Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

ΘΕΛΩ ΟΠΩΣ ΤΟ ΠΕΤΡΑΜΥΓΔΑΛΟ ΝΑ ΣΠΑΣΩ ΤΗ ΛΕΞΗ, ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ ΑΠΛΑ:

«Τα ποιήματα δεν γράφονται με λέξεις… Πού στ’ αλήθεια να βρεις εκείνη τη γαμημένη λέξη-μαχαιριά, τη λέξη-χάδι στο τέλος της γραφής… Εδώ καλά-καλά δεν είμαι σίγουρος αν οι ζωγραφιές γίνονται με χρώματα». Ψάχνοντας τη λέξη είναι ο τίτλος του παραπάνω ποιήματος από τη συλλογή του  Γιάννης Σταφανάκι ΤΟ ΚΑΡΦΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, όπου αποτυπώνεται ανάγλυφα ο παιδεμός του ποιητή με τα υλικά της γλώσσας και της γραφής.  Προστρέχει διαρκώς στις αρχέγονες σταθερές της ζωής, ο Ποιητής «Από μικρός μάζευα πέτρες, πέτρες σε σχήμα καρδιάς μα και φωτιάς και τόξου», γράφει σ’ ένα άλλο του ποίημα. Η πέτρα έχει υπομονή και διδάσκει καρτερικότητα και σταθερότητα στις απόψεις. Οι ασάλευτες πέτρες γνωρίζουν καλύτερα τον κόσμο από τον Χόκινγκ, όπως ο ποιητής φοβάται πως δεν (θα) έχουν μέλλον, αφού ο σύγχρονος άνθρωπος οδήγησε τη ζωή σε τέτοια πολιτισμική αθλιότητα που την απομακρύνει από τα ριζιμιά της στηρίγματα. Από ΤΟ ΚΑΡΦΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ,  ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, επιλέγονται παρακάτω ποιήματα που με κάποιο τρόπο  (όπως φαίνεται στον σχολιασμό που ακολουθεί) συνομιλούν με αντίστοιχες ιδέες από ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου.  Όπως, για παράδειγμα, το ποίημα Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ: «κλείνω τα μάτια. Κρατώ το σχήμα των βουνών και τη βουή του κόσμου, κρατώ τον ίσκιο της ελιάς και την οργή του ανέμου πάνω στο κύμα που έρχεται να σβήσει σ’ άλλο κύμα. Τα’ ανοίγω πάλι κι άλλαξε η μνήμη των πραγμάτων». Ο Εμπειρίκος στις δικές του ΔΙΑΦΑΝΕΣ ΑΥΛΑΙΕΣ είναι σαν να συνοψίζει την παραπάνω ποιητική ιδέα του Στεφανάκι: «Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες, όταν τα’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει, όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ»  [ο πίνακας που κοσμεί την ανάρτηση είναι του ποιητή).



Η ΜΕΡΑ ΠΟΛΥΒΟΥΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΣΑΝ ΕΡΑΣΤΗΣ ΧΑΘΗΚΕ ΜΕΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ (και καθετί χρώμα και φως στο μαύρο γίναν ένα):
Ο παραπάνω τίτλος είναι ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα της συλλογής του Γιάννη Σταφανάκι ΤΟ ΚΑΡΦΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. Αντιπροσωπευτικό για τη μοναξιά του δημιουργού αλλά και για τη μοναξιά του ευαίσθητου ανθρώπου μέσα στη μιζέρια και την απανθρωπιά της μεγαλούπολης. Κάποτε ήμουνα κι εγώ ΕΝΑ. «Δεν κοιμάμαι, είπες. Μόνο καμνώ τα μάτια μου. Μάτια κουμπότρυπες που θέλουνε γκρίζες γραμμές να γίνουν. Δυο υποσημειώσεις σε μια ζωή που έφυγε»!.. Παις παίζων πεσσεύων; Ο Γιάννης Στεφανάκις, λιτός και καίριος, ανοίγοντας τον κυρίως ναό της τέχνης του, κινείται ποιητικά και την αποφλοιώνει απ’ ό,τι περιττό, στοχεύοντας στον πυρήνα της κάθε φορά θεματικής του. Αυτό δίνει μπόι στο πλάσιμο των εικόνων του παρά την υφολογική λιτότητα της ζωγραφικής του. Είναι φορές που ο τρόπος αφήγησης κερδίζει περισσότερο έδαφος από το αφηγούμενο. Εδώ και η συγκινητική ποιητική του που έρχεται να μας «οξυγoνώσει» μ’ έναν παραδειγματικό σαρκασμό αλλά και τρυφερότητα στη σύγχρονη αναπνευστική δυσφορία. «Παίζει» κατεβάζοντας με σχοινί ένα σύννεφο, εν είδει χαρταετού, να το καταστήσει κατοικίδιο στην αδηφάγο αρχιτεκτονική των παγερών όγκων των μεγαλουπόλεων που δύσκολα μπορεί να ’δει κανείς ουρανό. Εικόνες που παράγει εκ των έσω ανιχνεύοντας, με άλλη ματιά, την όψη της πραγματικότητας σε μια ανθρωπο-γεωγραφία σιωπής και μοναξιάς. Δοκιμάζει φαντασιακές χειρονομίες να μας λυτρώσει από την αιχμαλωσία του δήθεν ακαδημαïσμού και της σοβαροφάνειας με αφοπλιστική αθωότητα…. Με εμφανή τη διάθεση ενός αφαιρετικού λυρισμού, στα όρια της ελεγείας, διαγράφει μια τροχιά ενός αθώου ενήλικα που σεμνύνεται, κρύβοντας επιμελώς την αγωνία του καλλιτέχνη με ήθος και ύφος δυσεύρετο
ΧΩΜΑ ΣΤΟ ΧΩΜΑ
Θυμάται πως έβρεχε κείνη τη μέρα
κι εγώ το θυμάμαι
και καθώς χώμα πάνω και χάμω κάτω
το σπίτι μύριζε υγρασία
και οι σταγόνες μουσική στις εμαγιέ λεκάνες
ήταν δύσκολο μου είπε
ήταν όμορφα θυμάμαι εγώ

μέσα στα κουρασμένα μάτια της
πετούσαν χελιδόνια

Και το ομότιτλο ποίημα (με αντιμετάθεση των άρθρων) ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟ ΚΑΡΦΙ:
Αυτή η λάμπα που χάμω πεσμένη
μετράει τα γυαλιά της
και το πετρέλαιο παλιό λερώνει
το φθαρτό τσιμεντένιο πάτωμα
άντεξε – άκουσε πολλά
και είδε περισσότερα.
Αυτή η λάμπα που στο φως της
μεγάλωναν οι σκιές κι εγώ φοβόμουν
που ζέσταινα τα χέρια μου
πριν το μολύβι πιάσω
πόνου κραυγή έβγαλε όταν
άφησε
του χρόνου το καρφί»!..
Εδώ το καρφί με διπλή σημασία: ως στερεωτικό της ύπαρξης, με τις επισφάλειες που δημιουργεί η ποιότητα του κονιάματος της ζωής αλλά και ως τυραννικό εργαλείο, καρφωμένο στην ψυχή των όντων. Όταν κλείνει ο κύκλος της χρησιμότητας, που πάει να πει μειώνεται η αξία της ύπαρξής μας, όταν η ζωή εξηλεκτρίζεται, τότε ο ταπεινός τρόπος ζωής, η λάμπα του πετρελαίου, γίνεται στην καλύτερη περίπτωση, διακοσμητικό αντικείμενο ή πετιέται στα σκουπίδια με το λαμπόγυαλο θρυμματισμένο.

ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ
Μια φιγούρα ένα δένδρο
πολλά δένδρα κι ένας άνδρας
μοναχικός
στο απέραντο
άσπρο μαύρο
φως του νερού που ορίζει τον χρόνο
κι ένα φως του κενού
δάκρυ να χαϊδεύει απλωμένα τα βουνά

«Κανείς δε με βλέπει, ν’ αλλάζω. Αλλά ποιος με βλέπει; Είμαι, η κρυψώνα μου…» Ζ. Bousquet
Η διαρκής κίνηση, μέσα από τις αντιθέσεις, η διαλεκτική του «μέσα» και του «έξω», είναι στο μυθικό «κουτί της Πανδώρας» τόσο έντονη, όσο και σ’ όλη την αρχαία ελληνική μυθολογία. Το «κουτί της Πανδώρας», ήταν ένα πιθάρι εφτασφράγιστο, που έκλεινε μέσα του μια παγίδα… Θυμωμένος και ανήσυχος ο Δίας, μια και ο Προμηθέας έκλεψε την Φωτιά (τη Γνώση…) από τους Θεούς και την έδωσε στους ανθρώπους, θέλοντας να τιμωρήσει, όχι μόνον τον Προμηθέα αλλά και ολάκερο το ανθρώπινο γένος, δώρισε στη μυθική Πανδώρα, ένα κιβώτιο, ένα πιθάρι, γεμάτο, δήθεν, γαμήλια δώρα…
Η όμορφη Πανδώρα δεν θα μπορέσει να πιάσει στα δίχτυα της τον Προμηθέα, αλλά τον αφελέστερο αδελφό του… Σαγηνευμένος εκείνος από τα κάλλη της, αλλά και περίεργος να δει τα γαμήλια δώρα, ανοίγει το κουτί και έτσι ξεχύνονται όλα τα «δεινά» στην ανθρωπότητα. Ο σοφός Επιμενίδης θα μπορέσει τελικά, να κλείσει, το πιθάρι και να διασώσει στον πάτο του, την ελπίδα…
Έτσι το παραμύθι της ζωής αρχίζει, και πάλι, από την αρχή. Σύμφωνα τώρα με τη Βίβλο, οι άνθρωποι έχουν, εκνευρίσει με τη συμπεριφορά τους, τον ένα και μοναδικό θεό, ο οποίος, στην οργή του, τιμωρεί σκληρά την ανθρωπότητα μ’ ένα τρομακτικό κατακλυσμό. Προνοητικός και μεθοδικός ο καλός, αλλά εγωιστής, Νώε, θα διασώσει τον εαυτό του και την οικογένεια του, μέσα στην καλοχτισμένη του κιβωτό, η οποία περιέχει πολλά ζωάκια σε ζευγάρια, τροφές νερό και σπόρους… Ο Νώε δεν διασώζει την ελπίδα, ταυτίζεται με την ελπίδα. Μ’ αυτό τον τρόπο ρίχνεται ο «σπόρος» της μικρής σημερινής οικογένειας…
Στο δικό μας αιώνα, σ’ αυτή την εκπληκτική δεκαετία του ’20, ο σουρρεαλισμός και η ψυχανάλυση, δίνουν άλλες προεκτάσεις στις παγίδες, που στήνουν όχι πια οι θεοί, αλλά εμείς οι ίδιοι στους εαυτούς μας, μέσα σε «κρυψώνες», «κουτιά» και «συρτάρια» του μυαλού μας.
Θρυμματισμένες σκέψεις, όνειρα σφιχτοδεμένα, αναποδογυρισμένοι, μικροί προσωπικοί κόσμοι, πόση περιέργεια, αλλά και πόσος φόβος στη διάθεση να ξανανοίξουμε τα μικρά μαγικά «κουτιά» για να ξεχυθεί προς τα έξω η ενέργεια… Θεατρικοί συγγραφείς και ποιητές, καλλιτέχνες, φιλόσοφοι και ψυχαναλυτές έχουν εμπνευστεί από τη διφορούμενη μαγεία, αλλά και απειλή της κρυψώνας.
Ανάμεσα σ’ αυτούς ο Γιάννης Στεφανάκις που με συνέπεια από την προηγούμενη δουλειά του, «κουτιά – παιχνίδια», των τελευταίων ετών, στα οποία παρατηρούσε από «απέναντι» ή επέτρεπε ένα βλέμμα «μέσα από το παράθυρο» στον κόσμο του, ταυτίζεται τώρα με τη συντριβή ενός κόσμου και την ταυτόχρονη διάσωση του μέσα από τις μνήμες…
Μακάβρια, μαύρα κουτιά απ’ όπου προεξέχουν χαλασμένοι υδραυλικοί σωλήνες, μια «μοναχική» κατσαρίδα κινείται ακόμα επάνω τους… Η Φθορά της καθημερινότητας, η Φθορά ενός καταπράσινου μήλου, φέρνει έντονα στο νου, στίχους του Μπωντλέρ, μ’ ένα τόνο αισιόδοξο. Το κουκούτσι που μένει, απ’ όπου θα φυτρώσει μία καινούργια μηλιά… ένας καινούργιος κόσμος.
Ανθρώπινες φιγούρες, στη «μοναξιά» του ενός ή των δύο, «έγκλειστοι» σε «κουτιά» σύγχρονων σπιτιών, μη «επικοινωνούντων» μεταξύ τους. Μνήμες από παλιά εργαλεία, «στημόνια» αργαλειών, τότε που η δουλειά των ανθρώπων ήταν συλλογική, «σίτες» που κοσκίνιζαν αλεύρι με σκοπό να γίνει ψωμί ζεστό… Υπάρχουν τώρα μνήμες από «μοναχικές κινήσεις» χωρίς νόημα που επικαλούνται – ή έτσι το νομίζω; – την επικοινωνία μέσα από τη μη επικοινωνία. [ΛΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΗ Ιστορικός Τέχνης]

ΤΟ ΜΕΡΜΗΓΚΑΚΙ (από τη συλλογή του Γιάννη Σταφανάκι Πρόσφυγας Θεός κι άλλα ποιήματα, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014]
Είδα στον ύπνο μου
μικρό πως ήμουνα μερμηγκάκι
κι ότι στους ώμους μου
βαρύ φορτίο κουβαλούσα
είχα χαθεί σε δρόμους υπαρκτούς
και σε ανύπαρκτα
γλιστρούσα μονοπάτια
ν’ αφήσω το φορτίο μου
την λεία του χειμώνα

Μαύρο πως ήμουν είδα
μερμηγκάκι
μικρό και πιο μικρό
από έναν κόκκο άμμου
περιπλανώμενο, ενοχικό
την άγρα της τροφής αν
σταματούσα

Είδα παράξενο πως ήμουν
μερμηγκάκι
και πως ψηλά
τη μύτη μου κρατούσα
φοβόμουν είδα
μέσα στην τρέλα της ζωής τον πυρετό
μήπως το πόδι
σε άλλο μερμηγκάκι θα δαγκώσω


κι όχι εκείνο το βαρύ που με πονά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου