Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

ΤΟΠΙΑ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ, ΑΜΕΙΛΙΚΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ με ΜΕΛΩΔΙΚΗ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ:

Η Αγγελική Σιδηρά, με δέκα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της, είναι η ποιήτρια των μικρών πραγμάτων, της άδολης αγάπης και της ανθρώπινης ζεστασιάς. Με την ποίησή της μας ξεναγεί στα άδυτα της ψυχής της, μιας ψυχής τρυφερής, ευγενικής, ευαίσθητης. Στους σφυρηλατημένους στίχους της συναντάμε την απλή αγαπημένη ποίηση των καθ’ ημάς, διατυπωμένη με επιμελημένο αυθορμητισμό και ρέουσα ευαισθησία. Μια αρμονική συμφωνία λέξεων και συναισθημάτων. Στην ποίηση της Σιδηρά ελλοχεύει η αιώνια αντιπαράθεση Έρωτας – Θάνατος, καθώς και η αναζήτηση του Θείου. Τα ποιήματά της συχνά διακατέχονται από μελαγχολική διάθεση, που πηγάζει από επώδυνες σχέσεις, αποξένωση, μοναξιά, απώλεια αγαπημένων προσώπων, μεταφυσική αγωνία. Αυτό που τελικά θριαμβεύει είναι ο βαθύς στοχασμός, θρεμμένος από την πλατιά της καλλιέργεια και τα ποικίλα πολιτιστικά βιώματα, που αποτυπώνονται και στα ποιήματά της μέσα από την παρατηρητική ματιά της στα ανθρώπινα.  Διεισδύει ερευνητικά στην ανθρώπινη ψυχή κι αφουγκράζεται αισθήματα κι επιθυμίες, που τις περισσότερες φορές έχουν τη σφραγίδα του ανικανοποίητου και της ματαίωσης. Δε θα ’λεγες όμως ότι κυριαρχείται από  απαισιοδοξία.  Κινητήριος δύναμη της πένας της είναι η κυνική πραγματικότητα. Καταστάσεις καθημερινές και πολύ συνηθισμένες, πρόσωπα γνωστά και στιγμές ιδιωτικού βίου, μπαίνουν κάτω από τη ματιά της και μας δίνει εικόνες απόλυτα αναγνωρίσιμες [σχολιο της Αγγελικής Βουλουμάνου – ART by VHM ALEX Intolerance]



Με τη συλλογή ΚΟΝΣΕΡΤΟ ΣΤΗ ΔΡΕΣΔΗ  (Νεφέλη 2004) η Αγγελική Σιδηρά μάς έδωσε μια ελεγεία για ό,τι έχει χαθεί, για αγαπημένα πρόσωπα που έφυγαν από τη ζωή, για τη «γυάλινη μπάλα», την εφήμερη ύπαρξη, η οποία διαβαίνει από το φως στο σκοτάδι. Αλλά και στη συλλογή ΑΜΕΙΛΙΚΤΑ ΓΑΛΑΖΙΟ (Κατστανιώτης 2007) επανέρχεται στα προσφιλή της θέματα με τρόπο λιγότερο πειθαρχημένο, αποφεύγοντας την ομοιοκαταληξία ακόμα και σ «εκείνα τα ποιήματα στα οποία η συναισθηματική φόρτιση είναι μεγάλη. Η ελευθερία στον στίχο τής δίνει την άνεση να κινηθεί σε τοπία διαφορετικά και αντιφατικές συναισθηματικές καταστάσεις». Οι απόντες από τη ζωή εξακολουθούν να βρίσκονται στην ποιητική μνήμη, ενώ το παρελθόν ξαναζωντανεύει μέσω των μικρών και ασήμαντων στιγμών της καθημερινότητας, εκείνων που έρχονται και παρέρχονται τόσο γρήγορα, ωστόσο προλαβαίνουν να αφήσουν το γλυκό τους άγγιγμα:

ΠΑΣΧΙΖΩ ΝΑ ΞΑΝΑΠΛΑΣΩ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΑΕΡΙΝΕΣ ΜΠΟΥΚΛΕΣ ΚΑΠΝΟΥ, ΙΡΙΔΙΣΜΟΥΣ ΑΠΟ ΜΠΑΛΟΝΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ:
Θα σε θυμάμαι πάντοτε
ημέρες γιορτινές.
Με γκυ, μελομακάρονα και κάλαντα.
Θα 'ρχεσαι μεσ' από ένα σύννεφο
με σερπαντίνες, κομφετί
απάχης, καουμπόυ, πιερότος.
Μετά με βάγια
κόκκινα αυγά, πυροτεχνήματα.

Όμωε θα μένω πάντα με την απορία:
Πώς έτσι ξαφνικά μια  μέρα
μπέρδεψες τα έθιμα;
Παραμονές των Χριστουγέννων
φακίρης ντύθηκες
και στο λεπτό τον εαυτό σου εξαφάνισες;

Τι ήτανε λοιπόν;
Πάσχα; Χριστούγεννα; Απόκριες;
Πάντως έτσι κι αλλιώς
ήτανε σίγουρα μέρα γιορτής.
Μια Κυριακή…

( ή αλλού) ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΕ ΑΡΑΙΑ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑΤΑ ΠΙΣΤΕΥΑ ΠΩΣ ΕΝΙΩΘΑ ΜΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΑΝΑΛΑΦΡΗ ΣΑΝ ΤΟ ΠΑΙΞΙΜΟ ΤΩΝ ΒΛΕΦΑΡΩΝ:
«Μόνη μου στο Σινέ Παλλάς
μ' εσένα πάντα πλάι μου να λείπεις
να καπνίζεις χαμογελώντας περιπαικτικά
στην κάθε απαγόρευση.
Ο θάνατος μοιάζει να μη σε αφορά
καθώς γλιστράς με αμφιβολία
τ' άυλα δάχτυλά σου
στο άδειο, παγωμένο χέρι μου.
Ο Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ χαμένος
μέσα στη ρεπούμπλικα
και τη μακριά του καμπαρντίνα
τινάζει τις στάχτες του τσιγάρου του
δίχως διόλου να νοιάζεται κι εκείνος
που δεν είναι ζωντανός.
Βρέχει στο έργο και συ βήχεις ασταμάτητα.
Ο ηθοποιός παράφορα την Μπέργκμαν αγκαλιάζει
κι ένα ρίγος ανάμικτο
τρόμου και πόθου με διαπερνά.
Σκύβεις, κάτι μου ψιθυρίζεις
όμως δεν μπορώ ν’ ακούσω
τόσο που δυναμώσανε τον ήχο
και θυμώνω που διακρίνω
ξένες φωνές κι εκμυστηρεύσεις άλλων
ακόμα και της θάλασσας τον παφλασμό.
Της θάλασσας που εισβάλλει ορμητική
να σε διεκδικήσει πάλι .
Πώς να τη συγχωρήσω
που δεν είναι καν γαλάζια.
Ασπρόμαυρη ταινία και η ζωή
κάποιες φορές απ’ το λευκό
στο μαύρο ολισθαίνει
οριστικά.

Στέρεος ποιητικός λόγος, που από ποίημα σε ποίημα μεταμορφώνεται μέσω καινούργιων εικόνων, αν και συχνά τα θέματα παραμένουν ίδια: η απουσία του άλλου, το κενό, το γρήγορο πέρασμα του χρόνου, η φθορά και ο θάνατος, η δύναμη της μνήμης. Εδώ παρουσιάζεται και μια μεταστροφή της ποιήτριας, η οποία δείχνει να πλησιάζει χώρους μεταφυσικούς με όρους θρησκευτικούς, μολονότι δεν φαίνεται να είναι προσηλωμένη σε δογματικές αλήθειες. Τουλάχιστον ακόμη, ο κόσμος αυτός δεν παίζει ρόλο ερμηνευτικό, δεν δίνει τις απόλυτες απαντήσεις. Η αντίθεση: κίνηση -ακινησία αποδίδεται μέσω εικόνων που έχουν αντληθεί από κλασικά γλυπτά και τα οποία αντικατοπτρίζουν από τη μια κάθε τι ζωντανό και από την άλλη τους νεκρούς. Το κενό, το πουθενά, η ακινησία παρουσιάζονται ως καταστάσεις στο μη χρόνο ή μήπως στο χρόνο όπως τον βιώνουμε, αλλά μας ξεφεύγει και άρα ισοδυναμεί με το τίποτε, με τον αέρα:

ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΓΑΛΜΑΤΩΝ ΜΕ ΜΑΘΑΝΕ ΝΑ ΕΚΤΙΜΩ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ:
Κινήσεις παγωμένες εσαεί
στη λαξεμένη πέτρα
δίχως ελάχιστη απόπειρα συνέχειας.
Η Αφροδίτη καταδικασμένη
στην αιώνια ομορφιά της
αφηρημένα ν’ ατενίζει στο κενό
έναν μικρό απόντα Ερωτιδέα.
Συνεπαρμένος από μια νίκη ανέφικτη
ο ηνίοχος στο πουθενά να κατευθύνει
το ακλόνητο στο χρόνο άρμα του
κι ο Μωυσής στο Βίνκολι
να σείει ασταμάτητα τις στήλες
με μιαν οργή, μιαν απειλή
για πάντα αδιάλλακτες.
Και μόνον η κοιμωμένη κόρη
να συνεχίζει συνεπής στο μέλλον της
-προβάλλοντας παράφορα την κίνηση
που στους αιώνες θα διανύει εκείνη-
την Ακινησία.

Αλλά πότε με κεκαλυμμένη πίκρα πότε με παραμυθική διάθεση, που αντλείται από τη θρησκευτική παράδοση, η «αφηγήτρια» απευθύνεται στα παιδιά, τα οποία ακόμη, ευτυχώς, ζουν στην ευδαιμονία της ψευδαισιακής αθανασίας. Τρυφεροί τόνοι μετατρέπουν την απόγνωση σε συμβουλή, την απογοήτευση σε γλυκιά αναμονή.
Η ποίηση της Σιδηρά ξεπηδά από την εμπειρία και την ψυχική διάθεση, η οποία αναγνωρίζει και ελέγχει όσα συμβαίνουν. Και αυτό διαπιστώνεται από την καθαρότητα του ύφους, από τη συνέπεια των εικόνων, που συνομιλούν με τη σκέψη και το συναίσθημα. Ο κοφτός λόγος διαθέτει αυθεντικότητα και γι' αυτό άλλωστε δεν έχει ανάγκη από υπερβολές και αφαιρετικές «τρίλιες». Η γήινη φωνή της ποιήτριας αγγίζει και συγκινεί τον αναγνώστη. [Σχόλια της Χρύσας Σπυροπούλου για τη συλλογή της Αγγελικης Σιδηρά ΑΜΕΙΛΙΚΤΑ ΓΑΛΑΖΙΟ, εκδόσεις Καστανιώτη 2007]

«Αγαπώ και φοβάμαι το φως. Συνήθως αγαπώ ό,τι φοβάμαι. Τη θάλασσα,  τον έρωτα, κυρίως το φως. Αυτό που δίνει υποσταση στη λεπτομέρεια» (Θερινό Ηλιοστάσιο).
Διάλεξα αυτούς τους δύο στίχους από τη συλλογή της Αγγελικής Σιδηρά ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ (εκδόσεις Καστανιώτη και Διάττων 2011), επειδή εκφράζουν χαρακτηριστικά τη δυνατότητά της να μεταπλάθει ευρηματικά την προσωπική της αλήθεια, τον στοχασμό ή την παρόρμηση. Το ότι η ποιήτρια αποκαλεί τη σκληρή πραγματικότητα φως, αυτό δεν αλλάζει σε κάτι την αλήθεια, ότι η ποίηση είναι άδολη και μαζί επαναστατική. Πάνω από όλα όμως, αναπόφευκτα παράλογη, καθώς ο ποιητής «βάζει στη γλώσσα εκείνο που εκείνη δεν λέει ποτέ κατά τρόπο φυσικό» (Jean Cohen). Η ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ, η δέκατη ποιητική συλλογή της Αγγελικής Σιδηρά, περιλαμβάνει 47 ποιήματα χωρισμένα σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη (Η Φαντίνα και οι άλλες) αντιστοιχεί η κατάθεση προσωπικών σημειώσεων-αναγνώσεων αναφορικά με γυναικεία πρόσωπα, στα οποία η ποιήτρια αναζητεί μια κυρίαρχη ιδιότητα που την εκφράζει.
ΤΖΕΗΝ ΕΫΡ
Σε φωνάζω
μ’ όλη μου την ψυχή
μα δεν μ’ ακούς.
Να ξεπηδήσεις μέσα από τα κύματα
όπως εκείνος  ξετιτάχθηκε
απ’ τις φλόγες.
Κι εκείνη ύστερα πώς αφογκράστηκε
μίλια χιλιάδες πέρα
το κάλεσμά του!
Ενώ εσύ μονάχα πέντε χρόνια μακριά
κι ούτε που γνέφεις.
Τυφλός αργότερα
και την αισθάνθηκε στο πλάι .
Τζέην! ψιθύρισε
όπως κι εσύ στα όνειρά σου με καλείς
όμως δεν έχω σαν εκείνη
όνομα εύηχο κι ελκυστικό.
Ντρέπομαι και τινάζομαι.
Ανάβω το δικό σου πορτατίφ.
Σε λίγο, το ξέρω κι ας  λείπεις
θ’ αλλάξεις πλευρό:
Κοιμήσου! νυσταγμένα θα μου πεις
η ώρα πέρασε
και θα διαλέξεις πάλι το σκοτάδι.
Στη δεύτερη, ομότιτλη της συλλογής, ενότητα κυριαρχεί το στοιχείο της γνώσης, που ο μόνος τρόπος να αποκτηθεί δεν είναι παρά η μακροχρόνια και καταπονητική άσκηση του νου μέσα στις ποικίλες εκδοχές της. Μια φωτογραφία στο λευκό μάρμαρο, με πεντακάθαρα γραμμένο το όνομα, θα επισημάνει ό,τι η ποιήτρια αποκόμισε από «την παράφορη συγκίνηση της πρώτης συνάντησης, την άνοιξη που επέμενε να μοσχοβολά υποσχέσεις και την ομορφιά του εφήμερου και της αμφιβολίας»
ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Ένιωθα μια παράφορη συγκίνηση
σαν τότε, στην πρώτη μας συνάντηση.
Είχα ντυθεί όπως σου άρεσε.
Φούστα κόκκινη, κλος
και μπλούζα μαύρη εφαρμοστή
που μεσ’ απ’ το βαθύ της ντεκολτέ
λιποτακτούσε λες, το ίδιο
παλιό ένοχο πάθος.
Είχα τελείως λησμονήσει σε ποιο σημείο
ακριβώς θα με περίμενες.
Έτσι περιπλανιόμουνα ξανά και πάλι
στα στενά πλακόστρωτα δρομάκια.
Ο ήχος των βημάτων μου
ερχόταν πίσω, προξενώντας μου
μια ταραχή, μιαν αγωνία
μη δε σε βρω, μήπως και διασταυρωθώ
με κάποιο πρόσωπο γνωστό και προδοθούμε.
Η άνοιξη γύρω επέμενε
έρωτα να μοσχοβολά  και υποσχέσεις.
Το αεράκι ανάλαφρο
τις μνήμες αναμόχλευε
φέρνοντας πίσω αδιάκοπα
τους βιαστικούς αθετημένους όρκους μας
κι οι σκόρπιες παπαρούνες
επισφράγιζαν την ομορφιά του εφήμερου
και της αμφιβολίας.
Ξαφνικά μέσα από μια συστάδα δένδρων
ξεπρόβαλε παρείσακτος  και ξένος
ένας φοίνικας.
Τότε σε είδα.
Είχες γεράσει τόσο
που ίσως δεν θα σ’ ανεγνώριζα.

Όμως κάτω από τη φωτογραφία
στο λευκό μάρμαρο
ήταν γραμμένο πεντακάθαρα
το όνομά σου
Στην τελευταία ενότητα (Ο κύκλος των εποχών) η χαμηλόφωνη ποίηση της Σιδηρά προβάλλεται αναδρομικά σαν εικόνα που πλάστηκε για την ίδια της την ύπαρξη, καθώς η θέαση των πραγμάτων δίνει τον τόνο σε ατομικές στιγμές. Διαβάζοντας την ποίηση της Αγγελικής Σιδηρά έχουμε την εντύπωση ότι ατενίζουμε το βάθος της ψυχής της. Και ξαφνικά διαπιστώνουμε ότι είναι η δική μας ψυχή που απλώνεται στο οπτικό πεδίο μας. Είναι εκείνη που μας ατενίζει [Τα σχόλια για την ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ της Αγγελικής Σιδηρά έκανε η  Νένα Κοκκινάκη]
ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ: Ι. ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ
Ξημερώνοντας η γιορτή σου, Αναστασία
Σκέψου πως διανύσαμε
την πιο μεγάλη νύχτα.
Σκέψου, πόσα και πόσα όνειρα
πασχίζαμε κάποτε να στοιβάξουμε
μες στο πηχτό σκοτάδι
ενώ καραδοκούσε ανελέητο το φως
τόσων και τόσων ημερών κατοπινών
να ματαιώσει.

Κι εμείς φαντάσου
πώς στριμωχτήκαμε
σε μια ζωούλα τόση δα
ενώ το άμεσο μέλλον μας υπονομεύει
η αέναη διάρκεια
Η απειλή; Η υπόσχεση;
της πιο μεγάλης νύχτας.

ΙΙ. ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ
Ήξερε ο Βιβάλντι
ποια εποχή
διάλεξε να υμνήσει περισσότερο.
Ήξερε ο Διάκος
που μοιρολογούσε:
Για δες καιρό που διάλεξε…
Φευγάτη παπαρούνα η ζωή
σμίγει με του κυπαρισσιού τη θαλερότητα
η αιχμηρότητα του αγκαθιού
με το βελούδινο της πασχαλιάς.
Αγάπη, προδοσία, όλα
δίκαιη μοιρασιά
η μέρα με τη νύχτα.

ΙΙΙ.  ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ
Αγαπώ και φοβάμαι το φως.
Συνήθως αγαπώ ό,τι φοβάμαι.
Την θάλασσα, τον έρωτα, κυρίως το φως.
Αυτό που δίνει υπόσταση στην λεπτομέρεια.
Όταν ορμάει στο δωμάτιο αδίστακτο
τα πρωινά καθώς δειλά
ανοίγω τα παντζούρια.
Μαζί αισθάνομαι το βλέμμα του Θεού
ν’ απλώνεται στ’ άδυτα της ψυχής μου.
Εκτίθεμαι σ’ εκείνον
όπως η κάμαρα στον ήλιο
βιάζομαι μετά, θέλω να σκοτεινιάσει
να κρυφτώ στον ύπνο μου.
Αυτή τη λειψή νύχτα
ο τρόμος θα ξημερώσει πιο νωρίς
όταν απ’ τα σεντόνια τιναχθώ
ακούγοντας τον ήχο
της γρήγορης ανάσας μου
σαν κτύπος ρολογιού να επαναλαμβάνεται
στο άδειο σπίτι.


IV. ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ
Πέφτουν τα φύλλα, πέφτουνε
Ίσως γιατί το δέντρο τόσο τ’ αγαπά.
Ίσως για να τα νοσταλγήσει
όταν γυμνό ριγήσει στα ραπίσματα
του ανελέητου βοριά.
Σε λίγο θα ξεθυμάνει σε κλάμα
ο καύσωνας του Αύγουστου
και χείμαρρος δακρύων θ’ αυλακώσει
το στεγνωμένο πρόσωπο της γης.
Όμως ακόμα είναι καλοκαίρι
Και μια υπόνοια μονάχα ανεπαίσθητη Χειμώνα.
Είναι μεγάλο κρίμα
να την διεκδικούν
με ίσια δικαιώματα
το φως και το σκοτάδι.

Η ΜΕΛΩΔΙΚΗ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΣΙΔΗΡΑ:  
Με την Αγγελική Σιδηρά μας συνδέει το ίδιο μικρό όνομα και η αγάπη για την τέχνη με όποια μορφή εκφράζεται. Μας συνδέει και κάτι ακόμα. Μου έχει εμπιστευτεί να ερμηνεύω με την κιθάρα μου τα μελοποιημένα ποιήματά της από τον συνθέτη Θοδωρή Ξυδιά, αδιάλειπτα τα τελευταία χρόνια σε κάθε παρουσίαση του έργου της, δίνοντας σ’ εμένα τη συγκίνηση να μετέχω στην τέχνη της και στα τραγούδια της, που δεν υπάρχουν ηχογραφημένα, την ευκαιρία ν’ ακούγονται σε κοινό.
Στην ποίηση της Σιδηρά ελλοχεύει η αιώνια αντιπαράθεση Έρωτας – Θάνατος, καθώς και η αναζήτηση του Θείου. Τα ποιήματά της συχνά διακατέχονται από μελαγχολική διάθεση, που πηγάζει από επώδυνες σχέσεις, αποξένωση, μοναξιά, απώλεια αγαπημένων προσώπων, μεταφυσική αγωνία. Αυτό που τελικά θριαμβεύει είναι ο βαθύς στοχασμός, θρεμμένος από την πλατιά της καλλιέργεια και τα ποικίλα πολιτιστικά βιώματα, που αποτυπώνονται και στα ποιήματά της μέσα από την παρατηρητική ματιά της στα ανθρώπινα.  Διεισδύει ερευνητικά στην ανθρώπινη ψυχή κι αφουγκράζεται αισθήματα κι επιθυμίες, που τις περισσότερες φορές έχουν τη σφραγίδα του ανικανοποίητου και της ματαίωσης. Δε θα ‘λεγες όμως ότι κυριαρχείται από  απαισιοδοξία.  Κινητήριος δύναμη της πένας της είναι η κυνική πραγματικότητα. Καταστάσεις καθημερινές και πολύ συνηθισμένες, πρόσωπα γνωστά και στιγμές ιδιωτικού βίου, μπαίνουν κάτω από τη ματιά της και μας δίνει εικόνες απόλυτα αναγνωρίσιμες.

Έτσι, στις δύο πιο πρόσφατες συλλογές της, ΑΜΙΛΕΙΚΤΑ ΓΑΛΑΖΙΟ και ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ, η Αγγελική Σιδηρά υπογράφει 54 ποιήματα που αποτυπώνουν στιγμιότυπα της προσωπικής της ζωής και αντανακλάσεις του εσωτερικού της κόσμου με τρόπο που σε κάνει να τα αισθάνεσαι δικά σου. Το ταλέντο της Σιδηρά είναι ότι παρατηρεί τα γεγονότα απαλλαγμένα από το όποιο υλικό μεγαλείο τους και το ογκώδες γήινο διακύβευμά τους και τα περιορίζει στην αγωνία του πρωταγωνιστή.
Ο λόγος της βαθιά ανθρώπινος και εξομολογητικός, συχνά σε δεύτερο ενικό πρόσωπο, σε κάνει κάποιες φορές να νιώσεις σχεδόν ανοίκεια, σα να κρυφακούς κι όμως να μη μπορείς να κάνεις διαφορετικά παρά να συνεχίσεις να θέλεις ν’ ακούς, γιατί η ποιήτρια έχει το χάρισμα, παίρνοντας τις σωστές αποστάσεις, να μοιράζεται το όποιο βίωμα μαζί σου.  Έχει επίσης την ευχέρεια να μεταπλάθει όλα τα μικρά και τα μεγάλα του κόσμου της σε λόγο ποιητικό, ειλικρινή, άμεσο, γυμνό από φκιασίδια, εμπιστευόμενη την καλλιτεχνική παρόρμηση και την εσωτερική της φωνή.  Κατορθώνει να υφαίνει μύθους γύρω και από τα πιο παράδοξα πράγματα ή γεγονότα, καθιστώντας τα πιστευτά και οικεία.

Επιτελεί έτσι τη μέθεξή μας με την τέχνη της φέρνοντας την ουσία του λόγου της σε γνώριμες καταστάσεις, προσεγγίζοντας επίσης άλλες μορφές τέχνης όπως η πεζογραφία, η ζωγραφική, η μουσική.

Στο ΑΜΙΛΕΙΚΤΑ ΓΑΛΑΖΙΟ, οι στοχασμοί της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ γίνονται τίτλοι των ποιημάτων της Αγγελικής Σιδηρά και μέσω ενός υποθετικού διαλόγου μαζί της, μας ταξιδεύει τόσο σε δικές της θάλασσες, όσο και στους ωκεανούς της μεγάλης συγγραφέως.


Στην ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ, ηρωίδες από την παγκόσμια λογοτεχνία δίνουν το έναυσμα για τον ποιητικό στοχασμό της Σιδηρά, ενώ η αέναη κι ακούραστη σκέψη της σμιλεύει κι εδώ περίτεχνα τ’ ανθρώπινα χαρίζοντάς τους αθανασία [Αγγελική Βουλουμάνου]

Δεν θέλω να ξανάρθεις γητευτής ούτε στα όνειρά μου πια. Τη μοναξιά σφυρηλατώ τριγύρω μου μέρα τη μέρα έτσι που περιβάλλομαι από αυτήν μια πανοπλία σιδερένια, κρύα κι όλο αναμετράω το κενό της απουσίας σου με το αδιανόητο χάσμα του Χάους. Κάποτε μια μνήμη μακρινή διαπερνά την άτρωτη αρματωσιά σου ένα καυτό σου δάκρυ ίσως, φυλαγμένο. Έπειτα σαν απάντηση έρχεται η βροχή καταιγισμός δακρύων Του για μένα που το σίδερο τρυπούν ξεπλένοντας όλα τα αποτυπώματά σου. Καθώς διάχυτη απλώνεται η οσμή Εκείνου στο βρεγμένο χώμα εξαφανίζεται κάθε υπαινιγμός από το κοσμικό άρωμά σου  [ΟΤΑΝ ΤΑ ΧΑΝΩ ΟΛΑ ΜΟΥ ΜΕΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ από τη συλλογή ΑΜΕΙΛΙΚΤΑ ΓΑΛΑΖΙΟ της Αγγελικής Σιδηρά, εκδόσεις Καστανιώτη 2007 και με ΚΛΙΚ  στον παρακάτω σύνδεσμο κι άλλα ανθολογημένα ποιήματα από την παραπάνω συλλογή αλλά και από την ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ, εκδόσεις Καστανιώτη 2011]
http://deepunctum.blogspot.gr/p/blog-page_18.html 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου