Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ: ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ, ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΝΑ ΚΑΙΓΕΤΑΙ…

 «Γιατί; Γιατί δε γίνονται / το αίμα και η λάβα λέξεις στο χαρτί / ποιήματα δε γίνονται, σαν αυτά που ξέρεις / που γράφουν μαστρωποί / και τα παινεύουνε μαλάκες κριτικοί»… Ο Σταύρος Βαβούρης, όσο κι αν τον αγνοούμε σήμερα και όσο κι αν αγνοήθηκε κι όσο ζούσε, είναι ένας ποιητής από τους λίγους της γενιάς του που έγραψε μια ποίηση καθαρά βιωματική, βασιζόμενος στο γνήσιο αίσθημα, παλεύοντας με το ποίημα όσο κανείς… Αποτελεί, σύμφωνα με την κριτική ματιά του Ανέστη Μελιδώνη «αθυσαύριστο κεφάλαιο της ποίησής μας και οφείλουμε αν θέλουμε να είμαστε έντιμοι απέναντί της να τον ανασύρουμε από την αφάνεια…» «Μαγκώσαμε στο κόμμα της υπόθεσης / του Απραγματοποίητου» (Υποθετικοί λόγοι). Το κύριο χαρακτηριστικό της ποίησής του, σύμφωνα και πάλι με τον Ανέστη Μελιδώνη, «είναι το πάθος, ένα πάθος ωμό και ασήκωτο, που το κουβαλούσε με τα σακατεμένα πόδια του όσο πιο μακριά μπορούσε»…  Τα ποιήματά του, σχετικά ή και άσχετα προς το περιστατικά της ζωής του, «είναι σαν τους κύκλους που η πέτρα προκάλεσε στην υδάτινη ατάραχη επιφάνεια, που απλώνονται αργοί και σιγά - σιγά βουλιάζουν στην επιφαινόμενη αταραξία. Επιφαινόμενη γιατί μόλις που αποκαλύπτουν τα άγρια πάθη του βυθού, που «καθαγιάζονται» όχι γιατί έτσι θέλει κι επιμένει ο Βαβούρης, αλλά γιατί ο ίδιος ο Χριστιανισμός  μας έχει διδάξει, ότι στην αγιότητα και την «καθοσίωση» φτάνουν όσοι περνούν τα ασφυκτικά κανάλια της άρνησης, της ταπείνωσης και του εξευτελισμού…»! [Οδός Πανός, τχ. 10) [Σταύρος Βαβούρης, Σε ρήματα ουδενός πειθόμενος, αποσπάσματα από κριτικές του Ανέστη Μελιδώνη, του Κυριάκου Μαργαρίτη και άλλων – ART by KOBATOF music]


Ο Σταύρος Βαβούρης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1925, και κουβαλούσε μιαν αναπηρία, σημάδι εκλογής (από την ηδονή και την οδύνη), όχι όπως ο Κουτσοδιάβολος, ούτε όπως ο Οιδίποδας, αλλά, προφανώς, όπως ο Καραγκιόζης, δηλαδή ο αφηγητής με τα μελανά όμματα, αυτά που αναγνώριζαν, οι Ίωνες, στους σοφούς ανθρώπους. Βίωσε λάθρα και κινήθηκε στο περιθώριο, ενώ το έργο του έπεσε θύμα μιας ιδιότυπης συνωμοσίας σιωπής, καταπώς σημείωνε, γύρω στα 1957, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, αλλά και άρνησης, και επίμονης απόρριψης, άγνοιας, και αδιαφορίας. Ο Σταθόπουλος τον μνημονεύει γελαστός, και η Λένα Μπαμπασάκη αφηγείται ιστορίες από την εποχή όταν τον είχε καθηγητή στο σχολείο, κομμάτι δύστροπο, κάπως παράξενο, και γνησίως αποσυνάγωγο.

Ο Βαβούρης, που συμβατικά μόνο εντάσσεται σε ό,τι αποκαλούμε πρώτη μεταπολεμική γενιά, καταγίνεται κυρίως με εκείνη την υπόγεια, τρόπον τινά, και, πάντως, σωματική, και χοϊκή ιερουργία (ή τελετή) που μεταμορφώνει την κατάρα σε ευλογία, και την παρακμή σε σιωπηλό θρίαμβο της ποίησης, κατά τον τρόπο των Γάλλων προδρόμων του, δηλαδή με υλικά πρωτογενή που τα φέρνουν οι άνεμοι, οι απόστολοι του χάους, και της παλίντονου αρμονίας μας.

Σε κάθε σιωπηλή πτυχή των ημερών-μου / ελλόχευε ένα ποίημα, / όχι απ' αυτά που γράφουν στο χαρτί, / αλλά από κείνα πούναι διάχυτα στον άνεμο / ή που κυλούν με το αίμα-μας στις φλέβες / και πούναι αυτό καθ' εαυτό το αίμα πιθανόν / μεθυσμένο από το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα / μιας ακολασίας μουσικής. 

Σπούδασε σε τρόπους, και τόπους καβαφικούς, και δεν δίστασε να ερωτοτροπήσει με την Κλυταιμνήστρα, την Ηλέκτρα, και τη Μεσσαλίνα, χαρτογραφώντας κοινά πεπρωμένα, αθωώνοντας επίμονα, και χαριτωμένα, τις μοιχαλίδες, τις φόνισσες, και τις πόρνες, με μια ποίηση όμοια με σκοτεινή, και άκρως αποκαλυπτική παρενδυσία (είδος μεταμόρφωσης κι αυτό, εξάλλου), και διεκδικώντας στίχους με τη δυναμική, και τον αντίκτυπο πυρακτωμένου σίδερου. Ασυμβίβαστος, οργίλος, αφοριστικός, και άλλες κοινοτοπίες, δεν αρκούν, ούτε ταιριάζουν, υποψιάζομαι, να περιγράψουν τη ψυχοσύνθεση, και την ποιητική συγκρότησή του, καθότι το έργο του, όσο έχω μπορέσει να μελετήσω, άλλο δεν κάνει από το να σφύζει από μια τρυφερότητα αβάσταχτη, ή αφόρητη, και, γι' αυτό ακριβώς, αναγκαία, και άκρως λυτρωτική.

Ο Βαβούρης κρατήθηκε στο περιθώριο γιατί ήταν ένας ποιητής βαθιά αντισυμβατικός και χρειαζόταν την μοναξιά για να γυμνώσει το βίωμά του και να το δώσει με την ποίηση του, που σαν τον Ιώβ επέσυρε την καταδίκη του... Σαν μαύρα κύματα έρχονται τα ποιήματά μέσα του, ενώ οι κριτικοί τα περιμέναν  στον αφρό. Όμως ο Βαβούρης δεν έγραψε για τους κριτικούς, ούτε για τον κόσμο τον πολύ, ήξερε πως η ποίηση δε βρίσκεται ανάμεσα στα πολλά φώτα και έγραψε στη σκιά έχοντας την επίγνωση πως: «Σ’ έναν κόσμο τόσο πανικόβλητο / που δε διαβάζει ποιήματα, / τ’ είχε; -τίποτα μα τίποτα- να δώσει / ακόμα ένα ποίημα πανικόβλητο;». Το ποίημα που θέλει να γράψει δε θα το γράψει, γιατί το θέλει νεκρό και χαμένο, βουλιαγμένο στη θάλασσα που το έφερε, θέλει να κρατήσει το σκοτεινό του χαρακτήρα γιατί μόνο τότε θα μπορέσει να μείνει στο σκοτάδι μαζί του και να το αντιμετωπίσει: «Δε θα σωθείς. Ποτέ δε θα γραφτείς».  Ένας ποιητής καιόμενος, που θέλει και το ποίημα να καίγεται, που πολεμάει μαζί του αναζητώντας την ήττα του: «Γιατί; Γιατί δε γίνονται / το αίμα και η λάβα λέξεις στο χαρτί / ποιήματα δε γίνονται, σαν αυτά που ξέρεις / που γράφουν μαστρωποί / και τα παινεύουνε μαλάκες κριτικοί».. Πίσω από αυτά υπάρχει μια πίστη στην ποίηση που κάποτε την ύστατη στιγμή θα φανεί και θα δικαιωθεί αφήνοντάς τον ρημαγμένο αλλά γαλήνιο, όμορφα ηττημένο όπως θα έλεγε ο Leonard Cohen, δίπλα της: «Και μια στιγμή πριν ξεψυχήσεις / θα διασχίσει τ’ άπειρο / διάπυρος διάττων / και θα εκραγεί βεγγαλικό / μες στην αιωνιότητα».

Από τα πρώτα του ποιητικά βήματα κυνήγησε τη χίμαιρα της καρδιάς που επιθυμεί και ξέρει πως η επιθυμία της πρέπει να συγκρουστεί με την πραγματικότητα: «Αφού μας δόθηκαν καρδιές /  Άστρα να θέλουν / Άστρα γιατί δε μας δοθήκανε;» (Χίμαιρα). Με τη φωτιά του σύμμαχο θέλησε να μας δείξει πως υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα, πως η άνοιξη μπορεί να χάθηκε αλλά δεν είναι ανύπαρκτη, αρκεί να σκάψουμε στο χώμα, να διασχίσουμε θάλασσες ανεπίστρεπτες και θα την ξαναβρούμε: «Οι φλόγες π’ αρμενίσανε στολίσκος σιωπής / σε πεθαμένα πέλαγα δακρύων / Κι οι παπαρούνες, / δείχνουνε στο πληγωμένο φως / μιαν άνοιξη θαμμένη» (Το τρίπτυχο του ασώτου – Γ. Η επιστροφή).

Σε αυτή τη δίνη του ανεκπλήρωτου εντάσσεται και ο έρωτας, που για τον Βαβούρη είναι πάντα άκαιρος, πάντα σε λάθος τόπο και χρόνο, αλλά βαθιά μέσα του πάντα τον καίει και ξέρει που τον πάει: «Που θα σ’ αγαπήσω αν έρθεις; / Στην τραγωδία των αποχρώσεων / στη φαντασμαγορία του Πυρετού / σε τούτη την αλλόκοτη βοή μες στο αίμα-μου, / τα δέντρα περπατούν τις νύχτες αγριεμένα.» (Γη πυρός). Η πληγή που βρίσκεται στην ποίησή του έχει απλωθεί και στην καρδιά του: «Αφού μας διάλεξαν / η λόγχη στο πλευρό και στην καρδιά γιατί;» (Η άρια της Μαρίας).  Έγινε έτσι ένα ζήτημα ποιητικής ο ίδιος, καρφώθηκε και μάτωσε για να γράψει αυτό το ποίημα που ξαναγεννά τον έρωτα, σαν άλλος Ρεμπώ θέλησε, δεν τα κατάφερε, να επινοήσει τον έρωτα από την αρχή: «ελλόγχευσε παντού, με τόση λυσσαλέα επιμονή / αυτό το διψασμένο κι αδηφάγο ποίημα / ώστε μ’ άναψε και μ’ έκαψε και μ’ έκανε / ολόκληρη και μένα ένα ποίημα, που αναπτύχθηκε / και τέλειωσε στο χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα / μιας ακολασίας μουσικής.» (Για τη Μεσσαλίνα, ακολασία και άρνηση)

Με λίγα λόγια, ο Σταύρος Βαβούρης,  γράφει μια ποίηση που τον αφορά άμεσα αλλά δεν αφορά καμία νίκη και κανένα έπαθλο: «Αλλά όλα αυτά… / η μεταμέλεια, τα χαμόγελα, // Μετά. / Μετά τον πύρινο ποταμό / μετά την λάβα / μετά τον πυρετό / που θα μας έχει κάνει πυρανάλωμα πυρός / που θα μας έχει ανάψει και κορώσει / και θα μας έχει βγάλει ολόγυμνους / στη διάθεση των δρόμων και όλων των καιρών» (Υπο αμυδρόν φωτισμόν). Είναι μια ποίηση που ξέρει τον θάνατό της, το ποίημα σκοπό έχει, αν έχει, να κάνει τον ποιητή ανθεκτικό απέναντι στο αναπόφευκτο, απέναντι στην πραγματικότητα που στο τέλος την θέλει και ξέρει πως θα είναι σαρωτική: «Αλλά κι εγώ / θα είμαι ακονισμένος πια. / Θάχω ένα φίδι μες στα μάτια / για να δαγκώνει στην καρδιά τον θάνατο» (Υπό διωγμόν).

Ένας ποιητής της αναβολής, ένας ποιητής «των διαψεύσεων» όπως θα τον πει ο Καραντώνης, δε θα μπορούσε να μην ταυτιστεί με τη βροχή, τη βροχή που τον κρατάει στο περιθώριο και μαζί του αφήνει την άνοιξη να περιμένει: «Λόγω της βροχής λοιπόν˙ / Εξ άλλου η άνοιξη αναβάλλεται. / Το Μάη, λέει, και βλέπουμε για φέτος. / Άλλο κουμάσι κι αυτή.» (Απρίλη μήνα). Ξέρει πολύ καλά πως η ζωή του είναι μια εξορία, και ο χωρισμός είναι η δεύτερη φύση της βροχής: «Βρέχει στους χωρισμούς. / Ακόμα και ν’ αστράφτει κάτω από το φως, / Ο κόσμος όλος / Περίεργο! Βρέχει, / πάντοτε βρέχει.» (Περίεργο βρέχει στους χωρισμούς). Είναι όμως απορίας άξιο πως μπορεί και αντέχει τόση μοναξιά, ένας ποιητής που πραγματικά έβαλε το χειμώνα στην κατάλληλη θέση για να μας τον κάνει αποτρόπαιο: «Τι φέρνει αυτός ο άνεμος; / Τι φέρνει το φθινόπωρο τι φέρνει; / Τι χειμώνα θα περάσουμε και φέτος / Τι χειμώνα, θε-μου, τι χειμώνα!» (Φύσαγε). Είναι σαφές λοιπόν το λάθος μας, ο ποιητής Βαβούρης δεν ταυτίζεται με τη βροχή, ταυτίζεται με την άμμο, με τη θάλασσα, με ό,τι άλλο πέρα από αυτό που ζει και που υπάρχει στην βροχερή καθημερινότητα: «Την άμμο που με τύλιγε / όλο το πρωί καυτή αγκαλιά / και τη βροχή ακόμα το Σεπτέμβρη / που τόσο μουσικά, με τόση διάκριση / χτύπησε στην καρδιά-μου ψιθυρίζοντας: // Τέλειωσε πια το καλοκαίρι.» (Ήσουν εσύ λοιπόν εκεί). Ένας ποιητής του ανεκπλήρωτου είναι επίσης και ένας ποιητής του ονείρου, ενός ονείρου που δε συγκρίνεται με καμία πραγματική κατάσταση: «Κι εν τούτοις ό,τι έζησα / κι εν τούτοις ό,τι κέρδισα / ήταν μέσα στα όνειρά μου μοναχά» (Μη με ξυπνήσετε).

Οι λίγοι κριτικοί που τον πρόσεξαν θα μιλήσουν για «οξύτατες νότες κλαυσίγελου, πάρα πολλά αιχμηρά μέρη, λεπτότατη ειρωνεία» (Άλκης Θρύλος), για έναν … «εσκεμμένα αγνοημένο πίσω από το φράγμα της σιωπής και της αδιαφορίας» (Αλέξανδρος Κοντζιάς), για τον «πιο έμπρακτα καρυωτακικό ποιητή του μεταπολέμου» (Σαββίδης), «πειστικός τόσο που η ποιότητά του να μην αφήνει καμιά αμφιβολία» (Παράσχος), για το ότι «υπερασπίζεται την αυθεντικότητα του πάθους γιατί έτσι πιστεύει πως υπερασπίζεται την αυθεντικότητα του ανθρώπου!» (Μερακλής). Άλλοι ποιητές θα μιλήσουν για «ένα κράμα πεζολογίας και ποιητικών μονολόγων με κάποιο στοιχείο οραματικότητας που άλλοτε κυριαρχεί και άλλοτε ατονεί» (Χριστιανόπουλος) και για μια  ποίηση που «κινείται σε ένα ευρύ φάσμα αξιών που φωτίζουν έναν πολύ ιδιότυπο ψυχισμό» (Ασλάνογλου).

Σταύρος Βαβούρης Ποιητής Σκέτο Ποίημα (Κυριάκος Μαργαρίτης)
Ο Γ. Π. Σαββίδης, είχε εύστοχα επισημάνει ότι ο Σταύρος Βαβούρης είναι «ένας ποιητής που θα μας επιζήσει»… Τα λόγια του Σταύρου Βαβούρη, που διαβάζουμε στο εισαγωγικό σημείωμα μιας συγκεντρωτικής έκδοσης ποιημάτων, γραμμένο από τον ίδιο τον ποιητή τον Οκτώβριο του 1998, επαληθεύουν την προφητεία:  «Πίστευα και πιστεύω ότι ένας ποιητής δεν οφείλει να είναι ιδεολόγος, ιδεαλιστής, ευλαβής θρησκευόμενος, “καλβινικάενάρετος. Τουλικότων ποιημάτων: φαντασία, και φαντασιώσεις, αισθήματα, αισθήσεις, αίμα, νους, ιδέες (έστω και εξωφρενικές)». Ακούστε: «Σιχαίνομαι τους πνευματικούς ανθρώπους γιατί δεν είναι, παρά ελάχιστοι, πνευματικοί».

Στην ποίηση του Σταύρου Βαβούρη κυριαρχεί μια σωματική διάσταση, και μια γύμνια συγκαλυμμένη, και, συνεπώς, η ίδια η ανάγνωση, υπόθεση, θεωρητικά, οπτική, μετατρέπεται σε απτικό άθλημα, από το ερωτικό χάδι, τη θωπεία, και την ψαύση απόκρυφων του σώματος περιοχών, μέχρι τα πάθη της σάρκας, που κι αυτά, εξάλλου, υπηρετούν την ίδια, και πάντα πολύτροπη ερωτική απόλαυση. Ο ερωτικός τρόπος του Βαβούρη είναι, όμως, και στοχαστικός, πένθιμος (δηλαδή καθόλου, μα καθόλου καταθλιπτικός) και νοσταλγικός ενός παρόντος που πεισματικά διαφεύγει οποιουδήποτε ιδεολογικού, ή άλλου ορισμού (και προκαθορισμού) του.

Τ' άλλα, τι τα θέλουμε; / Ένα είναι γεγονός: / ο Άνθρωπος αυτός πέθανε / ερήμην μας, ερήμην σας, ερήμην τους, / πάντως απωλέσθη πια για πάντα. / ΠέθανεΠέθανε πια. 


Εντούτοις, η θεατρική δυναμική αυτής της ποίησης, η οποία, εν μέρει, αποτυπώνεται στο γεγονός των προσώπων / προσωπείων που δανείζεται, ο Βαβούρης, από την παράδοση της αρχαίας τραγωδίας, μου υποβάλλει μιαν υποψία, σύμφωνα με την οποία ο ποιητής επιχείρησε έως τέλους να ενσαρκώσει τον Ποιητήαυτόν που, εν τέλει, είναι όλοι οι άνθρωποι του κόσμου. Ως εκ τούτου, ίσως ο Σταύρος Βαβούρης έγινε, το Νοέμβριο του 2008, για πάντα ένα ποίημα, γραμμένο από την (και στην) ίδια του την ποίηση, έτσι όπως συμβαίνει με τις πιο ευτυχείς περιπτώσεις της λογοτεχνικής, και κάθε άλλης καλλιτεχνικής, δημιουργίας.
Ήμουν μια τρίλια μοναχά; / Ίσως, μα τώρα / στο άπειρο μέσα και στο χρόνο κάτι άλλο με καλεί // Δε μου άξιζες; Δε σου άξιζα; / Ίσως με τραγουδήσει τώρα άλλο πουλί.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου