Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΣΗΜΑΙΝΟΝ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΣΗΜΑΙΝΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ ΤΗΣ

Αν Ζωή είναι να βγεις στον Πηγαιμό για το δρόμο των Ονείρων, ευτυχία είναι να ζεις και να μην χορταίνεις αυτό που ονειρεύεσαι. Κι η Ποίηση είναι το μέσον που αγιάζει το Φτάσιμο σ’ αυτό το σκοπό. Εν Φαντασία και Λόγω, όπως πιστεύει ο  Καβάφης, με εργαλείο τις Λέξεις/αντικλείδια στις οποίες η έμπνευση κάθε ποιητή δίνει ιδιαίτερη δυναμική. Η Ελένη Παπαδοπούλου με τη πρώτη αυτή συλλογή της, ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ, κατορθώνει να αξιοποιήσει με το δικό της ιδιαίτερο τρόπο τις λέξεις/κλειδιά και να σμιλέψει τα θέματά της. Κυρίαρχο θέμα, όπως υποδηλώνει ο τίτλος της συλλογής και του 2ου ποιήματος   (καθώς επίσης και οι τίτλοι δύο ακόμα ποιημάτων Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ και ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΟΓΔΟΗ ΗΜΕΡΑ) αλλά και πολλά άλλα στοιχεία διάσπαρτα σχεδόν σ’ όλα τα αλλά ποιήματα, είναι η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ. Με δεδομένες τώρα τις συχνές αναφορές της ποιήτριας σε δύο πραγματικότητες και τα υπονοούμενά της για τις διαθέσεις της απέναντι σ’ αυτές, ζητούμενο είναι να προσδιοριστεί η αφετηρία και το τέρμα της περιπόθητης επιστροφής ίσως και οι ενδόμυχες ευχές της για την περιπέτεια του ταξιδιού: «ροή πόθος ανεξάντλητος, ανεξάντλητος ήχος στο διάκενο της σιωπής, ρέουσα θλίψη στο άφραχτο της μορφής, ρέουσα ροή αίματος από τις φλέβες του «είναι», μετάγγιση στην ενόραση του «γίγνεσθαι», αμετάβλητη η ουσία…» (ART by Nikitaki Margarita)



Όταν Σημαίνον και Σημαινόμενα έλκονται με μια νομοτέλεια πολυωνύμων ανεξιχνίαστη:
Κατακερματισμένος Καθρέφτης οι λέξεις του ποιήματος όπου (αντι)καθρεπτίζονται πόθοι κι όνειρα, αίμα από πληγές, φόβοι και α-πραξίες, επιστροφές και αναστολές, απόηχοι κρυφής επιθυμίας και υπέρηχος μοναξιάς,  ένας κόσμος δηλαδή εσωτερικός, νοητός εν πολλοίς, που έχει ξεχωριστή δική του δράση τόσο στενά συνυφασμένη με την πραγματική ζωή (κρυμμένη πίσω από το δάχτυλο προθέσεων), που όντας μέσα σ’ αυτόν το δικό του κόσμο εσώκλειστος ο ποιητής, δοκιμάζει τη μετάγγισή του στην «άλλη» πολύβουη ζωή  (όπως κι η Ζωή μεταγγίζεται στην Ποίηση). «Άχρονη στιγμή -εν αγνοία- που την είπαν αιωνιότητα, απειλή που έρχεται από μέσα ή παρεμβολές μια Δροσοσταλίδας καθώς αποχαιρετά τον Υάκινθο»;   Κι η σχέση αυτή διαφορετικών κόσμων είναι αμφίδρομη, γι’ αυτό, με την Ποίηση, όπως είπε κάποτε κι ο  Εμπειρίκος «η συμμετοχή μας σε οποιοδήποτε φαινόμενο δεν αποκλείεται πια καθόλου. Ένα συναίσθημα, μία παρόρμηση, μία λέξη, μπορούν να γίνουν χειροπιαστές οντότητες, στιλπνά αντικείμενα με ζωή παλλόμενη και μορφή δική τους»! Ο Σεφέρης, του οποίου τη ρήση προτάσσει στο δικό της ανήφορο ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ  η Ελένη Παπαδοπούλου, θεωρούσε «σκληρό καθρέφτη το άσπρο –άγραφο ακόμα- χαρτί που επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν». Επομένως μονόδρομος, σε κάθε ξεκίνημα επιστροφής, η επίκληση στη «Μούσα», που στην περίπτωσή μας είναι το ΑΓΕΡΙ: «επίκληση σου κάνω, να ’ρθεις για μια στιγμή… να μου ιστορήσεις τους καημούς»… μόνο εκείνης της  «χαράς που είναι στα αζήτητα από καιρούς ριγμένη».
ΑΓΕΡΙ
Αγέρι!
Επίκληση σου κάνω,
να ’ρθεις για μια στιγμή
και πλάι μου να κάτσεις.
Να μου ιστορήσεις τους καημούς
-όχι της οικουμένης-
μόνο της δακραπόκτητης χαράς
που είναι στα αζήτητα
από καιρούς ριγμένη.

Ποιο χέρι την έριξε εκεί,
μη μου το φανερώσεις.
Πληγές παλιές
δεν θέλω να τις ξύσω.
Πνιγήκανε τα μάτια στο αίμα,
τα δάχτυλα αρνήθηκαν τα νύχια.
Τους έμεινε μονάχα η ανάγκη
της αφής –απλήρωτη κι αυτή.
Κανείς δεν θέλει ν’ αγγιχθεί.
Είναι η ενθύμηση του πόνου
που ξόρισε το χάδι,
κρυστάλλωσε το δάκρυ
και το έβαλε στη γυάλα
με  της θλίψης τα αθέατα
εκθέματα.

Αγέρι, αν μ’ ακούς
-το ξέρω πως μ’ ακούς-
έλα και δώσε μου πνοή
κι ανάστησέ με πάλι.
Η μια ζωή μου τέλειωσε,
χωρίς καν να προλάβω
τον πάτο να φτάσω του γκρεμού,
να δω αν είναι αλήθεια
του πόνου τα ταγμένα
ή αν ήταν όλα του παιδικού μου
του μυαλού
ανέλπιδα παραμύθια.

Κι από το βάθος του γκρεμού
σηκώθηκε το Αγέρι.
Παγερό.
Σηκώθηκε αψηλό.
Μαζί του είχε σκόνη και κοχύλια.

Έτσι ήρθε.

Φεύγοντας,
θυμήθηκε, μαζί του, να πάρει
κι εμένα.

 «Φτιάξανε ένα βάθρο κι έστησαν επάνω το Διαφορετικό. Έτσι τους ήταν πιο εύκολο να το σημαδέψουν» με επικεφαλίδες λέξεις!.. «Οι πέτρες; Απλά, το διαπερνούσαν. Ευτυχώς γι’ αυτό, δεν ήταν καμωμένο από ύλη» (σε εισαγωγικά στίχοι από το ποίημα ΛΙΘΟΒΟΛΙΣΜΟΣ) 
Η αφήγηση είναι από την αρχή (δια)ποτισμένη με τη λαχτάρα επιστροφής σ’ έναν κόσμο από τον οποίο ανεπαισθήτως η ποιήτρια βρέθηκε έξω και που η γλυκιά μέρα του γυρισμού σ’ αυτόν  μπορεί να είναι φοβερή, γιατί η «αναγνώριση» είναι δύσκολη και τα «ανεξίτηλα σημάδια του πουθενά δυσανάγνωστα στο φως της ημέρας», αλλά ο Έρωτας γι’ αυτήν είναι ανίκητος κι ας μένει ανικανοποίητος στον αιώνα. Γιατί, ο Έρωτας αυτός, συνείδηση αγγίγματος, πεμπτουσία επ-αφής, είναι το Διαφορετικό το απ’ αλλού φερμένο,  που ακόμα κι ο προβλέψιμος «λιθοβολισμός» του όχι μόνο δεν αναιρεί την άυλη (πνευματική) φύση του αλλά, πολύ περισσότερο τον αναπτερώνει: «να πλάθει αστέρια από χώμα, να γκρεμίζει πλαστικά ομοιώματα»!
ΜΑΥΡΑ ΦΤΕΡΑ («… ήσυχη ορμή προς κόσμον με φτερώνει)
Άπλωσα τα μαύρα μου φτερά
και τα ’νιωσα βαριά πολύ.
Η φωνή ακουγόταν ακόμη
από τα βάθη.
Έκλεισα τα μάτια
κι αναπόλησα τα χέρια.
Πώς ήξεραν ν’ αγγίζουν,
να πλάθουν αστέρια από χώμα,
να γκρεμίζουν πλαστικά
ομοιώματα.

Πιο πολύ μου έλειψε η αίσθηση
του χεριού σου
μέσα στο δικό μου.

Οι φτερούγες μου διπλώθηκαν
και μ’ έκλεισαν μέσα.

Από τι ήθελαν να με προφυλάξουν;

Οι άνθρωποι δεν κατοικούσανε εδώ.

Μόνο οι σκιές των ψυχών τους
περνοδιάβαιναν καμιά φορά.
Σαν πεφταστέρια.

Κάποτε έκανε μια  ευχή.
Ακόμη,
να σμικρύνουν τα φτερά μου.

«Κι από έναν σ’ άλλον γαλαξία ακροβατείς… και φτάνεις ή όχι» (Ιουλίου Λόγος Οδυσσέα Ελύτη):
Η Αρχέγονη καταγωγή (κοιτίδα) από τη μια πλευρά, ο Τόπος  Τελικού Προορισμού, η «Ιθάκη» από την άλλη (που σε κάποια σημεία μπορεί να ταυτίζονται οι δύο τόποι…) Οπότε Φαύλος Κύκλος το όλο ταξίδι; Οι «αρχαιολογικές» ανασκαφές στα μυστηριώδη μέρη αυτών των δύο κόσμων, ψαχουλεύοντας παράλληλα φωτεινά και σκοτεινά συστατικά ενός ισχυρού μικρόκοσμου, της ανθρώπινης ψυχής, κάνει την περιήγηση πολύ ενδιαφέρουσα. Διαβάζουμε, λοιπόν, στην πρώτη ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ της Ελένης Παπαδοπούλου, εκεί όπου μας προϊδεάζει για την περιπέτεια της επιστροφής το παράθεμα του αποφθεγματικού στίχου «ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμο έξω»: «Μα τον κόσμο εγώ πολύ τον αγαπούσα… Λαχταρούσα τις πολύβουες γειτονιές του». Υποδήλωση λαχτάρας για το ταξίδι που διακόπτεται (με πτώση;) από μια δίχως λόγο «γκρίνια» του κόσμου «που αγναντεύει μέχρι τη γωνία και βλέπει εκεί το τέλος του δρόμου». Διακριτές οι αναλογίες με την εικόνα εκείνη από τη Σονάτα του Σεληνόφωτος όπου η ηρωίδα του Ρίτσου διακαώς ποθώντας την Έξοδο της από την καταθλιπτική πραγματικότητα του σκοτεινού σπιτιού (η αντικειμενική πραγματικότητα) προσβλέπει στη μετάβασή της έξω από αυτήν: «λίγο πιο κάτω ως τη μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια και αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη, τόσο θετική σαν μεταφυσική, που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις, πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος και η φθορά του…». Αυτή η «γκρίνια», που επαναλαμβάνεται στο ποίημα της Παπαδοπούλου, είναι τρόπον τινά οι «Λαιστρυγόνες» που μια μέρα υποχρεώνουν την ποιήτρια να στρίψει: «με το κεφάλι γερμένο μέσα μου αποξεχάστηκα και έστριψα… Όταν γύρισα, όλοι τρόμαξαν. Κανείς δεν μ’ αναγνώρισε. Ανεξίτηλα τα σημάδια του «πουθενά» δυσανάγνωστα στο φως της ημέρας». Ο Απολογισμός είναι αληθινός Τρόμος, γιατί οι αναμνήσεις ενός κόσμου που προϋπήρχε, που είναι μια  ολόκληρη αιωνιότητα που περνάει από μέσα μας, συγκρίνονται με τις αλλοιώσεις που έφερε ο χρόνος «Μόνο στο μέσα των ματιών της βρήκε μια σπίθα του οικείου» και με την πτώση στο «γκρεμό» «Ξέρεις, εκεί όπου το γαλάζιο χωνεύει την αλήθεια… Μου ήταν πιο εύκολα να πηδήξω στον γκρεμό. Το μόνο μου λάθος; Η εκτίμηση του βάθους του. Ακόμη πέφτω»!.. Η σύγκριση έγινε, τα συμπεράσματα βγήκαν.  Σβήνει το φως. «Τώρα πια, πώς μπορεί ο φόβος ν’ αγγίξει το άτρωτό μου;» αναρωτιέται. Βλέπει καλύτερα τον εαυτό της στον καθρέφτη. Ηθικό ακμαιότατο και αναπτερωμένο. Αλλά τώρα τα Φτερά είναι Μαύρα και βαριά. Το  εμπόδιο είναι ο «Κύκλωπας», η απουσία των χεριών που «ήξεραν ν’ αγγίζουν, να πλάθουν αστέρια από χώμα, να γκρεμίζουν πλαστικά ομοιώματα».
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
(«Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμο έξω» - Κ.Π. Καβάφης)
Μα τον κόσμο εγώ πολύ τον
αγαπούσα.
Λαχταρούσα τις στέγες του τις χαμηλές,
τις πολύβουες γειτονιές του.
Μόνο τη γκρίνια του δεν
άντεχα,
αυτήν την δίχως λόγο
που αγναντεύει μέχρι τη γωνία
και βλέπει εκεί το τέλος
του δρόμου.

Μια μέρα μετοκεφάλι
γερμένο μέσα μου
αποξεχάστηκα κι έστριψα.

Όταν γύρισα, όλοι τρόμαξαν.
Κανείς δεν μ’ αναγνώρισε.

Ανεξίτηλα
τα σημάδια του «πουθενά»
δυσανάγνωστα στο φως της ημέρας.

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΦΩΤΙΑ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ
Η αίσθηση της απουσίας διπλώνει τις φτερούγες και φέρνει τη Νύχτα της Επιστροφής όπου μπορεί κανείς ν’ αναμοχλεύσει από τις στάχτες των ονείρων «μικρές-μικρές δόσεις πραγματικότητας μα πουθενά ακέραια την Αλήθεια». Πρώτη δόση τα φλογισμένα όνειρα που βάζουν φωτιά στα άσπρα σεντόνια. Σώζεται το μισό κρεβάτι. Το άλλα μισό, καβάλα σ’ ένα σβησμένο όνειρο, το σκάει για το φεγγάρι. Εδώ πλέον έχουμε να αναμετρηθούμε με μια άλλη πραγματικότητα, ενδιάμεση, νοητή, υπαρκτή στη «μελαγχολική αντανάκλαση του ήλιου» τη Νύχτα της Επιστροφής. Κυρίαρχη η θελκτική μελαγχολία, λιγοστό φως και λιγοστό σκοτάδι «εκείνο το ολόκληρο του λίγου Ακεραίωνε αναίμακτα το δικό του μισό». Άλλη δόση πραγματικότητας η ανείπωτη πτώση σ’ έναν «Γκρεμό», «εκεί που το γαλάζιο χωνεύει την αλήθεια» και το πέσιμο είναι διαρκές. «Άχρονη στιγμή» η αναμονή του πεπρωμένου κι η ποιήτρια ενηλικιώνεται βλέποντας αυτές τις στιγμές να παίρνουν διαστάσεις με μια παράφωνη συχνότητα. Η αμφιβολία  όμως είναι πανταχού παρούσα. Μήπως τελικά είναι αυταπάτη αυτός ή ο άλλος κόσμος; Μήπως είναι ψευδαισθήσεις οι εικόνες μιας άλλης πραγματικότητας; Οπτασίες και πλάσματα της μέρας; Παιχνίδια της τύχης; «πιστές αντανακλάσεις του ά-τομου της ύπαρξης ή των έκπτωτων ονείρων;» «Τόσα καταδικασμένα στο έρεβος ερωτήματα»! «Μα πώς να θυμηθείς αυτό που ποτέ δεν υπήρξε;» Αναρωτιέται συνειδητοποιώντας πως «καμιά σκιά δεν μπορεί να χορέψει στο απόλυτο σκοτάδι»… «Κι αυτό το εναργές σκοτάδι ούτε ποια είναι η σκιά μου μ’ αφήνει να διακρίνω». «Δεν ήταν λοιπόν νερένια η σταγόνα, Τόσο κόκκινο –πως ήταν δυνατόν- να μου διαφεύγει». «Εξάντληση ή Ψευδής ικανοποίηση της ανάγκης του άλλου;» «Κρύο. Πληγή και πόνος. Το αγκάθι στην άκρη του δόρατος. Το σίδερο στο μάτι. Μέσα. Χώμα και βροχή. Το δάχτυλο στον πάτο της ψυχής. Η αχλύ στο στόμα. Μέσα. Αναβλύζει. Το μέσα έξω. Αίμα και λάσπη. Πάγωσαν. Όχι από το κρύο. Ο χρόνος. Στέρεψε»
Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ
Φλογισμένα όνειρα
βάλανε φωτιά στα άσπρα
σεντόνια,
απανθράκωσαν το πουπουλένιο
μαξιλάρι.
Το κρεβάτι σώθηκε.
Μισό.
Το άλλο μισό το έσκασε
για το φεγγάρι.
Καβάλησε ένα σβησμένο όνειρο
-φυλαχτό του εναπομείναντα
πόνου-
και εκτοξεύτηκε πέρα από κάθε
φαντασία
στη μελαγχολική αντανάκλαση
του ήλιου.
Δεν το γοήτευσε η μελαγχολία.
Το λιγοστό φως το έθελξε.
Το λιγοστό σκοτάδι.
Εκείνο το ολόκληρο του λίγου.
Ακεραίωνε αναίμακτα
το δικό του μισό.
Το όνειρο,
σιωπηλός παραηρητής,
αναμόχλευε στις στάχτες του
μικρές-μικρές δόσεις
πραγματικότητας
μα πουθενά ακέραια η Αλήθεια.

Ξεστόμισε ένα πνιγμένο «Αντίο»
και βούτηξε.
Γαλήνια η αγκαλιά του Γαλαξία
το πρόσμενε εδώ και καιρό.

Η νύχτα της επιστροφής
αναδύθηκε.

«Οι λέξεις του Ποιήματος δεν είναι οιωνοί του αύριο και μάρτυρες του χθες, είναι το τώρα και μαζί το πάντα…» (Δημήτρης Τανούδης, Σπασμός):
«… οι λέξεις δεν είναι ειρμός, όλες μαζί και καθεμία χωριστά, είναι μόνο μια λέξη, ακόμα κι αν δεν γίνεται πια να κλάψεις απ’ τα μυτερά σύμφωνα, το τραπέζι γεμάτο από αυτά τις ώρες που κανείς δεν ενδιαφέρεται και πονούν ελάχιστα σαν μικρά τσιμπήματα πασχαλιάς, δεν έχουν συμπόνια ούτε καταστρέφουν κόσμους, αγγίζουν ψυχές σαν νανούρισμα χάδι νυχτερινό ονειρικά παλινδρομώντας σ’ εποχές που τα λόγια ήταν λίγα και ζύγιζαν τόνους…, αυτό είναι που τα κρατά στη ζωή κι αυτό τ’ αφήνει στην αχρηστία της φαρμακωμένης ψυχής, αρνούμενη με πείσμα ακατανόητα παράφορο την αγιάτρευτη, συνεχώς ανανεούμενη, ενώ κανείς δεν περιμένει, προϋπάρχουσα, ενώ κανείς δεν της πρέπει, προπορευόμενη, ενώ κανείς δεν αποζητά, ονειρική μήτρα του πραγματικού, αυτής της ανοιχτής πληγής, αυτής της ψυχικής σωτηρίας, αυτής της αχαλίνωτης μπόρας που κανείς δεν προφέρει κι όλοι αναμασούν σαν πλαστελίνη μέσα στον ιδρωμένο ύπνο, μα φτάνει η ώρα να την ομολογήσουμε, ο χρόνος μας σπρώχνει, κι ακούγεται ο άνεμος κι έρχεται η βροχή στη γη εκείνη… κι έτσι το βραδινό σούρουπο περνούσε στο πρωινό χάραμα δίχως να παρεμβάλλεται άλλη διάσταση φωτός ανάμεσα τους, ακολουθώντας ένα σχεδιασμένο φεγγοβόλημα που εκτινόταν σε μια ποικιλία από γκρίζες ανταύγειες, μια σκιά που έφθινε σε φως και ένα φως που παράλλαζε σε σκοτάδι, ένα πελώριο πινέλο, κρεμασμένο απ’ το μάτι του ουρανού, που περιστρεφόταν ανάμεσα σε δυο παλέτες με αποχρώσεις του γκρίζου, βάφοντας την επιφάνεια της γης και τα πρόσωπα των ανθρώπων με την ωχρή αμφιλύκη μιας απέραντης άνοιξης…» (Δημήτρης Τανούδης, αποσπάσματα από το ΣΠΑΣΜΟ  του). Υπερπραγματικότητα η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΟΓΔΟΗ ΗΜΕΡΑ, η συνείδηση «ορατών τε πάντων και αοράτων –προπαντός των αοράτων», αυτών που κανένα μικροσκόπιο ποίησης δεν μπορεί ν’ απογυμνώσει εντελώς αποκαλύπτοντας όλη την αλήθεια τους (κι ας προφυλάσσεται μόνο μ’ ένα φύλλο συκής). «Η Κατάνυξη είναι το κλειδί των αδύτων» αυτής της πραγματικότητας και η Πίστη στη «φωτόχτιστη» υπόστασή της. Μόνο με την Κατάνυξη και την Πίστη «το μυριοκερματισμένο Όλο» (επανα)συντίθεται εις τα εξ ων συνετέθη(;)  
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΟΓΔΟΗ ΗΜΕΡΑ
Μέρα πρώτη
Διαβάτης καιρός δίχως προορισμό
πεζός κοιτά, πεζός τραβά
τον ανήφορο της επιστροφής.
Μέρα δεύτερη
Ο ίσκιος έγειρε δυο βήματα πιο πίσω
ταφόπετρα που πλάκωσε το άγουρο καρύδι.
Κι όμως ωρίμασε.

Μέρα Τρίτη
Αντί για σταυρό κι ευλογία
μια άσπρη πεταλούδα
ήρθε και κάθισε στο κόκκινο λουλούδι,
το κρυμμένο  στην καρδιά του καρυδιού.

Μέρα τέταρτη
Φύσηξε και η πνοή εισπνεύσγτηκε
μα πίσω δεν γύρισε ποτέ.
Έστειλε όμως το χαιρετισμό της.

Μέρα Πέμπτη
Σπάρθηκε το γέλιο της θύμησης
στον κόλπο των ατέρμονων δακρύων.
Πέτρες τα βλέφαρα στο γείσο
της ψυχής που δάγκωσε η πείνα.

Μέρα έκτη
Κραύγασε μέχρι που σώπασε
ο πόνος
δεν άντεχε άλλο τη φωνή του

Μέρα έβδομη
Ανύποπτη η στιγμή
χίμηξε στο άκαιρο των πραγμάτων.
Σωριάστηκε στην αναχώρησή της
τοπεριττό.

Μέρα όγδοη
Άσπιλο το βλέμμα
χώρεσε τη ντροπή
έστυψε τον πόνο του αισχρού
ρουφώντας πύο
μέσα από τις κόρες του
 
Κοινό μυστικό στο ποιητικό σύμπαν πως «δεν είναι ξεκάθαρη συνθήκη η ευτυχία», όπως θα έλεγε και η Κική Δημουλά: «τακτοποιημένη ζωή, άτακτα συναισθήματα».
Όλοι μας έχουμε, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιούμε, και μια άλλη, δεύτερη ζωή, η οποία απαιτεί, παραπονιέται, ενοχλεί. Δηλαδή, ο κατά Μίλτο Σαχτούρη ορισμός της Ποίησης, στην πρωτογενή της έκφραση: «είναι ο μαγικός εκείνος χώρος, στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό». Ο ουρανός με μια έννοια μπορεί να είναι ο Τόπος Προορισμού στο Ταξίδι αυτού της Επιστροφής, που το φτάσιμο όμως εκεί να είναι τελικά μια Ουτοπία. Οι ποιητές έχουν συνείδηση του ανέφικτου της Ουτοπίας, ξέρουν όμως πολύ καλά ότι και χωρίς να την Ονειρεύονται η ζωή αυτή δεν έχει καμιά απολύτως αξία. Γι’ αυτό, με τον ένα ή άλλο τρόπο ποντάρουν όλο τους το είναι, και τις δυο ζωές (την πραγματική και των ονείρων) στην αναζήτηση δρόμου προς τον Ήλιο, έστω και δια μέσου της ποιητικής οδού, έστω κι αν ενεδρεύει σε κάθε του στροφή η Θλίψη, «εύφλεκτο στάχυ», έστω κι αν η τελική εικόνα από το ταξίδι είναι μια «ξέμπαρκη βάρκα… στο άγονο κλήμα της λησμονιάς»:
Η ΜΙΚΡΗ ΧΙΜΑΙΡΑ
Ο δρόμος του ήλιου σε πήρε στο κατόπι
Μία χούφτα θάλασσα ολάκερο τον χώρεσε
Η θλίψη εύφλεκτο στάχυ
Το δάκρυ την πυρπόλησε
Λοξοδρόμησε το κύμα πέρα από την άμμο
Στη στεριανή ξέμπαρκη βάρκα πήγε κι έσκασε
Αλμύρα η θύμηση
Έδεσε άγκυρα στο άγονο κλήμα της λησμονιάς
Απότοκο του ουρανού
Ένας αστερίας φέρει βαρύ το έκθετο του
Χαλάσματα της μνήμης οι κόλποι της μεγάλης χίμαιρας
Η μικρή πιάστηκε στ' αγκίστρι ενός ψαρά
Μιλιούνια τα πουλιά που άραξαν στους ώμους του
Τόσο στενοί - κι όμως τα χώρεσαν

«ΝΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΚΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ»… «ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΟΚΑΣ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ ΠΑΛΙ ΕΥΑΛΩΤΗ» (ΔΙΑΒΑΣΗ ΨΥΧΗΣ ή τελευταίος σταθμός στο ταξίδι της επιστροφής)
Ένας καθρέφτης που σου αντιμιλά, ίσως με τις ίδιες σου τις λέξεις που με τόση μανία του πετάς, λέξεις που φλέγονται από κεραυνούς πτωτικών αισθήσεων κάθε πρωί στο σώμα που το διαβάζεις συλλαβιστά, λυγμοί στο μαξιλάρι πνιγμένοι, είναι κάποιες απ’ τις αρχικές εικόνες στην ποίηση της Ελένης Παπαδοπούλου που παίρνουν πρισματικές διαστάσεις καθώς ο αναγνώστης είναι υποχρεωμένος να τις εντάξει στην  αναπάντεχη αλλά ευρηματική ιδέα της ποιήτριας να «εγκιβωτίσει» τους λυρικούς στοχασμούς της για τα σπουδαία θέματα της ζωής (αγάπη, έρωτας, ποίηση...) στον... «Υπέρηχο Εσωτερικών Διαβάσεων» Σ’ αυτή τη ΔΙΑΒΑΣΗ ΨΥΧΗΣ λοιπόν η Ελένη Παπαδοπούλου μ’ ένα ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο «θηλάζει λαίμαργα» από τον Ουρανό Λέξεων Ψιθύρους Σιωπής και από αυτό το Τίποτα σαν «θρόισμα θαλασσινό» επιχειρεί να προσεγγίζει το άπειρο των σκέψεων και των ονείρων! Ταξιδεύει σε πελάγη μεταφορών και εικόνων ποίησης, «κολυμπάει δίχως βράγχια… στην αλήθεια της γυμνής ψυχής», «πριν το φόρεμά  της το άλλο να φορέσει…», το ενσωματωμένο στις «πλάκες» μιας ακτινογραφίας απενεργοποιημένων πόθων!. Τι γλυκές οι μεταστάσεις των αισθήσεων όταν και η πιο αναίμακτή διάθεσή τους καθαγιάζεται από τον ποιητή που θέλει τους ανθρώπους τόσο πολύ ωραίους που τους αναγκάζει να είναι (τουλάχιστον αυτούς που τον πιστεύουν)! Ως διαβάτης, λοιπόν, ευάλωτος στη μαγεία της Ποίησης, δεν μπορώ παρά να δηλώσω ερωτευμένος με τα μυστικά περάσματα που έχει η ΔΙΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ και να επανέρχομαι ξανά και ξανά στις «Πλάκες» των στίχων κι ως «όρνιο αρπακτικό γυμνό» να συλλέγω νέκταρ το πιο γλυκό από «το άπειρο,.. αυτό το τίποτα», που είναι όμως το παν: γυμνή η όμορφη αλήθεια της ψυχής, εκεί στης ρίμας το στενά, στης Ποίησης τον Υπέρηχο βλέπουμε να σχηματίζεται σταδιακά από υγρά σύμφωνα σύννεφα, πτερόεντα φωνήεντα πουλιά, το έμβρυο-λέξη αμνιακών στιγμών! Ο Ποιητής κόβει το λώρο κι έτσι γεννιέται Ομφάλιο Ποίημα:   «Με την κούραση στα μάτια μιας μέρας που ξεψύχησε σπρώχνω το βλέμμα εντός να προχωρήσει ανυπάκουο ως είναι πάντα  σκοντάφτει σε κάθε μικρούλα αμυχή κι έτσι ευτυχώς αργεί τη λάθρα μου ψυχή γυμνή να δει και πριν το φόρεμά της το άλλο να φορέσει –εκείνο που φτιαχτά την κολακεύει- με μια φωνή υπόηχη  την άμορφη αλήθεια της πίσω να της γυρίσει… Με έχει γονατίσει!.. Εισπνοή βαθιά  μάτια ανοιχτά εντός  πορεία προς τα πίσω  διαβαίνει ψάχνοντας  -άραγε να υπάρχει; - σε ποια σχισμή έχει κρυφτεί για να σωθεί  εκείνο το αχ!  που τόλμησα κάποτε ν’ αγγίξω  όταν για λίγο σώμα του χάρισε μια νύχτα –για λίγο μόνο -  τόσο αντέχουν το εδώ / τ’ από αλλού φερμένα. / Ακόμη διαβαίνει…» [κτερίσματα στίχων από την Τρίτη ποιητική  συλλογή της Ελένης Παπαδοπούλου ΔΙΑΒΑΣΗ ΨΥΧΗΣ, UNIVERSITY STUDIO PRESS εκδόσεις Επιστημονικών Βιβλίων και Περιοδικών  2003]

ΠΛΑΚΑ I «Τι κρίμα! Να σκέφτεσαι τόσα πολλά να κάνεις τόσα λίγα» (Στους διαβάτες)
Στρογγυλεύει η φωνή τον πόνο να χωρέσει
διογκώνοντας τις χορδές
στο μάκρος της ζωής της διασταλμένης.
Ανοίγει διάπλατα το στόμα
να καταπιεί την ηδονή
μα μέσα του βαθιά
το «άλφα» γνωρίζει
δε δύναται να συγκρατεί
είναι για να ξοδεύει
να ταξιδεύει την αρχή
κι εντός της να πεθαίνει.

Βοή του βάθους βρόγχος στο λαιμό  
βουλιάζεις την ανάσα
μα δίχως βράγχια
με μάτια ανοιχτά και χέρια δεμένα
σαν ήμουνα παιδί
ένα κοχύλι που μιλούσε
μου έμαθε να κολυμπώ

να βηματίσω δε νοστάλγησα ποτέ μου

μα βράζει η ψυχή στ’ ασήκωτο το βάρος
των χεριών της
κάθε που τα’ όνειρο ν’ αγγίζει λαχταρά
και βρίθει από «αχ» βουβά

Γλιστρά ο ψίθυρος στην πλάτη της σιωπής
γρατζουνιά από νύχια λεπτά που
βλαστοί σε σώμα ξένο
άλλοτε τη νύχτα ιριδίζουν

κι άλλοτε
κάτω από το βάρος της στιγμής
σπάζουν

κι είναι τότε που φθόγγους
και ρήματα μαζεύω
να ρίξω μια βροχή
πτωτικές οι αισθήσεις
-των αισθήσεων, τις αισθήσεις-
κεραυνοί στη νύχτα φλέγουν τις λέξεις
που το πρωί στο σώμα σου συλλαβιστά διαβάζω

Δωμάτιο σκοτεινό
σταθερός βηματισμός γοργός
στο ρυθμό των φθόγγων
που από το στόμα σου αδέξια ξεφεύγουν

σε κάποιον, νομίζω, πως μιλάς

ξαφνικά το φως ανάβει
-τον πλήρωσες εγκαίρως τελικά το λογαριασμό-
κοιτάζεις γύρω, κανένας

μόνο στο βάθος στη σκοτεινή γωνιά
την ξεχασμένη από το χρόνο
ένας καθρέφτης σου αντιμιλά

ακόμα απορώ πού τις βρήκες
τόσες λέξεις
που με μανία του πετάς

έτσι που η μνήμη μου ατονεί
έτσι που κι εσύ το δρόμο της λήθης παίρνεις
βλέπω μπρος μου ψεύτικα να φαντάζουν
όλα αυτά που κάποτε τα έζησα
αδιάψευστη αλήθεια

κι έτσι απλά
μάταιους φθόγγους ερανίζω
λυγμοί στο μαξιλάρι μου πνιγμένοι

τι το σιχτιρίζεις όλη την ώρα:
δεν φταίει το ζάρι σου, καημένε,
είναι που δεν έμαθες ακόμη
τα πούλια σου πώς να κινείς
 [Ελένη Παπαδοπούλου, αποσπάσματα από την πρώτη ενότητα της συλλογής ΔΙΑΒΑΣΗ ΨΥΧΗΣ εκδόσεις University Studio Press 2003]

ΕΠΤΑ ΑΝΑΤΟΛΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΔΥΣΗ (σαν βγεις στον πηγαιμό για την… ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ (;) στον ποιητικό σου κόσμο
Αυτά είναι τα «παροράματα» ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ, που «αναδύθηκαν» από τις πρώτες αναγνώσεις της ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ!.. (κι είναι ακόμα σε μια διαδικασία «ωρίμανσης» καθώς  επόμενες αναγνώσεις είναι πάντα ενδεχόμενο να αποκαλύψουν κι άλλα επίπεδα του ποιητικού λόγου της Ελένης Παπαδοπούλου). Δύσκολη υπόθεση η εξακρίβωση των προεκτάσεων (προς κάθε κατεύθυνση) που έχει ο πολύτροπος λόγος της. Οι ποιητικοί συμβολισμοί έχουν πάντα μια γοητεία ερεθιστική και είναι ίσως μια πρόκληση για δοκιμές διείσδυσης σ’ όλες τις πτυχές έτσι ώστε το φτάσιμο σε μια ερμηνεία (με εσωτερική πάντα εστίαση) να είναι η λέξη εκείνη που θα λύνει το Αίνιγμα του Ποιητή (όπως η λέξη Άνθρωπος έλυσε το γρίφο της Σφίγγας). Κάποια ερωτήματα παραμένουν και θα επανέρχονται βασανιστικά σε κάθε επόμενη ανάγνωση. Αυτή δεν είναι μια μοναδική ομορφιά Ποίησης: οι στοχασμοί που γέννησε να συνεχίζονται κι όταν το ποίημα θα έχει τελειώσει; Παράδειγμα μοναδικό ο τίτλος μιας ενδιάμεσης συλλογής ΕΠΤΑ ΑΝΑΤΟΛΕΣ και ΜΙΑ ΔΥΣΗ.  Παραβλέποντας την αριθμητική αναλογία (επτά Ανατολές προς μια Δύση) ως μια απλή αντικειμενική/ μαθηματική σχέση, η πρώτη ανάγνωση οδηγεί τα βήματα στα φανερά ή κρυφά εκείνα στοιχεία της ποιητικής τέχνης που θα αποκωδικοποιήσουν ικανοποιητικά την επιλογή των συγκεκριμένων συμβόλων: Η ΑΝΑΤΟΛΗ βέβαια, είναι αναγνωρίσιμη στο βαθμό που λαμπρά μπορεί να παραπέμπει σε στοιχεία που είναι στενά συνυφασμένα με  το αρχικό/αρχέγονο μέρος της ζωής, το Θηλυκό: Έκλαμψη, Χαραυγή, Αναγέννηση, Μήτρα, Γέννα, Εκμυστήρευση, Ανάδυση, Δημιουργία, Ποίηση και τελικά «λαξευμένος Κόλπος που μέσα του κυλούν ανύποπτα τα ρεύματα και Λώρος των απανταχού ορίων» Γιατί όμως πάλι ένα θηλυκό ουσιαστικό, η Δύση,  για το άλλο μέρος, το προεξέχον Αρσενικό; Αν μάλιστα υποθέσουμε ότι με αυτή τη λέξη ο ελεύθερος συνειρμός τρέχει σε καταστάσεις που περιγράφονται από σύμβολα όπως: Τελείωμα, Κατάδυση, Σβήσιμο, Σκοτάδι, Καταστροφή, Τέλμα, τότε το αίνιγμα γίνεται Γόρδιος Δεσμός. «Ανατολής ανατέλλουσας φύτρωσε το αγκάθι, αιχμή που πάνω της ισορροπεί του κόσμου όλου ο πόνος κεντρίζει τον ύπνο μπολιάζοντας τον όνειρα…». Και επείγει η «κατασκευή», τρόπον τινά «Δούρειου Ίππου» που θα κάνει εφικτή την άλωση της «Τροίας;». Όσοι πιστοί προσέλθετε…

κι ο ΑΠΟΗΧΟΣ:  Ανατολής ανατέλλουσας ανάτειλε ο Ήλιος, σκίρτησε η Θάλασσα, θέριεψε το Κλήμα, φύτρωσε τα Αγκάθι, αντήχησε η Κραυγή, ξύπνησε ο Άνθρωπος, χαρίστηκε το Όνειρο… Δύει το ασύλληπτο προσκυνώντας μυστήριο ο Ήλιος
Έχοντας διαβάσει πολλές φορές τις ΕΠΤΑ ΑΝΑΤΟΛΕΣ και ΜΙΑ ΔΥΣΗ, αν ήθελα να αφήσω απ’ έξω τα «Παροράματα Συναισθήματος» που συνειρμικά αποτυπώθηκαν στο προηγούμενο κείμενο καθώς περιπλανιόμουν ελεύθερα στα κύματα των λέξεων των ποιημάτων της Ελένης Παπαδοπούλου, αφήνοντας με αυτό τον τρόπο τα δαχτυλικά αποτυπώματά μου, τώρα που έχω πλέον κλείσει οριστικά το βιβλίο, αφουγκράζομαι την πνοή και την  αλήθεια τους να επιστρέφει ως απόηχος παντοτινά δικός μου! Το βιβλίο πάει έφυγε, οι λέξεις του ποιήματος μένουν:   
Ανατολής ανατέλλουσας ανέτειλε Ο Ήλιος… Το χέρι του στον ουρανό την χαραυγή χαράζει με βέλος που ’ναι αλάθητο κι όταν το στόχο ακόμη τον ώριμο από καιρό μ’ έγνοια δική Του χάνει. Άκριτο είναι το δίκιο Του και η βουλή Του Άγνωστη ερμηνευμένη από εκείνον που καταμεσήμερο το φως το γεύεται τυφλά στην αναγέννησή του… κρούοντας στο φυλλοκάρδι μας το ίχνος του κινδύνου… Στ’ αλλοτινά αντήχησε ο κτύπος της καμπάνας αλλοπρόσαλλος αποτελειώνοντας στην ώρα τους τα’ ανέλπιστα που ήταν χθες, στην τελευτή της η Ανατολή, στη δύση γέρνει ο Ήλιος
Ανατολής ανατέλλουσας σκίρτησε η Θάλασσα, η Θάλασσα λώρος των απανταχού ορίων, της σιωπής προσπελάσιμος  ο βυθόςΕυρύχωρη η μήτρα Της στου κόσμου χωσμένη τα έγκατα, άσπαρτη πάλλεται και δίχως πόνους τα γεννά τα κύματαΣτους λαξεμένους κόλπους της κυλούν ανύποπτα τα ρεύματακαι μ’ ένα κερί βαπτίζουν στην πυρά τη λήθηΤεντώθηκε ως τα πέρατα το αλμυρόλουστο τραγούδι των σειρήνων εκβάλλοντας από τα αυτιά του Οδυσσέα… Παρέλυσε ο θυμός στων κραδασμών της το ρυθμικό νανούρισμα, απορροφήθηκε όχι από το μέγεθος, αλλά από των ειρμών Της την ένταση στην τελευτή της η Ανατολή, στο γέμα, τείνει η Θάλασσα
Ανατολής ανατέλλουσας θέριεψε το Κλήμα νοσταλγώντας τον ώριμο από τα πριν καιρό της συγκομιδής Του. Η ρόγα άγουρο λαχάνιασμα στον στεγνό ανασασμό του μεσημεριού. Σαλεύουν τα φύλλα στου χρόνου το πράσινο άγγιγμα… Πλεκτά-πλεκτά κι αντικριστά τον σέρνει το αμπέλι τον χορό στον ρυθμό του οίνου που βράζει στις φλέβες του… Σταλάζει η δροσιά που σπάει στων ορίων της το φόρτο μουσκεύει φιλώντας τα αχνά τα χείλη για να μεταλάβουν το αίμα στην αργή μετουσίωση του ελπίζει ακέραιο το σώμα… στην τελευτή της η Ανατολή, στην απόσταξή του φτάνει το Κλήμα.
Ανατολής ανατέλλουσας θέριεψε το Αγκάθι αιχμή που πάνω της ισορροπεί του κόσμου όλου ο πόνος κεντρίζει τον ύπνο μπολιάζοντάς τον όνειρα… Άνυδρη η φύση Του στεγνό το δάκρυ Του το πλήρες ενάντια σ’ όλους τους ανήλιαγους καιρούς παλεύει ν’ αντέχει στο όνομα της άκαρπης ακόμη μοναξιάς Του. Γεννιέται μες τα’ Αγκάθι το ρόδο κι όμορφος ανθός μα πώς να τον αγγίξουν σπάνια είναι που γνωρίζουν τα δάχτυλα όχι χωρίς να πληγωθούν, χωρίς να τον πληγώσουν… γκρεμός το διάβα του λογισμού που χώρεσε τις τύψεις… ψάχνοντας για το χάδι που θα δέσει τις αδιάνυστες αποστάσεις, στην τελευτή της η Ανατολή, στο δρόμο του πορεύεται το Αγκάθι.
Ανατολής ανατέλλουσας η Κραυγή… κρατώντας το τέμπο στης ζωής το ακανόνιστο σχήμα. Αντίθετα προς τη φορά του Ανέμου κινούνται οι καλαμιές, για ν’ ακούσουν το μουρμουριστό του τραγούδι στο λίκνισμα επώδυνα αφήνονται ηδονικά κοινωνώντας μυστικά. Προσωπικός ο τόνος της φωνής απ’ τις χορδές των πάντων… Στο απότομο σπάσιμο του καθρέφτη η Κραυγή άκουσε χαράματα το όνομά  της, το φώναξε το βλέμμα νεύοντας με όλα του τα δάχτυλα ανελέητα τη σιωπή… στην τελευτή της η Ανατολή, την ησυχία της τραγούδησε η Κραυγή.
Ανατολής ανατέλλουσας ξύπνησε ο Άνθρωπος… Κραυγάζει να σπάσει της σιωπής τον υμένα, στους κόλπους φτάνοντας μαθαίνει την υπομονή το σπέρμα, επτάμηνη η κυοφορία που γέννησε τη Λέξη… Κληματαριές τα όνειρα στον Ήλιο απλωμένα ωριμάζουν, σκιάχτρο που διώχνει πέρα τα διαβατάρικα πουλιά ο φόβος έδιωξε του τρύγου τα χέρια, ανέγγιχτα τώρα σαπίζουν. Θαλάσσιες στην παλάμη οι γραμμές της μοίρας ταξιδεύουν τον χρόνο παραβλέποντας τις συνθήκες του καιρού… Ήλιοι τα μάτια που καθρεφτίζουν τον έρωτα, βροχή τα χείλη που τον κρεμούν να βλαστήσει εντός  τους, στην τελευτή της η Ανατολή, στα όλα χυμένος ο Άνθρωπος!
Ανατολής ανατέλλουσας χαρίστηκε το Όνειρο της νύχτας στην ημέρα, κλεισμένα σφιχτά τα μάτια που ατένισαν φωτερά στον ύπνο τους σκοτάδια… Δεν την είδε ποτέ κανείς του Ήλιου τη σκιά μα περπατούσε εδώ χάμω ολόρθη γυρεύοντας  καθημερινά ποιο από τα σώματά μας απέμεινε ως τα τώρα δικό της. Ανδρικό το πρόσωπο ή άραγε ήτανε γυναικείο που φόρεσε στολίδι ένα γέλιο; ονειρεύονταν το φιλί, τα δυο για να σμίξουνε στο ένα τον εαυτό τους. Τις σιωπές του ένα παιδί στον ουρανό μετρούσε… Στο φως λουσμένα υπήρξαν μια φορά τα Πάντα… τελεύτησε η Ανατολή, την αρχή του βρήκε το Όνειρο
Δύει το ασύλληπτο προσκυνώντας μυστήριο ο Ήλιος με την ελπίδα της επόμενης μέρας τον παρηγορείη Θάλασσα… Ανείπωτα φυλάχτηκαν τα λόγια του ανοιξιάτικου πρωινού, ρόδια σπασμένα στο κατώφλι του νέου χρόνου που έμεινε αδιάβατο. Ρέει μα δεν πίνεται το νερό της ζωής… στέρνα η μήτρα που το κράτησε την Ανατολή να αναβλύσει δροσερή… Δύουν και τα Όνειρα για να ανατείλουν άλλα, δύουν και οι Ανατολές μα εδώ δεν έρχεται ποτέη Νύχτα.

κι άλλα ποιήματα της Ελένης Παπαδοπούλου (κι από τις τρεις συλλογές της) με ΚΛΙΚ εδώ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου