Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ, Ο ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΑΣ ΤΡΩΕΙ ΦΩΣ ΚΑΙ ΒΓΑΖΕΙ ΜΕΤΑΞΙ ΓΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ:

Τα ποιήματα, για το Γιάννη Κοντό είναι μια θάλασσα που ταξιδεύει ερωτευμένες εικόνες. Είναι τοπία αθέατα, χρώματα και λέξεις σε μια διαρκή γιορτή της ζωής που, παρά τον ζόφο της σκουριάς, εξακολουθεί να δροσίζει. Σαν τον μυστηριώδη και αινιγματικό θαυματοποιό ενός περιπλανώμενου θιάσου βγάζει από το καπέλο του στίχους και τους ρίχνει στην αγκαλιά μας, δηλαδή στην ψυχή μας, προσέχοντας μην τραυματίσει το φως. Του αρέσουν οι εκπλήξεις. Γι' αυτό τα ποιήματά του είναι ανατρεπτικά. Επινοούν το απίστευτο και με γενναιοδωρία συνομιλούν με το απλό και μοναχικό. Η φωνή του Γιάννη Κοντού απέκτησε κατά τη διάρκεια της σαραντάχρονης ποιητικής του διαδρομής (από την ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ και το ΧΡΟΝΟΜΕΤΡΟ της δεκαετίας του 1970 μέχρι την προ πενταετίας ΣΤΑΘΜΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ) μιαν ένταση την οποία είναι σε θέση να αναγνωρίσει αμέσως ακόμα κι ένα μετρίως εξασκημένο αφτί. Τον Απρίλιο του 1992 εκδόθηκε μια επιλογή ποιημάτων του με τον τίτλο: ΟΤΑΝ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΕΝΑ ΤΥΜΠΑΝΟ. Το 1999 κυκλοφόρησε άλλη μια ανθολόγηση (από τον ίδιο) αντιπροσωπευτικών ποιημάτων του με τον εμβληματικό τίτλο ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ με 20 χαρακτικά του Γιάννη Ψυχοπαίδη.  Στο μεταξύ ο ποιητής Γιάννης Κοντός βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1998) για τη συλλογή του Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ. Και το 2009 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού του έργου.  Συλλογές επί συλλογών, λοιπόν ωστόσο σ’ όλες τις συνεντεύξεις του υπογραμμίζει με έμφαση:  «Ένα ποίημα μια ζωή…» Και στο ερώτημα ποιος θα ήταν ο τίτλος αυτού του ποιήματος της ζωής του, απαντάει: Ο τίτλος του είναι συνδυασμός όλων των τίτλων των βιβλίων μου! Γιατί, όταν λέω όλα αυτά τα χρόνια, ότι γράφω ένα ποίημα, εννοώ μία συνεχή ροή εικόνων και λέξεων που είναι τόσο συνδεδεμένα μεταξύ τους και όλη η προσπάθεια φέρνει ως αποτέλεσμα ουσιαστικά ένα ποίημα. Όσο για το θέμα – μα τα θέματα στην ποίηση και την Τέχνη γενικότερα είναι τρία-τέσσερα. Αυτά όλοι δουλεύουμε, αλλά ο καθένας με τον δικό του και μοναδικό τρόπο. Γιατί, όταν σωρεύεις (εμπειρίες, χρώματα, έρωτες, περιπέτειες, πολιτικές, διάφορους φόβους, γνωριμίες, προδοσίες, κάποιες συναντήσεις που δεν ξεχνάς ποτέ κ.α.), κι όλα αυτά γίνονται η μνήμη σου που ανακατεύεται με τα καθημερινά, προκύπτει ο λόγος σου, εν προκειμένω το Ποίημα, ένα ποίημα μακρύ και ατέλειωτο, μια κουβέρτα και με αυτό τυλίγεσαι τα κρύα βράδια.. Είναι πράγματα και μυστήρια που είναι μαγικά και δεν εξηγούνται αλλιώς.  Χωρίς εμμονές δεν γίνεται έργο. Αν δεν σου τη «βαρέσει» επάνω σε ορισμένα θέματα ή εικόνες δεν «στοιχειώνεις», δεν φαντάζεσαι. Να σας αναφέρω ένα απλό παράδειγμα. Όπως πέφτει το φως την τάδε ώρα του απογεύματος, προβάλλεται μέσα σου ένα συγκεκριμένο πρόσωπο κι έτσι σε σένα, στον εγκέφαλό σου, αυτή η έμμονη εικόνα κινητοποιεί τον μηχανισμό της γραφής. Επαναλαμβάνω και υπογραμμίζω: χωρίς εμμονές δεν γίνεται έργο.  Γι’ αυτό κάθε βιβλίο έχει το χρόνο του, την ωρίμανσή του, το άρωμά του. Εξάλλου η Ποίηση είναι ένας ζωντανός οργανισμός που τρέφεται με αγάπη και μεγάλες αποστάσεις μοναχικότητας!.. Μη ξεχνάτε και τούτο: πολλές φορές οι ποιητές είναι η συνισταμένη και αυτοί μόνο εκφράζουν έναν λαό, ένα έθνος και οι καλλιτέχνες υπερβαίνουν την Ιστορία και τα γεγονότα. Γι’ αυτό το θαύμα της Τέχνης είναι ένα ανεξήγητο μυστήριο και ανάγκη του ανθρώπου, ένα σκοτεινό και μαζί φωτεινό αντικείμενο του πόθου μας για έκφραση και επικοινωνία. Εν κατακλείδι ό,τι λέμε γύρω από αυτά είναι λόγια του αέρα, το Ποίημα μετρά» [και άλλες κριτικές και αποσπάσματα από συνεντεύξεις με ΚΛΙΚ στην εικόνα MUNCH Edvard]

(μαγική εικόνα χωρίς εικόνα) ΚΟΙΜΑΣΑΙ ΜΕ ΣΤΟΜΑ ΓΕΜΑΤΟ ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΒΡΟΧΕΣ: σ’ ακούω  με όλους τους πόρους μου να τρέχεις σε ξένες πόλεις, με ρούχα χάρτινα κάνοντας ένα θόρυβο που προμηνύει μεγάλη θάλασσα. Επιστρέφω στο κλειστό κύκλωμα της ζωής μου. Στο κανάλι σιωπή. Ταριχευμένες κινήσεις: μια καρέκλα μετακινείται χωρίς λόγο, ένα κρεβάτι κυλάει στο δρόμο. Στον τοίχο προβάλλεται η ίδια μαγική εικόνα –δεν μπορώ να ξεχωρίσω τον κυνηγό…  Με γλώσσα γομολάστιχα σβήνεις στίχους και πόλεις. Περιγράφεις με τα χέρια γέφυρες και δάση. Ανεβαίνω και ξεχνιέμαι στα μισά. Γυρίζεις στο σώμα -γενικά στο σώμα- δεν θέλω να βλέπω, να ακούω τα σημάδια που κάνει ο γύψος στο λαιμό σου. Οι κοιλιές μας φωτισμένες από έντερα "νέον", το σεντόνι έτοιμο για την αποκαθήλωση, τα μαλλιά ήδη στον γκρεμό. Πεφιλημένη νύχτα η σπηλιά της μασχάλης. Η φλέβα τινάζει εικόνες και φωνές. Τα μάτια ανοιχτά κοιτάνε πέρα από το χρόνο το σκελετό -το σκάφανδρο [Η ΛΥΠΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ και Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΣΜΟΥ, δυο ποιήματα από τις ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ την ανθολόγηση του Γιάννη Κοντού, εκδόσεις Κέδρος 1999
  
Λίγα λόγια για τον ποιητή Γιάννη Κοντό (από τον ομότεχνό του Γιάννη Βαρβέρη)

Ο Γιάννης Κοντός είναι μια από τις πιο πρωτότυπες και δυναμικές φωνές της λεγόμενης «Γενιάς του 1970», και μάλιστα από το πρώιμο στάδιο της. Δημιουργικά και αφομοιωτικά διδαγμένος από τους μεταπολεμικούς επιφανείς προγόνους τους Τάκη Σινόπουλο και Μίλτο Σαχτούρη, πέτυχε να παρακάμψει την αναλυτικότητα του πρώτου ή τις κλειστοφοβικές εμμονές του δεύτερου και να τις αντικαταστήσει με την καιριότητα του απροσδόκητου και τον εναγκαλισμό όλων των εξωτερικών μορφών της πόλης και της ζέουσας καθημερινότητας. Ο Κοντός δημιούργησε με τα χρόνια, είτε μέσα από ποιητικές πρόζες είτε μέσω συνήθως σφιχτών ευρηματικών ποιημάτων, το αποτύπωμα του σύγχρονου κόσμου που μας περιβάλλει, αντιπροσωπευμένο από τα τραύματα-εμφανή και αφανή- του ποιητικού "εγώ" του. Ενώ στην επικράτειά του, εικαστική, χρωματική, κυκλοφορούν ελεύθερα, σχεδόν γεναιοδώρως ασύδοτα, όλα τα πρόσωπα, τα πράγματα, τα παλιά ονόματα, οι ιδέες, τα ζώα, τα φυτά, οι μνήμες, οι έρωτες, τα δωμάτια και τα αδιέξοδά τους, ο Κοντός τα συστεγάζει αριστοτεχνικά, αλλά μόνον κατ' επίφαση σουρρεαλιστικά. Ναι, ο υπερρεαλισμός τον τροφοδοτεί στην εικονοποιία του, στους συντακτικούς ή γλωσσικούς του ακροβατισμούς, καμιά φορά και στην ίδια του τη σύλληψη, δεν είναι όμως ο αληθινός πατέρας και οδηγός του.
Θα 'λεγα ότι τα κύρια ατομικά στοιχεία που περισσότερο τον προσδιορίζουν είναι ένα είδος προωθημένης, "οικείας" προφορικότητας στον ποιητικό του λόγο καθώς και συχνά μια μελαγχολικά εκφερόμενη στοχαστικότητα θυμοσοφικής τάξης. Ο Κοντός είναι μεν οικείος, δεν αυτοβιογραφείται όμως ποτέ. Ψήγματα μόνο απ' τη ζωή του ή τις πρόδηλες φοβίες του παρουσιάζονται στο ποιητικό υλικό, που έχει σχεδόν πάντα φαντασιακό πυρήνα. Έτσι, η γραφή του γίνεται ανάλαφρα και μαζί δεσποτικά εξωστρεφής. Μ' αυτό τον τρόπο ο αναγνώστης σαγηνευτικά "παγιδεύεται" ανάμεσα στον ατομικό λυρισμό του ποιητή και στη συλλογική μας φρίκη που εκείνος ζωγραφίζει, συνήθως μ' ένα ακαριαίο, απρόοπτο διάβημα.
Ο φιλμικός χαρακτήρας πολλών ποιημάτων, συνδυασμένος με τις τελειοποιημένες πια τεχνικές ενός ταχυδακτυλουργού της εννοιολογικής ανατροπής, συχνά προσφέρει σε θραύσματα βίου και με τον δραματικότερο τρόπο την αδυσώπητα παράλογη μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου:
«Άνοιξες την πόρτα και μετά
άλλη κι άλλη και βρέθηκες
στο κλουβί με τα λιοντάρια.
Είπες: Θεέ μου, τι γυρεύω εδώ;
Εγώ πήγαινα στην τουαλέτα»
Συλλογικό ακατανόητο πεπρωμένο, ανεντόπιστη η ευθύνη. Αυτή δεν είναι η εποχή μας; Ο Κοντός μας παρηγορεί με μια ποίηση φανατικά ανθρωποκεντρική. Δείχνει στο σημερινό άνθρωπο, που έχει τώρα βάναυσα εξωθηθεί στην περιφέρεια, ότι αυτός ο άνθρωπος και η οδύνη του θα είναι πάντοτε το αληθινό μας κέντρο και η απαστράπτουσα ψυχή μας.
ΤΟ ΑΝΑΧΩΜΑ
Σβέλτο κορμί ανεβαίνει –σχεδόν πετάει- με τα μαλλιά  της μαύρα νερά και στην κοιλιά χάδια χθεσινά. Το χώμα μόλις προλαβαίνει να πάρει το εκμαγείο του αστραγάλου –γιατί, όπως είπαμε, πετάει- η σκόνη γίνεται πάνω της θάλασσα. Κάνει κινήσεις πρώιμης κολυμβήτριας. Οι σχισμές της ανθίζουν από την προσπάθεια. Τα μάτια ίσια στην κορυφή. Ο ήλιος, κάθετος, έχει εξατμίσει όλες τις σκιές. Δυο τρεις απλωτές ακόμη και φτάνει. Ρίχνει τους γάντζους της φωνής και είναι πάνω στην επίπεδη επιφάνεια και χορεύει το χορό του χαλκού –λες και βγήκε το φεγγάρι-
(Σε κρατάω σφιχτά στο χιόνι του ύπνου)
[από τη συλλογή ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ]

ΑΛΛΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΝΤΟΥ:
Για τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο, ο Γιάννης Κοντός είναι ένας ποιητής-μύστης, ο οποίος γνωρίζει όσο κανείς άλλος ίσως, να ανακαλύπτει και να μετατρέπει, μέσα σε έναν κόσμο που τον έχουν κατασκευάσει άλλοι ερήμην μας και τον οποίο εμείς βιώνουμε αναγκαστικά, όλη αυτή τη φρικώδη πραγματικότητα σε ποίηση υψηλής πράγματι ποιότητας και αξίας.
Η ποίηση του Γιάννη Κοντού, επισημαίνει ο ποιητής και δοκιμιογράφος Θανάσης Νιάρχος, στο σύνολό της δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας διάλογος, φαινομενικά αυθαίρετος, υπερβολικός, ανάμεσα στα πιο ετερόκλητα πράγματα. Ένας διάλογος όπου η ευσέβεια παίρνει τις πιο απροσδόκητες μορφές της προπέτειας, του ναρκισσισμού και της αυθάδειας, ενώ η αναρχικότης και η βίαιη αντικοινωνικότητα ντύνονται ένα σχεδόν καλογερίστικο ένδυμα. Μια ποίηση που κινείται διαρκώς ανειρήνευτη, που καταλαβαίνεις ότι ετοίμαζε την έκπληξη ενώ όμως έχεις υποστεί το ράπισμά της.
Πολλοί χαρακτηρίζουν τη σημερινή ποίηση απροσπέλαστη και αυστηρά προσωπική. Ποια είναι όμως  η γνώμη του Γιάννη Κοντού γι’ αυτό;  Αυτοί που υποστηρίζουν αυτά δεν έχουν δίκιο, απαντάει.  Η ποίηση και η Τέχνη γενικότερα, όλα αυτά τα χρόνια που ζω και πολύ πριν, εξελίσσεται, πειραματίζεται και ανανεώνεται. Γιατί οι τέχνες πάντα προχωρούν, πολλές φορές χωρίς να τις παρακολουθεί ιδιαίτερα ο πληθυσμός μιας χώρας. Εξάλλου, μην ξεχνάτε ότι αυτοί που επικοινωνούν έχουν προδιάθεση, είναι αυτό που θέλουμε, οι εν δυνάμει αναγνώστες. Να προσθέσω ότι χρειάζεται παιδεία και εξοικείωση με την ποίηση, θέλει: κλειδιά, χρωματισμούς, ρυθμούς. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα. Πόσοι επικοινωνήσανε με τον Ρεμπό στην εποχή του και με τον ουσιαστικό και δύσκολο Διονύσιο Σολωμό; Όμως όλοι μιλάμε και γράφουμε την ίδια γλώσσα. Μην ξεχνάτε και τούτο: πολλές φορές οι ποιητές είναι η συνισταμένη και αυτοί μόνο εκφράζουν έναν λαό, ένα έθνος, και οι καλλιτέχνες υπερβαίνουν την Ιστορία και τα γεγονότα. Εντέλει, το θαύμα της Τέχνης είναι αναγκαίο στον άνθρωπο.
«...Να έχεις ελεύθερες λέξεις στο σπίτι,
να σου κελαηδούν, να φεύγουν οι μανταρινιές
από τον παράδεισο και να ζηλεύει η γειτονιά.
Έτσι απλά είναι όλα». (Γιάννης Κοντός, «Το ορφανοτροφείο των λέξεων»)

«Η στάθμη του σώματος στο μικρό ποίημα» (αποσπάσματα από συνεντεύξεις του ποιητή)
Το ποίημα είναι ένα και αδιαίρετο. Όμως υπάρχουν μικρά και μεγάλα ποιήματα σε έκταση. Είναι σαν να κρατάς μια χειροβομβίδα, σκάει και σε ακρωτηριάζει. Έτσι πρέπει να νιώθει ο καλλιτέχνης όταν πιάνει λέξεις με γυμνά χέρια. Είναι αυτό που λέει ο Σεφέρης: «Τ' είναι Θεός. Τι μη Θεός. Τι τ' ανάμεσό τους». Ή όταν φυτρώνει το χορταράκι και ένα μυρμήγκι το βλέπει θεόρατο δέντρο. Αυτό που λέμε μικρό ποίημα, σου δημιουργεί την ανάγκη του ελάχιστου, να φύγουν τα περιττά, να απογυμνωθεί. Αλλά τις πιο πολλές φορές είναι εσωτερική ανάγκη του δημιουργού. Ξέρετε και τα δύο έχουν νερό, αλλά όλα γίνονται κάτω από την πίεση της στιγμής, που μπορεί να είναι ένας χρόνος. Διάβαζα πριν χρόνια μεταφράσεις του Εζρα Πάουντ από τον αείμνηστο Κώστα Κυζηράκο. Στο τέλος, στις σημειώσεις για ένα ποίημα -διηγείται ο Πάουντ- ήταν το ποίημα μια σελίδα και διορθώνοντας και κόβοντας έμεινε ένας στίχος και λίγο από κάτω του μεγάλου αυτού δασκάλου. Αυτά τα πράγματα δεν εξηγούνται γιατί είναι συνδυασμός: σώματος, φαντασίας, αίματος, βλέμματος, αφής και ενός μυστήριου χρώματος (κάτι ανάμεσα σε μπλε, γκρι και αίμα σφαγμένου ταύρου!). Όσο για το μικρό ποίημα, πλέει σαν ξυλαράκι στη θάλασσα. Εξάλλου είναι ανάγκη μέχρι πού θα πάει το χέρι σου γράφοντας. Πολλές φορές οδηγείται να κάνει οικονομία στις λέξεις.  Άλλες φορές είναι το ακαριαίο που σε σώζει από τα περιττά. Στο μικρό οι λέξεις μεγεθύνονται, αποκτούν άλλες διαστάσεις, αλλάζουν χρώματα, είναι τραχιές, είναι συνάμα βελούδινες. Υστέρα, οι δυο-τρεις στίχοι του ποιήματος σου μένουν. Είναι εγκαυστικοί στο νου. Μπορεί τις νύχτες να σου αγγίζουν τον ώμο ο Ρεμπό και ο Καβάφης, γι' αυτό να παραλογίζεσαι και να βγαίνουν μικρά τα ποιήματα. Μπορεί να φταίει το μέγεθος του χαρτιού. Δεν είναι παραδοξολογία ότι πολλές φορές το μέγεθος του χαρτιού ορίζει και το μέγεθος του ποιήματος. Κάθε μέρα στα ποιήματα αυτά είναι τ' Αϊ-Γιαννιού και ανάβουνε φωτιές. Είναι τα σινιάλα για την άλλη ζωή. Τα ποιήματα αυτά είναι πρακτικά. Θυμίζουν καθημερινά εργαλεία δουλειάς: κατσαβίδια, πένσες, μαχαίρια, λίμες κ.ά. Και όλα αυτά να τα έχει ρίξει στη γη ο θόλος του ουρανού. Είναι και που μιλάνε οι στίχοι τις νύχτες και σε παρασύρουν σε αρχαιολογικούς χώρους, σε ανασκαφές νωπές και σε σπασμένα μυροδοχεία. Πώς σε χτυπάει κατάστηθα το μικρό ποίημα, σαν σφαίρα αυτοκτόνου. Και το σώμα γέρνει και βαραίνει στη ζυγαριά του ουρανού. Τεχνικές δεν υπάρχουν. Το τυχαίο και η πείρα κυριαρχούν. Δεν ξέρω γιατί αυτή η έρημος κινείται σαν θάλασσα. Μετά σε δένει ένα σκοινί με αυτά τα ποιήματα και δεν ξεκολλάς ποτέ. Χωρίς υπερβολή, συνομιλείς με τον θάνατο. Τι ανηφόρες, τι βουνά, τι δάση πέρασα παρέα με το σκύλο μου τον Ροκ, για να βρω αυτά τα ποιήματα, να τα καθαρίσω από τα πούπουλα και να τους δώσω ζωή. Σε όλα αυτά τα ποιήματα-σπίρτα προσπάθησα να ζεσταθώ τον χειμώνα και πλάι μου ήσουνα εσύ που οδηγούσες το χέρι μου. Μέσα από αυτές τις σκοτεινές λέξεις πλησίαζα τον Θεό. Οι αποστάσεις μικραίνουν ή μεγαλώνουν αναλόγως. Κι όπως γράφει ο Σικελιανός: «και το μακρά και το σιμά για με πια είν' ένα». Μια ψιλή βροχή πέφτει. Σιγά- σιγά σβήνουν οι φωτιές, έρχεται η νύχτα και τα άγρια του δάσους κοιμούνται ήσυχα στις φωλιές τους. Τα ποιήματα ξαγρυπνούν, μικρές κίτρινες πεταλούδες πάνω στο σώμα σου. [τάδε έφη Γιάννης Κοντός και επιβεβαίωση των λεγομένων του τα παρακάτω αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΟΣΤΑ, 1982]:

ΠΛΕΝΕΣΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΝΕΡΑ ΠΟΥ ΤΡΕΧΟΥΝ ΠΟΤΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΜΗΛΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ
6
Πολλοί άνθρωποι άσπρισαν
γύρω μου. Γίνανε ασβέστης.
– Με την κιμωλία τους
γράφω ποιήματα –
8
Τα ρούχα μας μπερδεμένα
στην καρέκλα, μοιάζουν
φίδια σε οργασμό.
9
Αυτές οι βυζαντινές κοπέλες
που βλέπω κάθε μέρα
επαληθεύουν τους εσπερινούς
και τα κυπαρίσσια.
21
Πρωί -πρωί χιλιάδες μικρά κορίτσια
με ποδήλατα τρέχουν σε κατηφόρες
ανεμίζοντας ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου
26
Κυρίως είμαι κηπουρός στις πέτρες
40
Τυλιγμένη στην εσάρπα σου
μοιάζεις με ψάρι σε δίχτυ.
– Από τα τελευταία της αποξηραμένης
λίμνης, με τα πράσινα νερά –
51
Τρέχεις, σε κυνηγάνε εικόνες πήλινες.
Σπάζεις τον καλαμένιο φράχτη
και βρίσκεσαι σε άλλη χώρα.
Όπου άλλοι άνθρωποι, άλλα
ονόματα, άλλη γραφή –χάλκινη.
93
Ξύπνησα με κοντά παντελονάκια.
Κρατούσα με σπάγκο τον ουρανό
και πήγαινα και έκλαιγα.
107
Καθόμαστε στο πάτωμα
(στο μαύρο χόρτο)
πλάτη με πλάτη.
Φεύγεις. Στη θέση σου
μια μεγάλη σπηλιά,
βγάζει ζεστό αεράκι
του μέλλοντος.
121
Τα λόγια μου αρνιά
που γίνονται πέτρες
βόσκοντας το χόρτο
της επιθυμίας σου.
129
Αυχενικό σύνδρομο: τα κάρβουνα των φιλιών και ο ασβέστης της νύχτας δημιουργούν αυτό το πέτρωμα στα όνειρα. Ύστερα τυφλώνεσαι. Δηλαδή θέλεις και βλέπεις ένα πρόσωπο. Στο τέλος μένεις μόνος με τους κυματισμούς του πονοκεφάλου και τους σοφάδες των λέξεων

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ ΣΥΖΗΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΠΑΣΑΜΙΧΑΛΗ (συνέντευξη που αναρτήθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΠΟΙΕΙΝ):
«Εγώ δεν έχω ούτε αυτοκίνητο, ούτε κινητό. Είμαι εναντίον αυτών των πραγμάτων. Όχι ότι δεν χρειάζονται, αλλά αυτό που βλέπουμε κάθε μέρα, που καταντάει χυδαιότητα, όλοι οι άνθρωποι άνδρες, γυναίκες, παιδιά, εργαζόμενοι, οι πάντες, με ένα τηλέφωνο στο αυτί, να λένε σχεδόν βλακείες, αυτό είναι φλυαρία. Και δείχνει και τη μοναξιά των ανθρώπων που θέλουν να επικοινωνούν συνεχώς, γιατί όταν είναι μόνοι τους δεν έχουν να σκεφτούν κάτι και θέλουν να μιλάνε, να λένε μπλά- μπλα-μπλα...» δηλώνει σε συνέντευξη του  ο ποιητής Γιάννης Κοντός, μια από τις πιο δυναμικές φωνές της λεγόμενης γενιάς του ’70, που δεν κρύβει τα λόγια του και δεν διστάζει να έλθει σε αντίθεση με το ρεύμα, όπως εν τέλει οφείλουν οι ποιητές. Ο ίδιος ομολογεί: «Εγώ είμαι ευτυχισμένος με τη μοναξιά μου. Η μοναξιά είναι για μένα επιλεγμένος τρόπος ζωής, όπου δεν είμαι μοναχός μου, ούτε μοναχικός. Τη μοναξιά ξέρω και τη δαμάζω. Βέβαια όλα αυτά είναι συνδεδεμένα με τη λογοτεχνία που είναι μία μεγάλη συντροφικότητα. Σκέφτομαι τις λέξεις, τους στίχους, παρατηρώ τα πρόσωπα στο δρόμο και αυτά μου δημιουργούν τα ποιήματα, μου δημιουργούν τα βιβλία».
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, η ελληνική γλώσσα, η οικονομική κρίση, αλλά και ο υπερκαταναλωτισμός των νεοελλήνων είναι ανάμεσα στα ζητήματα που επισημαίνει παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είναι απαισιόδοξος ποιητής, ούτε αντιμετωπίζει τη σύγχρονη ζωή με υπεροψία και μιζέρια. Είναι ενδεικτική η άποψή του για την λογοτεχνία των blogs την οποία αρκετοί ομότεχνοί του έχουν σπεύσει να απορρίψουν. Όπως παρατηρεί: «Ξέρω πολλούς νέους που γράφουν στα blogs και ανάμεσά τους ξεχωρίζουν κάποιοι πάρα πολλοί καλοί ποιητές, που έχουν αναφορές συγγενικές με τη γενιά του ’30. Όλα αυτά τα παιδιά, δουλεύουν αετόνυχα τα Μέσα της τεχνολογίας, αλλά το εργαλείο τους στη λογοτεχνία, είναι η γλώσσα».
Πώς βλέπει όμως ο ίδιος τη ψηφιοποίηση των βιβλίων και την διεύρυνση του ρόλου του διαδικτύου; «Νομίζω ότι η σχέση του βιβλίου με τον άνθρωπο είναι ερωτική. Εγώ γράφω ακόμη με μολύβι για λόγους αντιστάσεως. Τώρα είναι μοντέρνο να γράφεις σε υπολογιστή, όπως μοντέρνο ήταν στην αρχαία Αίγυπτο να γράφουν σε πάπυρο, αντί να γράφουν σε πέτρα. Όμως με την αλλαγή δεν χάθηκε η λογοτεχνία, απλώς άλλαξε το μέσον. Το πρόβλημα λοιπόν και σήμερα δεν είναι να αλλάξει το μέσον, το πρόβλημα είναι να μην χαθεί η λογοτεχνία».
Η δυναμική στάση του Γιάννη Κοντού στη σύγχρονη ζωή προβάλλει ξεκάθαρα και στην τελευταία του ποιητική ζωή με τίτλο «Ηλεκτρισμένη πόλη» με την οποία «φωτίζει» την Αθήνα. Ο ίδιος διαπιστώνει: «Εγώ δεν είμαι απαισιόδοξος ποιητής είμαι αισιόδοξος. Όμως μερικές φορές τα στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου, φέρουν μία απαισιοδοξία. Η «Ηλεκτρισμένη Πόλη» έχει ηλεκτρισμό, που δεν είναι μόνο ο βολταϊκός, είναι ο ηλεκτρισμός, που έχουν τα αισθήματα, οι άνθρωποι, οι σχέσεις μεταξύ τους και η δυναμικότητά τους».
Ποια είναι τα σημεία της σύγχρονης ζωής που του προκαλούν απαισιοδοξία; «Το απαισιόδοξο είναι ότι οι συμπολίτες μας μεταπολεμικά καταναλώνουν τρελά, αγοράζουν συνεχώς αυτοκίνητα, κάνουν ταξίδια άνευ λόγου και αιτίας. Δεν βλέπετε τι γίνεται τα σαββατοκύριακα, με όλα αυτά τα τεράστια τζιπ που οδηγούν νέοι και γέροι και γυρνούν γύρω από το Κολωνάκι ή τη Θεσσαλονίκη, για να επιδειχθούν; Εξ ού και αυτά τα δάνεια των Χριστουγέννων. Όλο αυτό κόβει τις διόδους επικοινωνίας με τον πολιτισμό. Ποια είναι η υπαρξιακή αγωνία ενός μέσου ή και κατώτερα αμειβόμενου να παίρνει δάνειο και να πηγαίνει για Χριστούγεννα στη Χονολουλού; Καταλήγει κωμικό. Δηλαδή ο μπακάλης με τη μπακάλισσα, που είναι κατά τα άλλα αξιοπρεπέστατοι άνθρωποι, να πηγαίνουν στη Χονολουλού!… Να κάνουν τι;»
Θα υπάρξει ανάκαμψη και αν ναι, με ποιο τρόπο; «Η ανόρθωση θα έλθει μόνο πνευματικά. Εγώ πιστεύω στις πολιτιστικές αρετές και δεν είμαι υπέρ του χρήματος και υπέρ της εμπορευματοποίησης των πάντων. Το εμπόριο είναι από μόνο του καλό. Ο ελληνισμός επιβίωσε στο πέρασμα των χρόνων από το εμπόριο. Τώρα όμως το πράγμα έχει ξεφύγει. Υπάρχει υπαρξιακό κενό. Υπάρχει ένας στρατωνισμός ζωής που φέρνει μία κατανάλωση, μία ομαδοποίηση, μία έλλειψη γούστου. Ο αμερικάνικος τρόπος ζωής για τους Αμερικάνους ήταν πολύ όμορφος, ιδίως παλιότερα. Μετατοπιζόμενος όμως στην Ευρώπη, χαλάει».
ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ «Καταιγίδα»: Έπιασε το πόμολο της πόρτας και ένιωξε τέτοια μοναξιά, που έσκυψε και φίλησε το κρύο σίδερο. Ξέρετε, τα πόμολα γνωρίζουν πολύ καλά να ξεχωρίζουν το χέρι του κυνηγημένου από το χέρι του καλού αστού. Κυνηγημένος και στάζοντας αίμα άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα στο σκοτάδι, τη στιγμή π' ακούγονταν απ' το ραδιόφωνο ένας σκοπός – «τάχα τι να γύρεψαν στα χλομά σου μάτια» - (συμπληρώνοντας έτσι το σκηνικό της καταιγίδας του). .

Μικρό εξόδιο για τον Γιάννη Κοντό: Ο ποιητής, οι χρόνοι και οι φόβοι του (του ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ)
Κάρβουνο ο ουρανός και η οδοντόβουρτσα του πεθαμένου περιμένει. / Ο φίλος μου / από το ιατρείο του κάτω κόσμου / μου τηλεφωνεί. Μου στέλνει φάρμακα, / μου στέλνει ποιήματα. Ο φίλος μου, ο επιζών.
Στο ποίημα αυτό από τη συλλογή Οστά, του 1982, ο Γιάννης Κοντός έχει ήδη μπροστά του ανοιγμένο ορθάνοιχτα το πεδίο της ποιητικής ωριμότητας. Αναφέρεται, για όσους μπορούν να αναγνωρίσουν το βιωματικό αποτύπωμα της αφήγησής του, στον μεγάλο του φίλο, τον ποιητή Τάκη Σινόπουλο, τον γιατρό, τον δημιουργό της ποιητικής σύνθεσης του "Επιζώντος" που μόλις πριν από ένα χρόνο έχει απέλθει. Επισκέπτεται το σπίτι του στον Περισσό, μπαίνει στο μπάνιο και βλέπει αφημένη βιαστικά την οδοντόβουρτσά του σαν όντως να περιμένει να ξαναχρησιμοποιηθεί! Και με έναυσμα αυτή την άκρως ρεαλιστική εικόνα, ενεργοποιείται η ποιητική φαντασία και σκηνοθετεί με πολύ λιτά και ακαριαία μέσα μια στιγμιαία νέκυια, έναν σύντομο υπερβατικό διάλογο, αντιστρέφοντας τον ρόλο του ομηρικού Ελπήνορα και καλώντας τον ίσκιο του πεθαμένου του φίλου. Τον αποκαλεί "επιζώντα" -να ένας μικρός, λαθραίος ηθικός και σε προέκταση πολιτικός υπομνηματισμός, που όμως υπογραμμίζει το είδος των εστιασμών της ποίησης του Κοντού-, γιατί ο Σινόπουλος επέζησε από τη λαίλαπα του μεταπολέμου για να γράψει, σε ώριμη πια ηλικία, τη  Νύχτα και την αντίστιξη (1959), όπου και το ποίημα του "Επιζώντος", αλλά και την πιο σημαντική ελεγεία για τον εμφύλιο, τον Νεκρόδειπνο - το ανάποδο ας πούμε του διθυραμβικού Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη. Με μια έννοια λοιπόν ο "επιζών" μέσω της ποιητικής ενόρασης εξακολουθεί να νοιάζεται για όσα και όσους άφησε πίσω του, γι' αυτό και δεν παύει μέσω της δημιουργού φαντασίας να του τηλεφωνεί, να του στέλνει φάρμακα αλλά και ποιήματα. Ενέργειες δηλαδή που ήταν καθημερινές και συνηθισμένες ενόσω ζούσε ο Σινόπουλος και συνιστούσαν ένα μέρος της μεταξύ τους οικειότητας, της υικής σχέσης με τον νεότερο που έμεινε πάντοτε τέτοια.
Πόση όμως εμπειρική ικανότητα υπάρχει σ' αυτή τη μικρή νέκυια -ανάλογά της θα βρούμε και άλλα αρκετά στην ποίησή του-, ώστε να μπορεί ο Κοντός να ξεφλουδίζει την αοριστία της αρχικής εντύπωσης και να κρατάει γυμνό τον ζωτικό της πυρήνα! Με τέσσερις - πέντε συνάλληλες εικόνες αναπαριστάνει σαν σε απολύτως πραγματικό ψηφιδωτό την αγαπημένη μορφή που δεν υπάρχει αλλά, από την άλλη μεριά, δεν παύει να υπάρχει. Σ' αυτό, την ασθματική ένταση της διαδοχής των εικόνων, σ' αυτή την πυκνότητα έκφρασης των αισθημάτων, που πολλές φορές έπαιρνε στην ποίησή του έναν τραχύ, άγριο ρυθμό, που αιφνίδια όμως έφτανε σ' ένα ελάχιστο ξέφωτο ερωτικής ευδίας, νομίζω δεν τον έφτασε κανείς από τους συνομίληκους ποιητές του 70.
Πρέπει να προσέξω τη μοναξιά μου. / Μερικές φορές στα ενδιάμεσα των δαχτύλων και στα χαλίκια των ματιών / βγαίνει το χορτάρι της φωνής σου
Το έργο του Γιάννη Κοντού, ποιητικό, πεζό ή δοκιμιακό, είναι από τα πιο χαρακτηριστικά της ποιητικής γλώσσας και θεματικής του μοντερνισμού που συναντούμε στην ομάδα ή τη γενιά του '70. Το κλειστό περιβάλλον της πόλης, η άσφαλτος, οι εσωτερικοί σκοτεινοί χώροι του σπιτιού που γίνονται σκοτεινοί χώροι της μέσα, ψυχικής ζωής, ο διαρκώς ματαιωμένος έρωτας, έξω ο ουρανός μελανιασμένος, διαπεραστικοί και άναρθροι ήχοι, σκιώδεις και φασματικές υπάρξεις που πηγαινοέρχονται με δαιμονική ταχύτητα, όπως σε ασπρόμαυρες κινηματογραφικές ταινίες του Γκρίφιθ. Και από την άλλη, η γλώσσα του Κοντού: ο ευφάνταστος λόγος του, η διαβρωτική του σάτιρα, η κριτική στάση του που ξεπερνάει τις πολιτικές σχηματοποιήσεις και απευθύνεται, με μια κραυγή απόγνωσης σαν αυτή του πίνακα του Εντβάρ Μινχ, σ' έναν κόσμο έκπτωσης, ερήμωσης και απανθρωποποίησης.
Στις πρώτες συλλογές του, έως το 1980 περίπου, με επιδράσεις από την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, του Τάκη Σινόπουλου και του Νίκου Καρούζου, ο λόγος του Κοντού είναι έντονα κρυπτικός και σκοτεινός, αποδίδοντας αφενός τη νεανική, ρομαντική αίσθηση του κλειστού ορίζοντα και της αδυναμίας επικοινωνίας, αφετέρου την απελπισμένη στάση του απογυμνωμένου από ψευδαισθήσεις ανθρώπου ο οποίος διαπιστώνει συνέχεια τη φθορά και την τερατουργική παραμόρφωση της καθημερινότητας, προσπαθώντας, πανικόβλητος, να ξεφύγει από αυτήν. Η ποιητική αναγωγή σε ένα ασταθές σύμπαν απειλής και τρόμου πραγματοποιείται με μικρές, αιχμηρές εξπρεσιονιστικές εικόνες, με ελλειπτικές ενδοαφηγήσεις, οι οποίες δένονται μεταξύ τους σαν κομμάτια ενός ακένωτου και ακατανόητου εφιάλτη, που από όραμα και όνειρο περνάει και γίνεται παρούσα μοίρα.
Φέτος δεν φόρεσα καθόλου γάντια. / Τα πιάνω όλα με γυμνά χέρια / Πάει και ο φόβος του τετάνου / Με γυμνά χέρια κάνω τους λογαριασμούς. / μέσα από σπασμένο μάτι τα βλέπω όλα αυτά / και δεν πρόκειται να γυρίσω πίσω. / Προβάλλεται η ζωή μου- η ζωή σας / στο πανί αργά ή γρήγορα / με κάτι χαρακιές φως- φωνές ερωτικές / και αυτό είναι -και τέλος.
Η σχηματοποίηση αυτή υπάρχει και στα επόμενα στάδια του έργου του Κοντού. Η εμμονή του ποιητικού εστιασμού του να αναδεικνύει, ενίοτε αυτοσαρκάζοντας, την αίσθηση του αποκλεισμένου και στερημένου από τις ζωοποιές δυνάμεις ανθρώπου, την αίσθηση του δύσκολου να κερδηθεί έρωτα, την αγωνία από την καταστροφή της άλλοτε ευστάθειας, έτσι όπως υψώνονται γύρω του οι απαγορεύσεις από ένα σύμπαν ακατανόητο και ξένο, έχει ασφαλώς και ένα νόημα πολιτικής ηθικής. Με τη διαφορά όμως ότι ο αποκλεισμός του ανθρώπου δεν είναι απλώς κοινωνικός αλλά βαθύτερος, οντολογικός. Οι περσόνες τού Γιάννη Κοντού από την πλευρά αυτή μοιάζουν πολύ, είναι αδελφικές θα μπορούσα να πω, με τις περσόνες του Μίλτου Σαχτούρη, με τα ανδρείκελα εκείνου, με τον αρχετυπικό "τρελό λαγό" του. Όπως εκείνες, έτσι κι αυτές κινούνται με μια νευρωσική ένταση, μεταλλάσσονται συνεχώς με μια υδραργυρική ταχύτητα. Πώς λοιπόν να παλιώσει η καλή ποίηση; Δεν πάει χέρι - χέρι με την εποχή;
«Η ξηρασία των εποχών»
Το μελαχρινό σου πρόσωπο ακουμπάει στο χώμα. Ο ουρανός πολλές φορές είναι μέσα στη γη, προσποιείται το σπόρο, τη ρίζα· από κει βγαίνουν παλιά τραγούδια και αγκαλιές —ας λένε ό,τι θέλουν οι μουσικολόγοι—. Άσπρο του δωματίου, άσπρο του ματιού. Σαν να μην είμαι εγώ, που τρίβω χρόνια την πλάτη μου στο φεγγάρι και ο καρυοθραύστης της νύχτας σου τσακίζει τις εικόνες και τα μάτια. Πόσο θα αντέξουν οι φλέβες τον πολιτισμό — τον τροχό; Φαντάσου να μην ήμουνα εντοιχισμένος, με το φαρμάκι στο στόμα, αλλά ελεύθερος όπως τα ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού —ο ίδιος δεν το ήξερε και έλιωνε μες στα μαύρα ρούχα του—.
(Μετράω τα δάχτυλά μου και τα βρίσκω παρά πέντε.)
Από τη συλλογή Ανωνύμου μοναχού (1985)

Ζεσταίνω τα αυγά της πολιτείας, βλέπουν οι κάτοικοι μερικούς εφιάλτες. Αυτά είναι όλα που κάνω - τα άλλα είναι ψέματα. 
Κάτι από τη λογική της νεανικής άρνησης παρέμεινε μέχρι το τέλος απείραχτο μέσα του, αφού δεν έπαψε ποτέ να νιώθει όπως ένιωθε κι όταν ξεκινούσε: πώς να σφαλίσει κανείς την πόρτα μπροστά σε όσα τρέχουν προκλητικά τριγύρω του, παραπέμποντας σε μια βαριά νοσούσα πραγματικότητα; Μια πραγματικότητα που αποτελεί διαρκή πηγή μόλυνσης ικανή να απειλήσει και να διαπεράσει τα πάντα; Ο παρανοϊκός λόγος των καθημερινών σχέσεων, η συντριβή της μνήμης της παιδικής ηλικίας όταν κατακλύζεται από την εμπειρία της ενήλικης ζωής, οι πολύμορφες παγίδες του έρωτα, οι μικρές και οι μεγάλες υποχωρήσεις έναντι παντός είδους απαιτήσεων, η αργή και αθόρυβη ανθρωποφαγία έχτισαν με τα πιο σκληρά υλικά την ποιητική πραγματικότητα του Κοντού. Ο κόσμος ο οποίος στοιχειώνει τη σκηνογραφία των ποιημάτων του είναι ένας σαφώς μοχθηρός, αν όχι και απροκάλυπτα εχθρικός κόσμος. Ένας κόσμος με αποσκελετωμένες κοινωνικές, πολιτικές και ηθικές αξίες, όπου το Εγώ μάταια αγωνίζεται να σταθεί κάθε τόσο στα πόδια του. Καχύποπτος απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας ή ιδεολογίας, με ρημαγμένη την πίστη του, καθώς και με ένα ισχυρό αίσθημα πτώσης και ματαίωσης, ο ποιητής έχει μία και μοναδική λύση: να διακωμωδήσει αγρίως (μέχρι και να χλευάσει ασύστολα) τον περίγυρό του, να δείξει με το στραβό του γέλιο, το οποίο γρήγορα θα παγώσει στα χείλη, όλες τις μαύρες τρύπες που κρύβουν τα κατά συνθήκην ψεύδη μιας κοινωνίας αφημένης στην ευκολία και τον εφησυχασμό (ακόμα και όταν έχουν ενσκήψει πελώρια αδιέξοδα), να ταράξει με τα λόγια του την ακίνητη, λιμνάζουσα επιφάνεια των πραγμάτων, να διαπομπεύσει εν τέλει όλα τα προσχήματα.

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΣΟΥ ΩΜΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΦΑΡΑΓΓΙ ΓΕΜΑΤΟ ΠΕΤΡΕΣ ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΑΠΟ ΜΕΤΑΞΙ (ανθολογία ποιημάτων απ’ όλες τις ποιητικές συλλογές του Γιάννη Κοντού με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο):
http://deepunctum.blogspot.gr/p/blog-page_96.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου