Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ του κόσμου ξένοι μέσα στο σπίτι μας αναζητώντας τον ΧΡΟΝΟ ΤΟΤΕ:

Τα ποιήματα, σύμφωνα μ’ ένα στίχο του Χρίστου Λάσκαρη (που προτάσσει ως μότο στη συλλογή της ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ η Ελένη Μαρινάκη), ξεθάβονται με μιαν αξίνα τα μεσάνυχτα αφήνοντας κι από ’να λάκκο. Προηγείται, στην ίδια εισαγωγική σελίδα, μια σκέψη του Αλμπέρτ Καμύ για την αναζήτηση κοιτίδας  από τον άνθρωπο που ειδικά σήμερα αισθάνεται ξένος παντού: «Δεν είμαι από εδώ –ούτε από πουθενά άλλωστε. Κι ο κόσμος δεν είναι πια παρά ένα άγνωστο τοπίο, όπου η καρδιά μου δεν βρίσκει στήριγμα. Ξένος – ποιος μπορεί να ξέρει τι σημαίνει αυτή η λέξη;». Η Ελένη Μαρινάκη με το πρώτο κιόλας ποίημα στη συλλογή ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ (2007) είναι σαν να επιδιώκει μια περιγραφή του αποκομμένου από τις ρίζες του πολιτισμού ανθρώπου αφήνοντας να αιωρούνται και στοιχεία από μια εναγώνια προσπάθεια αναζήτησης διαύλων επιστροφής: «ένα-ένα κόβω τα κλαδιά μου, τα ξεραίνω σαν τα αισθήματα που πνίγω κάθε βράδυ μη βγάλουν φύλλα και με τυλίξουν. Έπειτα με ευλάβεια τα ακουμπώ στο έδαφος, τους τραγουδώ ένα δημοτικό και τα θάβω στο μεγάλο άνοιγμα του κήπου» (σελ. 9)   Η προσπάθεια αυτή, όμως, δεν αποδίδει γρήγορα και εύκολα τους προσδοκώμενους καρπούς.  Έτσι ο άνθρωπος μοιάζει με την ΑΠΡΟΣΕΚΤΗ ΠΕΑΤΑΛΟΥΔΑ, δεύτερο ποίημα στην επόμενη συλλογή της ποιήτριας Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ (2013) που  αναζητά πλέον βοήθεια από ψηλά: «Κύριε, δώσε μου τα φτερά που έχασα στους κήπους, τα πέπλα που ξήλωσα τις νύχτες, τη σκόνη που σκόρπισα εδώ κι εκεί. Τα χρώματα δώσε μου πάλι που εμπιστεύτηκα σε τοκογλύφους κυνηγούς ονείρων. Γύμνωσα την ψυχή μου και κρυώνω». Ακολουθεί, σ’ αυτή την ανάρτηση, μια παράλληλη αντιπαράθεση ποιημάτων από τις δύο συλλογές με βασικό κριτήριο επιλογής και σχολιασμού τις παραπάνω εισαγωγικές σκέψεις για την πολύτροπη αλλοτρίωση που συντελέστηκε ανεπαισθήτως «σε παγερά τοπία, σε διπρόσωπους καιρούς». [Ελένη Μαρινάκη Εδώ στο Λίγο, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2007 και Ο Χρόνος Τότε, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013 – ART by Yusuke Sakai]  




Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΦΟΝΤΟ ΛΕΥΚΟ ΟΛΟ ΚΑΙ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ: Κομμένες μουσικές οι μέρες μου, εγκαύματα από χαμένα καλοκαίρια (στίχοι από συλλογή  Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ σελ. 7 και 9):
Τα περισσότερα ποιήματα στην συλλογή Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ (2013) είναι σύντομα και έχουν συνήθως μονολεκτικό τίτλο που από μόνος του σηματοδοτεί ή τουλάχιστον αφήνει κάποια υπονοούμενα για τα πλαίσια στα οποία κινείται η έμπνευση της ποιήτριας: Βύθισμα, Προετοιμασία, Απορία, Αμφιβολία, Απειλή, Δρομέας, Φυγή, Κάλεσμα, Άλωση, Αποπομπή, Σιωπή, Μετατόπιση, Εξορία, Επανάληψη, Απουσία και άλλοι παρόμοιοι τίτλοι που συνήθως υποδηλώνουν δυσάρεστα αισθήματα, απογοήτευση, μόνιμη ψυχική καθίζηση, μοναξιά, απουσία.  Στο ίδιο μήκος κύματος και, οι λιγότεροι πάντως, περιφραστικοί τίτλοι: Απρόσεκτη Πεταλούδα, Βαθιά Σκαλίσματα, Από το Παρελθόν, Αιώνες του Βυθού, Μαύρα Στίγματα, Στην αγκαλιά της Ιστορίας κ.α.  Από το Βύθισμα και την Προετοιμασία, το 1ο και το 3ο ποίημα της συλλογής, επιλέχθηκαν οι στίχοι για τον τίτλο αυτής της ενότητας. Το λευκό φόντο του ουρανού είναι το πλαίσιο της Προετοιμασίας για το Βύθισμα στη νέα πραγματικότητα «ας έρθει μια βροχή να με κοιμίσει, να με περάσει απέναντι…».  Αντίθετα, όλα τα ποιήματα στη συλλογή ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ 2007 είναι άτιτλα, όπως το παρακάτω από τη σελ. 10 στο οποίο φαίνεται να συνεχίζει την περιγραφή του «Ξένου» που λέγαμε στην εισαγωγή, που τώρα ταξιδεύει «χωρίς παπούτσια, με τη φανέλα κατάσαρκα», λαθρεπιβάτης «σε ξένα ταξίδια» εξαργυρώνοντας σιωπές με «μετάλλια απονομής χάριτος»:

Δεν χωράω πουθενά.
Το σπίτι από νωρίς
κλείνει τα παράθυρα
κλείνει το φως
ανατέλλει μια νύχτα
να την περπατήσω.

Γλιστρώ στις λέξεις
πέφτουν κομμάτια κίτρινα
από το παρελθόν
τότε που προετοίμαζα
μικρά βήματα
για να φτάσω
τότε που το ελάχιστο
γινόταν χάρτης
και με πήγαινε
στις μικρές κουκίδες
των πόλεων.

Τώρα ταξιδεύω
λαθρεπιβάτης

σε ξένα ταξίδια
εξαργυρώνω μετάλλια
απονομής χάριτος.
[ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 10]

ΦΟΒΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΩΝΙΑ, ΤΟ ΣΚΛΗΡΟ ΕΝΔΥΜΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ («Εδώ στο Λίγο» σελ. 15):
Η μοναξιά και η ερημία του «ξένου» δύσκολα μπορούν να χωρέσουν σε στίχους. Πονάνε οι φόβοι πιο πολύ στις λυρικές εικόνες των ποιητών. Μεταφορές και σύμβολα, αμυδρά μόνο την επιφάνεια φωτίζουν «ενός αθέατου τραύματος που συντελείται εις τους αιώνες». Στον κλειστό κύκλο της μοναξιάς «φυσά ένα ανοιχτόχρωμο σκοτάδι» κι «όλο σκουραίνει ο ουρανός» Σαν βρεθείς στη σκάλα της «που κατεβαίνει στο βυθό» τρέμοντας από αγωνία, θα «διπλώνεις πόνους στο σχοινί… κουκούλι θα επωάζεις μνήμες», μετρώντας στην κόψη της «τις υποθηκευμένες μέρες, τα στίγματα στα χέρια»  (Ο Χρόνος τότε σελ. 21). Και μόνο «ο τρελός σκύλος της νύχτας» σαν τον τρελό λαγό από το ποίημα του Σαχτούρη «μαζεύει το αίμα από τα όνειρα και το βάζει στις λέξεις», «μοναδικό μάρτυρα» για το «πώς κουλουριάζεται η επιθυμία σαν έμβρυο» (Εδώ στο λίγο σελ. 15-17). Εντωμεταξύ στον άγονη γραμμή του Χρόνου Τότε θα ταξιδεύει μ’ ένα καράβι φάντασμα, σπαρταρώντας, «τυφλή γοργόνα μ’ αυτό το μάταιο ερώτημα: «ζει ή δεν ζει κάποιος Αλέξανδρος;» Αναπάντητη απορία, εξόριστη παραδοχή. Μετέωρες λέξεις «γλιστρούν όπως σε όνειρο  όπου πετάς σ’ ένα τοπίο τρύπιο…». «Ποιαν ιστορία να πιστέψουμε; Άγραφη ακόμη η αλήθεια περιγελά τις σημειώσεις μας…» για «πένθη που δεν ιστορήθηκαν» ακόμη…, για ώρες δανεικές κι αγύριστες. «Στο μεταξύ, προφτάσαν άλλοι…» Έτσι «σβήνει αθόρυβα το μέλλον»!..  (στίχοι από τα ποιήματα ΑΠΟΡΙΑ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ και ΠΑΡΑΔΟΧΗ, συλλογή Ο Χρόνος Τότε σελ. 12, 13)    

ΒΑΘΙΑ ΣΚΑΛΙΣΜΑΤΑ
Η ερημιά
είναι ένας τόπος κοντινός
ένα πηγάδι άδειο.

Είναι ξεκρέμαστο πουκάμισο
που δεν φοριέται πια
πόρτα που εφαγώθηκε
απ’ τους βοριάδες
ξεφλουδισμένα δάχτυλα
επάνω σε θωπείες
βαθιά σκαλίσματα στο χώμα
που όμως δεν φυτρώσανε.

Φεγγάρια νόθα των καιρών
καντήλια στραγγισμένα.

Όλο το λάδι το κατάπιε η σιωπή
[Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ  από τη σελ. 18]

Εγώ θα πάω στα βουνά
να στείλω μικρά λουλούδια
και κλαράκια λυγαριάς
για λόγια που δεν έμαθες ακόμα
μη μιλάς
μέχρι να βρεις της νύχτας το μαχαίρι.

Τρέχει ο δρόμος
και σκοντάφτω στο γυαλί
το πρόσωπό σου γέμισε σκοτάδι…
και δρόμο γυρισμού δεν βρίσκει
δεν μπορεί

Ο άνεμος μου παίρνει τα μαλλιά
και τα’ ακουμπάει στο πλάι σου τραγούδια
είδες στον ύπνο σου
τ’ αστέρια και την πούλια
και ξύπνησες στο κύμα Αυγερινός

Νύχτα θα ’ρθω την ώρα που κοιμάσαι
να πάμε βόλτα
σε λευκούς καιρούς
να μπούμε σε λειμώνες δροσερούς
είναι η ζωή μας χίμαιρα και ζάλη
[ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ από τη σελ. 16]

ΑΠΟΥΣΙΑ
Έχεις μια χαραμάδα έγχρωμη μου είπες
και μαύρισε η θάλασσα.

Τι να την κάνω τώρα αυτή τη χαραμάδα
το άνοιγμα της μέσα μου ζωής
αφού δεν ξέρω να μιλώ.

Έκλεισα όλα τα παράθυρα
κοιμήθηκα στο περιθώριο της μνήμης
στο άσπρο που αφήνουν οι πληγές
στερέωσα τις μέρες μου.

Και πέρασε η άνοιξη
[Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ  από τη σελ. 55]

ΩΣ ΤΟ ΜΕΔΟΥΛΙ ΠΑΛΛΕΤΑΙ Η ΛΑΧΤΑΡΑ ΝΑ ΒΓΑΛΕΙ ΡΙΖΕΣ ΚΑΙ ΚΛΑΔΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΠΩΣ ΗΜΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ Η ΘΑΛΑΣΣΑ («Ο Χρόνος Τότε» σελ. 23):
Όσο βαθύ κι αν ήταν το πηγάδι στη σκοτεινή αυλή με τα μαχαίρια της μοναξιάς, όσο «άδειος κατήφορος κι αν γλιστρά στις φλέβες», «σε ανοιγμένους τάφους τα κτερίσματα σπασμένα», η προετοιμασία επανόδου στην κανονικότητα καταγράφεται σχεδόν ταυτόχρονα με την πτώση. Ο εναγκαλισμός του σκότους ετοιμάζει «μέσα μου να κατοικήσει ο ουρανός». Η λαχτάρα «ξένη φωνή ταράζει τη δική μου, ζητά επίμονα παραχωρήσεις…». Το κάλεσμά της αντηχεί σ’ όλο το βυθό: «Έλα να με τραβήξεις από εδώ… Έλα δεν ξέρεις σε τι βάθος ζω, πόσο με πλησιάζει το σκοτάδι…»… (στίχοι από τα ποιήματα ΩΣ ΤΟ ΜΕΔΟΥΛΙ, ΚΑΛΕΣΜΑ από τις σελ. 23, 25 συλλογή Ο Χρόνος Τότε) Έλα, «και πετάγονται φωτιές», έλα «να σου μάθω τα βήματα, δεν είναι τίποτα…». Έτσι, σ’ όλα σχεδόν τα ποιήματα και των δύο συλλογών, συνεχίζεται αυτή η διελκυστίνδα, από τη μια η ανεπανόρθωτη φθορά που προκαλεί η απομόνωση κι η μοναξιά τραβάει το σχοινί και ο ανυποψίαστος τις περισσότερες φορές ακροβάτης από την άλλη βάζει όλες του τις δυνάμεις να κρατήσει λίγο ζωτικό χώρο!..   «Κάποτε κόβεται το νήμα απότομα χωρίς να το τραβήξει κανείς…», «κάποτε ουρλιάζει για λίγο χώρο αθανασίας»!..   (στίχοι από τη συλλογή Εδώ στο Λίγο σελ. 21, 23, 25)

ΑΛΩΣΗ
Ποιος πόνος ανεμίζει στα χέρια σου
φουρτούνες
ποιος άνεμος διέρρηξε το σώμα σου;

Είναι απόκρημνα τα μάτια σου
βλέμμα που άνοιξε στο σκούρο
Αλλού πετούσες κάποτε.

Τώρα με κίτρινο νερό
λεκιάζεις τ’ απογεύματα
στάζουν οι φθόγγοι πυρετό
σκουριάζουν τα ταξίδια σου

Οι ώρες σχίζουν βιαστικά
πουλιά ενθύμια εκδρομών
η τσάκιση στη φούστα σου χαράδρα
ρήγμα βαθύ
που το αλώνει ο χρόνος
[Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ  από τη σελ. 26]

Έχω ένα τραύμα
στην αυλή σου
ένα κόκκινο λουλούδι
στο περβάζι του παραθύρου σου.

Τις νύχτες ανάβει
αστέρι αγνώστου γαλαξία
που ξέφυγε απ’ την τροχιά του
πουλάκι που κρυώνει
και το ζεσταίνουν οι ανάσες μας

αφού η δική σου σταμάτησε
με τη σειρήνα του παραδείσου
να ουρλιάζει
για λόγο χώρο αθανασίας
[ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ από τη σελ. 24]

ΠΩΣ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΕ ΧΑΛΕΠΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΠΟΛΥΠΛΕΥΡΗΣ ΚΡΙΣΗΣ:
Το ερώτημα δεν είναι νέο κι έχει τεθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από πολλούς ποιητές σε διαφορετικούς καιρούς. Από την Ποίηση 1948 του Εγγονόπουλου που ως εποχή εμφύλιου σπαραγμού «δεν ήταν εποχή για ποίηση κι άλλα παρόμοια» έως σήμερα έχουν καταγραφεί πολλές παραλλαγές παρόμοιων προβληματισμών που όταν φτάνουν στο «δια ταύτα» οι διαφοροποιήσεις των θέσεων είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή. Από τον ακροτελεύτιο στίχο «ποιος θα μιλήσει για όλα αυτά», αν όχι οι ποιητές, που έσπευσε, την αμέσως επόμενη χρονιά 1949, να γράψει από τις φυλακές του Γεντί Κουλέ ο Μανόλης Αναγνωστάκης έως σήμερα που πάλι οι γενικότερες πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις επαναφέρουν έντονα αντίστοιχους προβληματισμούς. Το σημειώνει εύστοχα και ο Δημήτρης Αγγελής στο εισαγωγικό του σημείωμα για την παρουσίαση της συλλογής Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ της Ελένης Μαρινάκη: «Συνθήκες  καθημερινές περιστάσεις της ζωής φέρνουν επίμονα στο νου, θα έλεγα με τον τρόπο που σκαλίζει κανείς μια πληγή, το εύχρηστο και σχεδόν κοινότοπο, εάν δεν έκρυβε μια τρομερή αλήθεια, ερώτημα: Γιατί γράφουμε και πώς γράφουμε ποιήματα σήμερα;»

Και προεκτείνει τον προβληματισμό του σε άλλα παράλληλα θέματα που, επίσης, απηχούν, γενικότερους προβληματισμούς σχετικούς με την ίδια την καλλιτεχνική δημιουργία αλλά και με τα μέσα που αξιοποιεί για να φέρει σε πέρας. Γράφει λοιπόν ο Δημήτρης Αγγελής:  «…πώς να γράψει κανείς ποιήματα που ν’ ανταποκρίνονται στην εποχή του χωρίς να προδίδει συγχρόνως τις προσωπικές του αγωνίες, πώς μπορεί να κάνει την ποίησή του κατανοητή σ’ ένα ευρύτερο κοινό χωρίς να εκποιεί την πνευματική του σκευή; Τα δύο ερωτήματα είναι εξίσου καίρια, τις περισσότερες φορές όμως ο ποιητής δίνει προτεραιότητα στο ύφος  – κι ίσως τελικά να έχει δίκιο: καταστατικά το ποίημα ως δημιουργική πράξη καταφάσκει στη ζωή, ακόμα κι αν το ύφος ή το περιεχόμενό του φαινομενικά την αρνούνται…».

Τι σχέση, όμως, έχουν όλα αυτά με τα ποιήματα στις δύο συλλογές της Ελένης Μαρινάκη; Αρχίζοντας από τους τίτλους ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ (2007), Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ (2013) διαπιστώνουμε την πρόθεση της δημιουργού να οριστούν από την αρχή  με κάποιους δικούς της προσδιορισμούς ο Τόπος και ο Χρόνος.    Ειδικά για τη δεύτερη συλλογή ο Δημήτρης Αγγελής διαπιστώνει από τον τίτλο «μια σπουδή πάνω στο θέμα της μνήμης, αναδρομή σ’ ένα τότε που οπωσδήποτε μοιάζει καλύτερο από το νυν…». Και παρακάτω: Αυτή « η σπουδή στη μνήμη αποδεικνύεται πως είναι περισσότερο μια σπουδή στη διάψευση, την οποία επιτείνει ένα, μερικώς γυναικείο θα έλεγα, αίσθημα θυματοποίησης –χωρίς όμως συγκεκριμένο θύτη ή καλύτερα με θύτη την απουσία ή τον ίδιο τον χρόνο τότε»
Μια άλλη παρατήρηση που έχει τη σημασία της είναι τα ποιήματα που είναι αφιερωμένα σε αγαπημένους ποιητές: Στον Ηλία Λάγιο και στο Μιχάλη Γκανά στη συλλογή Εδώ στο Λίγο και το ποίημα Δίχως Πυξίδα στη συλλογή Ο Χρόνος Τότε που έχει γραφεί στη μνήμη Αργύρη Χιόνη:  

ΔΙΧΩΣ ΠΥΞΙΔΑ (μνήμη Αργύρη Χιόνη)
Δεν ξέρω πώς να περιγράψω την ομίχλη
που σε σκεπάζει σήμερα
τη δύσκολη αναπνοή σου
το πάγωμα του κήπου σου.

Άσπρα μπαμπάκια γύρω σου
οι πέτρες
και πώς να καθαρίσεις το χωράφι
χωρίς αξίνες
δεν πήρες τίποτα μαζί σου
έστω τα απαραίτητα.

Εσύ που ξέρεις όλους του τρόπους
να ανασταίνεις τα φυτά
τις λέξεις να καλλιεργείς με επιμέλεια
δεν πρόφτασες τη φοβερή κακοκαιρία
το βίαιο αέρα που σε σήκωσε.

Δίχως πυξίδα ανέβηκες σε βροχερόν
ορίζοντα μόνος
και ούτε ένα φθόγγος γνώριμος
μια πρόταση να μεταφράσεις.

Σε άγνωστη πατρίδα ξενιτεύτηκες
[Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ  από τη σελ. 49]

Τύμπανα, ζουρνάδες
αναθρώσκων φόβος αρχαίος.

Υποδύομαι ρόλους
άλλες γυναίκες δίπλα μου πετούν
πεταλούδες ημίαιμες
διχαλωτά σκαθάρια.
Κόβω την κίνηση στη μέση.

Τα πόδια μου σπασμένα
απ’ το κυνηγητό
γύρω-γύρω όλοι
δε βρίσκω τίποτα να σας απαντήσω

το έργο έμεινε μισό
όπως η ζωή μας
σταματά κάθε μέρα
στο καλύτερο σημείο
όπως τα γράμματα μας
μικραίνουν ολοένα
γίνονται κείμενα αμφίσημα
σκιές σ’ ένα σκοτάδι
που μας προσπερνά.
[ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ από τη σελ. 35]

ΤΑΧΥΔΑΚΤΥΛΟΥΡΓΟΣ
Δύσκολο πράγμα η ποίηση
κι εγώ δεν άφηνα να ανοίξουν  τα φτερά μου

Κρατούσα σκορπισμένα φύλλα
λαγούς μικρούς μες το σαλόνι μου.

Έπαιζε μόνη της η μπάντα
στις επετείους άνοιγα δειλά τα μάτια
χωράφια με ελιές σκίαζαν το καπέλο μου
μια κούνια με παρέδινε στο χάος

Έτσι, με ψίχουλα μεγάλωνα
κάνοντας ακροβατικά
κέρδιζα το ψωμί μου

Γι’ αυτό φοβάμαι από τότε τις ευθείες
το τέλος του ορίζοντα
το γρήγορο ξεθώριασμα του άστρου.

Τώρα, σε γέφυρες κουρνιάζω
σε ξεραμένους ποταμούς.

Να ’χω κι εγώ ένα δικό μου τίποτα
[Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ  από τη σελ. 29]

ΜΟΝΙΜΑ ΠΑΡΟΥΣΑ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΓΗ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΠΟΥ ΑΦΗΝΟΥΝ ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ, ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΠΟΥ ΣΤΑΖΕΙ ΚΙΤΡΙΝΟ ΕΩΣ ΜΙΑΝ ΕΠΑΡΣΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ:
Βασικά μοτίβα στα ποιήματά της Ελένης Μαρινάκη είναι κρυμμένα στις λέξεις: χρώματα, άνεμος, όνειρα, ταξίδι! Το ποίημα στη σελ. 14 είναι μια επιτομή αυτής της εμμονής της: «Έχεις το χρώμα του χωρισμού στο φουστάνι σου, σκόνη από το τελευταίο μου όνειρο στα μαλλιά σου!.. Περνάς απέναντι μ’ ένα καράβι και χάνονται τα νερά. Θα ταξιδέψω με τον άνεμο να σε προφτάσω στην άλλη παραλία» [ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 14]. Και βέβαια η πολύ συχνή εναλλαγή αντίθετων χρωμάτων βασικό πλαίσιο:  το άσπρο/λευκό χρώμα από τη μια σε αντιπαράθεση ή και σε παράλληλη πορεία με το σκοτάδι/σκότος σκιά: Η μέρα είναι «εσώκλειστη βροχερή» στο ένα ποίημα, γι’ αυτό, «βγάλε το άσπρο τραπεζομάντηλο να στρώσουμε πάνω καντήλια, μικρές φλόγες που τρέμουν». Αλλά λίγο παρακάτω «δένδρα μισάνοιχτα στη σκιά με συντροφεύουν σαν μεσημέρια» (ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 39 και 41). Στο ποίημα Αιώρες του Βυθού η εναλλαγή συντελείται από τη μια στροφή στην άλλη: «άσπρισα προσεκτικά τους τοίχους για να διαβάσεις εύκολα το παρελθόν, συμμάζεψα τα χάρτινα κουτιά στην αποθήκη που σου θυμίζουνε μετατοπίσεις, το παρανάλωμα των δύσεων. Έκλεισα όλες τις βρύσες που στάζουνε βροχή. Και τώρα χάρισμά σου οι νύχτες, εκείνες οι αιώρες του βυθού που πνίγουνε σιγά-σιγά τα όνειρά σου» (Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ σελ. 35).

Τώρα που έχει ήλιο
γλιστρά από τις πόρτες
το σκοτάδι

ντύνεται
κίτρινα ρούχα
σαν πιερότος
μας ξεγελά
πως τάχα πάει
στην πλατεία

μα μόλις στρίψει
τη γωνία
πετάγεται
μαύρο κάρβουνο
και μας κεντάει
το δάχτυλο
σαν αδράχτι.
[ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 45).

Δεν θα μπορούσε να λείπει το κόκκινο χρώμα από ποιήματα που «στριφογυρίζοντας» εδώ στο Λίγο του Κόσμου αφουγκράζονται μνήμες από ανοιχτές πληγές του παρελθόντος.  Ζητούμενο η αναζήτηση τρόπων να κλείσουν ανοιχτοί λογαριασμοί με το Χρόνο Τότε. Ο φόβος να μετακυλήσεις στα ίδια μονοπάτια διάχυτος. Αίμα γενεών πανταχού παρόν μεταγγίζεται: «της γυναίκας του πρωτομάστορα, της θείας που τη βρήκε το μαχαίρι ακριβώς στα δεκαοκτώ». Ατέλειωτη κίνηση μιας κόκκινης γραμμής που διασχίζει οριζοντίως και καθέτως, σε πλάτος και σε βάθος τραύματα σωμάτων, πληγές ψυχής: «το κόκκινο στο χέρι σου πώς σε προδίδει, κρατάς και κρύβεις χρόνια ένα αντικλείδι».  [ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 12-13] Αντικλείδι που ξεκλειδώνει πόρτες, που μέσα από όστρακα σιωπής ξετρυπώνει πολύτιμα μαργαριτάρια και «μια κρυφή υγρασία κόκκινη ανάβει ξαφνικά και ποτίζει τις λέξεις με αίμα». (σελ. 31).  «Αλμυρό το αίμα σαν το αλάτι της θάλασσας. Βγαίνει από μέσα μου κι έχει ακόμα τον πυρετό που τρέμει στο κορμί μου της γεύση της επιθυμίας» (σελ. 33)    «Έχει μιαν έπαρση το κόκκινο, αλλοιώνει τον αέρα. Μόνο όταν γίνεται αίμα, χτυπά σαν τρελό την πόρτα να την σπάσει από το φόβο του μήπως κυλήσει στο πάτωμα και γίνει λίμνη η καρδιά του» (σελ. 43) «Δεν θυμάμαι τίποτα. Γρήγορος ο χρόνος τυλίγει πρόχειρα όλα τα πρόσωπα όλα τα χρώματα. Ως το πρωί μαραίνονται οι μέρες που σε γνώρισα» (ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 48)

Από το βάθος ακούγονται
οι παιδικές μας φωνές.

Μικρά τρωκτικά τα βιολιά
καταπίνουν τις νότες
το πιάνο τρώει δάχτυλα
για να τραγουδήσει

και η δασκάλα
όλο και μου θυμίζει
με το αριστερό της μάτι
πως θα τη δώσει τη θέση σε άλλον
αν δεν ψάλλω τώρα εδώ
μπροστά σε όλους
τον Ακάθιστο Ύμνο!..

Φυσάει  αέρας
κόβεται ανάμεσα στους καθρέφτες.
Μουσκεύουν τα δευτερόλεπτα
κόκκινο γάβγισμα.

Τρυπά η ανάσα
φόβους βωβούς
μέσα στα σπλάχνα πυκνώνει
άγραφη μελάνη

Για τους επικείμενους αποχαιρετισμούς
(ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 46-47)

ΑΣ ΓΙΝΩ ΙΣΟΒΙΑ ΠΛΗΓΗ, ΜΟΝΟ ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΝΕΡΟ ΝΑ ΜΕ ΚΕΝΤΗΣΕΙ (ακροτελεύτιος στίχος στη συλλογή ΕΔΩ ΣΤΟ ΛΙΓΟ σελ. 50) ΣΕ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΘΕΤΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΟΥΛΑ ΜΙΑ ΨΕΥΤΙΚΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑ (κατακλείδα στο ποίημα Αλλοιώσεις στη συλλογή Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ σε. 34)
Οι στίχοι από το ποίημα Σιωπή Ι και ΙΙ επιλέγονται για να κλείσουν αυτή την αποσπασματική παράλληλη παρουσίαση ποιημάτων από τις δύο συλλογές της Ελένης Μαρινάκη, ίσως διότι και με το τίτλο και με την ιστορία  που εκτυλίσσεται σ’ αυτό το ποίημα επαναλαμβάνονται βασικά στοιχεία –σύμφωνα με τη δική μας ανάγνωση - του αποκομμένου από τις ρίζες του πολιτισμού ανθρώπου και υπονοείται κάποιο «νόστιμον ήμαρ» - άξονας πάνω στον οποίο στηρίχθηκαν και όλες σχεδόν οι προηγούμενες επιλογές αποσπασμάτων   

ΣΙΩΠΗ Ι και ΙΙ
Πού γύριζες πάλι και σήμερα;

Εδώ, σταγόνες από ναφθαλίνη
κρύβονται ακόμα μέσα στα ρούχα σου.

Υγρό τοπίο το σεντούκι, ενυδρείο,
καλλιεργεί τη σιωπή.

Ψάρια πετούν στην κάμαρα
και κάθε μεσημέρι ακριβώς στις δώδεκα
κάθεται στο τραπέζι κάποιος που σου μοιάζει
και τρώει απ’ το πιάτο σου.

Έτσι ψιθυριστά σχεδόν
πέρασες απ’ τη ζωή μας
με μεσημέρια ήμερα
και φοβισμένα βράδια.

Με άγρια ξημερώματα.

Από καιρό το καταλάβαμε
πως έχεις άλλο σπίτι τώρα
πως ξένοι σε φροντίζουνε.

Κι εγώ που ψάχνω να σε βρω
αφήνω πάνω στο κρεβάτι σου
ένα πιατάκι προσφοράς.

Μα μπαίνουν μέσα τα πουλιά
ραμφίζουνε τα μαξιλάρια
τρώνε σπυρί-σπυρί τις ώρες σου.

Δεν είπε τίποτα.
Κλειστό το στόμα και τα μάτια σου
κρατούνε ορεινά τοπία
βρυσούλες και ποτάμια που στερέψανε
πολέμους, μάχες, φονικά.

Τώρα που βρήκες λίγη ησυχία
και πήγες να ξεκουραστείς
μη μου θυμώνεις σε παρακαλώ
που δεν κατάλαβα
πόσο μονάχος ήσουνα.
[Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΤΕ  από τη σελ. 30-31]

ΕΛΕΝΗ ΜΑΡΙΝΑΚΗ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ (ΒΓΗΚΕ ΠΑΛΙ ΝΑ ΘΕΡΙΣΕΙ ΟΝΕΙΡΑ): «Παρασκευή γεννήθηκα απόγευμα με τις καμπάνες να ηχογραφούν το καλοκαίρι». Σπούδασε γραφιστική και ζωγραφική στην Αθήνα όπου και εργάστηκε αρκετά χρόνια. «Το μάθημα το διάβασα όλο σου λέω, ξεχνώ μόνο τον τίτλο. Δεν πειράζει, ένα λάθος επιτρέπεται θα περάσω γρήγορα στην επόμενη σελίδα». Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Περνώντας βάφεσαι μπλέ, Πλέθρον 1987, Τις Νύχτες που κατεβαίνω, Έρεισμα 1998, Πλανόδιος Άνεμος, Πλέθρον 2000, Τώρα Αίμα, Γαβριηλίδης 2005, Εδώ στο Λίγο Γαβριηλίδης 2007, Σε Ξένο Ουρανό, εκδόσεις Ερατώ 2011, και Ο Χρόνος Τότε, Γαβριηλίδης 2013 «Ένα ποίημα να πονά με συμβούλεψες κάποτε να γράψω. Και τι ξέρω εγώ από πόνους… Εγώ γραμμές τραβώ ευθείες και πιάνομαι από τη σκιά τους. Ζογκλέρ ζυγίζομαι κάθε δευτερόλεπτο σε ανύπαρκτο σχοινί (σελ. 32). Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό μου είναι... Ο ενθουσιασμός μου για πολλά πράγματα μαζί. Το μεγαλύτερο μειονέκτημά μου... Η αναβλητικότητα. Η αγαπημένη μου απασχόληση... Η διαδικασία του γραψίματος, η σχέση μου μe τα χρώματα, το διάβασμα. «Κι ας έχω κοιμηθεί με τόσες λέξεις στο πλάι μου, δεν έμαθα ποτέ ορθογραφία,,, Λάθος αποστήθισα τον ουρανό, τρίζοντας τα δόντια μεγάλωσα το κενό ανάμεσα στις νύχτες». Η αρετή που θαυμάζω περισσότερο σε έναν άνθρωπο... Η ακεραιότητα, το αίσθημα δικαιοσύνης. Θεωρώ σημαντικό στους φίλους μου...Το να μου λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Θεωρώ έσχατο βαθμό δυστυχίας... Την ανέχεια, τον πόλεμο, τον άνισο καταμερισμό του πλούτου σε σημείο απανθρωπίας, τους εξευτελισμούς που υφίστανται άνθρωποι από ανθρώπους, την έλλειψη δυνατοτήτων, την έλλειψη οραμάτων, την άγνοια, που βεβαίως όλα μεθοδεύονται από τις κάθε είδους εξουσίες. θα ήθελα να γίνω... Να το θέσω κάπως αλλιώς: Θα ήθελα να διατηρήσω ό,τι καλό μπόρεσα και πήρα από τη ζωή, ό,τι συναισθήματα ένοιωσα παρ' όλο που πολλά απ' αυτά με τσάκισαν. Θα ήθελα να μαθαίνω συνέχεια για να πληγώνω λιγότερο τους ανθρώπους και τον εαυτό μου. Συχνά αναρωτιέμαι... Ποιοί είμαστε στ' αλήθεια, τι κρύβουμε από τον εαυτό μας που μας εμποδίζει να προχωρήσουμε, τι να γίνεται άραγε σ' αυτό το ασυνείδητο που διαρκώς το βρίσκουμε μπροστά μας και όμως παραμένει άγνωστο για μας. Μισώ... Την απάθεια, την έλλειψη φροντίδας προς τους άλλους, τα σκοτεινά παίγνια των εξουσιών με τις εγκληματικές τους συνέπειες… Εύχομαι...Να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση. Ονειρεύομαι... Ποίηση... Το έχω ξαναπεί: το αντίδοτο του θανάτου… Γιατί μου κάνατε αυτές τις ερωτήσεις; «Στο αντικρινό κλαδί κοιμούνται ήσυχα τα πουλιά. Μόνο ο λύκος υποψιάζεται την παγίδα, το κενό που άνοιγες τόσες νύχτες μέσα σου και μεγάλωσε. Όλος ο δρόμος ένα χαντάκι, δεν περνά απέναντι. Εδώ, στο λίγο, θα μάθεις να περπατάς»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου