Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΛΛΟ ΠΟΥ ΤΟ ΟΝΕΥΡΕΥΤΗΚΕ:

Έτσι αρχίζει το ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου ΟΙ ΤΡΕΙΣ (στη συλλογή ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ 2004), για να καταλήξει στο απρόβλεπτο (προβλέψιμο;) συμπέρασμα: «Μέσα στο ποίημα βέβαια έχουν χαθεί και οι τρεις»!..  Ο μελετητής του Παυλόπουλου, σημειώνει σε μια κριτική της η Τασούλα Καραγεωργίου,  αντιμετωπίζει την εξής δυσκολία: «είναι αδύνατο να παραθέσει αποσπασματικά κάποιους στίχους του χωρίς να αδικήσει τον δημιουργό τους, αλλά και χωρίς να τραυματίσει το σώμα του ποιήματος από το οποίο αποσπά τους στίχους. Ο λόγος είναι ο εξής: ο Γιώργης Παυλόπουλος είναι δημιουργός ποιητικών μύθων και η επικοινωνία με την ποίησή του στην ουσία προϋποθέτει την αντιμετώπιση του ποιήματος ως ενός μικρού και αδιάσπαστου σύμπαντος και την αποδοχή και τον σεβασμό από τον αναγνώστη του των κανόνων του παραμυθιού που διέπεται από ένα δικό του κανόνα που καταργεί τη λογική τάξη και, επομένως, προϋποθέτειτην κατά βάση βιωματική και όχι νοητική συμμετοχή του αναγνώστη…» Με ενδιαφέρει η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου, «γιατί είναι αποτελεσματική χωρίς ψιμύθια», σχολίαζε καίρια ο Σεφέρης. Κι από κοντά ο Δημήτρης Μαρωνίτης αποκαλύπτει: «Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει το φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μη σβήνει, όταν χαμηλώνει… Δεν ξέρω πολλές φωνές στην ποίησή μας που να έχουν την απλότητα, τη θέρμη σχεδόν την τρυφερότητα και τη φυσικότητα της αφηγηματικής φωνής το Παυλόπουλου». Εύστοχες επισημάνσεις που επαληθεύονται στο έπακρο στον πολύτιμο συγκεντρωτικό τόμο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη: Γιώργης Παυλόπουλος ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1943-2008.  Εδώ συγκεντρώθηκε το σύνολο των αναγνωρισμένων ποιημάτων και από τις επτά συλλογές του ποιητή: Το Κατώγι (1971), Το Σακί (1980), Τα Αντικλείδια (1989), Τιάντατρία Χάικου (1990), Λίγος Άμμος (1997), Πού είναι τα Πουλιά (2004) και Να μην του Ξεχάσω (2008). Αφορμή, λοιπόν ο τόμος, για ν’ ανακαλύψουμε μια μεγάλη ποιητική φωνή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς με επιλογή αντιπροσωπευτικών ποιημάτων απ’ όλες τις συλλογές.   



«ΧΩΜΕΝΟΙ ΤΩΡΑ ΣΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΠΟΥ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΚΟΙΤΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΠΕΛΑΓΟ ΓΕΜΑΤΟ ΔΟΡΑΤΑ ΕΝΟΣ ΑΦΑΝΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΚΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΓΕΡΝΕΙ ΚΙ ΟΙ ΦΩΝΕΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΑΓΕΡΑ ΣΒΗΝΟΥΝ ΟΛΟΕΝΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΩΝΟΥΝ (Κατώγι 1971)
Η Τασούλα Καραγεωργίου συνοψίζοντας τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Γιώργη Παυλόπουλου γράφει: «Πρόκειται για μια ποίηση αφηγηματική κατά βάση, με ιστορίες παράξενα χτισμένες με μια εικαστική τεχνική και μια κινηματογραφική οπτική που υπηρετείται εύστοχα από μια γλώσσα χωρίς μαλάματα, πυκνή και εκφραστική μέσα στη λιτότητά της, από την οποία απουσιάζουν τα περιττά επίθετα και τα σχήματα λόγου και στην οποία κυριαρχεί το ρήμα. Η γλώσσα αυτή που διαθέτει την απέριττη αμεσότητα των λαϊκών μύθων, κάποιες φορές ανακαλεί απόηχους απ' το δημοτικό τραγούδι. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι δεν συναντάμε στην ποίηση του Παυλόπουλου ποιήματα στα οποία εγγράφεται η ιστορική μνήμη. Εξάλλου η ιστορία στιγμάτισε δεινά τη γενιά του, την πρώτη μεταπολεμική γενιά, μια γενιά που ούτως ή άλλως κουβάλησε βαρύτατα ιστορικά φορτία ήδη στην ακμή της νεότητάς της. Όμως και αυτά ακόμη, όσα αναφέρονται σε ιστορικά βιώματα, είναι αφηγηματικά ποιήματα στα οποία η ιστορία καταθέτει τη μαρτυρία της μέσω ενός μύθου από τον οποίο απουσιάζει η ευθεία αναφορά στον τόπο και στον χρόνο…»

ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ (μνήμη Μακρυγιάννη – αφιερωμένο στον ποιητή Γιώργο Σεφέρη)
Βρεθήκαμε τότε κλεισμένοι με τον Ποιητή σ’ ένα παλιό σπίτι
κι άρχισα πάλι να ψάχνω για τα χαρτιά ενός δικού μας που γύρευε Δικαιοσύνη
ακούγοντας ολοένα τη φωνή του να λιγοστεύει χωρίς να παραδίνεται
τη φωνή του ν’ αντέχει όσο είναι ο κόσμος τούτος κι ακόμη όταν κανένας πια δεν θα υπάρχει.

Ήταν σκοτεινά κι ανάβοντας το λυχνάρι για να φωτιστούμε
είδα μια κασέλα και την άνοιξα με την τρεμούλα της ελπίδας
όμως δεν βρήκα τίποτε, μονάχα σκόνη από φθαρμένα
πράγματα που έλιωναν και τα ’τρωγε ο καιρός
και μια πιστόλα φυλαγμένη στο βάθος
δοκίμασα θαρρώ να την κρατήσω.

Ο αγέρας κατεβαίνοντας από το κάστρο δαιμόνιζε το σπίτι
και στο κατώγι θα ’λεγες πως κάποιος ξεκάρφωνε τους νεκρούς
χώμα και κόκαλα. Έπειτα ησυχία. Και πάλι ο αγέρας
σαν ποδοβολητό αλόγου κοντά στον τοίχο του περιβολιού
έφευγε ξαναγύριζε και ξαφνικά πηδώντας το λάκκο του ονείρου μου
μπήκε στην αυλή, ακούστηκαν στις πλάκες καθαρά τα πέταλά του
πέρασε τα χαγιάτια κι ανέβηκε τριποδίζοντας τη σκάλα.

Σπρώχνοντας τότε την πόρτα στάθηκε ανάμεσά μας
λυτό ξεκαπίστρωτο λαχανιάζοντας ιδρωμένο ένα άσπρο άλογο.
Μας κοίταζε περίλυπο στα μάτια και σηκώνοντας το πόδι
χτύπησε δυνατά στο πάτωμα με την οπλή κι έσπασε το σανίδι.
«Σκύψε, τι βλέπεις;» μου είπε ο Ποιητής
και γονατίζοντας πάνω απ’ το μαύρο άνοιγμα
είδα και γνώρισα κει κάτω πλήθος αλυσοδεμένους
γεμάτο το κατώγι λιωμένα κορμιά που στενάζανε και γύρευαν Δικαιοσύνη.

Έτσι με πήρανε τα κλάματα καθώς ξημέρωνε
και βγήκα κι ακούμπησα στον τοίχο του περιβολιού.
Γύρω μου κανείς. Μήτε ο Ποιητής μήτε το άσπρο άλογο.
Χάραζε η μέρα σκοτεινή. Μονάχα πίσω από τα κυπαρίσσια
το φως ενός σπαθιού κρεμόταν στον αγέρα. [Απρίλης 1969]

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ και η ΓΥΜΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ (σημαίνον και σημαινόμενο μέσα κι έξω απ’ το Ποίημα – συλλογή ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ 1989):
Το ποίημα είναι ένας μύθος για την ποίηση και αφηγείται μία επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες  απόπειρα να παραβιασθεί η ανοιχτή της πόρτα. Το πρόσωπο που αφηγείται έχει καθολική εποπτεία στο χώρο που είναι ο κόσμος και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Ο Γιώργης Παυλόπουλος αφηγείται ιστορίες για τον Ποιητή, τα Ποιήματα που γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κόσμος κι είναι μια Ατέλειωτη Αρμαθιά Αντικλείδια για ν’ ανοίξουμε την Ανοιχτή Πόρτα της Ποίησης που οδηγεί σ’ ένα δωμάτιο με μια Γυναίκα γυμνή!..  

Ο ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Είχαν περάσει τα χρόνια.
Καθόταν ακόμη μονάχος μέσα στο σπίτι
κοιτάζοντας κατά τον τοίχο, εκεί που κρεμόταν μια εικόνα.
Κάτι σαν καράβι, δεν μπορούσε πια να θυμηθεί
μήτε να ξεχωρίσει τι παράσταινε.
Ήταν σκοτεινά στην κάμαρα και δεν υπάρχει καμιά εικόνα
είπε.
Αυτή που βλέπεις ίσως την φτιάχνεις χρόνια με το μυαλό σου
στο μόνιμο γκρίζο που προετοιμάζει τα όνειρα.

Έπειτα σηκώθηκε ήσυχα κι άναψε το φως.
Είδε τότε στο ίδιο μέρος του τοίχου
να κρέμεται ο σπασμένος καθρέφτης της νιότης του.
Μέσα από τη χρυσή παγωμένη φωτιά έβγαινε μια γυναίκα
γυμνή με το σκοτάδι της κι αυτός χαμήλωσε τα μάτια
μήπως φανερωθεί ο πόθος του.
Μα εκείνη τον ένιωσε  κι άρχισε να γελάει ξεδιάντροπα
γυρεύοντας πρόστυχες αφορμές για να τον διεγείρει.
Ώσπου οργίστηκε και χώνοντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά της
της έβγαλε τις φουρκέτες κι εκείνα χύθηκαν λυμένα.

Έτρεμε τώρα σύγκορμη κι από τη φοβισμένη όψη της
πέρασε γρήγορα και χάθηκε ένα μικρό ιστιοφόρο με τ’ όνομα του μαγαζιού
εκεί που σμίγανε κάποτε με τόση αγάπη.
Με τόση αγάπη.  Κι ήταν η εικόνα που πάλευε να θυμηθεί…
Και ξαφνικά τη γνώρισε.
Και της είπε: «γιατί».
Και του ψιθύρισε πικρά «το ξέρεις, μη ρωτάς».
Και σήκωσε για τελευταία φορά το χέρι της να του δείξει
τον σπασμένο καθρέφτη της νιότης του.

Οι πρώιμες έμμετρες ποιητικές προσπάθειες σε παραδοσιακά μέτρα και καρυωτακικό κλίμα δίνουν ευθύς εξαρχής τη θέση τους στον ελεύθερο στίχο και στο κλίμα του σεφερικού Μυθιστορήματος… Ωστόσο, ακόμα κι αν οι «σταθερές του Σεφέρη» δεν κλονίζονται στην πάροδο του χρόνου, πολύ σύντομα στον αστερισμό των «μάγων» του ποιητή θα πρέπει να συμπεριβάβουμε και τον Μπόρχες. Αδιάψευστο τεκμήριο το αφιερωμένο στον αργεντινό «Ο Ποιητής και το Φεγγάρι»:

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ (χαιρετισμός στον Jorge Luis Borges – από τη συλλογή ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ 1989)
Κοιμάται και το φεγγάρι τον κατέχει.

Είναι ο δρόμος μέσα στο φεγγάρι
ένα σακούλι κόκκαλα και τ’ άλογο.
Είναι το τούλι της αγάπης του
η σάρκα της ο άμμος και η ερημιά.
Είναι το λασπωμένο πρόσωπο της Άρτεμης
κι ο Αλφειός κατεβαίνοντας ανάμεσα στ’ αηδόνια.
Είναι το φοβερό φαράγγι που κανείς δεν το πέρασε.
Είναι το άχερο του Χρόνου που πέφτει αιώνια
στη θάλασσα της λησμονιάς. Είναι το αναπότρεπτο:
η τελευταία φορά που θα ιδείς το φεγγάρι χωρίς να το ξέρεις.

Και βέβαια δεν είναι τίποτα απ’ όλα τούτα.
Είναι μονάχα το ποίημα που πέρασε στον ύπνο του
και μάταια θα παλεύει να θυμηθεί μετά
κι όταν ακόμα θα το έχει φτάσει σε τούτη τη γραφή.


Και άλλες επιλογές ποιημάτων από την ίδια συλλογή με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο:

ΑΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΜΕ ΘΕΣ, ΘΑ Μ’ ΕΧΕΙΣ (Τριαντατρία Χαϊκού 1990)
Ποιήματα μεγάλης εικονιστικής δύναμης και εκφραστικής διαύγειας θεωρεί τα  Τριαντατρία Χαϊκού ο Αριστοτέλης Σαϊνης. Σημειώνει: «είναι δομημένα γύρω από στιγμές έντασης και συγκλονιστικές εμπειρίες –πιο συχνά ονειρικές- που διαστέλλου το χρόνο και δοκιμάζουν τα όρια των εκφραστικών δυνατοτήτων ενός ποιητικού υποκειμένου το οποίο, αφού διέσχισε έρημες χώρες δοκιμασίας, εξοικειώθηκε με «το αγγελικό και μαύρο φως» της ανθρώπινης κατάστασης. Αν ο πόλεμος και οι εμπειρίες της μεταμφυλιακής εποχής ή ο Έρως και ο Θάνατος βρίσκονται στην αφετηρία τους, η ποίηση και η ποιητική έκφραση καθορίζουν το τέλος τους»:

ΚΡΥΦΟ ΜΟΥ ΣΩΜΑ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΣΟΥ ΜΟΝΟΣ ΕΓΩ ΤΑ ΞΕΡΩ (κι άλλες επιλογές από τα 33 Χαϊκού)
2
Όταν χορεύει
σηκώνει τη φούστα της
να ιδώ την ελιά.
3
Πάλι το δρόμο
γυμνή στο παράθυρο
κρυφοκοιτάζει.
4
Κάπου στ’ όνειρο
σ’ άκουγα πουλάρι μου
να χλιμιντρίζεις.
7
Δυο μάτια σπαθιά
σκίζαν τα βλέφαρά του
κι έμενε γυμνή.
8
Τρεις φίλοι παίζαν
στα ζάρια το φιλί της.
Κι άλλος το πήρε.
13
Να θέλω κι άλλο
κι άλλο ακόμη. Κι εσύ
να μη μου δίνεις.
14
Μέρα και νύχτα
με σκοινί αόρατο
κάποιος μας δένει.
16
Σταυροί στην πλαγιά
κι η θάλασσα πιο κάτω
λάμπει στον ήλιο.
17
Άκουγα κουπιά
χωρίς να βλέπω βάρκα
μέσα στο πούσι.
20
Πίσω απ’ τα βουνά
κάποιοι βγαίνουν τα βράδια
και μας κοιτάζουν.
21
Άχνα δε βγάζω
θαλασσινό μου αηδόνι
να σε ακούω.
22
Μικρό καράβι
στο μπουκάλι κλεισμένο
πού αρμενίζεις;
24
Ουρά παγωνιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος.
26
Είναι οι λέξεις
στο ψ της Ιλιάδας
ή τα τσεκούρια;
27
Είπε ο Ζήνων:
«Ουκ άρα έστιν ο τόπος».
Λες να ’ναι αλήθεια;
29
Άνθη μυγδαλιάς
πέφτουνε στον ύπνο μου.
Ποια με φίλησε;
31
Το ένα σου μάτι
στο ποίημα· και τ’ άλλο
να σε δικάζει.
32
Ακίνητοι. Σαν
να φωτογραφήθηκε
η Γη για πάντα.
33
Όλοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα.

ΣΤΟΝ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΛΟΙΠΟΝ ΑΙΩΝΑ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ ΜΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΑΦΗ ΚΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΦΥΣΑΕΙ ΘΑ… ΣΒΗΣΕΙ ΤΗ ΓΡΑΦΗ (από τη συλλογή Λίγος Άμμος 1997)
Είμαι ο συγγραφέας, είπε. Είμαι ο σκηνοθέτης, ο ηθοποιός κι ο θεατής (ποιητής και αναγνώστης). Είμαι κάποιος που θα υποδυθεί όλα τούτα τα πρόσωπα (που τα έχει ντύσει με τις λέξεις του). Είμαι εγώ που σας παρακαλώ: μη μπαίνετε απόψε στο Θέατρο (μη διαβάζετε αυτό το ποίημα)!.. Αυτός είναι κι ο τίτλος του έργου: ΜΗ ΜΠΑΙΝΕΤΕ ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ (είναι το ποίημα του τρελό).  Είμαι τέλος ο φύλακας που θα κλείσει τις πόρτες μετά την παράσταση και θα με ξεχάσει ολομόναχο μέσα στο σκοτάδι (ή ο βιβλιοθηκάριος που θα με παρατήσει σκονισμένο στο τελευταίο ράφι Ήρθε η ώρα είπε να σηκώσω την αυλαία!. Καληνύχτα… Ξαφνικά όμως (στο παρακάτω ποίημα) χιόνιζε!.. Το ποίημα ξεπαγιασμένο του  χτύπησε την πόρτα. Έτρεξε και του  άνοιξε, το πήρε και το ζέστανε στην αγκαλιά του. Μα σαν ζεστάθηκε άρχισε να τον τυλίγει γύρω στο λαιμό και να τον πνίγει… [ΜΗ ΜΠΑΙΝΕΤΕ ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ και η 2η στροφή από το ποίημα Ο ΠΟΙΗΤΗΣ και ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ,  από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ 1997 - σε παρενθέσεις σχόλια που με αρκετή δόση αυθαιρεσίας  προεκτείνουν την έμπνευση του ποιητή και τους ΑΓΡΑΦΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ: «Τα λόγια που έλεγε στις ωραίες γυναίκες έμοιαζαν με ποιήματα που δεν τα έγραψε ποτέ. Οι άγραφοι στίχοι του σπανίως τις άγγιζαν. Μα σαν περάσουν τα χρόνια θα τους θυμηθούν –το ήξερε και γριούλες πια θα λένε πως κάποτε υπήρξαν ωραίες κι αυτές - 

Η ΣΙΩΠΗ (από τη συλλογή Λίγος Άμμος 1997)
Η Σιωπή είναι μια άγνωστη
που έρχεται τη νύχτα
Ανεβαίνει τη σκάλα
χωρίς να ακούγονται πατήματα
μπαίνει στην κάμαρα
και κάθεται στο κρεβάτι μου.
Μου φοράει το δαχτυλίδι της
και με φιλεί στο στόμα!
Τη γδύνω!..
Μου δίνει τότε τις βελόνες
και τρία χρώματα:
το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.
Κι αρχίζω να κεντάω
πάνω στο δέρμα της
όλα όσα δεν σου είπα
και ποτέ πια δεν θα σου πω!

Αυτή την ιστορία έπλασε για τη ΣΙΩΠΗ, αγαπημένη των Ποιητών, ο Γιώργης Παυλόπουλος και καθώς στο γαλάζιο ουρανό της ποιητικής μας ηλικίας πάντα θα αναδύονται Ωραία Ποιήματα, με όλη τη Δύναμη των Λέξεων τους θα ορκιζόμαστε πίστη στα μυστικά και φανερά σημαινόμενα τους ξέροντας καλά ότι είναι ένα ΜΑΡΤΥΡΙΟ η προσήλωσή μας σ’ αυτά, όπως το λέει στο αμέσως επόμενο ποίημα της ίδιας συλλογής:

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Σήκωσα το σεντόνι
κι ήταν πάλι γυμνή στο πλάι μου
και πριν χαθεί
γύρισα να την κοιτάξω
και μη με κοιτάζεις είπε
δεν είμαι το σώμα που αγάπησες
αλλά εκείνο που θέλεις να θυμάσαι
κι εκείνο που δεν μπορείς να θυμηθείς
κι εκείνο που νομίζεις πως θυμάσαι!

Στίχοι αισθηματικοί που δεν τους δημοσίευσε ποτέ κι έμειναν για χρόνια θαμμένοι στα χαρτιά του. Άλλωστε το είχε καταλάβει από πολύ νωρίς: δεν του πήγαιναν τέτοιες υπερβολές ποιητικές. Όμως απόψε που τους διάβαζε αργά τη νύχτα πόνεσε πάλι όπως και τότε για τον χαμένο χρόνο της αγάπης:

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Είμαστε κάπου εκεί μαζί
και κανείς δεν ξέρει πού είμαστε
και σε κοιτάζω
όπως κοιτάζει ο ουρανός τη Θάλασσα
και σ’ αγαπώ
και πονάω για Σένα και για μένα
πονάω για το χαμένο χρόνο της αγάπης

Πες μου πως δεν θα μπορέσουμε
να πεθάνουμε ποτέ
Εσύ που είσαι από μένα
κι εγώ που είμαι από Σένα
που είμαι τίποτα
χωρίς Εσένα.

Πες μου αν ξέρεις
-εγώ δεν ξέρω-
πότε σε γνώρισα και πού
πότε σε πρωτοκοίταξα
όπως κοιτάζει ο ουρανός τη Θάλασσα
εγώ που σ’ αγαπώ
πριν από την πρώτη μέρα του κόσμου
και πονάω για Σένα και για μένα
πονάω για τον χαμένο χρόνο της αγάπης

ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ: Ο Δημήτρης Μαρωνίτης για το Γιώργη Παυλόπουλο
Τον Γιώργη Παυλόπουλο τον γνώρισα άνοιξη, αν θυμάμαι καλά, του 1972, περιδιαβαίνοντας την Αρχαία Ολυμπία και το παλιό της μουσείο. Βλέποντας, σχεδόν εξ επαφής, τα συγκλονιστικά αετώματα με το μάτι και τη φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου. Εμπειρία, αλησμόνητη, στην οποία φώλιασε η κατοπινή φιλία…
Μίλησα για φωνή που, σε σπάνιες περιπτώσεις, γίνεται ο καλύτερος αγωγός της ποίησης. Ξαναδιαβάζοντας τώρα το σύνολο της ποιητικής κατάθεσης του Γιώργη Παυλόπουλου άκουσα πάλι τη φωνή του ποιητή να αναδύεται μέσα από το ποίημα, και θυμήθηκα όσα σχετικά είχα γράψει το 1989, σχολιάζοντας τη συλλογή «Αντικλείδια». Αντιγράφω, αποσπασματικά έστω, μία παράγραφο, που την υπογράφω και σήμερα:
«Η ποιητική φωνή του Παυλόπουλου έχει το φυσικό χάρισμα να διηγείται: ξέρει δηλαδή να παίρνει τις σωστές ανάσες της· να μη πνίγεται, όταν ψηλώνει· να μη σβήνει, όταν χαμηλώνει [...]. Μιλώ για εκείνη την ηρεμία που επιτρέπει στον ποιητικό μύθο να σχηματιστεί για να πετάξει αυτό που έλεγε ο Ομηρος έπεα πτερόεντα. Δεν ξέρω πολλές φωνές στην ποίησή μας που να έχουν την απλότητα, τη θέρμη, την τρυφερότητα και τη φυσικότητα της αφηγηματικής φωνής του Παυλόπουλου».
Μιλώ δηλαδή για την ποιητική φωνή του Παυλόπουλου που αρμόζει σωστά σε ζωντανούς και νεκρούς, στον ύπνο και στον ξύπνο, στην πλησμονή και στη στέρηση, στη συντροφιά και στη μοναξιά, στη φλόγα και στη στάχτη. Ένα δείγμα από το «Σακί», όπου αποστάζεται ο αξόδευτος πόνος της κατοχής και του εμφυλίου. Επιγράφεται «Το Μαύρο»:
Γυρίζει απ' το πρωί στους δρόμους / δεν έχει φωνή δεν έχει μάτια / μήτε ακούει τίποτε πια. Υπάρχουν / μονάχα τα χέρια του. Αγγίζει κλεφτά / τους τοίχους, τα κάγκελα τις κολόνες / -κάποτε σε αφήνουν κάποτε σε σκοτώνουν- / κατεβαίνει σκάλες ανεβαίνει σκάλες / δεν ξέρει πού πηγαίνει και πού θα βρεθεί / -κάποτε σε αφήνουν κάποτε σε σκοτώνουν- / δεν δουλεύει άλλο το μυαλό του //Ασπρο φωτεινό -Μαύρο. Κόκκινο φωτεινό. -Μαύρο. / κάποτε σε αφήνουν -Μαύρο. Κάποτε σε σκοτώνουν /-Μαύρο. / Πώς αναβοσβήνουν οι διαφημίσεις. // Σε σκοτώνουν -Μαύρο. / Η μνήμη όλη μέσα σ' αυτό. Το Μαύρο.
Δυό τρία επισχόλια. Οσο βλέπω, η νεοελληνική κριτική ελάχιστα πρόσεξε το κατοχικό και εμφυλιακό υπόστρωμα της ποίησης του Παυλόπουλου. Ηδη στον «Κατώγι» (1971) και κυρίως στο «Σακί» (1980) θησαυρίζονται πολλά ποιήματα της δραματικής αυτής αφορμής, με τα οποία δικαιούται ο Παυλόπουλος την ένταξή του στο κέντρο της ομόθεμης και ομόθυμης ποίησης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.
Η σεμνότητα εξάλλου του Παυλόπουλου συσκότισε, εκτός των άλλων, τόσο την πρωιμότητα του ποιητικού του ταλέντου όσο και την πολυτροπία (θεματική και μορφική) της ποίησής του. Για τον πρώιμο ποιητή αποδεικτικό στοιχείο αποτελεί η υποκείμενη χρονολόγηση (1943) στο φτασμένο ήδη ποίημα «Ερημόνησο», που παραπέμπει στα δεκαοχτώ χρόνια. Για την πολυτροπία αποκαλυπτική είναι η αυθόρμητη εναλλαγή διαφορετικών ποιημάτων: πολύστιχων και ολιγόστιχων, μονολογικών και διαλογικών, ονειρικών και εγρήγορων, απελπισμένων και παρήγορων, μουσικών και πεζόμορφων. Όλα αυτά χωρίς φιγούρες· με τη γλύκα της πίκρας, με την πίκρα της γλύκας. Παράδειγμα «Η Επίσκεψη». Από το «Σακί» πάλι:
Μου έδωσε καρέκλα κοντά στο παράθυρο. / Κάτσε να σου φέρω γλυκό και νερό/ Έξω πολλά λουλούδια και πουλιά, και τ' άλογο / χλιμιντρίζοντας κάποτε κατά την εμπατή. / Την είδα να σφουγγίζει κρυφά τα μάτια της / έπειτα ξέσπασε καθώς μου έπιανε τα χέρια. Πότε θα τους αφήσουν, έλεγε. Πότε θα γυρίσει; / Όταν σταμάτησε το κλάμα, τράβηξε το μαντήλι / και τίναξε πίσω περήφανα λυμένα τα μαλλιά...
Για την ιστορία: κανένα κρατικό βραβείο δεν δόθηκε στον άξιο, πολυμεταφρασμένο ευτυχώς, ποιητή - ντροπή. Από μέρους μου σήμερα μια λέξη ομηρική: φιλότης. [Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ]



ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΜΕ ΑΜΙΛΗΤΟΙ ΝΑ ΜΗ ΣΤΑΘΟΥΜΕ ΠΟΥΘΕΝΑ ΩΣΠΟΥ ΝΑ ΠΑΡΑΔΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ (Πού είναι τα Πουλιά 2004)

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΠΟΥ ΠΟΘΟΥΝ Ν’ ΑΝΟΙΞΟΥΝ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΜΕΣ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΟΥΣ: 
Πού είναι τα πουλιά;

Ατσάραντοι και λιάροι κι' αητομάχια
συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια
τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι
καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια
τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι
τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες
καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια
μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες
ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες
κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια
γαϊταρίθια κα σβουρίτζια κα σγουρδούλια
θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;

Πού είναι ο κοκκινολαίμης;

Πού είναι τα παπιά;
Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες
ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκόλια
γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα
ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;

Πού είναι ο Μολοχτός κι' ο Πάπουζας;
Η Αβοκέτα κι' ο Καλαμοκανάς;

Πού είναι οι συκοπούλες οι βουλγάρες κι' οι σιταρίθρες
τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι' οι αερογάμηδες
οι φάσες και οι σπαθομύτες
τα κιρκινέζια κι' οι χαλκοκουρούνες;

Πού είναι
ο μπούφος ο χουχουλόγιωργας κι' ο κούκος
ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι' ο καράπαπας;

Πού είναι
τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;

Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;

Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;

ΑΝ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΠΕΙ ΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ, ΓΙΑΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ και ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ, ΔΕΝ ΘΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΓΕ:
Δεν είναι εύκολο να γράψει κανείς σήμερα ερωτικά ποιήματα. Σε μιαν εποχή κατά τη διάρκεια της οποίας η ποίηση έχει δοκιμάσει σχεδόν τα πάντα, ποια είναι η θέση που μπορεί να διεκδικήσει στις προσπάθειές της ένα πανάρχαιο λυρικό ζήτημα όπως ο έρωτας; Ο Γιώργης Παυλόπουλος λύνει το πρόβλημα ευθύς εξαρχής. Αντί να καταφύγει σε παρακαμπτήριες οδούς και να αρχίσει να διαγράφει ατέλειωτους κύκλους γύρω από το θέμα του, αναβάλλοντας συνεχώς την ανάπτυξή του, πηγαίνει κατευθείαν επάνω του -κυριολεκτικώς κατακέφαλα (θέτοντας τα σωστά ερωτήματα):  Πώς τινάζεται η καρδιά μπροστά στο εξαίσιο όραμα μιας γυναικείας μορφής;  Πώς ελέγχεται ο πόθος όταν ολόκληρο το κορμί βυθίζεται στην άβυσσο της επιθυμίας;  Πώς γλιτώνει ο ερωτευμένος από την τυραννία των αναμνήσεων, που μπορεί να τον κυνηγούν επί δεκαετίες;  Πώς αντέχεται η μοναξιά όταν έχεις ζήσει μέσα στο φως και την έκσταση;  Πώς προδίδει ο χρόνος και τις μεγαλύτερες υποσχέσεις;  Πώς το όνειρο γίνεται κάποτε ισχυρότερο από την πραγματικότητα; Πώς παραιτείται η ώριμη ηλικία από το δικαίωμα στην αγάπη; Ο ποιητής δεν βάζει, βεβαίως, τα ερωτήματα για να τα απαντήσει, αλλά για να τα αφήσει να πλανηθούν μετέωρα στην καρδιά και τη συνείδησή μας, χωρίς να καταλήξουν ποτέ πουθενά  [ΣΧΟΛΙΑ του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου για την λεγόμενη ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ με οδηγό επιλεγμένα παραδείγματα ερωτικών ποιημάτων  από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 2004]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου