Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ: ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ, ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΝΑ ΚΑΙΓΕΤΑΙ…

 «Γιατί; Γιατί δε γίνονται / το αίμα και η λάβα λέξεις στο χαρτί / ποιήματα δε γίνονται, σαν αυτά που ξέρεις / που γράφουν μαστρωποί / και τα παινεύουνε μαλάκες κριτικοί»…
Ο Σταύρος Βαβούρης, όσο κι αν τον αγνοούμε σήμερα και όσο κι αν αγνοήθηκε κι όσο ζούσε, είναι ένας ποιητής από τους λίγους της γενιάς του που έγραψε μια ποίηση καθαρά βιωματική, βασιζόμενος στο γνήσιο αίσθημα, παλεύοντας με το ποίημα όσο κανείς…
Αποτελεί, σύμφωνα με την κριτική ματιά του Ανέστη Μελιδώνη «αθυσαύριστο κεφάλαιο της ποίησής μας και οφείλουμε αν θέλουμε να είμαστε έντιμοι απέναντί της να τον ανασύρουμε από την αφάνεια…»
«Μαγκώσαμε στο κόμμα της υπόθεσης / του Απραγματοποίητου» (Υποθετικοί λόγοι). Το κύριο χαρακτηριστικό της ποίησής του «είναι το πάθος, ένα πάθος ωμό και ασήκωτο, που το κουβαλούσε με τα σακατεμένα πόδια του όσο πιο μακριά μπορούσε»…  
Τα ποιήματά του, σχετικά ή και άσχετα προς το περιστατικά της ζωής του, «είναι σαν τους κύκλους που η πέτρα προκάλεσε στην υδάτινη ατάραχη επιφάνεια, που απλώνονται αργοί και σιγά - σιγά βουλιάζουν στην επιφαινόμενη αταραξία. Επιφαινόμενη γιατί μόλις που αποκαλύπτουν τα άγρια πάθη του βυθού, που «καθαγιάζονται» όχι γιατί έτσι θέλει κι επιμένει ο Βαβούρης, αλλά γιατί η ίδια η ζωή  μας έχει διδάξει, ότι στην αγιότητα και την «καθοσίωση» φτάνουν όσοι περνούν τα ασφυκτικά κανάλια της άρνησης, της ταπείνωσης και του εξευτελισμού…»!..
Υποτίθεται ότι συμφωνούμε ακόμα, γράφει και ο ίδιος ο ποιητής στο ποίημα/μονόλογο Ένας Ποιητής τω 1960: «Υποτίθεται, βεβαίως, γιατί καθώς πέρασαν τα χρόνια γίναμε τόσο λίγο ευαίσθητοι στις ποιητικές αυτές προϋποθέσεις κι υπενθυμίζω, για τους πιθανούς ακόμα εύπιστους πως εκείνη την ημέρα είχαμε δύο Δεκεμβρίου κι ήταν επόμενο να βρέχει κι η θάλασσα να συμφωνεί μαζί τους αφρίζοντας, φουρτουνιασμένη, μελανή»

[Οδός Πανός, τχ. 10) [Σταύρος Βαβούρης, Σε ρήματα ουδενός πειθόμενος, αποσπάσματα από κριτικές του Ανέστη Μελιδώνη, του Κυριάκου Μαργαρίτη και άλλων κι ενδιάμεσα επιλογές από αντιπροσωπευτικά ποιήματά του – ART by KOBATOF music] 



Σ’ έναν κόσμο τόσο πανικόβλητο / που δε διαβάζει ποιήματα, / τ’ είχε; -τίποτα μα τίποτα- να δώσει / ακόμα ένα ποίημα πανικόβλητο;».
Ο Σταύρος Βαβούρης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1925, και κουβαλούσε μιαν αναπηρία, σημάδι εκλογής (από την ηδονή και την οδύνη), όχι όπως ο Κουτσοδιάβολος, ούτε όπως ο Οιδίποδας, αλλά, προφανώς, όπως ο Καραγκιόζης, δηλαδή ο αφηγητής με τα μελανά όμματα, αυτά που αναγνώριζαν, οι Ίωνες, στους σοφούς ανθρώπους. Βίωσε λάθρα και κινήθηκε στο περιθώριο, ενώ το έργο του έπεσε θύμα μιας ιδιότυπης συνωμοσίας σιωπής, καταπώς σημείωνε, γύρω στα 1957, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, αλλά και άρνησης, και επίμονης απόρριψης, άγνοιας, και αδιαφορίας. Ο Σταθόπουλος τον μνημονεύει γελαστός, και η Λένα Μπαμπασάκη αφηγείται ιστορίες από την εποχή όταν τον είχε καθηγητή στο σχολείο, κομμάτι δύστροπο, κάπως παράξενο, και γνησίως αποσυνάγωγο.

Ο Βαβούρης, που συμβατικά μόνο εντάσσεται σε ό,τι αποκαλούμε πρώτη μεταπολεμική γενιά, καταγίνεται κυρίως με εκείνη την υπόγεια, τρόπον τινά, και, πάντως, σωματική, και χοϊκή ιερουργία (ή τελετή) που μεταμορφώνει την κατάρα σε ευλογία, και την παρακμή σε σιωπηλό θρίαμβο της ποίησης, κατά τον τρόπο των Γάλλων προδρόμων του, δηλαδή με υλικά πρωτογενή που τα φέρνουν οι άνεμοι, οι απόστολοι του χάους, και της παλίντονου αρμονίας μας.

Σε κάθε σιωπηλή πτυχή των ημερών-μου / ελλόχευε ένα ποίημα, / όχι απ' αυτά που γράφουν στο χαρτί, / αλλά από κείνα πούναι διάχυτα στον άνεμο / ή που κυλούν με το αίμα-μας στις φλέβες / και πούναι αυτό καθ' εαυτό το αίμα πιθανόν / μεθυσμένο από το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα / μιας ακολασίας μουσικής. 

Σπούδασε σε τρόπους, και τόπους καβαφικούς, και δεν δίστασε να ερωτοτροπήσει με την Κλυταιμνήστρα, την Ηλέκτρα, και τη Μεσσαλίνα, χαρτογραφώντας κοινά πεπρωμένα, αθωώνοντας επίμονα, και χαριτωμένα, τις μοιχαλίδες, τις φόνισσες, και τις πόρνες, με μια ποίηση όμοια με σκοτεινή, και άκρως αποκαλυπτική παρενδυσία (είδος μεταμόρφωσης κι αυτό, εξάλλου), και διεκδικώντας στίχους με τη δυναμική, και τον αντίκτυπο πυρακτωμένου σίδερου. Ασυμβίβαστος, οργίλος, αφοριστικός, και άλλες κοινοτοπίες, δεν αρκούν, ούτε ταιριάζουν, υποψιάζομαι, να περιγράψουν τη ψυχοσύνθεση, και την ποιητική συγκρότησή του, καθότι το έργο του, όσο έχω μπορέσει να μελετήσω, άλλο δεν κάνει από το να σφύζει από μια τρυφερότητα αβάσταχτη, ή αφόρητη, και, γι' αυτό ακριβώς, αναγκαία, και άκρως λυτρωτική.

Αιφνιδίως με γοήτευε η ιδέα πως μπορούσα
να εξωθήσω πρόσωπα και πράγματα σαν λόγχη·
πως ήταν δυνατό να πάρω σχήμα λαιμητόμου
πάνω από ένοχους αυχένες
ότι μπορούσα να υψωθώ
σαν κυπαρίσσι σκοτεινή σαν πεπρωμένο ανέφικτη

Η ιδέα ότι μπορούσα να διασχίσω αδιάφορη
μ’ ένα σκοτεινό αδιόρατο χαμόγελο
πλήθη λυσσαλέα και μαινόμενα εναντίον μου
με διέλυε·
Με διαπερνούσε, με σπασμούς σχεδόν ηδονικούς, η σκέψη
πως μπορούσα να βρεθώ στο τελευταίο σκαλοπάτι
του ικριώματος περιφρονιτική
ενώ ένας όχλος θαμπωμένος
του κάκου θα περίμενε ως το τέλος
να ξεσπάσω σε λυγμούς.

Αιφνιδίως με γοήτευε
ναι, μ’ έκανε τρελή η ιδέα
πως ήταν δυνατόν να πάρω μιαν απόχρωση
τεφρού αμετάκλητου
σκιάζοντας κι αφανίζοντας το φως του ήλιου
που τους είχε τόσο ανάψει και μεθύσει.
(ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ της ΗΛΕΚΤΡΑΣ από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ και της ΣΙΩΠΗΣ 1950-1964)

Ο Βαβούρης κρατήθηκε στο περιθώριο γιατί ήταν ένας ποιητής βαθιά αντισυμβατικός και χρειαζόταν την μοναξιά για να γυμνώσει το βίωμά του και να το δώσει με την ποίηση του, που σαν τον Ιώβ επέσυρε την καταδίκη του... Σαν μαύρα κύματα έρχονται τα ποιήματά μέσα του, ενώ οι κριτικοί τα περιμέναν  στον αφρό. Όμως ο Βαβούρης δεν έγραψε για τους κριτικούς, ούτε για τον κόσμο τον πολύ, ήξερε πως η ποίηση δε βρίσκεται ανάμεσα στα πολλά φώτα και έγραψε στη σκιά έχοντας την επίγνωση πως: «Σ’ έναν κόσμο τόσο πανικόβλητο / που δε διαβάζει ποιήματα, / τ’ είχε; -τίποτα μα τίποτα- να δώσει / ακόμα ένα ποίημα πανικόβλητο;». Το ποίημα που θέλει να γράψει δε θα το γράψει, γιατί το θέλει νεκρό και χαμένο, βουλιαγμένο στη θάλασσα που το έφερε, θέλει να κρατήσει το σκοτεινό του χαρακτήρα γιατί μόνο τότε θα μπορέσει να μείνει στο σκοτάδι μαζί του και να το αντιμετωπίσει: «Δε θα σωθείς. Ποτέ δε θα γραφτείς».  Ένας ποιητής καιόμενος, που θέλει και το ποίημα να καίγεται, που πολεμάει μαζί του αναζητώντας την ήττα του: «Γιατί; Γιατί δε γίνονται / το αίμα και η λάβα λέξεις στο χαρτί / ποιήματα δε γίνονται, σαν αυτά που ξέρεις / που γράφουν μαστρωποί / και τα παινεύουνε μαλάκες κριτικοί».. Πίσω από αυτά υπάρχει μια πίστη στην ποίηση που κάποτε την ύστατη στιγμή θα φανεί και θα δικαιωθεί αφήνοντάς τον ρημαγμένο αλλά γαλήνιο, όμορφα ηττημένο όπως θα έλεγε ο Leonard Cohen, δίπλα της: «Και μια στιγμή πριν ξεψυχήσεις / θα διασχίσει τ’ άπειρο / διάπυρος διάττων / και θα εκραγεί βεγγαλικό / μες στην αιωνιότητα».

Φαινότανε περίεργο, τ’ ό,τι δεν μετείχε στη γιορτή
‘Ότι καθόταν κουρασμένος
δίχως να κοιτάζει καν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση
ότι δεν άπλωνε να πάρει ένα λουλούδι
ότι στο αδιάφορό του πρόσωπο
δεν άνθιζε ούτε ένα τυπικό χαμόγελο.

Περίεργο φυσικά
Γιατί κανείς δεν είχε αντιληφθεί
πως τ’ ανοιξιάτικο τοπίο ήταν ένα σκηνικό
πως ήταν χάρτινα τα ρόδα που ’πλεκαν στεφάνια
ότι δεν υπήρχε ίχνος μύρου στον αέρα
και συνεπώς
δεν είχε διόλου αλλάξει η εποχή
διόλου, ουσιαστικά, δεν είχε φύγει η φαρμακίλα του χειμώνα
και δεν υπήρχε διόλου λόγος φυσικά
να γίνονται γιορτές και παρελάσεις
κι όλα γενικώς τα παρακόλουθα
μιας επετείου γιορτινής
(απόσπασμα από το ποίημα ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ τω 1960 από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη ΤΑ ΞΗΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΔΙΑΚΕΚΑΥΜΕΝΗ 1963)

Αφού μας δόθηκαν καρδιές /  Άστρα να θέλουν / Άστρα γιατί δε μας δοθήκανε;»
Από τα πρώτα του ποιητικά βήματα κυνήγησε τη χίμαιρα της καρδιάς που επιθυμεί και ξέρει πως η επιθυμία της πρέπει να συγκρουστεί με την πραγματικότητα: «Αφού μας δόθηκαν καρδιές /  Άστρα να θέλουν / Άστρα γιατί δε μας δοθήκανε;» (Χίμαιρα). Με τη φωτιά του σύμμαχο θέλησε να μας δείξει πως υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα, πως η άνοιξη μπορεί να χάθηκε αλλά δεν είναι ανύπαρκτη, αρκεί να σκάψουμε στο χώμα, να διασχίσουμε θάλασσες ανεπίστρεπτες και θα την ξαναβρούμε: «Οι φλόγες π’ αρμενίσανε στολίσκος σιωπής / σε πεθαμένα πέλαγα δακρύων / Κι οι παπαρούνες, / δείχνουνε στο πληγωμένο φως / μιαν άνοιξη θαμμένη» (Το τρίπτυχο του ασώτου – Γ. Η επιστροφή).

Σε αυτή τη δίνη του ανεκπλήρωτου εντάσσεται και ο έρωτας, που για τον Βαβούρη είναι πάντα άκαιρος, πάντα σε λάθος τόπο και χρόνο, αλλά βαθιά μέσα του πάντα τον καίει και ξέρει που τον πάει: «Που θα σ’ αγαπήσω αν έρθεις; / Στην τραγωδία των αποχρώσεων / στη φαντασμαγορία του Πυρετού / σε τούτη την αλλόκοτη βοή μες στο αίμα-μου, / τα δέντρα περπατούν τις νύχτες αγριεμένα.» (Γη πυρός). Η πληγή που βρίσκεται στην ποίησή του έχει απλωθεί και στην καρδιά του: «Αφού μας διάλεξαν / η λόγχη στο πλευρό και στην καρδιά γιατί;» (Η άρια της Μαρίας).  Έγινε έτσι ένα ζήτημα ποιητικής ο ίδιος, καρφώθηκε και μάτωσε για να γράψει αυτό το ποίημα που ξαναγεννά τον έρωτα, σαν άλλος Ρεμπώ θέλησε, δεν τα κατάφερε, να επινοήσει τον έρωτα από την αρχή: «ελλόγχευσε παντού, με τόση λυσσαλέα επιμονή / αυτό το διψασμένο κι αδηφάγο ποίημα / ώστε μ’ άναψε και μ’ έκαψε και μ’ έκανε / ολόκληρη και μένα ένα ποίημα, που αναπτύχθηκε / και τέλειωσε στο χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα / μιας ακολασίας μουσικής.» (Για τη Μεσσαλίνα, ακολασία και άρνηση)

Με λίγα λόγια, ο Σταύρος Βαβούρης,  γράφει μια ποίηση που τον αφορά άμεσα αλλά δεν αφορά καμία νίκη και κανένα έπαθλο: «Αλλά όλα αυτά… / η μεταμέλεια, τα χαμόγελα, // Μετά. / Μετά τον πύρινο ποταμό / μετά την λάβα / μετά τον πυρετό / που θα μας έχει κάνει πυρανάλωμα πυρός / που θα μας έχει ανάψει και κορώσει / και θα μας έχει βγάλει ολόγυμνους / στη διάθεση των δρόμων και όλων των καιρών» (Υπο αμυδρόν φωτισμόν). Είναι μια ποίηση που ξέρει τον θάνατό της, το ποίημα σκοπό έχει, αν έχει, να κάνει τον ποιητή ανθεκτικό απέναντι στο αναπόφευκτο, απέναντι στην πραγματικότητα που στο τέλος την θέλει και ξέρει πως θα είναι σαρωτική: «Αλλά κι εγώ / θα είμαι ακονισμένος πια. / Θάχω ένα φίδι μες στα μάτια / για να δαγκώνει στην καρδιά τον θάνατο» (Υπό διωγμόν).

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΒΡΕΞΕ
Γυρίζουν τα πουλιά
και φέρνουν πάλι τις ημέρες
που δεν στέκονται οι προφάσεις
«σε τρυπάει το κόκκαλο το κρύο»
«άσε να ’ρθει καλοκαίρι»

Το καλοκαίρι είναι στα πρόθυρα
Εμπήκε Μάης,
κι εν τούτοις δεν εφάνηκες ακόμη,
εν τούτοις ακόμα περιμένω
την πρόσκληση που ανέκαθεν την Άνοιξη περίμενα
χτυπήματα στην πόρτα και μηνύματα
που μάλλον δεν θ’ ακούσω να μου φέρνουνε ποτέ
(από τη συλλογή ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ 1971)

Ένας ποιητής της αναβολής, ένας ποιητής «των διαψεύσεων» όπως θα τον πει ο Καραντώνης, δε θα μπορούσε να μην ταυτιστεί με τη βροχή, τη βροχή που τον κρατάει στο περιθώριο και μαζί του αφήνει την άνοιξη να περιμένει: «Λόγω της βροχής λοιπόν˙ / Εξ άλλου η άνοιξη αναβάλλεται. / Το Μάη, λέει, και βλέπουμε για φέτος. / Άλλο κουμάσι κι αυτή.» (Απρίλη μήνα). Ξέρει πολύ καλά πως η ζωή του είναι μια εξορία, και ο χωρισμός είναι η δεύτερη φύση της βροχής: «Βρέχει στους χωρισμούς. / Ακόμα και ν’ αστράφτει κάτω από το φως, / Ο κόσμος όλος / Περίεργο! Βρέχει, / πάντοτε βρέχει.» (Περίεργο βρέχει στους χωρισμούς). Είναι όμως απορίας άξιο πως μπορεί και αντέχει τόση μοναξιά, ένας ποιητής που πραγματικά έβαλε το χειμώνα στην κατάλληλη θέση για να μας τον κάνει αποτρόπαιο: «Τι φέρνει αυτός ο άνεμος; / Τι φέρνει το φθινόπωρο τι φέρνει; / Τι χειμώνα θα περάσουμε και φέτος / Τι χειμώνα, θε-μου, τι χειμώνα!» (Φύσαγε). Είναι σαφές λοιπόν το λάθος μας, ο ποιητής Βαβούρης δεν ταυτίζεται με τη βροχή, ταυτίζεται με την άμμο, με τη θάλασσα, με ό,τι άλλο πέρα από αυτό που ζει και που υπάρχει στην βροχερή καθημερινότητα: «Την άμμο που με τύλιγε / όλο το πρωί καυτή αγκαλιά / και τη βροχή ακόμα το Σεπτέμβρη / που τόσο μουσικά, με τόση διάκριση / χτύπησε στην καρδιά-μου ψιθυρίζοντας: // Τέλειωσε πια το καλοκαίρι.» (Ήσουν εσύ λοιπόν εκεί). Ένας ποιητής του ανεκπλήρωτου είναι επίσης και ένας ποιητής του ονείρου, ενός ονείρου που δε συγκρίνεται με καμία πραγματική κατάσταση: «Κι εν τούτοις ό,τι έζησα / κι εν τούτοις ό,τι κέρδισα / ήταν μέσα στα όνειρά μου μοναχά» (Μη με ξυπνήσετε).

Οι λίγοι κριτικοί που τον πρόσεξαν θα μιλήσουν για «οξύτατες νότες κλαυσίγελου, πάρα πολλά αιχμηρά μέρη, λεπτότατη ειρωνεία» (Άλκης Θρύλος), για έναν … «εσκεμμένα αγνοημένο πίσω από το φράγμα της σιωπής και της αδιαφορίας» (Αλέξανδρος Κοντζιάς), για τον «πιο έμπρακτα καρυωτακικό ποιητή του μεταπολέμου» (Σαββίδης), «πειστικός τόσο που η ποιότητά του να μην αφήνει καμιά αμφιβολία» (Παράσχος), για το ότι «υπερασπίζεται την αυθεντικότητα του πάθους γιατί έτσι πιστεύει πως υπερασπίζεται την αυθεντικότητα του ανθρώπου!» (Μερακλής). Άλλοι ποιητές θα μιλήσουν για «ένα κράμα πεζολογίας και ποιητικών μονολόγων με κάποιο στοιχείο οραματικότητας που άλλοτε κυριαρχεί και άλλοτε ατονεί» (Χριστιανόπουλος) και για μια  ποίηση που «κινείται σε ένα ευρύ φάσμα αξιών που φωτίζουν έναν πολύ ιδιότυπο ψυχισμό» (Ασλάνογλου).

Η ποίηση του Βαβούρη στέκεται μόνη της, όπως και ο ίδιος στεκόταν «πάντα γοητευτικός, θηριώδης, με ψυχή παιδιού» (Χρονάς). Διαβάζοντάς τον ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα παράδοξο φαινόμενο, το ποίημα στην αρχή μας φαίνεται άνισο, μας δυσκολεύει και μας πετάει έξω. Όμως ο Βαβούρης χρειάζεται μια δεύτερη ματιά, η αμεσότητά του δεν είναι συνηθισμένη, είναι ακαριαίος και λυρικός επειδή έχει αγκαλιάσει την ίδια την αντίφαση, τα ποιήματά του ποτέ δεν προχωρούν στρωτά, ο ρυθμός τους είναι δαιμονικός, υπάρχει πάντα μέσα τους η αντίρρηση. Αν καταφέρουμε και φτάσουμε στην ποίηση του Βαβούρη με τα μάτια καθαρά και ανεπηρέαστα, αν τον κοιτάξουμε χωρίς ενδοιασμούς και προσκόμματα, θα δούμε πως μέσα της αναπνέει και πάλλεται ένας οργανισμός ολότελα ανθρώπινος, που χωρίς να μπορεί να μας αγγίξει από μόνος του, μας ζητάει να τον δούμε ακριβώς όπως είναι, χωρίς να φοβηθούμε μήπως παρασυρθούμε στο αγγελικό και μαύρο φως του. Ο Βαβούρης κράτησε και ανέπτυξε στην γραφή του στοιχεία που όχι μόνο μας συγκινούν σε βάθος, αλλά χρειάζονται και βάθος χρόνου για να μας αποκαλυθφούν…

ΑΦΑΙΡΕΣΗ (από την ποιητική συλλογή του Σταύρου Βαβούρη ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΓΚΛΙΣΕΩΝ και ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ «έρχομαι»)
Μου ’πες: ένα το κρατούμενο
δύο, τρία, τέσσερα
και συνέχισες –θυμάμαι- να μετράς και να κρατάς.
Μόνο που δεν άκουσα καλά:
ήτανε κρατούμενα
αφαιρετέου ή προσθετέου;
Η ελπίδα βέβαια μιας πρόσθεσης
σπαρτάριζε βαθιά κι αόριστα στους υπολογισμούς μου.
Ωστόσο στο τέλος
όλα σχεδόν απόμειναν κρατούμενα
-τα υπόλοιπα: μηδέν-
κι όπως τελείωσες
τα πήρες φεύγοντας μαζί σου.
Επρόκειτο λοιπόν για αφαίρεση.
Δεν σου ’πα λέξη κι άλλωστε γιατί;
Ακόμα κι αν δεν ήταν μια αφαίρεση σωστή
την είχες κάνει μ’ όλους τους κανόνες

Σταύρος Βαβούρης Ποιητής Σκέτο Ποίημα (Κυριάκος Μαργαρίτης)
Ο Γ. Π. Σαββίδης, είχε εύστοχα επισημάνει ότι ο Σταύρος Βαβούρης είναι «ένας ποιητής που θα μας επιζήσει»… Τα λόγια του Σταύρου Βαβούρη, που διαβάζουμε στο εισαγωγικό σημείωμα μιας συγκεντρωτικής έκδοσης ποιημάτων, γραμμένο από τον ίδιο τον ποιητή τον Οκτώβριο του 1998, επαληθεύουν την προφητεία:  «Πίστευα και πιστεύω ότι ένας ποιητής δεν οφείλει να είναι ιδεολόγος, ιδεαλιστής, ευλαβής θρησκευόμενος, «καλβινικά» ενάρετος. Το «υλικό» των ποιημάτων: φαντασία, και φαντασιώσεις, αισθήματα, αισθήσεις, αίμα, νους, ιδέες (έστω και εξωφρενικές)». Ακούστε: «Σιχαίνομαι τους πνευματικούς ανθρώπους γιατί δεν είναι, παρά ελάχιστοι, πνευματικοί».

Στην ποίηση του Σταύρου Βαβούρη κυριαρχεί μια σωματική διάσταση, και μια γύμνια συγκαλυμμένη, και, συνεπώς, η ίδια η ανάγνωση, υπόθεση, θεωρητικά, οπτική, μετατρέπεται σε απτικό άθλημα, από το ερωτικό χάδι, τη θωπεία, και την ψαύση απόκρυφων του σώματος περιοχών, μέχρι τα πάθη της σάρκας, που κι αυτά, εξάλλου, υπηρετούν την ίδια, και πάντα πολύτροπη ερωτική απόλαυση. Ο ερωτικός τρόπος του Βαβούρη είναι, όμως, και στοχαστικός, πένθιμος (δηλαδή καθόλου, μα καθόλου καταθλιπτικός) και νοσταλγικός ενός παρόντος που πεισματικά διαφεύγει οποιουδήποτε ιδεολογικού, ή άλλου ορισμού (και προκαθορισμού) του.

Τ' άλλα, τι τα θέλουμε; / Ένα είναι γεγονός: / ο Άνθρωπος αυτός πέθανε / ερήμην μας, ερήμην σας, ερήμην τους, / πάντως απωλέσθη πια για πάντα. / ΠέθανεΠέθανε πια. 

Εντούτοις, η θεατρική δυναμική αυτής της ποίησης, η οποία, εν μέρει, αποτυπώνεται στο γεγονός των προσώπων / προσωπείων που δανείζεται, ο Βαβούρης, από την παράδοση της αρχαίας τραγωδίας, μου υποβάλλει μιαν υποψία, σύμφωνα με την οποία ο ποιητής επιχείρησε έως τέλους να ενσαρκώσει τον Ποιητήαυτόν που, εν τέλει, είναι όλοι οι άνθρωποι του κόσμου. Ως εκ τούτου, ίσως ο Σταύρος Βαβούρης έγινε, το Νοέμβριο του 2008, για πάντα ένα ποίημα, γραμμένο από την (και στην) ίδια του την ποίηση, έτσι όπως συμβαίνει με τις πιο ευτυχείς περιπτώσεις της λογοτεχνικής, και κάθε άλλης καλλιτεχνικής, δημιουργίας.
Ήμουν μια τρίλια μοναχά; / Ίσως, μα τώρα / στο άπειρο μέσα και στο χρόνο κάτι άλλο με καλεί // Δε μου άξιζες; Δε σου άξιζα; / Ίσως με τραγουδήσει τώρα άλλο πουλί.

ΠΩΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΤΣΙ: Πριν μπεις σχεδόν ακόμα στη ζωή μου, χάθηκες. Μετά τα: χάρηκα και θα τα ξαναπούμε δε συναντηθήκαμε ποτέ μας πια. Τι χάθηκες, μάλλον θα ’λεγα εξατμίστηκες σα στάλα από νερό κάτω από τον αδυσώπητο  φρενήρη ήλιο του Ιουλίου. Πώς γίνονται έτσι, Θεέ μου, όλα αυτά; Να έχει ήδη ξεκινήσει μια θύελλα να θρασομανάει μια πυρκαγιά  κοντά τόσο κοντά μια φρενιασμένη θάλασσα ν’ αφρίζει στα πόδια σου μπροστά κι από τη μια στιγμή στην άλλη ψάχνεις σπίθες που σβήνουν μες στάχτη μοναχά μια ανάσα ανέμου μόλις που σ’ αγγίζει από μακριά ένα κουρασμένο κύμα που πεθαίνει φτάνοντας, σαν από τόσα-τόσα χρόνια  πριν σαν από τόση απόσταση απροσμέτρητη σε κάποια μυθική σχεδόν ακρογιαλιά (από την ποιητική συλλογή του Σταύρου Βαβούρη ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΓΚΛΙΣΕΩΝ και ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ «έρχομαι»)
ΕΧΟΥΜΕ ΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ’ΡΧΟΝΤΑΙ ΣΑΝ ΠΥΡΚΑΓΙΑ ΜΕΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ (ανθολογία ποιημάτων απ’ όλες τις συλλογές του Σταύρου Βαβούρη με ΚΛΙΚ εδώ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου