Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

ΣΠΑΖΩ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΕ ΚΟΜΜΑΤΙΑ (Fernando Pessoa), ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (Wallace Stevens), Η ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΕΛΞΗ ΑΝΑΒΛΥΖΕΙ ΛΕΞΕΙΣ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΑΜΠΕΡΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ (Κλεοπάτρα Λυμπέρη)

Είναι δύο από τα μότο που επιλέγει η Κλεοπάτρα Λυμπέρη ως προμετωπίδες στο «Επταετές Κοράσιον», το βιβλίο μ’ αυτόν τον παράξενο τίτλο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το 2011. Προηγείται ένα παράθεμα που υπογράφει ο Paul Celan: «Κυρίες και κύριοι, βρίσκω κάτι που κάπως με παρηγορεί για τον αδύνατο δρόμο που πήρα ενώπιόν σας, αυτόν τον δρόμο του αδύνατου. Βρίσκω αυτό που συνδέει και, όπως το ποίημα, οδηγεί στη συνάντηση». Στον τίτλο της ανάρτησης προστέθηκε και η ρήση από τη σελ. 23 του βιβλίου (5.5.1994) συμπληρωμένη με τον ακροτελεύτιο αφορισμό από την τελευταία σελίδα του βιβλίου.
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, είναι σαν να κρατάς στα χέρια σου ένα Τετράδιο Σημειώσεων Ημερολογίου!.. Φαίνεται, η ποιήτρια, διαρκώς αναζητώντας μιαν έξοδο από την ατομικότητα, αυτό το «θαυμαστό» τρόπο αυτοπροσδιορισμού βρήκε στον πηγαιμό για τη «συνάντηση»… Με τον εαυτό; Με τους άλλους; Με το ποίημα; Με «το κάλλος μιας αποκάλυψης»; Με σημαντικές στιγμές στη λογοτεχνική της διαδρομή; Μας το βεβαιώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο: «Το «θαυμαστό» είναι  η γλώσσα που με οδηγεί στη συνάντηση» (14.5.1999)
 «Αφού μιλάω, δεν είμαι ένα ον αποσπασματικό…», διαβάζουμε στην πρώτη-πρώτη σημείωση/ καταγραφή με ημερομηνία 31.12.1992 και αμέσως μετά με ημερομηνία 2.1.1993 το πρώτο ρητορικό (;) δίλημμα: «Η γλώσσα είναι καρπός του χρόνου ή ο χρόνος καρπός της γλώσσας;». Υπόθεση εργασίας για τη συνέχεια: «Αν η γλώσσα επιμένει να ονομάζει, είναι για να με οδηγήσει στο άλλο» (5.3.1993) Αλλά η αμφιβολία καιροφυλακτεί στις γρίλιες της επόμενης μέρας σωματοποιημένη στο ερώτημα: «Η γλώσσα είναι οι άλλοι;» Η αμφιβολία διασκεδάζεται και το ερώτημα παίρνει μορφή κατηγορηματικής βεβαιότητας σε μια καταγραφή λίγα χρόνια μετά, στις 15.1.1996: «Η γλώσσα είναι οι άλλοι»!.. Οπότε, στο τέλος αυτής της επταετούς διαδρομής διλημμάτων, σκέψεων, ιδεών, στοχασμών, συναισθημάτων, το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα: «Η γλώσσα μου έθεσε το ερώτημα αν ενδιαφέρομαι να ασκηθώ στην τέχνη της αγάπης. Απάντησα, ναι» (24.5.1999)
 «Κατηγορική προσταγή στη σημείωση με ημερομηνία 25.4.1998: «… Οι λέξεις υπάρχουν ήδη· γράψτε τες». Αυτή την εντολή φαίνεται πως ακολουθεί πίστα η ποιήτρια θέλοντας να γνωρίσει τον εαυτό της και, ίσως, με τον τρόπο αυτό να δώσει σχήμα και μορφή στον εσωτερικό της κόσμο. Γιατί «Γλώσσα = ειδέναι» σημειώνει στις 13.5.1998. Προηγείται η διαπίστωση: «Η γλώσσα δίνει σχήμα στην ανθρώπινη ψυχή» (12.5.1998). Και το αποτέλεσμα αυτής της αέναης αναζήτησης, «σαν ένα ποίημα που γράφεται και ξαναγράφεται ώσπου να πετύχει», είναι το πλάσιμο από την αρχή του εαυτού, η αναδημιουργία του «χωρίς καταναγκασμό, στο όνομα της ελεύθερης βούλησης»: «Μέσα στην ευθύνη για τη «δημιουργία» του εαυτού μου ανακαλύπτω τη θεότητά μου» (8.5.1999). Μια θεότητά που μπορεί να «κοιμάται πάνω στα αγκάθια» είναι όμως  «η συνειδητή μετοχή του ποιητή σ’ αυτή την άνευ όρων κατάφαση» που  «ως γλωσσική διάνοιξη του Σύμπαντος κόσμου» τον οδηγεί στην «κατεξοχήν χειρονομία της αυτοπραγμάτωσής του…» (3.5.1999).
Κρατάμε, λοιπόν,  στα χέρια μας, αν δεχθούμε και το σχόλιο του Γιάννη Ευσταθιάδη, «ένα ποιητικό βιβλίο με αποφθεγματικές απολήξεις σε φόρμα αφορισμών…» ή όπως εύστοχα παρατηρεί ο Τάσος Γουδέλης «ένα βιβλίο με μια παιγνιώδη, μεταμοντέρνα γραφή, η οποία μέσα από ένα… τηλεγραφικό, αφοριστικό πνεύμα μοιράζει την τράπουλα».
Η ποιήτρια, πάλι, σε μια συνέντευξή της  δίνει το ακριβές στίγμα: «Είναι κάτι σαν ένα ημερολόγιο στιγμών, άλλοτε περιπαικτικό του χρόνου και αποδομητικό του Νοήματος, κι άλλοτε βουτιά στα βαθιά, ώστε να ξανατεθούν τα κλασικά ερωτήματα για την ύπαρξη, τη συνείδηση, την τέχνη, τον καλλιτέχνη, τη γραφή, την ποίηση, το πνεύμα, τη ανθρώπινη εξέλιξη».
Στην πρώτη σελίδα του ημερολογίου υπάρχει η σημείωση με τίτλο Το Ύφος μιας Μέρας και ημερομηνία 10.1.1993:   «ζω στους σπασμούς μιας εσωτερικής γλώσσας την οποία διαρκώς αγωνίζομαι να συλλάβω, κι άλλες φορές συγκρατούμαι από τις παύσεις της. Η εξάντλησή μου, η παράδοσή μου στην τετριμμένη ερμηνευτική του κόσμου, με κάνει εγκόσμια. (Οι παύσεις είναι ο τρόπος της νέας μου γέννησης;).
Χρήσιμη για αυτή τη σύντομη εισαγωγή και η σημείωση με ημερομηνία 17.2.1993 από τη σελ.11:  «Η δωρεά του χρόνου: να μπορείς να προφέρεις, όπως ο Σωκράτης στην Κρατύλο, τις ίδιες ακριβώς λέξεις που αναφέρονται στο αγαθόν: ωφέλιμον, λυσιτελές, κερδαλέον, συμφέρον, εύπορον. (Κάθε ονοματολογία είναι ο παρελθών χρόνος που παρεισφρέει στο παρόν).
«Λέξεις», «Γλώσσα», «Χρόνος», «Ποίηση», «Γραφή», «Λογοτεχνία», «Συγγραφέας», «Τέχνη», «Καλλιτέχνης», «Ταλέντο» κ.α. :  υπάρχει ένα σύμπαν λέξεων που επανέρχονται συχνά πυκνά στις σελίδες του ημερολογίου. Είναι, τρόπον τινά, ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα πάντα. Η εικόνα μεταφορά από τη σημείωση στις 16.1.1993 είναι αρκούντως διαφωτιστική: «… τα κύματά (τους) θραύονται στην προκυμαία: κάθε θραύση μια πραγμάτωση του ωκεανού, το τετελεσμένο, η ολοκλήρωση της κίνησης…». Η (κατά)γραφή τους εξασφαλίζει τη συνοχή; «Η γραφή είναι συνεκτικότητα», αναρωτιέται η Κλεοπάτρα Λυμπέρη στη σημείωση με ημερομηνία 10.4.1993 για να φτάσει στο συμπέρασμα πέντε μέρες μετά (15.4.1993): «Το ποίημα αποτυπώνει πάντοτε μια ανθρώπινη υφή· αλλά μέσα στο αίνιγμά του αναπαύεται η ουσία, το ίχνος του θείου εαυτού του»
«Η Ύπαρξη της γλώσσας, λοιπόν, δια μέσου του ποιητή, (διαβάζουμε στις 7.3.1993) βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση του αυτοπροσδιορισμού της, του σχεδιασμού μιας εξόδου από την ατομικότητα. Αλλά παρεμβαίνει πάντα το τραύμα της μερικότητας που αντιστέκεται στο φως του όλου»     
Τελικά, με το «Επταετές Κοράσιον», τα μικρά αυτά δοκίμια από σημειώσεις και συγκινήσεις, η ποιήτρια, ανεβάζει στην επιφάνεια τη λάμψη αλλά και τα κουσούρια της καλλιτεχνικής ψυχής, προσπαθώντας να διασώσει το αυθεντικό πρόσωπο του καλλιτέχνη.
Παρακάτω αποδελτιώνονται κι άλλες αντιπροσωπευτικές καταγραφές από το Ημερολόγιο Στιγμών της Κλεοπάτρας Λυμπέρη  και ενδιάμεσα παρατίθενται αποσπάσματα από  κριτικές του Τάσου Γουδέλη και του Γιάννη Ευσταθιάδη   - Art by William Blake and Picasso Pavlo: «Οι Δεσποινίδες Αβινιόν]



ΝΑ ΑΝΕΛΘΕΙΣ ΣΤΟ ΑΡΡΗΤΟ ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΕΡΜΗΝΕΥΣΕΙΣ, ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΕΙΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟ (16.4.1993) κι επιλογές στοχασμών από τις σελ. 13-21 του βιβλίου
23.4.1993
Χρησιμοποιούμε ένα επίθετο για να διαβεβαιώσουμε το ουσιαστικό ότι υπάρχει.
24.4.1993
Τα επίθετα είναι εχθροί της φαντασίας;
12.5.1993
Η σωματικότητα της ποιητικής γραφής δεν εξαρτάται από τη σχέση του ποιητή με το σώμα του, αλλά από τη δυνατότητά του να αισθάνεται επαρκής εντός της διαμάχης πραγματικού–φαντασιακού: Ο βαθμός αυτής της επάρκειας αποτυπώνεται στη γλώσσα.
10.6.1993
H γλώσσα διακωμωδεί διαρκώς το ανολοκλήρωτο της χρήσης της. Ο χρήστης, όμως, κάθε άλλο παρά κωμωδός αισθάνεται.
16.7.1993
Μια ποιητική συλλογή αποτελεί για τον ποιητή της τη σύνοψη των ψυχικών του αποκλίσεων. Το θέμα όμως είναι αν αυτές οι αποκλίσεις μπορούν να δημιουργήσουν στην ποίηση ένα κλίναμεν.
10.9.1993
Στην αρχή η γραφή είναι καταφύγιο· ύστερα γίνεται φυλακή. Υπάρχει ένα τρίτο δωμάτιο, όμως σ’ αυτό φτάνουν οι λιγότεροι: η ίδια η γλώσσα.
15.10.1993
Με τη γραφή ο συγγραφέας καταργεί το συναίσθημά του· αντί να το αποδίδει στα πρόσωπα διά της ζωής, το αφήνει να γίνει μια μούμια που συντηρείται μέσα στο χρόνο προς χάριν της τέχνης. (Ο νεκρός περιφέρει τα ψιμύθιά του.)
18.11.1993
Η λογοτεχνία είναι το άλλοθι μερικών λυπημένων που ονομάζονται συγγραφείς.
19.12.1993
Το ποίημα είναι «πρόσωπο», αφού ποιεί σχέσεις αγαπητικές: διαμεσολαβεί, δίνει για λογαριασμό του ποιητή ό,τι εκείνος δεν μπορεί να δώσει. Ο ποιητής ουρλιάζει: «αγαπήστε με»! Το ποίημα ψιθυρίζει: «σας αγαπώ όλους· είμαι μια απέραντη αγκαλιά».
16.1.1994
Η ποιητική μιας πράξης, να υπερβεί την ποιητική μιας λέξης: ένα αγκάλιασμα να γίνει εσωτερικός ήχος. Όχι πια η ερμηνευτική της γλώσσας (χάρις στην οποία αναδύεται το Είναι) αλλά η ερμηνευτική του προσώπου, του «άλλου» που εισχωρεί στο Είναι ως ποίημα.
17.1.1994
Άραγε η φράση του Ρεμπώ εγώ είναι ένας άλλος γεννήθηκε από την ποιητική έκρηξη της ίδιας της γλώσσας (εξ και το καθολικό της νόημα) ή μήπως μιλούσε απλώς η ατομική συνείδηση μιας υπαρκτικής ένδειας που επιθυμούσε να καταργηθεί;
19.1.1994
Αν η τέχνη σαν διαδικασία «ποιητικής», είναι μια διαρκής ανάπτυξη ενός αρχικού δυναμικού που εξελίσσεται μέσα στο χρόνο (από έναν καλλιτέχνη στον επόμενο), η αγάπη μοιάζει να είναι μια τέχνη που δεν αντλεί μόνο από την ιστορία της, αλλά την επανεφευρίσκει: ο καλλιτέχνης συνεχίζει· ο αγαπών ξαναρχίζει.
25.1.1994
Τελευταία, καθώς κοιτάζω την κόρη μου νοιώθω σα να προδίνω την τέχνη μου. Κατά βάθος ξέρω ότι κανένα ποίημα δεν θα μπορούσε να προκαλέσει αυτό που συμβαίνει μέσα μου όταν η Τατιάνα στρέφεται προς εμένα σαν ένας μίσχος.
18.2.1994
Μέσα στην προσήλωση, ο καλλιτέχνης συναντά όλους τους μελλοντικούς συνδημιουργούς του.
22.2.1994
Τι είναι το ταλέντο παρά μια υστερική ανάγκη αποτύπωσης της ιδιαιτερότητας;
23.2.1994
Το ταλέντο εργάζεται καλύτερα όταν δεν ευτελίζεται στην αγορά. Παρά ταύτα, η αγορά πολύ συχνά προσελκύει το ταλέντο, για να αποδείξει ότι του λείπει η αυτοπεποίθηση.
24.2.1994
Αν το ταλέντο δεν βρίσκεται σε διαρκή κόντρα με τα ηθικά χαρίσματα του καλλιτέχνη, μήπως η τέχνη που γεννά είναι μέτρια;
28.2.1994
Λογοκλοπή ονομάζεται το έργο μιας ψυχής που υποφέρει από έλλειψη ερωτικής ικανοποίησης

Τι είναι το EΠΤΑΕΤΕΣ ΚΟΡΑΣΙΟΝ της Κλεοπάτρας Λυμπέρη; «Ποίηση, αποφθέγματα, αφορισμοί; Ημερολόγια; «Φανερώσου νόημα ως τσαμπί ουρανίων σταφυλών»
Τελικά τι είναι; αναρωτιέται ο Γιάννης Ευσταθιάδης. Είναι λόγος αποφθεγματικός που συγκεντρώνει στοχασμούς – κυρίως γύρω από τη γλώσσα και κατ’ επέκταση γύρω από την ποίηση; Είναι μια συλλογή αφορισμών, οι οποίοι συνδυάζουν ευφυΐα και γόνιμες, λογικές ανατροπές, φθάνοντας ενίοτε ως το ευφυολόγημα; Ή είναι τέλος, ημερολογιακές σημειώσεις, στοχαστικές αναγραφές στα περιθώρια του χρόνου που περνά; Για το τελευταίο αυτό δεν χρειάζεται ερωτηματικό, μια και η Λυμπέρη καθαρά δηλώνει την πρόθεση, θέτοντας ημερομηνίες σε κάθε εγγραφή (αρχίζοντας στις 31.12.92 και φθάνοντας στις 25.5.99).

«Το φύλο γυναίκα χορεύει στην ερημιά μιας γλωσσικής
απραξίας» ή «Με ποια λέξη λοιπόν τον καλείς;» ή Όταν το ποίημα έλκει την ετερότητα γίνεται φίδι» ή «Κλέβει την ομιλία ο άντρας η γυναίκα πεινάει σαρκοφάγος των ξένων ονείρων». Τα αποσπάσματα αυτά προέρχονται από το ποιητικό βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη Η Μουσική Των Σφαιρών (2007). Νομίζω οι θεματικές και δομικές αναλογίες του βιβλίου αυτού με το Κοράσιον είναι τέτοιες και τόσες, που με οδηγούν σε ένα αυτονόητο συμπέρασμα: To Eπταετές Κοράσιον είναι ένα ποιητικό βιβλίο με αποφθεγματικές απολήξεις σε φόρμα αφορισμών, το οποίο τυπικά υιοθετεί τη φόρμα του ημερολογίου. Αν υπολογίσεις τον (φανταστικό, ισχυρίζομαι) χρόνο των ημερολογιακών εγγραφών από το 1992 έως το 1999, προκύπτει μια επταετία (η ίδια κλείνει το μάτι με μια μόνο παράταιρη εγγραφή του 1980). Αυτή η ενδιάμεση ηλικία (περίοδος ζωή, καλύτερα) της ποιήτριας, όπως δηλώνει συμβολικά στον τίτλο, εκφράζει την ενδόμυχη επιθυμία της να προσεγγίσει στοχαστικά και το θέμα της γλώσσας, των λέξεων, του χρόνου και της μοναξιάς, κρατώντας, όμως, εγωιστικά για λογαριασμό της τη νέα ματιά και το θάμβος για έναν κόσμο παλιό. Η ηθελημένη ετούτη οπτική, με την αθωότητα βλέμματος παιδικού, είναι που κάνει, θαρρώ, την πυκνή γραφή της και ανατρεπτική και διάφανη…
 [αποσπάσματα από το κείμενο του Γιάννη Ευσταθιάδη που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο Ιονικό Κέντρο]

ΤΟ «ΕΙΝΑΙ» ΛΕΕΙ ΣΤΟ «ΜΗ ΕΙΝΑΙ»: ΕΙΣΑΙ; (28.3.1994), ΟΙ ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΕΣ ΤΗΣ ΑΒΙΝΙΟΝ ΕΙΝΑΙ, ΑΝ ΚΑΙ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ (28.3.1994) –κι άλλες επιλογές στοχασμών από τις σελ. 22-46 του βιβλίου
29.3.1994
Κάθε ποίημα προσδοκά να ελευθερωθεί μέσα σε ολόκληρο το σώμα του ερωμένου του.
1.4.1994
Για να μπορέσει μια τέχνη να υπάρξει ως θραύση (ως ασυνέχεια της ιστορικότητας), θα έπρεπε προηγουμένως να έχει καταργηθεί η μνήμη, η γνώση, η συλλογική συνείδηση – πράγμα αδύνατον. Η πρωτοτυπία δεν είναι παρά μια κίνηση όλης της προηγούμενης τέχνης, που έχει βαρεθεί τον εαυτό της.
6.4.1994
Καθώς διαβάζω την ποίηση της Τζόυς Μανσούρ σκέφτομαι το παράδοξο: μερικές φορές το πνεύμα καταφάσκει την πιο ακραία σαρκική νοηματοδότηση, για να υποστηρίξει την κατάργηση του θανάτου.
16.4.1994
Το να μπορείς να ζεις στην επιφάνεια, όταν έχεις παραμείνει επί μακρό χρόνο στο βάθος, αυτό ίσως είναι ο ορισμός της σοφίας. (Ο σοφός σπαταλάει ολόκληρη ζωή να μάθε να κάνει κάτι που για έναν ανόητο άνθρωπο είναι πανεύκολο)
15.6.1994
Η φυσικότητα μπορεί να μοιάζει με αυτόν το θάμνο που είναι περισσότερο άσχημος παρά όμορφος, γιατί είναι κοινότοπος. Όπως ακριβώς ο θάμνος δεν γίνεται να σε συγκινήσει αν δεν αρθείς στην οντολογία του, με τον ίδιο τρόπο η φυσικότητα βρίσκει τη λάμψη της αν της ξαναδώσεις το πρώτο κοίταγμα.
16.6.1994
Ο ποιητής δεν μπορεί παρά να εκφράσει μόνον αυτό προς το οποίο τείνει υπαρκτικά. Επομένως, η ποίηση δεν είναι παιδί του τυχαίου.
18.6.1994
Όταν ο ποιητής συγκρούεται μ’ ένα κόσμο που τον υπερβαίνει, αυτό ονομάζεται Έλεος
13.7.1994
Η «άδεια» κοινωνικότητα παραγεμίζει τη γλώσσα με σκουπίδια.
30.9.1994
Αν και η επιθυμία μου είναι να στήσω μέσα στα λόγια το βάθρο της ένωσης των κόσμων, συχνά η γλώσσα με προλαβαίνει και παραβιάζει την επιθυμία μου, στρέφοντάς την προς την αντίθετη κατεύθυνση (προς το διαχωρισμό). Αυτό το λένε ασυνείδητο.
10.10.1994
Η πνευματικός εαυτός συγκροτείται από λογική και ενόραση. Παραδόξως, η φιλοσοφία θεωρεί ότι αυτά τα δύο είναι αντίπαλοι
13.10.1994
Ο πνευματικός εαυτός στρέφεται ταυτοχρόνως προς τα μέσα και προς τα έξω, γνωρίζοντας ότι και οι δύο καταστάσεις (και οι δύο αυτοί τρόποι της γλώσσας) αποτελούν εκφάνσεις του ίδιου. Προφανώς η φράση του Σαρτρ «δεν υπάρχει εσωτερικό» εννοεί τελικά ότι η γλώσσα, αφού προσδιορίζεται από τη συνείδηση –και άρα από το «εξωτερικό» - ακόμη κι όταν «είναι στον εαυτό της» αποτελεί μια ακραία εξωτερίκευση.
18.11.1994
Ο πνευματικός εαυτός –λένε- σχετίζεται με τις λέξεις σύζευξη, εναρμόνιση, ενοποίηση. Αλλά αυτές οι λέξεις δεν υπονοούν άλλες, αντίθεση, διαίρεση, διαφοροποίηση; 
21.11.1994
Κάθε αφήγηση μεταφέρει το καθησυχαστικό μήνυμα ότι ο κόσμος παραμένει στη θέση του.
26.12.1994
Το να ερωτευτείς κάποιον ως «αυτόν τον ίδιον» και όχι ως «το φαντασιακό σου ισοδύναμο», ίσως είναι η πιο απελπισμένη μορφή αυτογνωσίας
30.12.1994
Η γλώσσα μετέχει στον έρωτα, μόνο για να συνδράμει στην κατάποση της ψευδαίσθησης.
15.1.1995
Το τραγικό, ως κλίση μερικών ανθρώπων, είναι στην ουσία μια τάση αποσάθρωσης της γλώσσας
16.1.1995
Η ποιητική ασάφεια μοιάζει με την τακτική του εραστή που φροντίζει ν’ αποφεύγει τις συγκεκριμένες υποσχέσεις προκειμένου να παραμείνει αδέσμευτος.
8.2.1995
Συχνά αποστρέφομαι την τέχνη, διότι μου θέτει ερωτήματα για τη ζωή στα οποία δεν μπορώ ν’ απαντήσω
19.2.1995
Θα μπορούσα ν’ ανταλλάξω ένα ποίημα με ζωή; Καθώς απαντώ αρνητικά, αντιλαμβάνομαι ότι η ανελευθερία αυτή δεν έχει το επικάλυμμα κάποιας ματαιοδοξίας, αλλά την απελπισία εκείνου που αποτυχαίνει διαρκώς στην τέχνη του και γι’ αυτό ακριβώς επιθυμεί να δώσει στον εαυτό του μια ακόμη ευκαιρία.
(Θα μπορούσα όμως να «θυσιάσω» το κάλλος προς χάριν του νοήματος… Ούτε)
22.2.1995
Το να οραματίζεσαι ένα έργο συνεκτικό είναι πολύ βαρύ μεροκάματο.
2.3.1995
Ο ποιητής γράφοντας γκρεμίζει τις βεβαιότητές του, κατασκευάζει πιο ελαστικά όρια για να κατοικήσει.
14.3.1995
Υπάρχει μια ποίηση που είναι υγρά, εκκρίσεις, τρόμοι, ματαιώσεις, έρωτες, αγωνία: το σώμα. Και μια άλλη, η οποία επιζητά να κινηθεί εκεί όπου ο Λόγος σωματοποιείται στις ιδέες, στις έννοιες, στο νόημα. Οι δυο αυτοί τρόποι –οι δυο αυτές κλίσεις- στην ουσία επιθυμούν να συναντηθούν.
20.5.1995
Μερικά από τα ποιήματά μας δεν θα είχαν γραφτεί αν δεν είχαμε συναντήσει μερικούς ανθρώπους. Ίσως η κοινοτοπία αυτή αποτελεί μια απάντηση στην ερώτηση για την ύπαρξη του θείου.
22.5.1995
Η ελαστικότητα της γλώσσας, η δυνατότητά της να γεννά και να ξαναγεννά τον εαυτό της προσθέτοντας ή αφαιρώντας μουσικά μοτίβα, είναι ένα θαύμα που, καθώς το παρακολουθώ, συλλαμβάνω την έννοια της γραμμικότητας.
25.8.1995
Το σονέτο είναι το μπαλκόνι των εραστών.
28.8.1995
Σε μια ερωτική επιλογή το δραματικό δεν είναι η τύφλωση, αλλά το αίσθημα της παντοδυναμίας του έρωτα.
2.9.1995
Η γλώσσα είναι άφθαρτη. Κι όμως η ανησυχία για τη φθαρτότητα της μας εμπνέει τη διάθεση της καταγραφής
3.9.1995
Να γράψω ένα ποίημα που θα με τρομάζει.
20.11.1995
Αν ο χρόνος υποστυλώνει μόνο τα επιτυχημένα ποιήματα είναι γιατί και αυτά υποστυλώνουν τον χρόνο.
13.12.1995
Αν η αγάπη ορίζεται ως ένα πράττειν της ανθρώπινης ουσίας, είναι φανερό ότι αυτή η πράξη διέπεται ολοκληρωτικά από μια γλωσσική σήμανση.
(Αφού η γλώσσα με πάει στον άλλον, προηγείται της πράξης· προηγείται κι αυτής ακόμα της αγάπης)
(ή: Η αγάπη προϋποθέτει μια γλώσσα που έχει αντικατασταθεί από την πράξη)
2.1.1996
Η δυνατότητα να συν-υπάρξει, να συν-δεθεί, να συν-δημιουργήσει, να συμπλεύσει, να συν-θέσει (να συν-φάγει) στην τράπεζα της ουσίας του), προϋποθέτει την παρουσία της γλώσσας. (Η μοναχικότητα του αναχωρητή παραφράζει τη θεϊκή γλώσσα ως μγ ανθρώπινη)
Ο Λόγος του Πατρός ενώνεται με την Ολότητα του ανθρώπου (Δηλαδή με την ολότητα της γλώσσας;)
18.1.1996
Η πλήρωση του ψυχικού ρήγματος του συγγραφέα δεν έρχεται από την ενασχόληση με την τέχνη του αλλά από τη δυναμική της ίδιας της γλώσσας. Το Όλον της γλώσσας (οι άλλοι) ενεργοποιεί μια σχέση με το καλλιτεχνικό εγώ, έτσι, η πληρότητα του Όλου προσφέρεται στο ένα και το αποκαθιστά στην αρτιότητά του.
5.2.1996
Η απουσία της τελείας μέσα στο ποίημα υποδηλώνει τον φόβο του θανάτου;
22.3.1996
Η υπερβολική ανάπτυξη της μορφής μέσα σ’ ένα καλλιτεχνικό έργο ίσως μοιάζει με το φερετζέ μιας πολυτάλαντης χορεύτριας της κοιλιάς, η οποία, αν και επιδεικνύει με σπουδή τις ποικιλίες της έκφρασης, αποφεύγει να φανερώσει αυτή την ίδια: το πρόσωπό της: τον αληθινό κόσμο.
26.3.1996
Γράφει γιατί λείπει; (ή μήπως γιατί υπολείπεται;)
30.3.1996
Ο δημιουργικός αναγνώστης είναι το άλλο άκρο του ποιήματος.
16.5.1996
Γιατί λοιπόν συνεχίζει να γράφει, αφού δεν πρόκειται να θεραπεύσει τίποτα με τη γραφή;
17.9.1996
Για τους περισσότερους συγγραφείς η γραφή αποτελεί την ανάσχεση μιας ψυχολογικής συμπτωματολογίας
18.9.1996
Γράφει γιατί χρειάζεται ακόμα υπαρκτικά επιχειρήματα; (μια ύπαρξη που θα συγκεντρώνει την προσοχή των άλλων)
30.3.1996
Μερικές φορές η «έμπνευση» δεν είναι παρά η εσωτερική συνομιλία με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται ελπίζοντας  πως αυτή τη φορά θα σε ακούσει.
13.2.1997
Αφού η γλώσσα ενώνει το πράγμα με τη λέξη, το αίσθημα με το νόημα, τον εραστή με τον ερωμένο, το ατομικό με το συλλογικό, το χώρο με το άχωρο, το χρόνο με την απειρότητα, μήπως είναι αυτή «ος τά πάνθ’ ορά;»
16.2.1997
Η υπόσταση του κειμένου παρουσιάζεται όταν το σημαίνον αποχωρίζεται από το συγγραφέα για να ξαναπάρει τη θέση του στην πρωταρχική διάσταση της γλώσσας.
5.4.1997
Το επιτυχημένο ποίημα οφείλει να οδηγεί τον ποιητή στην ανησυχία.
5.4.1997
Στο επιτυχημένο ποίημα το εγώ έχει απελευθερωθεί πλήρως από τη σχετικότητά του.
15.4.1997
Μέσα στο αισθητικό πρόβλημα ενός ποιητικού μέτρου, ακούγεται ο θόρυβος ενός ψυχικού κενού.
22.4.1997
Η μεταφορά είναι ένα ποίκιλμα της γλώσσας, ένα ρήγμα σε μουσική φράση, το οποίο, ενώ μοιάζει να προσθέτει νότες παράταιρες, στην πραγματικότητα δημιουργεί ένα άλλο επίπεδο έκταση της ίδιας της μουσικής έκφρασης.
22.12.1997
Ο ποιητής που υποφέρει λιγότερο, είναι ο πιο ασφαλής μέσα στην αφάνεια.

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ, ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ (αποσπάσματα από κείμενο του Τάσου Γουδέλη για το Επταετές Κοράσιον της Κλεοπάτρας Λυμπέρη):
Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη ονομάζει τον φορέα, ας πούμε, των κειμένων της «σημειωματάριο».  Τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό; Εκ πρώτης όψεως το όχημά της: αυτό το μικρό note book, το πιο κλασικό πια μέσο καταγραφής εντυπώσεων, στη θέση ενός μικρού ipad, είναι ένα μπλοκ στο οποίο κάθε συγγραφέας αποτυπώνει σύντομες σκέψεις του, υπό το κράτος κάποιας έμπνευσης, με αφορμή διάφορες αιτίες π. χ. μετά από μια φράση που σκέφθηκε μόνος του ή άκουσε και τον ενδιέφερε αισθητικά, μετά από μια σύντομη, φευγαλέα εικόνα καθημερινή ή όχι, ελκυστική για «μεταγραφή» κ. λ. π. , κ. λ. π.

Άρα είναι προφανές ότι  η έννοια του «σημειωματαρίου» μας παραπέμπει με ακρίβεια στην έννοια του σύντομου κειμένου...  
Σε μια πρώτη μας επαφή με το βιβλίο, η συγγραφέας μας βλέπουμε ότι καλλιεργεί τον επιγραμματικό λόγο με την ευρεία έννοια και όχι με την ιστορική/φιλολογική. Κι όταν λέω, δηλαδή, επιγραμματικό λόγο εννοώ εκείνη την ευσύνοπτη γραφή η οποία ακαριαία και με οικονομία εκφέρει ολοκληρωμένα νοήματα.

Ας μην μας παρασύρει η ημερολογιακή μορφή του βιβλίου. Εξηγούμαι: η Λυμπέρη δίκην ημερολογιακών σημειώσεων καταγράφει σκέψεις, στοχαστικές ιδέες και ποιητικές παρατηρήσεις με λόγο βραχύ, που μοιάζει να συγκεντρώνει τον αφρό της ημέρας καταγραφής.
Όλοι γνωρίζουν τη δυσκολία να χαρακτηρισθεί, ιδιαίτερα σήμερα, μετά από έναν Κάφκα ή ένα Σιοράν ή ακόμα και μετά  από τα Μονολεκτικά και ολιγόλεκτα του δικού μας Καρούζου, ο περιεσταλμένος λόγος, που κινείται μεταξύ δοκιμιακού στοχασμού και ποιητικής κατάθεσης… Δηλαδή «τη λακωνική αλλά ουσιαστική έκφραση» που θυμίζει την παροιμία, το ρητό, τον αφορισμό, το στοχασμό, το επίγραμμα, το γνωμικό, το αίνιγμα, το αξίωμα και άλλες παρεμφερείς έννοιες.

Θα έλεγα ότι τυπικά η Λυμπέρη κινείται στην περιοχή του αφορισμού: σε εκείνη, δηλαδή, την επίσης βραχεία και περιεκτική διατύπωση (σε αναλογία με τις προηγούμενες έννοιες), οι οποίες, σύμφωνα με τα λεξικά, όταν είναι εύστοχος εκθέτει και συμπυκνώνει ένα μέρος της αλήθειας και είναι ένα γενικό διάγραμμα ή μια εικόνα. Από τον Άγιο Αυγουστίνο έως τον Σοπενάουερ και από τον Βαλερί έως τον Παβέζε και τον Γούντι Άλεν, η έκφραση αυτή ευδοκίμησε.
Αλλά εν προκειμένω έχουμε μπροστά μας ένα είδος αφορισμού, ποιητικής τάξεως, ο οποίος κλίνει περισσότερο προς τη στοχαστική και ανατρεπτική σκέψη…
Το ζητούμενο της Λυμπέρη, η οποία ως συγγραφέας γενικά ασχολείται και με το θεωρητικό λόγο, είναι το ποιητικό εξαγόμενο, μέσα από τη συναίρεση δοκιμιακής και ποιητικής γλώσσας. Η γραφή της επιζητεί τη συμμετοχή μας μέσα από αυτή τη διασταύρωση. Θεωρώ πως πιστεύει ότι η συγκίνηση ή ακόμα και ένας αόριστος αιφνιδιασμός μπορούν να προέλθουν από τη χημεία διανοητικού και συναισθηματικού…

Τα μικρά και ευκίνητα παίγνια της Λυμπέρη στα χέρια κάποιου άλλου λιγότερου ικανού πιθανόν να φλέρταραν με την κατασκευή: προϊόντα κάποιου που ποζάρει ή νομίζει ότι χρησιμοποιεί τη γλώσσα, ενώ αντίθετα εκείνη τον παγιδεύει.  Στην περίπτωση της Λυμπέρη, όμως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δραστικά αινίγματα, ακόμα και όταν οι αφορισμοί της μοιάζουν να αυτοαναφλέγονται, να αυτοκαταστρέφονται, όπως το φίδι που δαγκώνει την ουρά του. Δεν εννοώ ότι η  προκείμενη γραφή δεν στήνει κάποτε αμήχανες παγίδες, αλλά έχεις την εντύπωση στις περισσότερες περιπτώσεις, για έναν άγνωστο και δυσερμήνευτο λόγο που σχετίζεται πάντα με την προικισμένη γλώσσα, ότι οι απολαυστικές δυσκολίες μας μπροστά στη συγκεκριμένη διατύπωση αντανακλούν και τις δυσκολίες της ίδιας της Λυμπέρη απέναντι στο αντικείμενό της.
Θέλω να πω ότι η τελευταία με δεξιοτεχνία πείθει για την εξομολογητική της διάθεση, την ταπεινότητά της, ακόμα και όταν νομίζεις πως την απασχολούν σχήματα και ιδέες παρά αληθινά αισθήματα. Το ποιητικό της Εγώ λειτουργώντας δημιουργικά δεν αφήνει περιθώρια παρεξηγήσεων για την πρόθεσή της.!).»

Aναφέρθηκα προηγουμένως σε αινίγματα και υπαινίχθηκα ότι η Λυμπέρη προτείνει διάφορους γρίφους πετώντας μας το γάντι. Εάν ο ασκημένος αναγνώστης δεν έμενε ικανοποιημένος από τη γραφή της θα θεωρούσε ευλόγως τη χειρονομία της αντιποιητική και προϊόν εργαστηρίου.  Όταν, όμως, αυτός μπροστά σε τούτα τα «μυστικοπαθή» ενίοτε λεκτικά μορφώματα, νιώθει, κατά τη γνωστή φράση, ότι έχει μείνει στον προθάλαμο, μη μπορώντας να παραβιάσει τα ελκυστικά μυστικά τους, τότε αναγνωρίζει την επιτυχία της Λυμπέρη.

Η Λυμπέρη κερδίζει τις εντυπώσεις με το συγκερασμό: ναρκισισμού και μετριοπάθειας, εσωστρέφειας και εξομολόγησης, εγκεφαλικότητας και συγκινημένης διάθεσης. Τι άλλο, όμως, μπορεί να είναι η γραφή πέρα από αυτές τις αντινομίες; Η γραφή της Λυμπέρη δεν κρύβεται και αντιμετωπίζει ανοιχτά και με επιτυχία το συγκεκριμένο, παράδοξο. Την οιονεί αυτή πρόκληση για κάθε συγγραφέα…
Όπως κάθε καλό βιβλίο έτσι κι αυτό, λοιπόν, είναι ανοιχτό και επιζητεί να το ανακαλύπτεις συνεχώς: να μην το αφήσεις να σκεπαστεί και να χαθεί από τον όγκο των αναγνωστικών υποχρεώσεών μας, οι οποίες στην πλειοψηφία τους είναι πληκτικές... [αποσπάσματα από κείμενο του Τάσου Γουδέλη]

Ο ΑΛΛΟΣ, ΩΣ ΓΛΩΣΣΑ, ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΘΕΤΕΙ ΕΝΑ ΔΙΑΡΚΕΣ ΕΡΩΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΣΑ (25.12.1997) –κι άλλες επιλογές στοχασμών από τις σελ. 47-69 του βιβλίου
31.12.1997
Η κατάργηση όλων των αισθητικών κανόνων μέσα στο ποίημα εμπεριέχει την ελπίδα της γλώσσας να ξαναγεννηθεί;
1.1.1998
Το σκανδαλώδες με τη γραφή είναι ότι πάντα αυτονομείται προς τα κει που φοβάσαι.
25..1998
Δεν ξέρω αν η ποίηση συμβάλλει στην ευτυχία (όπως ισχυρίζεται ο Στήβενς), η δυστυχία πάντως συμβάλλει σίγουρα στην ποίηση!
15.2.1998
Ο συγγραφέας δεν κατασκευάζει από το «τίποτε», διότι κι αυτό είναι «κάτι».
21.2.1998
Το άδειο χαρτί (ένας συμβολισμός του χάους) συχνά παρουσιάζεται στον συγγραφέα ως μετωνυμία του προσωπικού αισθήματος αναξιότητας.
23.4.1998
Η σκέψη είναι μια αίθουσα αναμονής;
28.5.1998
Ο αληθινός Παράδεισος: η γλώσσα που εμβαθύνει στη μελέτη του αισθήματος, της συμπεριφοράς, της χειρονομίας, μέσα από την ανταλλαγή με το άλλο, αναλαμβάνοντας ελεύθερα να συγκροτήσει την αρτιότητα των κόσμων (προσθέτοντας διαρκώς αυτό που λείπει, αποκαθιστώντας τη μερικότητα)
15.6.1998
Η μορφή του κόσμου είναι μια διαρκής ομιλία· αλλά πολλοί άνθρωποι κοιτάζουν χωρίς τ’ αυτιά τους.
16.8.1998
Κάθε φορά που η γλώσσα αγκαλιάζει θερμά τον άλλον, εισχωρεί στην κατάσταση του απείρου.
296.1998
Ο Μπλαίηκ ζωγράφιζε για να εγκαταλείπει τον κόσμο, ο Ροσέττι για να παραμένει σ’ αυτόν
28.10.1998
Η επιτηδευμένη γλώσσα είναι μια τιάρα στο κεφάλι ενός παλαιστή.
18.11.1998
Το σημαίνον είναι μια εξουσία που επιβάλλεται στις μορφές.
12.2.1999
Η πραγματικότητα είναι ένα ποίημα, αλλά υποδύεται πάντα κάτι άλλο.
13.2.1999
Για μερικούς, η ποίηση της πραγματικότητας παραείναι κρυμμένη.
17.2.1999
Η γλώσσα αγαπά εξίσου όλες τις έννοιες.
24.2.1999
Το Νόημα είναι μια αυτοτελής πράξη που έχει διακινηθεί στα πεδία του φωτός· η ενσάρκωση του Νοήματος καθορίζει την ποιοτική φύση της πραγματικότητας.
27.2.1999
Λόγε, δίδαξέ μου την τέχνη της συνάφειας.
1.3.1999
Ποίηση είναι η δοξολογία της γλώσσας προς την Ολότητα του εαυτού της.
3.3.1999
Κάθε νόημα είναι μια πύκνωση της γλώσσας.
16.3.1999
Η διαύγεια της γλώσσας συνήθως συσκοτίζεται από ένα εγώ που δεν κατανοεί τον εαυτό του.
18.3.1999
Μερικές φορές η «συσκότιση» του ποιήματος είναι ένα απλό τέχνασμα του φωτός (Ο Ηράκλειτος θα συμφωνούσε απολύτως)
20.3.1999
Η ερμηνεία της ποίησης ενδιαφέρει εκείνους που δεν μπορούν να την απολαύσουν.
25.3.1999
Εμείς οι παρίες της γλώσσας ονειρευόμαστε διαρκώς το ποίημα που θα μας αλλάξει (Ένα σατόρι)
28.3.1999
Μήπως το αληθινό ποίημα συμβαίνει όταν ο ποιητής δεν είναι εκεί;
22.3.1999
Η γλώσσα που «σημαίνει», ομιλεί ακόμη κι όταν σιωπά.
23.3.1999
Το ποίημα δεν χρειάζεται να μιλά από ένα ύψος, αλλά από ένα βάθος.
30.3.1999
Η αρχή (η εναρκτήρια έμπνευση) του ποιήματος μοιάζει με την αρχή μιας ερωτικής σχέσης: η φλόγα, το πάθος, η κατάργηση του χρόνου, η ρήξη με το υπάρχον· η ματαίωση που καιροφυλακτεί.
14.4.1999
Το αληθινό Νόημα έρχεται για να παραμείνει ολοκληρωμένο και αμετάβλητο, αδιάρρηκτο από κάθε παρέμβαση της ατομικότητας.
(ή Το αληθινό Νόημα δεν διαφοροποιείται· διαφοροποιεί)
2.5.1999
Η ομιλία είναι σώμα.
2.5.1999
Η σάρκα μου οι λέξεις.
3.5.1999
Το αληθινό ποίημα είναι ο άνθρωπος· ιδέες, σκέψεις, συναισθήματα, πράξεις, συνθέτουν τη διαδικασία γραφής μιας μορφής (μιας ψυχής)
3.5.1999
Να πλάσω ξανά τον εαυτό μου· «να τον δημιουργήσω» (χωρίς καταναγκασμό, στο όνομα της ελεύθερης βούλησής μου)· σαν ένα ποίημα που γράφεται και ξαναγράφεται ώσπου να πετύχει». Ο ποιητής της ύπαρξης.
8.5.1999
Μέσα στην ευθύνη για τη «δημιουργία» του εαυτού μου ανακαλύπτω τη θεότητά μου.
14.5.1999
Το «θαυμαστό είναι η γλώσσα που με οδηγεί στη συνάντηση.
16.5.1999
Με ποιο τρόπο η ποίηση μπορεί να γίνει μια διαρκής ευχαριστία της ύπαρξης; Είναι ήδη; Αλλά μήπως η συνειδητή μετοχή του ποιητή σ’ αυτή την άνευ όρων κατάφαση αποτελεί και την κατεξοχήν χειρονομία της αυτοπραγμάτωσής του;
(Η διαρκής ευχαριστία ως γλωσσική διάνοιξη του Σύμπαντος κόσμου)
24.5.1999
Η γλώσσα μου έθεσε το ερώτημα αν ενδιαφέρομαι να ασκηθώ στην τέχνη της αγάπης. Απάντησα, ναι.

25.5.1999
Οι λέξεις· αυτό το λαμπερό μακελειό.

Με το «Επταετές Κοράσιον», τα μικρά αυτά δοκίμια από σημειώσεις και συγκινήσεις, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη, ανεβάζει στην επιφάνεια τη λάμψη αλλά και τα κουσούρια της καλλιτεχνικής ψυχής, προσπαθώντας να διασώσει το αυθεντικό πρόσωπο του καλλιτέχνη.
Ο Νίτσε, ο Κάφκα, ο Πεσόα, ο Στίβενς έγραψαν αφορισμούς, επιλέγοντας αυτήν τη σύντομη και ακαριαία φόρμα για να συνοψίσουν το Νόημα μέσα σε ελάχιστα θραύσματα της γλώσσας. Το βιβλίο μου «Επταετές Κοράσιον», αν και διαπνέεται από την αντίληψη των fragmentes (κομματάκια ιδεών, βιωμάτων, σκέψεων, συγκινήσεων, αποκαλυπτικά της συνείδησης), δεν έχει τη βαρύγδουπη φιλοδοξία να παρουσιάσει αφορισμούς. Θα ονόμαζα αυτές τις σύντομες φράσεις, πυκνώσεις νοηματικές και συναισθηματικές, οι οποίες διέπονται από τη γνωστή ποιητική και φιλοσοφική διάθεση που υπάρχει σε ολόκληρο το έργο μου. Είναι κάτι σαν ένα ημερολόγιο στιγμών, άλλοτε περιπαικτικό του χρόνου και αποδομητικό του Νοήματος, κι άλλοτε βουτιά στα βαθιά, ώστε να ξανατεθούν τα κλασικά ερωτήματα για την ύπαρξη, τη συνείδηση, την τέχνη, τον καλλιτέχνη, τη γραφή, την ποίηση, το πνεύμα, τη ανθρώπινη εξέλιξη. Τα περισσότερα από τα μικρά ετούτα κείμενα είναι πυρήνες δοκιμίων. Προέκυψαν σε μια περίοδο που συνήθιζα να κρατώ καθημερινά σημειώσεις (καταγράφοντας όλα όσα γεννιούνται στο ατελιέ του καλλιτέχνη, χωρίς την πρόθεση να δημοσιοποιηθούν – στο περιθώριο της κύριας δουλειάς) και νομίζω ότι τα έβλεπα σαν απλές πνευματικές προκλήσεις. Όμως δεν αφορούν σημειώσεις που κράτησα από το διάβασμα βιβλίων, όπως έγραψε κάποιος κριτικός (αν και δεν υπάρχει παρθενική έμπνευση, πάντα μεταφέρουμε υποδόρια όλα όσα έχουμε διαβάσει). Θα έλεγα ότι αποτελούν καθαρά βιωματική απόσταξη από μια εφ’ όλης της ύλης εσωτερική δραστηριοποίησή μου εκείνης της εποχής, λόγω θητείας στην Ψυχανάλυση (απόσπασμα από δήλωση της ποιήτριας)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου