Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΠΛΕ, ΠΟΥ ΟΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΦΩΣ ΑΡΧΙΣΕ ΤΙΣ ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ (υποσχέσεις της θάλασσας για τα τεκταινόμενα και τις ωδίνες του μαύρου μπλε, άσπρου μπλε, μπλε των ιστίων):


«Είχε προχωρήσει για τα καλά ο αιώνας.
Σ’ ένα μεγάλο μπόγο όλα τα ασημικά της φάρας του Γιαννούλη Χαλεπά, με μια αλλαξιά εσώρουχα του στρατηγού της επανάστασης, Ιωάννη Ρούκη εξ Ευβοίας και  τις επτά ταριχεύσεις του Εγώ, διπλοραμμένες σε μια φόδρα του ταγιέρ της Μαντούς Μαυρογένους.
Έτσι φορτωμένοι, περάσαμε τη Γέφυρα του Ευρίπου με χιλιάδες κλουβιά ωδικών να γεμίζουν πούπουλα με χρώματα τις όχθες του μοιραίου τραβήξαμε κατά την άβυσσό των σιωπηλών λυμένων της πόλεως του Ανακρέοντος.
Τις μέρες των πανηγυρισμών του Πολιούχου Πέδρο Ανδρέα Βαγέχο. Πραματευτάδες των εμφυλίων της ψυχής, με λέξεις στίχους και σκέψεις, ανοίξαμε τις εκκλησιές και σώσαμε στα μανουάλια φως,
για τις μεγάλες νύχτες και αυτού του θέρους, για τις μεγάλες νύχτες κι αυτού του αφανισμού.
Των προγόνων. Των γεννητόρων. Των συγγενών. Των επιγόνων»
Είναι ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΧΡΟΝΟΣ, εισαγωγικό ποίημα στη συλλογή του Αντώνη Σκιαθά με τίτλο ΕΥΓΕΝΙΑ, στο οποίο με κάποιο τρόπο δίνονται  οι διαστάσεις και οι παραμέτροι πάνω στις οποίες κινείται όλη η ποιητική σύνθεση.
Η ΕΥΓΕΝΙΑ, που κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις Πικραμένος το 2016 είναι στην ουσία, όπως μας πληροφορεί ο ποιητής στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, μια Τριλογία, που θα μπορούσε να έχει εκδοθεί σε τρεις αυτόνομες εκδόσεις, τρεις ξεχωριστές ποιητικές συλλογές:
Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα
Οι γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών
Οι συγγενείς στα ιαματικά νερά της Αιδηψού.
Η ενιαία παρουσίασή τους σ’ ένα τόμο με γενικό τίτλο ΕΥΓΕΝΙΑ, είναι συνειδητή επιλογή του Αντώνη Σκιαθά και συμπληρώνεται με τα αναγκαία σχόλια και τις αντίστοιχες σελίδες ημερολογίου, υπηρετώντας με αυτόν τον τρόπο το όλον της «Πυθαγόρειας» σιωπής και με τον τρόπο της Πλατωνικής θέασης, τους κώδικες του ποιητικού βίου.
Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε και τη δήλωση/ «πιστεύω» του ποιητή: «Η ποίηση δομεί διά βίου την απαραίτητη σιωπή και την αναγκαία άσκηση. Τα τελευταία χρόνια από την έκδοση του προηγούμενού μου βιβλίου, σιώπησα και ασκήθηκα ως όφειλα εν οδοιπορία ποιήσεως»
Οι τρεις ενότητες που απαρτίζουν το βιβλίο συνομιλούν με παρουσίες και απουσίες προσώπων, συνοδοιπορούν και συνδιαλέγονται με προγόνους της ιστορίας, χαρτογραφώντας τόπους, ιστορικές στιγμές, διαδρομές και τραύματα της ατομικής και της συλλογικής μνήμης. Η Μοναξιά του Νικολάου Καρούζου, έβδομο ποίημα στην πρώτη ενότητα,  είναι ένα καλό παράδειγμα της πλούσιας διακειμενικότητας και της συνομιλίας προσώπων από διαφορετικές φάσεις της ελληνικής ιστορίας και λογοτεχνικής παράδοσης:
«Ο Νίκος Καρούζος μιλούσε συχνά για τη ζωή όπως άκουγαν τα πουλιά τους ανέμους.
Ο Εντγκάρ Ντεγκά μιλούσε πολύ καλά για το σώμα και σίγουρα για την ψυχή των χορευτριών του στη λίμνη των κύκνων.
Αφύλαχτη είναι η ψυχή όταν τη βρίσκει ο βοριάς της μοναξιάς έγραφε κάπου  σ’ ένα μάρμαρο ο Γιαννούλης Χαλεπάς.
Όσο υπάρχει Ιόνιο, Αιγαίο, Άθως, δεν πρόκειται να χαθούμε ανέφερε ο παππούς Οδυσσέας Ανδρούτσος και επανέλαβε με τον τρόπο των βυζαντινών Ελλήνων ο Νικόλαος Καρούζος: Ήξερα για το πώς και το γιατί των ύμνων  για τους αγέρηδες των πελάγων των Ελλήνων.
Με αυτούς, είπε ο Γιάννης Τσαρούχης, ας κεντήσουμε και πάλι τις σημαίες των ερώτων μας».
Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι η Ευγενία είναι «ένα πολυσυλλεκτικό πρόσωπο, μια ηρωίδα, που κουβαλάει μεγάλη κληρονομιά οικογενειακού και ιστορικού ελληνικού βίου. Και δρασκελώντας με τεράστιους διασκελισμούς χώρου, χρόνου και ιστορίας ενώνει και διαχωρίζει συγχρόνως τις διαστάσεις του χωροχρόνου και της ιστορίας…» (Ελένη Χωρεάνθη)
Το βιβλίο κοσμεί προμετωπίδα του χαράκτη και ζωγράφου Γιάννη Στεφανάκι, ειδικά δημιουργημένη για την έκδοση Ευγενία.
Ακολουθούν επιλεγμένα αποσπάσματα, ένα από κάθε ενότητα της συλλογής κι ενδιάμεσα επιλέγονται αντιπροσωπευτικά σχόλια και κριτικές δημοσιευμένες σε λογοτεχνικά περιοδικά.



ΧΡΗΣΜΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΕΛΕΕΙΝΟΥ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (από την πρώτη ενότητα της Ευγενίας «Οι Πρόγονοι στα Ιερά του Μελάμποδα») «Σε στιγμές χαράς οι θεοί μετρούν το κόστος του λευκού κεριού και οι θνητοί τις ιαχές της λάμψης»
Α’
Πηγαίνοντας προς τη βροχή,
ακούγονταν
ο ένας μετά τον άλλο
οι χρησμοί
της Ροδάνθης Σκεπαθιανού,
μητέρας
του τελευταίου ληστή
της πόλεως του Τολέδο.

Ο πρώτος χρησμός μνημόνευε διασυρμούς
για το βασίλειο της λυπημένης κόρης
και της χαρούμενης μητέρας,
τις νύχτες
που είχε αξία
το φως του φεγγαριού
στα ξοδεμένα νιάτα
των νερών.

Ο τελευταίος χρησμός, φρυκτωρία ξενιτιάς
για τις μαύρες μέρες του καλοκαιριού,
όπου στις πολιτείες των αμυήτων
είχαν αξία
μόνον οι ήχοι του διαβήτη.

Με τον τρόπο λοιπόν του ποιητή
Έκτορα Κακναβάτου
το θέρος γίνεται μαΐστρος
στον ασβεστόλιθο της πρώτης εφηβείας
Β’
Έκτοτε
το έθνος των τοκογλύφων, στα όρια της Τροίας,
δίπλα στις βροχερές αγορές
της μονής Δαφνίου,
ακούει
χρησμούς ανούσιους,
χρησμούς τετελεσμένους.

Καθώς και τούτη
αλλά
και οι άλλες ζωές
προδομένες είναι
και θα είναι
στα ίδια πάθη μας.

Το μόνο που πιθανόν ν’ αλλάζει
κάθε φορά
είναι η ταυτότητα της ψυχής
και το κορμί στη δύση του.

Η αγγελία δηλαδή
για τη ψυχολογία
του έλυτου βίου
του πατέρα.
Γ΄
Αγόρι μου,
του είπε τότε ο ασθενής πατέρας,
παίζοντας στη φυσαρμόνικα
ηδονικά του μέλλοντα θανάτου τις ζωές.

Εκείνα τα χρόνια οι αυλικοί
έβαζαν τα κομμένα μέλη στ’ αλάτι,
γέμιζε ο κήπος κρεατόμυγες
και μύριζε αρρώστια το αρχονταρίκι
της μονής και οι ίσκιοι των καλογέρων
καρφωμένοι σε χιόνι απάτητο.

Κι ας μην είχε ξημερώσει ακόμα.
Και ας μην είχε νιώσει
ποτέ ο Κάλβος
τις άηχες νύχτες του Ομήρου
αλλά μόνο τις εύηχες μνήμες του ελεεινού ποιητή,
πατέρα του και αδελφού του,
Διονυσίου Σολωμού.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ Η ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ ΣΗΜΕΙΩΝΕΙ:
 «Οι Πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα» απαρτίζονται από εννέα ποιήματα. Θα μπορούσαν να αποτελούν την προϊστορία της γενιάς του ποιητή, που τυχαίνει να είναι συγκαιρινά προϊστορία των συγχρόνων του Ελλήνων. Αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα και ονόματα σημαντικών δημιουργών που άφησαν τη σφραγίδα τους στην κοινωνία, την παιδεία, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό με συχνούς χρονικούς διασκελισμούς και αναδιπλώσεις. Από την πόλη του Τολέδο και τον τελευταίο ληστή:
Ο ποιητής μέσα σε τούτη τη συλλογική έκδοση των ποιημάτων του αποπειράται να ιστορήσει ποιητικά και να κλείσει τον ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό βίο των Ελλήνων παράλληλα με της δικής του γενιάς την περιπέτεια.
«Πηγαίνοντας προς τη βροχή, ακούγονταν  ο ένας μετά τον άλλο
οι χρησμοί της Ροδάνθης Σκεπαθιανού, μητέρας  του τελευταίου ληστή της πόλεως του Τολέδο…»

Αναφέρεται στον ποιητή Έκτορα Κακναβάτο, στο έθνος των τοκογλύφων στα όρια της Τροίας, στις βροχερές αγορές της μονής Δαφνίου, στον Φρόυντ, στον Διγενή, στις άηχες νύχτες του Ομήρου, μ’ έναν δικό του ιδιόμορφο, αφηγηματικό, εύρυθμο τρόπο, χωρίς να φοβάται να καλύπτει τις αποστάσεις με ανάλαφρες, έντεχνες κινήσεις στον ποιητικό χωροχρόνο, για να κλείσει την ενότητα καταφεύγοντας:

«Στο ιερό του Μελάμποδος Το μελαγχολικό μαύρο 
των προγόνων… στις μοναχικές στιγμές των Μυκηνών… κοντά στην Αμφίπολη… που έχουν  καλά κρυμμένες τις νίκες του Αλέξανδρου ο Παρμενίονας και η Ρωξάνη του Οξυάρτη…»
Ακολουθούν οι ενότητες «Οι Γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών», για τους οποίους ορίζει τον τόπο και ζωγραφίζει τους «τίτλους ιδιοκτησίας» με ιλαρές εικόνες χρωματικής και αρωματικής πανδαισίας.
«Στην κατάνυξη των λεμονανθών Ο ποιητής… ανακαλύπτει τα λάθη για τα Χερουβείμ… δωρίζει στη σιωπή τίτλους ιδιοκτησίας… Κτήματα απουσίας Σε χρόνους θρυμματισμένους…»

Ο ποιητής μέσα σε τούτη τη συλλογική έκδοση των ποιημάτων του αποπειράται να ιστορήσει ποιητικά και να κλείσει τον ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό βίο των Ελλήνων παράλληλα με της δικής του γενιάς την περιπέτεια. Να μετουσιώσει σε ποίηση, με λίγα λόγια, την ιστορία και τον πολιτισμό των Ελλήνων, με τα συν και τα πλην του. Και με το δικό του τρόπο πραγματοποιεί το όραμά του…
Αυτός ο ατελείωτος, ο αδυσώπητος, ο ανηλεής αγώνας με τις «άτιμες λέξεις», τις αδάμαστες ενίοτε, η αναμέτρηση με την εύρυθμη, την εύθραυστη και απαιτητική ποιητική έκφραση, είναι που κάνει τη διαφορά ανάμεσα στον καθαρό, νοηματισμένο ποιητικό λόγο και στην προχειρότητα, την άνευρη στιχοπλοκή.


ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟ ΑΝΕΜΩΝ (από τη δεύτερη ενότητα της Ευγενίας «Οι Γενήτορες στη Νήσο των Σπετσών») «Κερδίζει κάλλος η ζωή όταν τολμά τις διαιρέσεις»
Μετρώντας το μαύρο και το λευκό
εκείνων
που φίμωσαν τις ώρες της σπασμένης
γέννας
με φονικό και λησμονιά.

Αφήσαμε τη νίκη ενέχυρο στα σπίτια των προγόνων.

Άδεια πλέον τα σπίτια αυτά
αφημένα στη δόξα
του πρώτου ωμέγα
κι έπειτα
στα όψιμα χρόνια του άλφα.

Ακούγονται επίμονα οι ήχοι
του σαρακοφαγωμένου χρόνου
επάνω στα κεραμίδια.

Από τότε, οι άνεμοι γενούν
ρήματα μοιχείας
στο τίποτα της στέγης
και η στέγη
στο κουράγιο του ανέμου
φυσάει
γυμνό αιώνα.

Λαθρεμπόριο ανέμων, λοιπόν,
στις αρχές του έτους,
σε όσους καρτερούν το πρωινό φως
με ρημαγμένη τη βροχή, την πρώτη
του κατακλυσμού,
κι ας είναι αργά
στην αγορά
η θάλασσα,
το μπλε και η ομίχλη
πληθωριστικά ποιήματα
σε παλιωμένες κάμαρες
με παιδικά παιχνίδια.

Σάπιος βοριάς της Κορσικής
στην τολμηρή σιωπή
της ποίησης.

Με αυτούς και μ’ αυτούς τους ανοίκειους
τρόπους
η γλώσσα ξεβράστηκε
σε χειροποίητα χαρτιά,
να μην τη βρει

η λήθη
της ανθολογίας
των συγγενών
που ήξεραν αδέλφια θείους
και ξαδέλφια του
πρόστυχου ανθολόγου.

ΕΝΑ ΜΑΚΡΑΙΩΝΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ ΞΕΔΙΠΛΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΣΚΙΑΘΑ (αποσπάσματα από την κριτική της Φρύνης Κωσταρά στον ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ):
Η συγκεκριμένη συλλογή αποτελεί στην ουσία μια μεγάλη ποιητική σύνθεση, δομημένη σε πέντε κύριες ενότητες, στις οποίες περιέχονται ποιήματα, αφιερωμένα σε παρόντα και απελθόντα αγαπημένα πρόσωπα, στα οποία είναι κυρίαρχη η λειτουργία της μνήμης, άρρηκτα συνδεδεμένης, όμως, με το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου, ενώ συμπληρώνεται από διάφορα σχόλια, σκέψεις και αντίστοιχες σελίδες ημερολογίου στο τέλος κάθε ενότητας… Πρόγονοι, γεννήτορες, συγγενείς και επίγονοι συνθέτουν τα βασικά σημεία αναφοράς της συλλογής, διαμορφώνοντας έναν τρισδιάστατο άξονα παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, που συνέχει το βιβλίο, παρασύροντας τον αναγνώστη σ’ ένα ταξίδι στον κόσμο των λέξεων, των αισθήσεων και των αισθημάτων, ένα ταξίδι στο παρελθόν, τη φύση και την τέχνη.

Ο τίτλος της συλλογής Ευγενία, αφιερωμένης στην αγαπημένη του κόρη, που φιλοτέχνησε την πρωτότυπη ζωγραφιά του εξωφύλλου, ενέχει συγχρόνως και το στοιχείο της «ευγένειας», αλλά και της «ευγονίας», ενώ θεωρώ ότι μ’ έναν εξαίρετο ποιητικά τρόπο, μέσα από αναφορές σε διάφορες ιστορικές στιγμές, γεγονότα και πρόσωπα, ο ποιητής επιτυγχάνει να πλάσει μια νοερή, πολυσύνθετη, πολύπτυχη και πολυδιάστατη ποιητική ηρωίδα που βαδίζει αγέρωχα μέσα στους αιώνες, σηκώνοντας στους ώμους της ολόκληρη την ιστορία του παρελθόντος, της γενιάς, του γένους και της πατρίδας της.

Κύριο χαρακτηριστικό της συλλογής η συνομιλία του συγγραφέα με την ιστορία και με πρόσωπα-σύμβολα που σηματοδότησαν ποικιλοτρόπως το παρελθόν αυτής της χώρας, ορίζοντας το γενεαλογικό δέντρο της ελληνικής οικογένειας και σχηματοποιώντας την πραγματικότητα του βίου μας ως σήμερα. Στην ουσία μέσα από τις σελίδες της συλλογής παρελαύνει ο σύγχρονος βίος των Ελλήνων του 20 αι.

Η αναφορά και επαναφορά σε διάφορα πρόσωπα, ήρωες, καλλιτέχνες, λογοτέχνες και άλλους, που σε ορισμένα ποιήματα μοιάζει σαν συνάντηση μιας αρχαιοελληνικής συντροφιάς σε σύγχρονο μπαρ της πόλης, καταδεικνύει τη μύχια ανάγκη του ποιητή για επικοινωνία με το παρελθόν του και τους προγόνους του. Σαν ένας ομφάλιος λώρος που δεν έχει κοπεί, δεν θέλει να κοπεί, επιδιώκοντας εναγωνίως τη συνέχιση και επέκτασή του. Οι αντικατοπτρισμοί, άλλωστε, του παρελθόντος στο παρόν συνιστούν κινητήρια δύναμη στην ώθηση της ιστορίας…

Παράλληλα, μέσα από τη στροφή αυτή του βλέμματος στο παρελθόν οδηγείται στη θέαση του μέλλοντος και τον εξορκισμό του επαναλαμβανόμενου κακού μέσω χρησμών και προφητειών, που συνιστούν επίσης θεματική, στην οποία ο ποιητής επανέρχεται. Η προφητική φωνή στην ποιητική σύνθεσή του ακούγεται ως μέρος ενός συνόλου που υφίσταται τις συνέπειες του ιστορικού γίγνεσθαι, ως φωνή του ποιητή – γνώστη της αέναα επαναλαμβανόμενης ιστορικής αλήθειας, και συγχρόνως συντρόφου στο ανθρώπινο δράμα. Μετουσιώνοντας την ιστορία σε ποίηση επιτυγχάνει να τη μετατρέψει σε πνοή δημιουργίας, ξύπνημα μνήμης, η οποία καλεί σε εγρήγορση. Αποπροσανατολισμένοι μέσα στην παραζάλη της πολύπτυχης σημερινής κρίσης, οικονομικής μα πάνω απ’ όλα ηθικής, βυθισμένοι στο μίσος του Εγώ και στον τρομερό βούρκο του φονικού Εμείς, οι επίγονοι φαίνεται ότι άφησαν «τη νίκη ενέχυρο στα σπίτια των προγόνων», όπως δηλώνει ο ποιητής, απ’ όπου και πρέπει να βρουν τον τρόπο να την ξαναπάρουν.

Μεταξύ των επιγόνων και οι ποιητές, το χρέος των οποίων στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον εξαπολύεται ως ηθικό πρόσταγμα και αυτοαναφορικό μοτίβο. Ο ίδιος ο ποιητής χαρτογραφεί την περιδίνησή του ανάμεσα στο επιτακτικό παρόν και το βασανιστικό παρελθόν, απ’ όπου ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται το εκκρεμές του δισταγμού του μεταξύ μιας ζωής αισθημάτων και αισθήσεων και μιας βιωτής χρέους. «Δισέγγονα της αστραπής των ποιητών οι σκέψεις», δηλώνει στο ποίημα «Μνήμες Προγόνων», ενώ ο ίδιος με τον τρόπο του ποιητή, σαν επίγονος του Καβάφη, με τον οποίο συνδιαλέγεται μεταξύ άλλων κάποιες στιγμές στο ποιητικό του αυτό ταξίδι,  «μετρά τους μυρωμένους χρόνους/ γράφοντας και σβήνοντας πάντα/ του ίδιου ποιήματος το κάλλος», «περιγράφει το βίο/ των άτιμων λέξεων/ που τον βασάνισαν/ τότε και τώρα/ με χειρονομίες/ σκέψεις και άυπνες μέρες», «κομίζοντας», θα έλεγα, «επιθυμίες και αισθήσεις εις την Τέχνη», όπως ο ομότεχνός του. «Η μαγγανεία της ποίησης», άλλωστε, όπως δηλώνει στο ποίημα «Εξωδίκως στα ορεινά της ποίησης», είναι αυτή που αναλαμβάνει να σώσει το έθνος». Ο Αντώνης Σκιαθάς γνωρίζει καλά ότι η ποίηση συνιστά λύτρωση, κάθαρση, εξαγνισμό, απαντοχή στον χρόνο, κι ας είναι πλέον, όπως δηλώνει, «οι χρόνοι άλαλοι/ και οι γραφές για λίγους».

ΕΞΩΔΙΚΩΣ ΣΤΑ ΟΡΕΙΝΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (από την τρίτη ενότητα της Ευγενίας «Οι Συγγενείς στα Ιαματικά Λουτρά της Αιδηψού») «Αναδύθηκες ανδρός ανθοφορούσα στα πελάγη μας»
Α΄
Με τον τρόπο
που η φωτιά οδοιπορεί
στην πλάνη του Ταϋγέτου.

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο
τον μήνα Ιούλιο
ανάμεσα
στο θέρος του Ιουνίου
και στο θέρος του Αυγούστου,
ο αντίλαλος του Αχέροντα
στο στέρνο των Περσών
περιφρονεί τους ποιητές,
που έθεσαν τους όρους της ταφής
ανώνυμων και επώνυμων,
πριν φτάσουν στο στενό
π’ αγιάσαν Λάκωνες
αρσενικοί και τυχεροί οπλίτες.

Έκτοτε η μαγγανεία της ποίησης
στις νήσους των Σποράδων
αναλαμβάνει να σώσει το έθνος
ως ο θάνατος
στα βράχια των Μυκηνών
αναζητά
πατρίδες και ηγέτες.

Μόνο η ποίηση
γνωρίζει για τους νεκρούς
Σπαρτιάτες
και για τους ζώντες αρχαγγέλους
της Αττικής
που κάρφωσαν τις πέτρες
του Παρθενώνα.

Κι όμως αυτός
-ποιος άραγε εννοείται εδώ;-
ως δημοκράτης του φωτός,
μα ο έχων την ευθύνη
αναιρεί τους κώδικες της αλήθειας
και ως γνήσιος απόγονος των Αχαιών,
που έζησαν το κάλλος,
ανακαλεί
από την εφεδρεία
πόρνες, ιερείς, πυρπολητές
και ναύτες
και τους προτρέπει
να γίνουν δωρητές του έθνους
σ’ όλες τις Κυριακές,
που έχουν στα ηρώα
δάφνες και νερό γλυφό
του Πόντου.

Κι ας είναι ικέτης της Άννας Κομνηνής
στο βροχερό λιμάνι.
Β
Με ανυπόγραφα λοιπόν κοχύλια
με εξόρισαν
πρώτα οι συγγενείς,
μετά οι αναμνήσεις
και τώρα
τα λάφυρα μικρών τουριστριών
που βιάστηκαν στη Λίνδο.
Με έναν κύκλο
απ’ αυτούς που περιγράφουν
τ’ άπειρο στις αποσκευές των πρώτων μεταναστών
της Αμερικανικής Ηπείρου
ερημώνει ο τόπος.
Μαζί και το παράπονο
για τους γενναίους ποιητές
που τόλμησαν
τις λέξεις να φιλέψουν
στίχους,
στροφές
και ήχους μακρόσυρτους.
Κι ας είναι οι χρόνοι άλαλοι
και οι γραφές για λίγους.
Γ’
Η μνήμη των εποχών της λήθης
άλλοτε μούσα της βασιλεύουσας
ψυχής
κι άλλοτε διάλογος με τις Ερινύες,
έρπει ακατανόητη
στην πατρογονική Σινδόνη.

Κατακτά τις πόλεις
της συμμαχίας των Αχαιών
που φορτικά
θυσίες κάνουν
στους θεούς
μύστες για να τους χρίσουν.

Η μνήμη
της εποχής της γνώσης
ελεήμων θριαμβεύει
στην απλωσιά του τόπου που κυοφορεί
μεγάλες ξηρασίες
και πιο μικρές
κηδείες.

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΣΚΙΑΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΛΟΥΣΙΟ, ΣΕ ΚΡΑΥΓΕΣ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΑ, ΥΦΑΝΤΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ. ΚΙ ΑΥΤΟ ΓΙΑΤΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ «Δωρίζει στη σιωπή τίτλους ιδιοκτησίας» (αποσπάσματα από την κριτική της Ζωής Σαμαρά στην ΑΥΓΗ)
Στην Ευγενία, ο ποιητής χτίζει μια πλατφόρμα πάνω στην οποία παρελαύνουν οι πρόγονοι, οι γεννήτορες, οι συγγενείς και οι επίγονοι… Η σιωπή των οκτώ ετών από την προηγούμενη συλλογή του ποιητή τού έδωσε τη δύναμη να εντρυφήσει στην τρομακτική σιγή που επικρατεί πριν από τη δημιουργία, τη στιγμή που μεταβάλλεται σε επικοινωνία με άτομα που πλέον σιωπούν, σε συμβάντα που έχουν καταδικαστεί στη λήθη. Πρόκειται για αναπαράσταση της Ταφής πριν από την Ανάσταση…

Το μότο του βιβλίου, με τον ομώνυμο τίτλο «Ευγενία», μας προειδοποιεί με υπονοούμενα, με λέξεις που κινούνται συγχρόνως στο φως και στο σκοτάδι: Μικρές ιστορίες / για το μπλε, / που, όταν έφτασε / στο φως, / άρχισε τις εκπτώσεις, ενώ ο πρώτος στίχος της συλλογής,    Είχε προχωρήσει για τα καλά ο αιώνας, μοιάζει με υπότιτλο και, με τον αργό ρυθμό του, επιβεβαιώνει την παντοδυναμία του χρόνου, τη ροή της Ιστορίας, που κανείς, όσο σπουδαίος και αν είναι, δεν έχει τη δύναμη να ανακόψει. Ο χρόνος τρέχει και μεταμορφώνεται συνεχώς, για να αναδυθούν το τώρα, στο πρόσωπο της Κόρης-Ευγενίας, και το Εγώ, στο πρόσωπο του Πατέρα-Ποιητή. Ο ποιητής ψάχνει να ανακαλύψει τις «επτά ταριχεύσεις του Εγώ» για να ολοκληρωθεί, όπως τα επτά χρώματα της Ίριδας ολοκληρώνουν την αντανάκλαση του ηλιακού φωτός. Το ταξίδι στην ιστορία της γενιάς του θα του αποκαλύψει τη δική του ταυτότητα, θα μετατρέψει το σώμα του σε γενέθλιο τόπο της ποίησης, σε ταχυδρόμο που μεταφέρει τη δημιουργία από γενιά σε γενιά. Ανακαλύπτει το ρόλο των εικαστικών τεχνών στην ποίηση πίσω από τρανταχτά ονόματα, όπως Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, που δεν είναι ο Έλληνας. Είναι Έλληνας, όμορφος Έλληνας, Ελλήνων γόνος. Αν δεν ήταν El Greco, θα ήταν διαφορετικός, αλλά εξίσου μεγάλος. Μέσα από τη συνάντηση της ποίησης με τη ζωγραφική, ο συμβολισμός των χρωμάτων θριαμβεύει, με το μπλε –σε πολλές αποχρώσεις και πλούσια νοήματα– να ξεχωρίζει, το λευκό να ακολουθεί. Οι ποιητές, μας θυμίζει, ζουν απ’ τις θυσίες του φωτός. / Βέβαια, άλλοτε με το φως και / άλλοτε με το σκοτάδι γράφουν / τις αξίες του Εγώ, / πάντα όμως με το πρώιμο γαλάζιο / γράφουν το Εμείς και ας είναι / ακόμα νύχτα.

Η σιωπή γίνεται κραυγή, η κραυγή λέξη∙ και τότε η ποίηση και ο πολιτισμός γεννιούνται. Οι έννοιες «χρόνος» και «γλώσσα» συναντιούνται, ερωτοτροπούν, αναδημιουργούνται. Η λέξη σημαίνει αλλιώς κάθε φορά που επαναλαμβάνεται ή ξεκινά ένα νέο ταξίδι να συναντήσει συνώνυμα ή αντώνυμά της…

Η συνέχεια της ζωής και της δημιουργίας από τη Μάνα του Ποιητή στην Κόρη του περνά μέσα από το ποιητικό υποκείμενο και ανατρέπει την ψυχολογία του βάθους, που θέλει την αιωνιότητα να είναι κυρίως θηλυκή, να πηγαίνει από μάνα σε κόρη. Ο στόχος της ποίησης –να εδραιώσει την παρουσία του ποιητή μέσα στην Ιστορία– διευρύνεται και συνδέει εδώ, επιπλέον, τις δύο μορφές αιωνιότητας του πλατωνικού Συμποσίου

Όταν ο ποιητής επιβεβαιώνει ότι ο όρκος μας για την ποίηση δίνεται «με πάθος ανένδοτο», παραπέμπει στον ανένδοτο αγώνα, και εξηγεί, ίσως άθελά του, γιατί στο κάλεσμα των μεγάλων νεκρών, υπάρχουν αντιστασιακοί ανάμεσα σε ποιητές και ζωγράφους: ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Γεώργιος Μπουζιάνης, ο Νικόλαος Πλουμπίδης, ο Έκτορας Κακναβάτος. Η πάλη ανάμεσα στην κραυγή και τη γραφή, ως Αγία Γραφή, γίνεται σε μια συνάντηση τεχνών και εποχών. Πιο κάτω θα γράψει: Κι ας είναι οι χρόνοι άλαλοι / και οι γραφές για λίγους... [Η Ζωή Σαμαρά  είναι ομότιμη καθηγήτρια του ΑΠΘ]

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΕΡΑΣΤΗ (από την τέταρτη ενότητα της Ευγενίας «Οι Επίγονοι Ομολογούν - Του Έρωτος Επέτειος Εαρινή») «Στη θάλασσα των πλόων σου»
Σουρούπωσε.
Ξαναμμένοι πέσαμε για ύπνο.
Πρώτος έφτασε ο άρχων Μιχαήλ,
μετά
οι ίδιες και οι ίδιες εικόνες της πτήσης.

Στα οροπέδια της ψυχής
άρχισε μαθητεία του ύψους
χωρίς οίηση, χωρίς του αίματος τη δόξα.

Τα πρώτα οράματα για τις φυτείες
των αρωματικών φυτών
έφεραν άφθαρτες τις ελπίδες
για τη στέψη των κορμιών
παρουσία του Αρχάγγελου.

Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά,
απαγκιάσαμε ο ένας στην ηχώ του άλλου.

Μήνες μετά, ελευθερωθήκαμε
εκεί που το αληθές αλλοιώνεται σε αγαθό,
εκεί που η ηδονή καθαγιάζεται σε βιωμένο,
εκεί που το πεπερασμένο ιαίνεται σε άπειρο,
εκεί που τις ώρες μας δωρίζουμε,
στη συλλογή ανθών φασκομηλιάς για τα πέπλα
εκεί
μήνες μετά
εκεί
ελευθερωθήκαμε.

Οι ΚΩΔΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΒΙΟΥ (σχόλιο της Διώνης Δημητριάδου για την «Ευγενία» όπως αναρτήθηκε στο Φρέαρ):
Ο ποιητικός λόγος με την ελλειπτικότητα, τη μεταφορικότητα, την υπαινικτικότητά του έχει τους δικούς του δρόμους προσέγγισης, ένα για κάθε αναγνώστη του, που λες ότι μόνο γι’ αυτόν μένει ανοιχτός. Πίσω από μια λέξη, μέσα σε ένα δισήμαντο στίχο, με την υποψία της ερμηνείας εισέρχεσαι στο ποίημα θαρρώντας πως βρήκες το πέρασμα για τα ενδότερα. Δεν έχει σημασία, ωστόσο, αν συναντήσεις τη σκέψη του ποιητή, κι αν ταυτιστείς με τη δική του αφορμή. Έτσι κι αλλιώς αυτή εξ αρχής «θνητή» ήταν και μοίρα της να πεθάνει μόλις πάρει μορφή το ποίημα, που ανήκει πλέον -με μια ιδιόμορφη σχέση ιδιοκτησίας ή ιδιοχρησίας- στον αναγνώστη του. Αυτές τις σκέψεις κάνω διαβάζοντας την «Ευγενία», την ποιητική κατάθεση του Αντώνη Σκιαθά μετά από την ηθελημένη σιωπή του, ίσως επιβεβλημένη έσωθεν από την ανάγκη επεξεργασίας εικόνων και παραστάσεων (σιώπησα και ασκήθηκα ως όφειλα εν οδοιπορία ποιήσεως), κατά πως πρέπει να κάνει ο κάθε ποιητής με το συσσωρευμένο μέσα του βιωματικό υλικό. Έτσι, σ’ αυτό το βιβλίο ο ποιητής είδε, άκουσε, πέταξε και κράτησε, και δίνει τώρα μια συνολική θεώρηση με τον -κρυπτικό αναπόφευκτα- ποιητικό λόγο. Εισέρχομαι, έτσι, με την αθωότητα της ανάγνωσης και ανακαλύπτω τα σημεία, τους κώδικες επικοινωνίας του ποιητή, με τη γνώση ότι το ποίημα είναι το ενδιάμεσο (με τη διαχρονικότητα να λειτουργεί υπέρ του) ανάμεσα στον δημιουργό και στον αναγνώστη του.

Στην προμετωπίδα η φράση του παιδιού: «Αυτό το ουράνιο τόξο
βγάζει αίμα»:  Θα μπορούσε να είναι η ποιητική φράση που ανοίγει το βιβλίο. Είναι όμως μια αθώα ματιά σε ένα ουράνιο τόξο που θυμίζει αιμάσσον σώμα. Και έτσι απρόσμενα πολύ ανοίγει η ποιητική κατάθεση του Αντώνη Σκιαθά. Με το βλέμμα του παιδιού να κοιτάζει προς το μέλλον, ο ποιητής κοιτάζει πίσω και αριθμεί προγόνους και γεννήτορες φθάνοντας στους κοντινούς στον χρόνο, συγγενείς και επιγόνους. Μια τακτοποίηση της ζωής, μια ανάγκη επανασύνδεσης με όσους και όσα (πρόσωπα, τόπους, πράγματα) οριοθετούν τη μοναδική ύπαρξη. Γιατί χωρίς αυτές τις συνδέσεις χάνεσαι…
Την επαφή με όλα αυτά τα μνημονευόμενα εδώ ο ποιητής την επιτυγχάνει κινητοποιώντας τη μνήμη. Τη μνήμη την προσωπική και πλούσια σε βιώματα, αλλά και τη συλλογική μνήμη που λειτουργεί γενιά τη γενιά διαμορφώνοντας το βαρύ φορτίο του συνειδητού βίου: «Έφυγαν
την πρώτη εσπέρα του αιώνα, / ασίκηδες του μυστικού θιάσου της πατρίδας, / ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Γεώργιος Μπουζιάνης, ο Νικόλαος Πλουμπίδης, ο Έκτορας Κακναβάτος και η μητέρα μου Ράμπελα Στυλιανού και τόσοι άλλοι όμορφοι Έλληνες Ελλήνων γόνοι…»

Και δεν είναι μόνον ο χρόνος που μετράει τις αποστάσεις από το σήμερα του ποιητή και χωρίζει τους παλαιότερους σε προγόνους και γεννήτορες αναμειγνύοντάς τους ταυτόχρονα με τους συγγενείς και επιγόνους. Είναι πιο πολύ η επίδραση στους τωρινούς, το βάθος του επηρεασμού, η αξία του ήθους που μεταδόθηκε στους επόμενους και διαμόρφωσε τη ζωή τους πάνω στα σωστά και τα λάθη: «Καθώς και τούτη
αλλά και οι άλλες ζωές / προδομένες είναι και θα είναι στα ίδια πάθη μας…»

Και όπως προχωρά η μνεία των προσώπων και χτίζεται σιγά μέσα στους στίχους το νόημα της συνέχειας, εκεί κάπου στο τρίτο κομμάτι (στους συγγενείς) θα ακουμπήσει ο ποιητής κι αυτό, που από μόνο του θα αρκούσε για να δείξει το αθέατο μα ισχυρό δέσιμο, το άφευκτο προφητικό που ρίχνει τη σκιά του πάνω στις γενιές:
Ποιος είναι ο νικητής
μου είπε η κόρη μου
καθώς σχημάτιζε καρπούς
στο σώμα της.
Ήθελε να γνωρίζει
ποιος είναι αυτός που κερδίζει
τις μάχες στις εύφορους εξόδους
των πρώτων
και των δεύτερων χρόνων της γέννας.
Ποιος δηλαδή
συνομιλεί με τη θεία βάσανο
του ατελούς θνητού;
Της είπα ότι μία είναι η μάχη
κι αυτή παντοτινά θα είναι
χαμένη και για μένα αλλά
και γι’ αυτήν.
Η διαφορά μεταξύ μας όμως
είναι ότι αυτή θα δει το νικητή
καθώς θα με κουρσεύει
σε αφύτευτο ελαιώνα.

Νιώθω διαβάζοντας πως ο ποιητής θέλει να προφτάσει να τα βάλει όλα αυτά στο ποίημα, να γεμίσει τον κόσμο μας με εικόνες από τον κόσμο τον δικό του, να μας συμπεριλάβει στο τοπίο του, από όπου κι αν καταφέρει ο κάθε αναγνώστης (γιατί είναι οι χρόνοι άλαλοι και οι γραφές για λίγους) να εισχωρήσει λάθρα ή όχι και να εννοήσει τι γίνεται εδώ. Η Ευγενία του Αντώνη Σκιαθά, κι ας ξεκινά με μια τόσο προσωπική αναφορά στην Ευγενία – Μιχαέλα Α. Σκιαθά, κατορθώνει να μιλήσει σε όλους μας. Αρκεί να είναι:
Στην τάβλα της ζωής αυτού του τόπου
με γάντζο καρφωμένη η ψυχή μας.

Η ΗΧΩ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ (από την πέμπτη ενότητα της Ευγενίας «Οι Παρουσίες στις Ακτές της πολιορκηθείσης Πόλεως του Μεσολογγίου») «Η γέννησή σου μας δώρισε χρυσαετών πτήσεις δωρικές»
Α΄
Επιλεκτικά,
η ηχώ της ψυχής
στους χρόνους ενηλικίωσης
του γένους,
φτερουγά μύγα ενοχλητική,
δωρίζει φλάμπουρα και ξόρκια
για τις βαπτίσεις των θνητών.
Β΄
Έκτοτε
πέρασαν χρόνια δίσεκτα,
πέρασαν επιτάφιες κουστωδίες
με λευκές βιολέτες
και μελισσοκέρι σε ξύλο ανύπαρκτο.

Πέρασαν οι μάχες
των γόνιμων εγώ
και οι μητριές αγωνίες
κεντημένες στο χέρι
του τέλους.

Πέρασαν τα όρια
των επαναστάσεων γεμάτα ανθρώπινα μέλη
και μισοφαγωμένα σεντόνια
από κορμιά με ατελή σκέλη.

Στην άκρη του τοίχου
μια χάρτινη του Εσταυρωμένου
να ψαχουλεύει
στο νοτερό παρελθόν
της Άνοιξης
τις μνήμες του κήπου των Ελαιών,
που είχε γκρίζες βροχές
κι ένα στεφάνι υακίνθων
δίπλα σε μπρούντζινο βεντικό
μανουάλι γεμάτο λευκές λαμπάδες
και άμμο με ρόδια.

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ (σχόλιο από Δήμο Χλωπτιούδη για την Ευγενία του Αντώνη Σκιαθά)
Η ποίηση του Αντώνη Σκιαθά μας ταξιδεύει σε όλο τον ελληνικό γεωγραφικό χώρο. Είναι γεμάτη με ελληνικό χρώμα, τόσο ως ιδέες όσο και ως παραστάσεις. Οι συνεχείς αναφορές στην ιστορία και σε τοπωνύμια του παρελθόντος ή του παρόντος, όσο και τα αρχαιολογικά ερείπια που αποδίδονται εικαστικά στον ποιητικό του καμβά είναι η αποτύπωση της Ελλάδας που αναζητά τα βήματα της στη σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν.

Η ένταση και η αβίαστη εισαγωγή του φυσικού στοιχείου τον φέρνουν πολύ κοντά στην «ποίηση της περιφέρειας» Το μπλε του ουρανού και του πελάγους αποτυπώνονται είτε άμεσα είτε συνυποδηλωτικά σε κάθε σχεδόν σύνθεση της συλλογής ως ψηφίδα του υπαρξιακού ποιητικού του μωσαϊκού χαρίζοντας τη χρωματική τους ζωντάνια στον ποιητικό καμβά του. Το ουράνιο χρώμα και η συχνότατη παρουσία της θάλασσας και εκείνης των ανέμων προσδίνουν ζωή στα ερείπια ναών και μαντείων με τη γοητεία της ελληνικής γης.

Συναρπάζει η στιχουργική του έκφραση που ζυγίζεται ανάμεσα στη λιτότητα της καθημερινής γλώσσας και τις στοχαστικές της διακλαδώσεις. Είναι μία έκφραση μελετημένα ανεπιτήδευτη που κυλά με τη φυσικότητα του προφορικού λόγου, ο ποιητής στοχάζεται για την τέχνη και τον ανθρώπινο βίο. Σαν ποιητικά δοκίμια οι συνθέσεις της συλλογής ταξιδεύουν τον ακροατή/αναγνώστη στον μαγικό κόσμο των ποιητικών αναζητήσεων του Σκιαθά ξεπερνώντας τις συμβάσεις του χώρου και του χρόνου

Η δυναμική χρήση του μεταφορικού λόγου με τις προσωποποιήσεις και το μοτίβο του υγρού στοιχείου μαγεύουν το κοινό. Απρόσμενες υπερρεαλιστικές πινελιές εμπλουτίζουν το καναβάτσο του Σκιαθά πλάι στη συνειρμική κίνηση του στίχου. Αλληγορίες συνδέονται με υπαρξιακούς προβληματισμούς μέσα σε μία μυσταγωγική στιχουργία εικόνων. Έτσι, ο ποιητής συνδέει στοιχεία από το ιστορικό και μυθολογικό θησαυροφυλάκιο με το φυσιολατρικό στοιχείο σε έναν συνδυασμό με πλούσια χρώματα και μηνύματα με βάθος χρόνου
Η «Ευγενία» είναι ένας διαρκής διάλογος του χρόνου και του ελληνικού πολιτισμού με τους φθόγγους και τις βαθύτερες ανθρώπινες ανησυχίες. Είναι το μέλλον των ανθρώπων όμως ριζώνει στο παρελθόν και ακτινοβολείται μέσα από τη στιχουργική του Σκιαθά στα μάτια της κόρης του. Κάθε νεώτερη γενιά κουβαλά μέσα της βαθιά τον ελληνικό πολιτισμό, από τις μυκηναϊκές κατακτήσεις και έπη μέχρι τους ποιητές του πρόσφατου παρελθόντος και καλλιτέχνες που επέδρασαν στην αντίληψη του ίδιου του ποιητή.

Σκέψεις για τις παρουσίες (από την τελευταία ενότητα με τίτλο ΣΧΟΛΙΑ): «για τις μικρές ιστορίες του μπλε και των εκπτώσεων του. Μια ωδή κι ένας θρήνος»:
Βαθιά μεσάνυχτα
ακούω το τραίνο των τρεις και πέντε,
στην ενδοχώρα του σώματος
οι ήχοι αποκρουστικοί,
κυριεύουν το ριζικό του σκότους,
μ’ αφήνουν και πάλι άυπνο
στου Άθω τις γαζίες.
Ασκήσεις νεκρού
λίγο πριν ξημερώσει.
Τι βλάσφημη νύχτα και αυτή.
Μετρώ τους μυρωμένους χρόνους
γράφοντας και σβήνοντας πάντα
του ίδιου ποιήματος το κάλλος.
Περιγράφω, λοιπόν, το βίο
των άτιμων λέξεων
που με βασάνισαν
τότε και τώρα
με χειρονομίες
σκέψεις και άυπνες μέρες.
Περιγράφω την
αλητεία της γλώσσας,
που μου έμαθε το
Ρο της πατρίδας
να τιμώ με δάφνες
και ας ανήκει
το Φι στη φωτιά
και το Δέλτα στο όνειρο του σώματος
Μα γιατί το Άλφα είναι η
αρχή
και το Έψιλον το έλεος
του χρόνου;


Σελίδες Ημερολογίου
για το κάλλος των σχολίων
Δυο κίονες
στην άκρη του κήπου,
ο ένας όρθιος
γδαρμένος από το βοριά
της εγκατάλειψης
κι ο άλλος ξαπλωμένος
με άλλου το στέρνο
και άλλου την κεφαλή.
Φάνηκε πίσω από
τα σπασμένα τζάμια
να μας παρακολουθεί γυμνός.
Εδώ γεννήθηκα
εδώ θα πεθάνω,
μου φώναξε,
κραδαίνοντας ένα
κομμάτι γυαλί.
Αγκάλιασε την όρθια κολόνα,
κομματιάστηκε μαζί της.
Γέμισε ο κήπος παπαρούνες,
τον είδα έτσι νέο
πριν φύγει για φαντάρο
τον πατέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου