήτρια ανάγει στο πεδίο της ύψιστης, ψυχικής και σωματικής, μεταφοράς το θέμα της λαχτάρας και της αναμονής και τη στάση απέναντι στον χρόνο που μοιάζει σταματημένος, όπως το υφαντό της Πηνελόπης.
Ποιος είναι ο απών εραστής και ποιοι οι μνηστήρες; Η αληθινή ζωή παρουσιάζεται αινιγματική, και στο συμβολικό πεδίο η Πηνελόπη είναι μια μορφή πολύ πιο περίπλοκη και ενδιαφέρουσα από την Ωραία Ελένη της Σπάρτης. Ο αναγνώστης όμως μπορεί να εκλάβει την Πηνελόπη (που εμφανίζεται και σε άλλες συλλογές της Ρουκ) ως περσόνα της ποιήτριας - αλλά και οιασδήποτε άλλης σύγχρονης γυναίκας.
Οι παλαιότεροι αναγνώστες της Ρουκ έχουν τώρα σε έναν ωραίο τόμο όλο το ποιητικό της έργο. Και όσοι από τους νεότερους δεν το γνωρίζουν θα αποκτήσουν πλήρη εικόνα μιας από τις εμβληματικότερες ποιήτριές μας.
[κριτική του Αναστάση Βιστωνίτη για τη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ Ποίηση 1963 – 2011 Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014] 

ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ (αποσπάσματα κριτικής για τη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και από τον Ευριπίδη Γαραντούδη):

Παρά το σχετικά μεγάλο όγκο του το ποιητικό έργο της Aγγελάκη-Pουκ χαρακτηρίζεται από συνοχή και ευδιάκριτα χαρακτηριστικά. Tόσο οι θεματικές επιλογές, όσο και τα εκφραστικά μέσα της ποιήτριας δεν παρουσιάζουν αξιοσημείωτες αλλαγές με το πέρασμα του χρόνου. Θεματικό κέντρο της ποίησής της είναι το σώμα, έτσι όπως βιώνεται στην υλική και πνευματική υπόστασή του μέσα από τον έρωτα (εξάλλου οι λέξεις «σώμα» και «έρωτας» απαντούν και σε τίτλους βιβλίων της). Χαρακτηριστικός είναι ο πρώτος στίχος της πρώτης ενότητας του πρώτου της βιβλίου, Λύκοι και σύννεφα, το 1963: «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού». Στη συνέχεια αυτού του ταξιδιού, συνεκτικός ιστός της έκφρασής της έγινε η φωνή ενός γυναικείου ποιητικού υποκειμένου που επιστρέφει στο παρελθόν και ανατέμνει το παρόν για να εξομολογηθεί βιώματα, επικεντρωμένα στο σώμα, και να συλλάβει τη βαθύτερη ουσία τους. Παρά, όμως, τον αυτοαναφορικό-εξομολογητικό χαρακτήρα της και την έντονη πρόσδεσή της στην υλικότητα του σώματος, αλλά και ολόκληρου του κόσμου, η ποίηση της Aγγελάκη-Pουκ δεν είναι αυτοβιογραφική, καθώς το προσωπικό βίωμα ανάγεται σε πηγή στοχασμού για τη φύση και την ουσία του έρωτα και του κόσμου. Με τη σωματικότητα, ως δεσπόζουσα αρχή ή βασική συνισταμένη της ποίησης της Αγγελάκη-Ρουκ, συναρτώνται και συλλειτουργούν μια σειρά από γνωρίσματα, όπως ο ερωτισμός, η εσωτερικότητα, το αίσθημα της μοναξιάς, η εξύμνηση της υλικής ζωής, η αγωνία του θανάτου. Επίσης η σωματικότητα είναι ο πυρήνας της δραματικότητας που διαπερνά την ποίησή της. Η δραματικότητα αυτή είναι τόσο αισθητή ώστε η ποίησή της μπορεί να αποτιμηθεί ως ένα ενεργό πεδίο διπολικών εννοιών που διαρκώς συγκλίνουν και αποκλίνουν: πίστη-απιστία, σώμα-πνεύμα, εξωτερικός κόσμος-εσωτερικός κόσμος, έρωτας-μοναξιά, πλησμονή-στέρηση. Αν υπάρχει ένα ζεύγος διπολικών εννοιών που φαίνεται να συνέχει όλα τ’ άλλα, αυτό είναι η αγωνία για τη ζωή που φεύγει, από τη μια μεριά, και, από την άλλη μεριά, η κατάφαση της ποίησης ως άσκησης επιβίωσης που ενίοτε γίνεται λυτρωτική και καθαρτική πράξη απέναντι στην αγωνία της φθοράς. Η αυτοαναφορικότητα της ποίησης είναι ένα από τα σταθερά θεματικά πεδία της Αγγελάκη-Ρουκ. Από τα πλήθος αυτοαναφορικά ποιήματά της θα παραθέσω και θα σχολιάσω το πεζό ποίημα «O τζίτζικας» (από τη συλλογή Eνάντιος έρωτας, 1982, σ. 213):

 Μέσα μου χιλιάδες τραγούδια στοιβάζονται καλοκαιρινά. Ανοίγω το στόμα μου και μες στο πάθος μου προσπαθώ να τους βάλω μια σειρά. Τραγουδώ. Άσχημα. Αλλά χάρη στο τραγούδι μου ξεχωρίζω από τις φλούδες των κλάδων και από τ’ άλλα άφωνα ηχεία της φύσης. Η απέριττη περιβολή μου –γκρίζα κι ασβεστένια– μου αποκλείει κάθε παραφορά αισθητισμού κι έτσι αποκομμένος απ’ τα φανταχτερά πανηγύρια του χρόνου, τραγουδάω. Άνοιξη, Πάσχα και βιολέτες δε γνωρίζω. Τη μόνη ανάσταση που ξέρω είναι όταν μόλις σηκώνεται κάποιο αεράκι και δροσίζει λίγο τη φοβερή κάψα της ζωής μου. Τότε παύω να ουρλιάζω –ή να τραγουδάω όπως νομίζει ο κόσμος– γιατί το θαύμα μιας δροσιάς μέσα μου βαθιά λέει περισσότερα απ’ όλα όσα δημιουργώ για να μην πεθάνω από τη ζέστη…

Στην ποίηση της Aγγελάκη-Pουκ η σκοπιά θεώρησης του σώματος μέσα από την ερωτική εμπειρία δεν είναι άστοχο να χαρακτηριστεί γυναικεία. O χαρακτηρισμός «γυναικεία ποίηση», που θα μπορούσε επίσης να αποδοθεί στο έργο αρκετών ακόμη νέων ποιητριών που έκαναν έντονα αισθητή την παρουσία τους στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, δεν αναφέρεται τόσο στις θεματικές επιλογές μιας ποίησης που επεξεργάζεται θέματα του γυναικείου φύλου, όσο στο γεγονός ότι μέσα από τα θέματα αυτά (εν προκειμένω την έκφραση του ερωτικού σώματος έτσι όπως βιώνεται από ένα γυναικείο ποιητικό υποκείμενο) αναδεικνύεται η γυναικεία συνείδηση και μια διαφορετική ως προς την επικρατούσα (δηλαδή την ανδρική) αντίληψη του ποιητικού λόγου. Σε σύντομό κείμενό της περιλαμβανόμενο σε τομίδιο όπου πέντε ποιήτριες –εκτός της Αγγελάκη-Ρουκ, η Άντεια Φραντζή, η Ρέα Γαλανάκη, η Αθηνά Παπαδάκη και η Παυλίνα Παμπούδη– απάντησαν στο ερώτημα Υπάρχει, λοιπόν, γυναικεία ποίηση; (1990), η Αγγελάκη-Ρουκ γράφει, σχολιάζοντας τον όρο «γυναικεία γραφή»: «Οι γυναίκες που δέχονται τον ορισμό “γυναικεία γραφή” δεν τον βλέπουν σα μια μονολιθική κατάταξη, όπου πρέπει, σώνει και καλά, να ενταχθούνε αυτές και τα γραφτά τους. Αντίθετα, το γένος είναι ένα πολυσύστημα, μια πλειονότητα από ιδέες και τρόπους ύπαρξης, που, όλα μαζί, αποτελούν το θηλυκό. Τονίζονται οι διαφορές και εκτίθεται η ποικιλία της γυναικείας εμπειρίας από την ταξική, εθνική, ζωγραφική, πολιτική ή σεξουαλική πλευρά».

Πιστεύω ότι στην περίπτωση της Aγγελάκη-Pουκ το «πολυσύστημα» της θηλυκής οντότητας έγκειται στην αίσθηση της «σταθερής απώλειας»: της έλλειψης ή της ερημίας που συνεπάγεται η συνειδητοποίηση του φύλου, όταν μεταπλάθεται σε ποιητικό λόγο. H συνείδηση ότι η Aγγελάκη-Pουκ ως ποιήτρια γράφει εξ ονόματος της γυναικείας ταυτότητας απηχείται ήδη στα δύο πρώιμα βιβλία της, Mαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό (1974) και  σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης (1977), όπου υιοθετεί δύο μυθολογικά-ιστορικά γυναικεία προσωπεία, τη Mαγδαληνή και την Πηνελόπη (πρόκειται μάλιστα για δύο γυναίκες-σύμβολα της πίστης και της αφοσίωσής τους στον αγαπημένο άνδρα), έτσι ώστε να αναδείξει τη δική τους φωνή, μια φωνή που είχε υποβαθμιστεί κάτω από την προβολή του κυρίαρχου άνδρα. Αλλά η παραχώρηση της φωνής σε γυναικεία πρόσωπα βουβά στην παλαιότερη λογοτεχνική παράδοση είναι το πρώτο στάδιο στην ανάπτυξη από την Αγγελάκη-Ρουκ της δικής της γυναικείας γραφής. Γιατί ακόμα και ο βιαστικός αναγνώστης της ποίησής της θα παρατηρήσει την εξέλιξή της μέσα στον χρόνο, με τη σαφή μετάβασή της από μια πρώτη περίοδο, όπου το αντλημένο από ποικίλες περιοχές του αρχαίου και του χριστιανικού μύθου υλικό αποτελούσε τη βάση επάνω στην οποία εγγραφόταν η γυναικεία γραφή της Αγγελάκη-Ρουκ, ως θεματική και ως αναστοχασμός για την ταυτότητα του φύλου, σε μια δεύτερη περίοδο όπου η ποιήτρια περιορίζει αισθητά τη χρήση και εκμετάλλευση του μύθου, καθώς πλέον (και μέχρι σήμερα) γράφει (για) τον εαυτό της, διεκδικώντας τη ρήξη με ένα καθεστώς σιωπής ή αποσιώπησης και την απενοχοποίησή της· δοκιμάζοντας, παράλληλα, τα όρια της ανυπόκριτης ειλικρίνειας, ιδίως απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό.
Στην ώριμη φάση της, η επικέντρωση στην έκφραση μιας διαρκώς δρώσας και ενίοτε πάσχουσας γυναικείας συνείδησης, η έντονη εξομολογητικότητα και τα εμφανή στοιχεία του προφορικού λόγου συνδέουν την ποίηση της Aγγελάκη-Pουκ με εκείνη της αμερικανίδας ποιήτριας Σύλβια Πλαθ. Παράλληλα, η εκφραστική τόλμη ορισμένων εικόνων ή ποιητικών διατυπώσεών της δείχνουν την αξιοποίηση της παράδοσης του ευρωπαϊκού και του ελληνικού μοντερνισμού, ακόμη και της υπερρεαλιστικής ποίησης. Θα παραθέσω και θα σχολιάσω ένα από τα καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, ποιήματα της Αγγελάκη-Ρουκ, «Σ’ ένα ταρατσάκι ο Σολωμός» (Άδεια φύση, 1993, σ. 332-334). Το συγκεκριμένο ποίημα με ενδιαφέρει για τον τρόπο με τον οποίο η Αγγελάκη-Ρουκ οικειώνεται και τιμά τον αδιαμφισβήτητο γενάρχη του νεοελληνικού ποιητικού λυρισμού από μια σκοπιά που από εμφατικά γυναικεία γίνεται καθολικά ανθρώπινη:

 Σ’ ένα ταρατσάκι πίκρας, λιθάρια στοιβάζοντας στο στήθος
σπουδάζει ο μαύρος Διονύσιος το φως και τις υψηλές του
διασυνδέσεις.
 Την αγαπάει όπως το σωστό. Την Ελλάδα. Εκεί το
δέρμα του έρωτα λάμπει τέλειο σαν φύση.
 Ένα άγγιγμα μόλις της ζωής η αγάπη και χάθηκε η ζωή.
Θροΐζουν τα φύλλα και στρέφεται το ερπετό να πιει νερό.
Αδ… Αδ… Αδάμ. Η γυναίκα στο στόμα άδηλη.
 «Δε θα με αιφνιδιάσει ποτέ η Κυνηγός», είπε και τα χέρια
του μύριζαν ακόμη φρέσκια ρίγανη απ’ την τελευταία του
περιπλάνηση.
 Νυχτερινό και ατσάκιστο ένδυμα. Ίσως με κάτι λευκό θα
’πρεπε να το ξανοίξει. Το σώμα του γενικά το βλέπει σαν
ωραίο επιχείρημα για ν’ απουσιάζει.

Ο ένας χρόνος μετά τον άλλον τον αιχμαλωτίζει, ενώ ο
άπειρος χρόνος της ελευθερίας του τον τυφλώνει. Μικρός
αγάπησε τη μάνα του σαν κάθε ζώο που ανατέλλει.
 Οι ήλιοι που λατρεύει μες στη μέρα τον καίνε τη νύχτα.
Το πρωί οι υπηρέτες τού τραβάνε τα ριντό και πέφτει
στον ύπνο του κόσμου. Αυλαία.
 Το σώμα είναι για να βγάζει σκέψεις όπως το δάσος πουλιά
κι ανθισμένους κλώνους.
 Ο μεγάλος εχθρός, ο θάνατος (ή μήπως ο καλύτερός του
φίλος;), εμφανίστηκε στο όνειρό του με φανταχτερή
ρεντινγκότα σαν φιδιού γυαλιστερή σάρκα. «Πού τα βρήκες
αυτά τα ρούχα;» ρώτησε ο κοιμώμενος, και το άλλο έγινε
γυναίκα και τον τύλιξε.
 Τα σύνεργα της τουαλέτας ήταν ό,τι απόμεινε από τον
δικαστικό αγώνα. Χτένα από χελώνα και καρφίτσες για τη
γραβάτα, που μόλις τις συγκρατούσε για να μην του
καρφωθούν στο λαιμό. Λίμες για τα νύχια φονικές κι ένα
λεκανάκι από ελεφαντόδοντο, όπου στύβει, στύβει πανιά
μοβ.
 Έκθαμβος κοιτάει το δέρμα να φεγγοβολάει της
φαρμακωμένης. Ίσως και το φως να ’χει πίσω του μια
δηλητηριασμένη ιστορία.
 Η μέλισσα, λένε, χωρίς φύλο ενώ πετάει προς τα λουλούδια
ερωτική. Ο ποιητής χωρίς φύλο κι η μοναξιά του σαν
άνοιξη μυρίζει ξαφνικά πιο έντονα από μια μνήμη σαρκική
που θα ’χε ταριχέψει.

 Εμπλουτίζοντας τη συμπαθητική ματιά της επάνω στον «μαύρο Διονύσιο» με στοιχεία αντλημένα από τον βίο («τον δικαστικό αγώνα») και το έργο του («της φαρμακωμένης»), η Αγγελάκη-Ρουκ γράφει στο «Σ’ ένα ταρατσάκι ο Σολωμός» έναν εμφατικά έμφυλο λόγο, τον λόγο της δημιουργικής άμιλλας μιας γυναίκας ποιήτριας που αναμετριέται με τον απαράμιλλο γενάρχη μιας μακράς παράδοσης ποιητών-ανδρών. Έτσι αντικρίζει έναν ποιητή κοσμοκαλόγερο που αναλώνεται δραματικά μέσα στη λατρεία του για το φως, λησμονεί τις φωνές του σώματός του («Το σώμα του γενικά το βλέπει σαν ωραίο επιχείρημα για ν’ απουσιάζει») και κατά βάθος αδυνατεί να λυτρωθεί από το άχθος απωθημένων γήινων ερώτων («Δε θα με αιφνιδιάσει ποτέ η Κυνηγός», «το άλλο έγινε γυναίκα και τον τύλιξε», «μια μνήμη σαρκική που θα ’χε ταριχέψει»). Ο Σολωμός, για χάρη της ποίησης ιδέας, φαίνεται να κρύφτηκε από το ίδιο το σώμα του, υποδηλώνει αυτό το ευλαβικό ποίημα. Τιμώντας τον Σολωμό, η Αγγελάκη-Ρουκ διεκδικεί το δικαίωμα να αρθρώσει τον δικό της γυναικείο ποιητικό λόγο. Αν εκείνος βάφτισε, μετά δυσκολίας, την πρώτη, γενεσιουργό λέξη της νεότερης ελληνικής ποίησης («Αδ… Αδ… Αδάμ»), αυτή ακόμα ψάχνει τις λέξεις που θα ονομάσουν τα πράγματα από τη δική της σκοπιά («Η γυναίκα στο στόμα άδηλη»). Αλλά το ατόφιο κέρδος της ποιητικής άμιλλας μάς επιφυλάσσεται στους τελευταίους στίχους του ποιήματος, με τη διαπίστωση ότι ο «ποιητής [είναι] χωρίς φύλο». Γιατί η μοναξιά, όπως και η δημιουργική έφεση, είναι το ίδιο κοινές στους ανθρώπους, ανεξάρτητα από το φύλο. Με ποιήματα όπως το «Σ’ ένα ταρατσάκι ο Σολωμός» επαληθεύεται η υψηλή ποιητική αξία της Αγγελάκη-Ρουκ. Η αξία αυτή είναι κατοχυρωμένη στην κοινότητα των συστηματικών αναγνωστών της ποίησής μας και δεν έχει ανάγκη από τους εκτυφλωτικούς προβολείς της όποιας δημοσιότητας, την οποία, εξάλλου, η Αγγελάκη-Ρουκ ποτέ δεν επεδίωξε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου